Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Οι τελευταίες ημέρες του Σουλίου.



 Υπάρχει μια μικρή μαρμάρινη εντοιχισμένη επιγραφή στον τοίχο του «Μαύρου Γάτου»  στο παλιό λιμάνι της Κέρκυρας που λίγοι  έχουν προσέξει.
Γράφει:  «Ενταύθα εδολοφονήθη υπό Τουρκαλβανών ο Φώτιος Τζαβέλλας και εξέπνευσε εις τας χείρας  του Νότη Μπότσαρη μετά του οποίου συνεκάθητο. Ο τάφος αυτού ευρίσκεται εις την ενταύθα μονήν της  Πλατυτέρας.»

Δεν  είναι ώρα τώρα να αναφερθώ στις  μυστικές και φανερές διαβουλεύσεις που γινόταν τα χρόνια εκείνα  ανάμεσα στις Σουλιώτικες φάρες   και στους  Ρώσους του Ουζάκωφ, τους Γάλλους αυτοκρατορικούς και τους Άγγλους αργότερα.  Βαριέμαι να τσακώνομαι με  ανορθόγραφους πατριδολάγνους.

Υπάρχει και μια χαμένη όπερα του Giovanni Batista Ferrari  με τίτλο «Οι τελευταίες μέρες του Σουλίου»  (Ultimi giorni di Suli).
Το 1856 ανέβηκε στο μεγάλο θέατρο «Φοίνικας» της Βενετίας. Μάθαμε ότι ανέβηκε και στην Κέρκυρα στο Σαν Τζιάκομο.
Συγγραφέας του έργου ήταν ο Giovanni Peruzzini (1815-1869).
Το λιμπρέτο και οι παρτιτούρες της όπερας έχουν χαθεί.
Δεν καταφέραμε να βρούμε κάποιο ίχνος.

Όλα αυτά μου έφεραν στο μυαλό την ετήσια αναπαράσταση της μάχης του Σουλίου.

Έλαβα μέρος ως Τούρκος.

Μας πήραν , φαντάρους,  με καμιόνια από τα Γιάννενα και μας ανέβασαν στο Σούλι.
Εκεί στα ερείπια της μονής του Κιουγκίου θα γινόταν η αναπαράσταση.
Μας χώρισαν σε «Τούρκους» και «Σουλιώτες». Μας έντυσαν ανάλογα και άρχισε το σώου.

Σύμφωνα με το σενάριο που μας ανέπτυξε ο λοχαγός, εμείς οι «Τούρκοι»  θα ανεβαίναμε τρέχοντας προς το Κούγκι έναν κακοτράχαλο ανήφορο τριακοσίων μέτρων ουρλιάζοντας και πυροβολώντας με άσφαιρα πυρά.
Από πάνω οι «Σουλιώτες» θα ανταπέδιδαν τα «πυρά» και θα προέβαλλαν σθεναρή αντίσταση.
Μερικοί από εμάς θα  έπεφταν  στο δρόμο για να φαίνεται η ηρωική αντίσταση των «Σουλιωτών».
Όταν εμείς (οι Τούρκοι) θα φτάναμε επάνω, ο Σαμουήλ (ο σιτιστής του λόχου) θα ανατίναζε το Κούγκι.
Από κάτω θα παρακολουθούσαν έκθαμβοι και με ρίγη εθνικής συγκίνησης οι χωριάτες από τα γύρω χωριά.

Δόθηκε το σύνθημα και ξεκίνησε η μεγαλειώδης μάχη.

Στα πρώτα μέτρα και με τον πρώτο πυροβολισμό που έπεσε από το Κούγκι, πέσαμε όλοι νεκροί.
Ποιος ανέβαινε όλο αυτό τον ανήφορο;
Συνέχισε μονάχα ένας «Τούρκος» νεοσύλλεκτος που δεν είχε πιάσει ακόμα το νόημα της ζωής.
Ανέβαινε τρέχοντας και ουρλιάζοντας υπό τα πυκνά «πυρά»  των Σουλιωτών.
Στο δρόμο τούπεσε το ντουφέκι, έχασε το κόκκινο σκούφο και τούφυγε και το παπούτσι με τη φούντα.
Γδαρμένος από τα πουρνάρια έφτασε μπροστά στο Κούγκι.
Μόλις είδε μπροστά του τον «Τούρκο»  ο σιτιστής Σαμουήλ  ανατίναξε το Κούγκι με μία στρακαστρούκα που του είχαν δώσει.

Φάγαμε είκοσι μέρες φυλακή ο κάθε νεκρός.

Στην επιστροφή γελάγαμε μέσα στα καμιόνια μετά δακρύων.

Ένας Πρεβεζιάνος που υποδυόταν τέλεια την «αδελφή» (η ήταν …δεν έχει σημασία)  σκέφτηκε να κάνουμε και την αναπαράσταση του χορού του Ζαλόγγου.

 Να είμαστε, λέει, ντυμένοι Σουλιωτοπούλες στην άκρη του γκρεμού. Από κάτω να περιμένουν οι χωριάτες με κομμένη την ανάσα να μας δουν να πέφτουμε και τη στιγμή που φτάσουν οι Τούρκοι να πέσουμε στην αγκαλιά τους, να τους «δοθούμε» και να μην τους «σηκώνεται».

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Ένα μποέμικο σαββατόβραδο



Το πρόγραμμα μου , σε συνδυασμό με το δελτίο καιρού, προέβλεπε ένα βροχερό σαββατόβραδο με φωτιά καλό κρασί και  ψαγμένες συζητήσεις.

Ξαφνικά ανατρέπονται όλα.

Η Μποέμικη συντροφιά την κοπάνησε για Αθήνα.

Έμεινα να κοιτάω τον τοίχο η ώρα οχτώ παρά είκοσι.

Ξαφνικά θυμάμαι ότι  σήμερα ανεβάζουν «τα τσικό»  της Εθνικής Λυρικής σκηνής  την όπερα του Giacomo Puccini, “La boheme”.
 
Η Παράσταση  είναι στις  οχτώ.

Ανεβάζω στροφές . 
Φοράω ότι βρήκα μπροστά μου και φεύγω  βιαστικά για την Ιόνιο Ακαδημία.

Δεν χρειάζεται να βρω τρόπο να μπω τζάμπα, η είσοδος είναι ελεύθερη.  Η Αίθουσα είναι ασφυκτικά γεμάτη .

Πετυχαίνω  τον Παντελή να κάνει τον ταξιθέτη. Μου έχει δύο θέσεις μπροστά. Εν τω μεταξύ έρχεται και η κόρη μου.

Καλά πως τα καταφέρνεις να έρχεσαι πάντα τελευταίος, να μην πληρώνεις και να κάθεσαι και στην καλύτερη θέση» μου λέει  ελαφρώς εκνευρισμένη.
Ξεκινάμε καλά . Ο  Τενόρος (Ροδόλφο) αρρώστησε και στη θέση του έφεραν άρον -άρον έναν Ιταλό  φέρελπι , χοντρούλη , συμπαθητικό που μου θυμίζει έντονα έναν σπασίκλα συμμαθητή μου που καθόταν στο πρώτο θρανίο .

Οι πιτσιρικάδες είναι πολύ καλοί .

Στην πρώτη σκηνή  η μποέμικη παρέα του Παρισιού του 1896 προσπαθεί να ανάψει φωτιά με ότι βρίσκει μπροστά της.
 Το ίδιο θα κάναμε και εμείς  αυτό το σαββατόβραδο του 2012 αν δεν  παραβιαζόταν το πρόγραμμα .  
«Δεν βαριέσαι…» σκέφτομαι  «…τα προγράμματα και οι παρθενικοί υμένες είναι φτιαγμένα για να παραβιάζονται».

Στην γνωστή  σκηνή της γνωριμίας της Μιμή με τον Ροδόλφο,  ο χοντρούλης Ιταλιάνος  τενόρος  φαίνεται ότι  «τόχει». Καταχειροκροτείται και φιλάει παθιασμένα στο στόμα την Μιμή.
Νομίζω ότι δεν υποκρίνεται χάριν του έργου . Του αρέσει   και δεν λέει να ξεκολλήσει από πάνω της.

Η όπερα ανέβηκε για πρώτη φορά στο Τορίνο το χειμώνα του 1896.
Εκείνο τον καιρό το μισό Τορίνο ήταν άνεργοι.
Η «μεγάλη οικονομική ύφεση» (1873/1896) βρισκόταν στο αποκορύφωμα της.

Το έργο δεν διαβάζεται ως ένα ανόητο ερωτικό δράμα.

Η ράφτρα Μιμή με τα παγωμένα χέρια που «δεν ζεστάθηκαν  ποτέ».
Με τα κεντημένα λουλούδια στα φορέματα που δεν μυρίζουν.
Με τον εύθραυστο έρωτα και την εύθραυστη υγεία ….
…και ο  απελπισμένος ποιητής  στην καρδιά ενός  άκαρδου χειμώνα  που  «είναι ολέθριο να μείνει κανείς μόνος του».

Το τραγούδι τους δεν είναι  επίδειξη φωνητικής ικανότητας  αλλά η κραυγή ενός χειμώνα προς μιαν άνοιξη που αργεί ακόμα.

Ο Φιλόσοφος πουλάει το παλτό του , η Μουζέτα πουλάει τα στολίδια της  και ο ποιητής καίει τα ποιήματα του  για να ζεστάνει τα χέρια της   αγαπημένης του.

Η ανέμελη μποέμικη παρέα πουλάει όλα της τα υπάρχοντα για να κρατήσει στη ζωή  τον  Έναν.

Ποιος ξέρει ; Μπορεί  εκείνο το χειμώνα του 1896 κάποιος άλλος αδέκαρος σιδηρουργός  να τρύπωσε τσάπα στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνο και κάποιος άλλος χοντρούλης τενόρος  να βρήκε την ευκαιρία  να φιλάει ασταμάτητα   στο στόμα την σοπράνο. 

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

«Ο Παλιαμπάς»



Το όνομα  του (το παρατσούκλι του μάλλον) , πάντα για κάποιο λόγο,  μου θύμιζε τίτλο από διήγημα του Παπαδιαμάντη.

Κανείς δεν ξέρει  πως πραγματικά λένε τον Παλιαμπά
Καμιά κρίση δεν τον αγγίζει.

Θυμάμαι παλιά (επί δραχμής), είχε μπήξει  τέσσερα  ξύλα στην άμμο του Χαλικούνα, είχε βάλει και σκέπαση από καλάμια που έκοψε από τον καλαμιώνα της λίμνης .
Έτοιμο το «μαγαζί».
 Έκανε φρέσκα νοστιμότατα σάντουιτς , νερά και αναψυκτικά.
Μια μέρα ξεκίνησε να πάει στην πόλη. Πήρε μαζί  του τα σκουπίδια και την σακούλα με τα λεφτά.
Έριξε τα λεφτά στο πρώτο σκουπιδοτενεκέ και πήγε και κατέθεσε τα σκουπίδια στην τράπεζα.

Θεός!!!

Αργότερα τον προσέλαβαν Ντελάλη στο ΚΚΕ.
Κυκλοφορούσε με μια ερειπωμένη καμιονέτα  και διαλαλούσε στις γειτονιές τις εκδηλώσεις του Κόμματος.
Είχε από πάνω δεμένο με τριχιά  ένα μεγάφωνο, ένα χορτοκοπτικό , μια φάλτσα και διάφορα άλλα εργαλεία της δουλειάς.

Με είδε μια φορά στο δρόμο να περιμένω και με πήρε με κίνδυνο να κατηγορηθεί για υπόθαλψη αντικομουνιστή.
Άνοιξε την πόρτα και τίναξε το κάθισμα για να κάτσω . Σηκώθηκε μπουχός. Τελικά κάθισα πάνω  σε ένα βουνό από διακηρύξεις της Κεντρικής Επιτροπής.
Στο ντουλαπάκι είχε  τακτοποιημένες τις κασέτες που έπαιζε σε κάθε περίπτωση.
Για αγροτικά συλλαλητήρια είχε μια με εκκλήσεις για συμμετοχή στην συγκέντρωση (που ήταν πάντα)   «..αύριο στις έξι στο Σαρόκο στο μεγάλο αγροτικό, παγκερκυραικό συλλαλητήριο»  και ακολουθούσαν τραγούδια της εποχής μας  όπως «Όχι δεν πουλάμε», «..Και με οι παππούδες μου ήταν αγρότες» και άλλα.
Για εργατικές απεργίες είχε μια  ανάλογη με τραγούδια όπως «Πάγωσε η τσιμινιέρα» , «..Είμαι το νούμερο οχτώ..» και άλλα.
Η προεκλογική κασέτα .
Μια για δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές  και λοιπά.
Είχε και μια της  Επιτροπή ειρήνης που είχε να την χρησιμοποιήσει από το  ’89 που, ως γνωστόν,  επικράτησε το  καθεστώς της παγκόσμιας ειρήνης .

Τελευταία κόβει , φτιάχνει  και εμπορεύεται ξύλα και κάρβουνα .
Τονε έπιασε η τροχαία. Δεν είχε άδεια , δίπλωμα , τέλη κυκλοφορίας, ΚΤΕΟ ,ταυτότητα, και βενζίνα.
-«Καλά δεν έχεις κανένα χαρτί;» ρωτάει ο τροχονόμος.
Του έδωσε μια προκήρυξη του ΚΚΕ.
Τονε πήγανε  μέσα με το φορτηγάκι και τα  κάρβουνα επάνω.

Παζαρεύει ένα άλλο παλιό φορτηγάκι . Εφτακόσια ευρώ. Τόριξε στα Πεντακόσια. Του τόκανε και σε δόσεις . Του ζήτησε και δανεικά εκατόν πενήντα να πληρώσει την μεταβίβαση. Του ζήτησε και το μηχανάκι να πάει μέχρι το υπουργείο συγκοινωνιών.

-«Θέλεις  τίποτα άλλο;»  ρωτάει ο πωλητής κοιτώντας τον έντονα στα μάτια.
-«Έχεις ένα τσιγάρο;»
Του δίνει καπνό.
-«Χαρτί δεν έχεις;»  ρωτάει ο Παλιαμπάς.
-«Σάλιο θέλεις;»  του λέει ο πωλητής.

Να μου το θυμηθείτε, έτσι και γενικευτεί η κρίση,  ο Παλιαμπάς θα γίνει πρωθυπουργός . 

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

«ΜΑΣ ΨΕΚΑΖΟΥΝ!»



Προχτές αργά (στο Μπαρ το ναυάγιο) βρέθηκα να τα πίνω με μια καλή φίλη.
Στο δεύτερο ποτό μου  αφηγήθηκε μια ιστορία .
Ερχόταν , λέει, στην Κέρκυρα με το αεροπλάνο και την ώρα που χαμήλωνε για την προσγείωση , κοιτάει από το παράθυρο και τι να δει;. Από τα φτερά έβγαινε ένας άσπρος καπνός .
-«Αυτό ήταν !» μου λέει  « Μας ψεκάζουν!».
Άκουγα σιωπηλός.
Μου ήρθε στο μυαλό η αφήγηση ενός καλού φίλου για μια άλλη προσωπική του εμπειρία πριν από χρόνια.
Είχε διπλαρώσει μιαν  έμορφη επισκέπτρια και  έψαχνε να βρει τρόπο να την ξεμοναχιάσει.
Επειδή ήταν πάντα έμπειρος εραστής , πρώτα την άφησε να του εκδηλωθεί ιδεολογικοπολιτικά και ύστερα να «παίξει» αναλόγως.
Η επισκέπτρια είχε οικολογικές ανησυχίες . Πίστευε  ακράδαντα ότι η  οικολογική συντέλεια   του κόσμου είναι  αναπόφευκτη.
Σκέφτηκε λοιπόν , ο αθεόφοβος Κερκυραίος εραστής, να την πάει  εκδρομή στην μαγικότερη τοποθεσία που ήξερε και πίστευε ότι , εκεί μέσα στο μεγαλείο της φύσης, θα κάμπτονταν οι αντιδράσεις της  γκρινιάρας  ακτιβίστριας.
Ετοίμασαν φαγητό . Φόρεσαν τα κατάλληλα παπούτσια. Φορτώθηκαν τα σακίδια και ξεκίνησαν τον ποδαρόδρομο προς μιαν από τις καλύτερες βουνοκορφές (ου πανέμορφου) νησιού μας .
Στον  ατελείωτο  και κακοτράχαλο ανήφορο  σκεφτόταν  τις ανέσεις που απολαμβάνει ένας εραστής των μεγαλουπόλεων  και  σκεφτόταν σοβαρά να μεταναστεύσει στην Αθήνα.
Κάθιδρος  έφτασε στην κορυφή του Γολγοθά διακόσια μέτρα πίσω από την φυσιολάτρισσα.
Διάλεξε επιμελώς το μέρος και στρώσανε τα στρωσίδια τους. Άπλωσαν τα φαγητά  και ένα μπουκάλι κρασί (από  το καλό)  τεσσάρων χρονών που κόντευε να γίνει κονιάκ.
Είχε πάρει μέχρι και μαξιλάρι.
Τσιμπολογούν μεζέδες και  αρχίζουν τα προκαταρκτικά.
Όλα πάνε καλά . Οι αντιστάσεις κάμπτονται . Προμηνύεται ένα παθιασμένο και θυελλώδες ερωτικό μεσημέρι.
Έχει προβλέψει τα πάντα.
Θα ανοίξει το κρασί  την κατάλληλη στιγμή , λίγη ώρα πριν σημάνουν οι σάλπιγγες της γενικής επίθεσης.
Έχει πάρει μαζί του και δύο κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια κρασιού.
Τα έχει στο σακίδιο του τυλιγμένα με χαρτοπετσέτες .
Περιμένει  την στιγμή που θα ανοίξει το μπουκάλι. Τότε… τη στιγμή της  γνωστής  αμηχανίας. «Πώς θα πιούμε το κρασί;» θα τα βγάλει , εκεί στην ερημιά, δήθεν αδιάφορα, σαν να κάνει το ποιο συνηθισμένο πράγμα του κόσμου.
Ξέρει αυτός  «δεν είμαστε χτεσινοί!»
Πράγματι έρχεται η ώρα του κρασιού . Τσουγκρίζουν τα κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια. Φέρνουν τα ποτήρια στα χείλη τους .Η φυσιολάτρισσα  τον κοιτάει πάνω από το ποτήρι εντυπωσιασμένη . 
«Όλα βαίνουν καλώς» Σκέφτεται ο δικός μου.
Ακριβώς τότε , στην πρώτη γουλιά… ένας τρομερός βόμβος  συγκλονίζει την ησυχία της  βουνοκορφής. Σηκώνουν τρομαγμένοι το κεφάλι ψηλά . Ένα αεροπλάνο περνάει ξυστά από τις ελιές και τους ψεκάζει με Λεμπαισίντ. Ένα ισχυρό και απαγορευμένο δηλητήριο που σκοτώνει από τους δάκους μέχρι και τους ρινόκερους.
Του βγαίνει  η γουλιά από τη μύτη.
Η λεγάμενη σηκώνεται επάνω  εκτός εαυτού  και  εκτοξεύει χριστοπαναγίες προς τον ουρανό .
Ο Δικός  μου κλωτσάει τα φαγητά  και τα στρωσίδια. Εκτοξεύει το μαξιλάρι στον γκρεμό και κατηφορίζουν τρέχοντας.
Έκτοτε  τον χάσαμε.
Λένε ότι τον έχουν δει να τριγυρνάει  στην Πλατεία Κουκακίου.
Ετοιμάζομαι να πάω να δω το θεατρικό του φίλου μου του Γιώργου Τσαντίκου στο Πολύτεχνο με τίτλο «Μας ψεκάζουν!»

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

ΠΑΥΛΙΚΑΝΟΙ, ΒΟΓΟΜΙΛΟΙ, ΒΑΛΝΤΟΙ, ΑΛΜΠΙΓΟΝΟΙ, ΚΑΘΑΡΟΙ



Τον συνάντησα στον Ανεμόμυλο χτές το πρωί.
Έκανα την  συνηθισμένη μου ποδηλατάδα στην Κυριακάτικη λιακάδα της Γαρίτσας.
Μου έκανε, παρακλητικά,  νόημα να σταματήσω.
Φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο παλιό αξιοπρεπές κουστούμι. Κάτασπρα μαλλιά , μπαστούνι , γέρικο αρχοντικό παράστημα.  
Βάδιζε με μικρά ασταθή βήματα.
Άφησα το ποδήλατο στο μουράγιο.
-«Παρακαλώ , τι θέλετε κύριε;» ερωτώ.
-«Ευγενέστατε νέε μου , μπορείτε να με βοηθήσετε να περάσω απέναντι τον δρόμο;»
Με σκλάβωσε αυτό το «νέε μου».
Έκανα τον τροχονόμο μέχρι να περάσει απέναντι.
-«Νέε μου είστε ευγενέστατος …σας είμαι υποχρεωμένος».
-«Να είσαστε  καλά , αλλά αν με ξαναπείτε άλλη μια φορά «νεαρό» είμαι ικανός να σας περάσω απέναντι στην Σαγιάδα.
Γελάσαμε.
-«Με ποιόν έχω την τιμή να συνομιλώ παρακαλώ;» συνέχισα στο ίδιο ύφος.
-«Οδυσσέας  Κάρολος  Κλήμης»  μου απάντησε ο σεβάσμιος γέροντας  κάνοντας μια ανεπαίσθητη υπόκλιση.
Έμεινα έκπληκτος.
-«Εσείς είστε λοιπόν ο γνωστός Ιστορικός ; Επιτέλους σας γνωρίζω και από κοντά. Έχω διαβάσει όλα σας τα βιβλία.»
-«Αλήθεια!...Ποιό σας άρεσε περισσότερο;»
-«Όλα ωφέλιμα είναι αλλά πιο πολύ με εντυπωσίασε η «κοινωνιολογία του Κερκυραϊκού λαού».
Καθίσαμε να πιούμε έναν καφέ. Μου μίλησε για το νέο βιβλίο του με τίτλο «Λούβρο».
Άκουγα με μεγάλη περιέργεια.
Μου μιλούσε ασταμάτητα και με πάθος για αυτό.
Ο παράξενος Οδυσσέας  με ταξίδεψε αιώνες πριν .
Μου μιλούσε για  πρωτάκουστα  πράματα . «Βογομίλοι , Λαμπιγόνοι, Βαλντοί, καθαροί, Παυλικανοί». Αιρέσεις  θρησκευτικές και παράξενες ιστορίες.

Τον αρχηγό των Βογομίλων τον έκαψαν στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης μπροστά στα μάτια χιλιάδων φανατισμένων πιστών.
Η Εκκλησία λέει ότι έκαναν έναν τεράστιο σωρό από κορμούς δένδρων στην μια μεριά του ιπποδρόμου. Έστησαν έναν σταυρό στην άλλη μεριά. Έβαλαν τον  δυστυχή Βογομίλο στη μέση και άναψαν φωτιά. Περίμεναν να δουν τι θα διαλέξει .  Την φωτιά η τον σταυρό; Τελικά , λένε , έπεσε μόνος του στην φωτιά.
Η Άννα η Κομνηνή, αντιθέτως, έγραψε ότι τον έδεσαν και τον έριξαν στην φωτιά.

Οι αιρέσεις αυτές είχαν μεταξύ τους  αδιόρατες μικροδιαφορές. Ουσιαστικά ήταν κάτι σαν τους τροτσκιστές του κομμουνιστικού κινήματος στις διάφορες εκδοχές τους.
Μεταξύ Λαμπιγόνων και Βαλντών  υπήρχε τόση διαφορά όσο ανάμεσα στο ΜΛ ΚΚΕ και στο ΚΚΕ μλ.

Μια πλούσια  οικογένεια Γάλλων Παυλικανών, η οικογένεια Λούβρου,   μύησε τον βασιλιά της Γαλλίας  στην αίρεση και του δώρισε μια σπουδαία βιβλιοθήκη. Έκτοτε η βιβλιοθήκη ονομαζόταν «Βιβλιοθήκη Λούβρου». Πολύ αργότερα μετά την νίκη της Γαλλικής επανάστασης  δημιουργήθηκε το Μουσείο Λούβρου , συγκεντρώνοντας πολλά εκθέματα από όλο τον κόσμο.

Ένας κλάδος της οικογενείας αυτής μετοίκησε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Εδώ αρχίζει μια άλλη Οδύσσεια . Η Οδύσσεια του Οδυσσέα Κάρολου Κλήμη.

Ταξιδεύει από χωριό σε χωριό  σε περιοχές που τότε ήταν  στα όρια του Δεσποτάτου της Ηπείρου και καταγράφει τα σημάδια της εν λόγω οικογένειας.

Οι Λούβροι της Κέρκυρας  , της Λευκάδας, της Ηλείας , της Άρτας  του Άργους  Ορεστικού .
Ποταμοί «Λούβροι».
Χωριά «Λούβρο».
Η δική μας άνω και κάτω Παυλιάνα , από τους Παυλικανούς και δίπλα ο  άνω και κάτω Γαρούνας από τον Γαλλικό ποταμό  Γαρούνα που έγινε μια σπουδαία μάχη.

Άκουγα μαγεμένος.

Ήρθε η γυναίκα του να τον πάρει με το αυτοκίνητο.

Με κάλεσε σπίτι του να μου συνεχίσει  την αφήγηση.

Θα σας κρατάω ενήμερους.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

ΑΛΕΚΟΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΑΣ



 Είναι μεγαλύτερος μου αλλά τον θυμάμαι σαν όνειρο όταν παίζαμε στους δρόμους .

Τον  ξαναείδα στην Αθήνα να  τριγυρνάει  μόνος στην  Άνω Δάφνη  σαν χαμένος.

Δεν την άντεχε την Αθήνα.
 Ποτέ δεν προσαρμόστηκε.
 Το όνειρό του ήταν να ξαναγυρίσει στο χωριό.

Τραγούδαγε στην χορωδία που είχε φτιάξει ο πατέρας του στην Άνω Δάφνη.
Αυτή ήταν η όαση του στην έρημο της μεγαλούπολης.

Δούλευε σε έναν φούρνο.  
Κάνανε με την Βάσω τρείς κόρες  , την Άννα , την Έλενα και την Βέρα.
Οι κοπέλες μεγάλωσαν σε μια οικογένεια που όλοι τραγούδαγαν .
Η οικογένεια ζει σχεδόν  ασκητική ζωή.

Ήρθαν στην Κέρκυρα και ο Αλέκος έπιασε δουλειά στην Δημοτική επιχείρηση ύδρευσης ,αποχέτευσης.

Τον έβλεπα συχνά στον δρόμο την ώρα της δουλειάς.

Σπάνια τον έβλεπα ολόκληρο. Συνήθως έβλεπα το κεφάλι του να εξέχει από κάποιο υπόνομο.

Κάποτε , αστειευόμενος , τον ρώτησα τι «μέσον» έβαλε για να τόνε πάρουν στη δουλειά.
Μού λέγε ότι , σε αυτή τη δουλειά , θέλεις «μέσον» για να σε διώξουν.

Ίδρυσε  ξανά την χορωδία του χωριού  που είχαν ο πατέρας του και ο παππούς του.

Το πρωί με το τσαπί στον υπόνομο και το βράδυ έγραφε τις παρτιτούρες στο τραπέζι της κουζίνας του  φορώντας κάτι γυαλιά του παππού του κολλημένα με σελοτέιπ.

Μια φορά του πρότειναν να  πάει η χορωδία να κάνει φωνητικά σε μια συναυλία του Νταλάρα στην Θεσσαλονίκη.
-«Δεν μπορούμε να πάμε …μας «πειράζει» το λεωφορείο» δικαιολογήθηκε.
-«Μα τι λες; …» είπε ο απεσταλμένος « ..σας άκουσε και του κάνετε ….είναι ευκαιρία να γίνεται διάσημοι».
-« Εμάς δεν μας αρέσει ο Νταλάρας …..»  απάντησε ο Αλέκος «….αν του αρέσουμε ας έρθει να μας ακούσει εδώ».

Κάποια άλλη φορά του συστήσαμε τον Μανώλη Ρασούλη που ήρθε στο χωριό.
Συζητούσαμε και τραγουδάγαμε  όλο το βράδυ .
Αργά τον ξεπροβοδήσαμε με ένα τραγούδι στο Φόρο.
Κάποια στιγμή  του αποχαιρετισμού τον  ρωτάει ο Αλέκος  «…Πως είπαμε ότι σε λένε;» .

Ο Ρασούλης  μου είπε ότι του θυμίζει έναν Κρητικό τραγουδιστή,  ονόματι Ψαραντώνης.

Σε μια παρέα ανθρώπων της τέχνης κάποιος είπε ότι αυτός θα ήταν κατάλληλος για υπεύθυνος  πολιτισμού της Κέρκυρας.

Είπαμε  ότι είναι καλύτερα να τον αφήσουνε να συνεχίσει έτσι.

Τώρα ηχογραφούν στο σχολείο  μερικά  παραδοσιακά τραγούδια.

‘Όταν είναι έτοιμα όλα  θα τα  ακούσετε.

Προς το παρόν ακούστε τον «Βόλγα» , ένα  παλιό τραγούδι μας  που  βασίζεται σε ένα παραδοσιακό ρώσικο λαϊκό τραγούδι.

Η Εγγραφή έγινε στη μέση του δρόμου με ότι αυτό συνεπάγεται.

http://www.youtube.com/watch?v=e-JJlak4PPo&feature=plcp


Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑΣ



Είναι καιρός να αλλάξω επάγγελμα.
Σκέφτομαι να ανοίξω ένα γραφείο υποβολής δηλώσεων μετανοίας και πιστοποιητικών πάσης φύσεως.
Θα τα κονομήσω χοντρά.
Ο Δεξιός Γιατρός της γειτονιάς μου, κάθε που ανοίγουμε κουβέντα,   βγάζει από την τσέπη του το χαρτί της παραίτησης τους  από την τοπική οργάνωση της ΝΔ .
 Θυμίζει τον Λ. Κωσταντάρα   στην ταινία που βγαίνει από το ψυχιατρείο με το χαρτί στην τσέπη και πλακώνει στις φάπες τον Τζανετάκο.
Του λέω,  ότι  η παραίτηση χρειάζεται και μια επικύρωση με το «γνήσιον της υπογραφής». Το δέχεται .
Τι είναι να δώσει δέκα ευρώ ;

Ο « Στρατηγός» ( απόστρατος  αξιωματικός της αστυνομίας ) πιστεύει ότι  καλά κάνει η κυβέρνηση και βγάζει στο σφυρί τα πάντα.
-«Στρατηγέ μου …» του λέω «.. την πατρίδα μας;… μήπως είστε αναρχικός;»
-« Όχι!!..» μου λέει με γουρλωμένα μάτια «…πιστεύω εις την  ελεύθερην  αγοράν»
-«Τότε να  να συντάξωμεν μιαν δήλωσιν ότι  «αποκηρύσσετε  με τα βδελυγμίας  τον εθνικισμόν και τας παραφυάδας αυτού και  αποδέχεσθε τας αρχάς του νέοαναρχοκαπιταλισμού» .
Ποτέ δεν είναι αργά να κάνετε μιαν νέαν αρχήν».

Ο Κύριος Κώστας  (ετών δύο λεπτά πριν τη λήξη του δευτέρου ημιχρόνου) ψηφίζει   πάντα ΠΑΣΟΚ.
 Η φράξια του συνέρχεται καθημερινά στα παγκάκια της πλατείας.
Φοβούνται την επάνοδο της δεξιάς.
 Έχουν υπογράψει όλοι δηλώσεις μετανοίας  και με τα δύο χέρια και κατηγορούν το  ΚΚΕ ότι τους πρόδιδε πάντα.
Ξεκινούν από τη Βάρκιζα και καταλήγουν στην Παπαρήγα.
Χρειάζονται μια επίσημη βεβαίωση «αριστερών φρονημάτων και αγωνιστικού παρελθόντος».
Ειδικά ο Κώστας έχει παραγγείλει και μια ταυτότητα μαυροσκούφη του Άρη.

Ο Μάκης  εργάζεται  στην κάβα της γειτονιάς.
Έχει κλειστεί στο σπίτι του.
 Ότι κουβέντα και να ανοίξουμε , από δω το φέρνει  αποκεί το πάει, καταλήγει πάντα στα χρόνια εκείνα  (τα παλιά)  που διέπρεψε ως  αναρχικός πετροβολητής στην Αθήνα.
Τώρα «δεν γίνεται τίποτα με εικοσιτετράωρες απεργίες». 
Τούχει μείνει μια μικρή κοτσίδα χαμηλά στο σβέρκο να θυμίζει το ένδοξο παρελθόν του . Χρειάζεται επειγόντως μια  « βεβαίωση πετροβολητή  και στενού φίλου του Νικόλα Άσημου»   να τη δείχνει  «στα παιδιά» όταν μεγαλώσουν.

Η Μάγδα βγάζει έναν πύρινο λόγο στην  συνέλευση της τοπικής ΕΛΜΕ. Καταγγέλλει το ΚΚΕ , τον ΣΥΡΙΖΑ , το κράτος , την συνδικαλιστική Γραφειοκρατία, το σωματείο εμπόρων καταστηματαρχών, την ένωση πολυτέκνων, το σωματείο των ΟΤΑ, τον Αποστόλη, την κυρία Ελευθερία, τον Παπακώστα , τον «εκφασισμένο λαό», τον ναό του Αγίου Γεωργίου, τις «πλατείες» και τους μεταλλαγμένους πασόκους .
 Αποχωρεί ενδόξως από την συνέλευση με το κεφάλι ψηλά.
Πρέπει να γυρίσει στο σπίτι «να ταΐσει και τα παιδιά».
Χρειάζεται επειγόντως ένα «πιστοποιητικό καθαρότητας»  για την κορνίζα στο χωλ.

Ο Περικλής  ζούσε πάντα με μικροαπατεωνιές. Έκλεβε «στο ζύγι» σε όλη του την ζωή.
Τώρα του φταίει ο Τσοχατζόπουλος.
Χρειάζεται επειγόντως  ένα μετάλλιο «προτέρου εντίμου βίου».
Ο Νίκος κοιτάει πάντα την πάρτη του.
Έλειπε από παντού.
Αφηγείται ιστορίες  όπου ήταν παντού.
Τον κοιτούν με δυσπιστία.
Χρειάζεται μια βεβαίωση ότι  «Ήταν πάντα εκεί».

Ο  Παύλος ήταν πάντα τρομαγμένος.
Δεν αντιστάθηκε ποτέ.
Διαισθάνεται το επερχόμενο τέλος του.
Του αξίζει ένα άγαλμα  (σαν του Οδυσσέα Ανδρούτσου) με υψωμένο το γιαταγάνι  στην κεντρική πλατεία της πόλης μας .

Το γραφείο μας θα είναι ανοιχτό κάθε μέρα (8οο-3οομμ) εκτός Σαββάτου και Κυριακής.

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

ΤΣΙ ΜΟΥΛΑΣ ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ



Γενιές μεγαλώσαμε με το παραμύθι  «Τσι μούλας το πήδημα».
Κάθε αφηγητής ξεκίναγε με τα εξής λόγια: «Αυτή η ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα».
Ήτανε λέει, τα χρόνια τα παλιά , μια βασιλοπούλα που έμενε σε ένα κάστρο στην κορυφή ενός  παράξενου βουνού.
Κάποια μέρα , εκεί που έκανε βόλτα με το μουλάρι της  βλέπει στο βάθος να ανηφορίζουν στο βουνό οι πειρατές που μόλις  είχαν αποβιβαστεί στην ακτή.
Η Βασιλοπούλα , απελπισμένη σκέφτηκε ότι θα την βιάσουν  , έδεσε τα μάτια του μουλαριού, έδεσε και τα δικά της και έπεσε μαζί με το μουλάρι σε έναν φοβερό γκρεμό. Έκτοτε η τοποθεσία στην  πλαγιά του βουνού ονομάζεται  «Τσι μούλας το πήδημα».
Οι Ιστορικοί , βέβαιά  λένε ότι ,αν συνέβη κάποιο παρόμοιο γεγονός στην περιοχή,  θα πρέπει να έγινε στην διάρκεια της βυζαντινής εποχής όπου στην συγκεκριμένη περιοχή υπήρχε Βίγλα (Παρατηρητήριο ακριτών).
Εκεί βρέθηκα την Κυριακή το πρωί κάνοντας τον καθιερωμένο μου  και μοναχικό περίπατο.
Πάντα παίρνω μαζί μου την μαρέντα μου (κολατσιό) , χαρτί  κουζίνας για κάθε χρήση , ένα μικρό σουγιά , τον καπνό μου και, όποτε έχω όρεξη, το μαντολίνο μου.
Ακολουθώ , δε, πάντα πιστά την προτροπή των παλαιοτέρων «Χέσε ψηλά και αγνάντευε».
Είμαι με κατεβασμένα τα παντελόνια στην άκρη του γκρεμού και αγναντεύω τα πέρατα ανέμελος.
Δίπλα μου μια οχιά βγήκε να λιαστεί  στο μπαλκόνι.  Όπου να ναι  μπαίνει ο χειμώνας και θα κλειστεί μέσα . Με βλέπει , γυρίζει αργά και ξαναμπαίνει μέσα.
Σκέφτομαι τι θα μπορούσε να συμβεί  αν αποβιβαζόταν σήμερα  οι πειρατές στην ακτή.
Αν , ας πούμε,  αποβιβαζόταν ο Τζόνυ Ντέπ με το ασκέρι του , το πιο πιθανό ήταν ότι θα μαζευόταν οι βασιλοπούλες από τα γύρω  κάστρα και θα περιμένανε εναγωνίως στη σειρά να τις βιάσει.
Θα μου πείτε « Δεν αυτοκτονούν σήμερα οι βασιλοπούλες;». Ασφαλώς και αυτοκτονούν , αλλά για άλλους λόγους , πιο σοβαρούς.
Ξέρω, για παράδειγμα μια βασιλοπούλα που  ο πατέρας της  της αγόρασε (με το εφάπαξ)   ένα τζιπάκι  Σουζούκι  εννιακόσια κυβικά. Κατεβαίνει το Σαββατόβραδο στην Αχαράβη. Πίνει το ποτό της στην Βεγγέρα  με το χαρτζιλίκι της  γιαγιάς. Απόψε τα χάλασε με τον δικό της. Πάει στο ΑΤΜ να πάρει είκοσι ευρώ , να συνεχίσει την βραδιά  αλλά « Το υπόλοιπο του λογαριασμού δεν επαρκεί για την συναλλαγή «
Δεν της έβαλαν  ακόμα το μισθό   του Αυγούστου από το ξενοδοχείο που δούλευε. Μου λέει ότι  «δεν γίνεται τίποτα». Θέλει να αυτοκτονήσει. Της λέω να ανέβει με το Τζιπάκι το βουνό και μόλις  φτάσει «Τσι μούλας το πήδημα» να σβήσει τα φώτα και να το πάρει όλο δεξιά.
Γύρευε τι παραμύθια θα λένε στα παιδιά τους οι επόμενες γενιές.
Άλλες εποχές , άλλα ήθη.
Θυμάμαι τον φίλο μου τον Γιώργο της γενιάς του Ροκ εντ Ρολ.
Γυρνάγαμε με το αυτοκίνητό του από τα Γιάννενα (από τον παλιό δρόμο) αμίλητοι, αδέκαροι  και νηστικοί.
Λίγα χιλιόμετρα έξω από την Ηγουμενίτσα  μας κάηκε η μηχανή.
Κατέβηκε μεγαλοπρεπώς  πήρε το κατσαβίδι (με το οποίο άναβε τα φλάς) , με κοίταξε σοβαρά , ανασήκωσε το φρύδι του και ξεβίδωσε τις πινακίδες.
-«Σπρώξε» μου λέει.
Το αυτοκίνητο  έπεσε στο γκρεμό και σταμάτησε εκατό μέτρα παρακάτω διαλυμένο.
Συνεχίσαμε πεζοί με τα πράγματα και τις πινακίδες στο χέρι.
Στο δρόμο τον είδα συνοφρυωμένο.
-«Τι συμβαίνει;»  του λέω.
-«Δεν ανατινάχτηκε» μου λέει « Πώς γίνεται και στις ταινίες όταν πέσει ένα αυτοκίνητο στο γκρεμό ανατινάζεται πάντα;»
Σηκώνω  το παντελόνι μου  και παίρνω το δρόμο της επιστροφής. 

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΟΝΟΣ


Δεν υπάρχει χρόνος.

Βράζω μακαρόνια.

Έχω την αίσθηση ότι αλλάζει το κλίμα.

Με πονάει το πόδι μου.

Διαλέγω λίστα αναπαραγωγής και βάζω δυνατά την μουσική.

Λένε , αυτοί  που  ξέρουν , ότι  ξορκίζει τα δαιμόνια των άδειων δωματίων .
Μερικοί  βάζουν δυνατά την μουσική και στα αυτοκίνητα  .
Αναστατώνουν τους περαστικούς και τους σκύλους  που κοιμούνται στις εισόδους των  καταστημάτων.
Λένε ότι έτσι ξορκίζουν τα δαιμόνια των άδειων δρόμων.
Δεν έχω  κεφαλοτύρι  να τρίψω και το ψωμί είναι χτεσινό.

Δεν υπάρχει χρόνος.

Είναι φορές που  οι αντάρτικες ομάδες των «μικρών πολέμιων του χρόνου και της φθοράς»  κάνουν αιφνιδιαστικά σαμποτάζ και καταργούν ,προς στιγμήν , το  καθεστώς του χρόνου.

Κάθομαι  στο τραπέζι  βυθισμένος σε σκέψεις.  
Σηκώνομαι κάθε τόσο .
Τη μια  έχω ξεχάσει την αλατιέρα και την άλλη τις χαρτοπετσέτες
.
Ξαφνικά το μάτι μου πέφτει σε ένα μικρό  καφετί μυρμήγκι που ανεβαίνει τρέχοντας την κασαδούρα  δίπλα μου.
«Θα είναι  ένα από τα μερμήγκια  της φωλιάς  κάτω από την μαρμαροποδιά  της εξώπορτας» σκέφτομαι.
Μάλλον θα έχει χάσει τον δρόμο του…. τι  γυρεύει τόσο μακριά μοναχό του.
Ακολουθώ την διαδρομή του. Τρέχει με ταχύτητα  που αναλογικά με εμάς θα πρέπει να είναι περίπου πενήντα χιλιόμετρα την ώρα.  Κατεβαίνει προς την κλειδαριά. 
Στην είσοδο της τεράστιας  σπηλιάς κοντοστέκεται.
Μπαίνει μέσα και το χάνω .
Ξαναβγαίνει και γυρίζει πίσω. 
Τρέχει ξανά  στην  τεράστια , άδεια κρεμ , λεωφόρο της  κασαδούρας .
Αρπάζεται από το καλώδιο του φορτιστή  και κατεβαίνει προς το τραπεζάκι του τηλεφώνου.

Σκέφτομαι:

«Μάλλον έχει χάσει το δρόμο προς την είσοδο της φωλιάς».
«Δούλευε ασταμάτητα όλο το καλοκαίρι και τώρα κινδυνεύει να  κλειστεί  έξω από την φωλιά».
«Όπου να ναι θα κλείσουν τις πόρτες για τον επερχόμενο χειμώνα …..(αν δεν τις έχουν κλείσει ήδη)».
Μπαίνει κάτω από τον καναπέ και αυξάνει ταχύτητα στο πάτωμα .
Ξαπλώνω κάτω και το παρακολουθώ.
Μπορώ να το  πιάσω και να το πάω στην φωλιά του. Θα νιώσω αμέσως ανακούφιση και θα συνεχίσω ήσυχος το φαγητό μου πριν κρυώσουν τα μακαρόνια.
Αλλά πάλι σκέφτομαι …Μπορεί να το εξόρισαν  για κάποιο σοβαρό παράπτωμα …η ,ακόμα μπορεί να μην αντέχει άλλο την ισοπεδωτική συλλογική διαβίωση του βασιλείου των μερμηγκιών….  Μπορεί να αποφάσισε να  ζήσει τον τρομερό  χειμώνα  (όπως του τον περιγράφουν ) και με όποιο κόστος …. Μπορεί , απλώς , να έχασε το δρόμο του , να έχει πανικοβληθεί ,να  επιστρέψει  τελικά  ,να αφηγείται στα μικρότερα την φοβερή περιπέτεια του και αυτά  να τον ακούνε με ανοιχτό το στόμα ,καθισμένα γύρω του τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
Τα ηχεία του υπολογιστή στη διαπασών  από πάνω μου υπενθυμίζουν:
“Siamo foglie Siamo vento
Siamo sempre  in movimento”

Το χάνω από τα μάτια μου.

Μάλλον είναι καλύτερα έτσι.

Σηκώνομαι από το πάτωμα.

Δεν υπάρχει χρόνος.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Σαν σήμερα το πρωί , πριν από ένα χρόνο , λένε ότι έφυγε ο Κώστας Τζιαντζής.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΔΡΙΝΟΥ



 Έκανα συνήθως την νυχτερινή βάρδια στον νοσοκομείο.
Καθόμουν  ανάμεσα στα κρεβάτια με τα πόδια απλωμένα σε μια καρέκλα.
Με το αριστερό χέρι κρατούσα το χέρι της  Λίτσας και στο δεξί το βραβευμένο μυθιστόρημα του  Ίβο Άντριτς  «Το Γεφύρι του Δρίνου».

Φαίνεται ότι όσο παρέλυε το σώμα της τόσο όλη η  εναπομείνασα δύναμη μεταφερόταν στο  αριστερό της χέρι.

Το χέρι μου μούδιαζε από την πίεση.

Κάποια στιγμή της έδωσα ένα μασούρι γάζες για να ελευθερώσω το χέρι μου.
Το κατάλαβε και τις άφησε.
Της ξανάδωσα το χέρι μου.

Θυμάμαι ένα ταξίδι μας με το αυτοκίνητο .
Περνάγαμε από την Κατάρα  πηγαίνοντας   προς τα Τρίκαλα.

Σε κάθε στροφή του δρόμου μου  έλεγε για τις διασταυρώσεις προς  χωριά που εμείς τα γνωρίζαμε μόνον ως ταμπέλες.

Ένα βράδυ του  ΄47 πέρασαν  το ποτάμι.
Χιόνιζε και το νερό ήταν παγωμένο.
Έδεσαν ένα σχοινί στις δύο όχθες και περνούσαν κρατώντας το.
Στην μέση του ποταμιού βάρυνε η χλαίνη , πάγωσε το σώμα της και έκανε να αφεθεί. Κάποιος από πίσω φώναξε: «Πιάστε το μικρό».
Την έπιασε από τον γιακά κάποιος την ώρα που την έπαιρνε το ποτάμι.

Χορεύανε σε ένα πλάτωμα έξω από το Μέτσοβο ως το πρωί για να μην παγώσουν.

Κάποια φορά της ρίχτηκε ένας λοχαγός του πυροβολικού.
Έβγαλε το πιστόλι από τη μέση και του το κόλλησε στο κούτελο.
Δεν ήθελε σχέσεις αν δεν τελείωνε ο πόλεμος.

Η Λίτσα πέρασε την Πίνδο  με ένα πολυβόλο Μπράουνινγκ στην πλάτη…. Χειμώνα και περπατώντας τις νύχτες.

Παντρεύτηκε τον Πέτρο στην Τασκένδη.

Όταν γύρισαν  αυτή έπιασε δουλειά σε ένα υφαντήριο και ο Πέτρος δούλευε  «μαστορούλι» στην οικοδομή.

Κάποια φορά γινόταν ο γάμος ενός από τα  ανίψια της. Την κάλεσαν στον γάμο που θα γινόταν στην Καρδίτσα αλλά της είπαν ότι δεν είχε θέση στο αυτοκίνητο για τον Πέτρο.

-«Χωρίς τον Πέτρο δεν πάω πουθενά» τους είπε.

Δεν μίλαγε πολύ ούτε το συζήταγε πολύ.

Κάποτε που ήρθε στην Κέρκυρα πήγαμε για έναν καφέ στην πλατεία.
Ψάχναμε για τραπέζι και πέσαμε πάνω σε μια παρέα συνομηλίκους της «συνταξιούχους της αντίστασης».
Ξέρετε… αυτούς τους αντιστασιακούς των κομμάτων  που παρελαύνουν καμαρωτοί.
Καθίσαμε μαζί τους. 
Συστηθήκαμε.
-«Σε ποιος τάγμα πολέμησες συναγωνιστή;» ρώτησε τον διπλανό της η Λίτσα.
-«Εεεε! Πάω να πάρω τσιγάρα και έρχομαι.» απάντησε.
-«‘Εσύ συναγωνιστή που ήσουν;»
-«Στο εφεδρικό του ΕΛΑΣ…. Πάω στην τουαλέτα και έρχομαι».
-«Εσύ συναγωνιστή;».
-«Συγνώμη δεν ακούω καλά…. μου πέσανε οι μπαταρίες από το ακουστικό… πάω μέχρι το σπίτι να βάλω μπαταρίες και έρχομαι».

Μείναμε μόνοι … εγώ η Λίτσα και πεντέξι καπουτσίνοι.

Κοιταχτήκαμε και χαμογελάσαμε.

Ξημέρωνε Πάσχα και δεν αισθανόμουν το αριστερό  μου χέρι μου πλέον.
Κόντευα νε τελειώσω το «γεφύρι του Δρίνου».

Η δύναμη του χεριού της Λίτσας ολοένα και δυνάμωνε.

Δεν άνοιγε τα μάτια της καθόλου.

Οι  ασθενείς του θαλάμου και οι συγγενείς απορούσαν που έβλεπαν κάποιον να προσέχει την πεθερά του.

Δεν συνηθίζεται.

Θα ανέβαζα μια καλύτερη φωτογραφία της Λίτσας  αλλά δεν πάει πουθενά χωρίς τον Πέτρο.


Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ


Καθόμαστε με τον Μιχάλη και κοιτάμε τον απέναντι τοίχο αμίλητοι. 
Φοράμε ματαίως την εργατική μας περιβολή.
Εμφανίζονται ξαφνικά δύο γνωστές  εκδιδόμενες τσιγγάνες.
-«Αν μου δώσεις είκοσι ευρώ κάθομαι να με γαμήσεις.»  Λέει η μια του Μιχάλη.
Την κοιτάει με εκείνο το απερίγραπτο  και κουρασμένο βλέμμα του.
-«Άμα  μου δώσεις είκοσι ευρώ κάθομαι και εγώ να με γαμήσεις.» της απαντάει.

Σηκώνομαι και φεύγω για το σούπερ μάρκετ αμίλητος.

Η Υπάλληλος των φρούτων με γλυκοκοιτάζει. 
Κολακεύομαι. 
Σκέφτομαι «έχω ακόμα πέραση» .
Στο ταμείο ρωτάω   την Ανθούλα που έχω θάρρος μαζί της.
-«Μην τσιμπάς… - μου λέει- …έτσι κοιτάει όσους είναι ντυμένοι με ρούχα της δουλειάς… αν πιάσεις γκόμενο την σήμερον ημέρα που να δουλεύει είναι σαν να έπιασες τον πρώτο λαχνό.»
Φεύγω απογοητευμένος. Στο δρόμο σκέφτομαι «τα χρόνια εκείνα τα παλιά» της μεταπολίτευσης που ήμουν νέος.

Οι  συνομήλικοι συνάδελφοι μου , στο τέλος της ημέρας έπλεναν τα χέρια τους με μεγάλη επιμέλεια. Χρησιμοποιούσαν ειδικές κρέμες και βουρτσάκια για να σβήσουν όλα τα σημάδια της  εργατικής τους καταγωγής. Ήταν η εποχή που ήταν της μόδας να είσαι  υπάλληλος γραφείου , τουλάχιστον.
Δεν συνέβαινε το ίδιο με τους χώρους της αριστεράς. Εδώ ήταν της μόδας να είσαι όσο ποιο εργάτης γινόταν. Ένα μεροκάματο να έκανες σε βαφτίζανε εργάτη. Η αριστερά αποτελούταν κατά βάση από επιστήμονες , διανοούμενους, και φοιτητές που λάτρευαν την εργατική τάξη.

Τότε συγκατοικούσα με έναν  άξεστο χωριάτη που είχε έρθει στην Αθήνα και έγινε εργάτης στο πρώτο μεροκάματο του στην οικοδομή. Καλό παιδί αλλά ανυπόφορος. Τον γούσταραν όλες οι γυναίκες της «διανόησης».  Κάθε μαλακία που ξεστόμιζε γινόταν  «πηγαίο απόφθεγμα προερχόμενο από την σοφία και το ένστικτο της εργατικής τάξης». Είχε μάθει απέξω και δύο τρία «τσιτάτα» από το «κράτος και επανάσταση». Τον ονόμαζαν με δέος «ο Προλετάριος».

Ο «Προλετάριος» σηκωνόταν το πρωί και πριν ανοίξει το μάτι του πήγαινε στην κουζίνα και έτρωγε με μια κουτάλα ρεβίθια που τα είχε μαγειρέψει την προηγούμενη μέρα.
Μου γυρίζανε τα άντερα ανάποδα.
Μια μέρα τον βρήκα στο κρεβάτι καθιστό να κόβει τα νύχια του. Δίπλα στο κρεβάτι βλέπω ένα «πατάκι» , ένα μικρό μεταλλικό τρίποδο που χρησιμοποιούν οι κιθαρίστες της κλασικής κιθάρας για να βάζουν το πόδι τους.
-«Μαθαίνεις κιθάρα;» ερωτώ.
-«Τι λες τώρα;» Με ρωτάει απορημένος.
-«Αυτό τότε τι το θέλεις;»
-«Ααα! …. Δεν ξέρω τι είναι… το βρήκα εδώ απέξω…  στα σκουπίδια και το πήρα για να δένω τα κορδόνια μου.
    
Τότε γνώρισα μια του «οικονομικού της νομικής». Είχε χωρίσει πρόσφατα και έψαχνε να καλύψει το κενό. Ήθελε κάτι εργατικό, γρέτζο και πριμιτίβο,   για να ξεχάσει τον  «επιστήμονα».
Αγόρασα, αφελώς,  δύο εισιτήρια για την λυρική σκηνή το σαββατόβραδο.
Γούρλωσε τα μάτια. «Αυτά είναι αστική τέχνη.» μου είπε.

Ανέλαβε να με φέρει σε επαφή με τον «εργατικό πολιτισμό».
Βρέθηκα,  ξαφνικά σε ένα καταγώγιο στον Ταύρο, να ρουφάω σαλιγκάρια με σάλτσα ανάμεσα σε ιμιτασιόν βαρέλια και απέναντι ένας μανιοκαταθλιπτικός γέρος να κοπανάει ένα ξεκούρδιστο μπουζούκι και να έχει μείνει έκθαμβη η διανόηση.

Αργά με πήγε στο σπίτι της. 
Έφυγα,  με γδαρμένη την πλάτη  αλειμμένη με μπεταντίν ,   ξημερώματα…  «να μην μας σχολιάσει η γειτονιά».
Έφτασα στο σπίτι . Ο προλετάριος κοιμόταν ανάσκελα με ανοιχτό το στόμα . Κάποιο όνειρο έβλεπε και του είχε  «σηκωθεί» κάτω από το σεντόνι.

Ξάπλωσα μπρούμυτα.

Τι τραβάμε και εμείς οι πριμιτίβοι !

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΒΟΥΗ



Υπάρχει μια τοποθεσία στο χωριό μου που λέγεται « Γιατρικιά βρύση» .
Είναι μια πηγή δίπλα στο ποτάμι, σε μια πολύ άγρια και άγνωστη στους πολλούς , περιοχή του νησιού.
Το νερό αναβλύζει  στην όχθη.  Τα παλιά χρόνια πήγαιναν από διάφορα μέρη της Κέρκυρας και έπαιρναν νερό από κείνη την πηγή γιατί έκανε καλό στο στομάχι.
Φαίνεται ότι στην υπόγεια διαδρομή του το νερό συμπαρασύρει διάφορα συστατικά τα οποία λειτουργούν θεραπευτικά στο έλκος και σε άλλες ασθένειες.

Εκεί στην όχθη του ποταμιού η οικογένειά μου είναι κάτοχος ενός κτήματος.
Πριν από λίγες μέρες υπέγραψα και ενώπιων του συμβολαιογράφου την αποδοχή  της κληρονομιάς του εν λόγω κτήματος.

Το επισκέπτομαι τακτικά τις Κυριακές . Μου αρέσει ο περίπατος στην συγκεκριμένη διαδρομή.
 Ο δήμος έχει χαράξει και ένα περιπατητικό  μονοπάτι που ξεκινάει από το Ρικίνι , περνάει από την Γιατρικιά βρύση και ανεβαίνει στο Σωκράκι.

Περνάω από τον «Ορθόλιθο» . Κοιτάω τον κατακόρυφο βράχο με τα άγρια πουλιά και σκέφτομαι ματαίως  έναν τρόπο για να ανεβώ και να κλέψω το μέλι από τις μέλισσες που εδώ και  πολλά χρόνια  συγκεντρώνουν στην κορυφή του.

Εκατό μέτρα ποιο πέρα είναι η  «Γιατρικιά  βρύση».
Σκύβω και πίνω νεράκι .

Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός που η Νόνα μου η Βανθία με έπαιρνε μαζί της στο ποτάμι τα καλοκαίρια.  
Κουβάλαγε μερικές μεγάλες πέτρες  και τις έβαζε περιμετρικά κόντρα στη ροή του ποταμιού. Σχημάτιζε έτσι μια μικρή πισίνα .Με έβαζε μέσα να πλατσουρίζω  με ασφάλεια ενώ αυτή έκανε τις δουλειές της στον μαγικό μας κήπο.

 Έβγαζε πεπόνια , καρπούζια , καλαμπόκια, ντομάτες, φασολάκια και  όλα τα καλά.

Μια μέρα θυμάμαι την είδα να τρέχει καταπάνω μου έντρομη. Με άρπαξε από τις μασχάλες , με έβγαλε από  τα ήσυχα νερά της μικρής μου ιδιόκτητης πισίνας και άρχισε να τρέχει προς τα επάνω κρατώντας με αγκαλιά.

Φώναζε στους γειτόνους  «τρέξτε θα κατεβάσει το ποτάμι».

Χωρίς να το σκεφτούν οι  γείτονες παράτησαν τις δουλειές τους και έτρεχαν και αυτοί στον ανήφορο.

Είχαν εμπιστοσύνη στη Βανθία. Ήταν από κείνους που ήξεραν  να διαβάζουν  «τα σημάδια».

Όπως λέει  ο Καβάφης :
 «Η Μυστική  βοή  τους έρχεται
των πλησιαζόντων γεγονότων
και την προσέχουν ευλαβείς»

Μέσα σε ένα λεπτό το ήσυχο ποταμάκι μετατρεπόταν σε κόλαση.
Ορμητικά νερά που συμπαρέσυραν κορμούς δένδρων και νεκρά ζώα.
Λίγα δευτερόλεπτα να αργούσαμε θα είμαστε νεκροί.

Η Νόνα μου η Βανθία δεν εφησύχαζε όταν ο καιρός ήταν καλός και ο ήλιος έλαμπε.
Ένοιωθε  επάνω  στο δέρμα της το κακό να έρχεται.  Δεν κοίταγε προς τον Πουνέντε.  Από εκεί δεν υπήρχε κίνδυνος.
Κοίταγε προς το όρος.
Αν είχε μαύρα και χαμηλά σύννεφα στο Σωκράκι,  ήξερε . Το ποτάμι θα κατέβαζε και ας φαινόταν όλα ήσυχα.

Η νόνα μου η Βανθία ήξερε να διαβάζει «τα σημάδια των πλησιαζόντων γεγονότων».

Αυτά σκεφτόμουν σήμερα διαβάζοντας στο «ΠΡΙΝ» τα γραφόμενα του  Θανάση Σκαμνάκη  για τις «μυστικές βουές» που ακούει.

Υπάρχουν άνθρωποι που τις ακούν στο δέρμα τους  και τις ερμηνεύουν με την πανάρχαια γνώση.

Να τους εμπιστεύεστε.
   
Αμφιβάλουν .

Αλλά έτσι  γίνεται πάντα .

Η Σιγουριά είναι τυλιγμένη στα σύννεφα της αμφιβολίας.

Η Ανοησία προχωράει μόνη της.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

ANTISA CHVICHAVA



Αν ρωτήσεις έναν  έφηβο στο δρόμο  «που είναι  το τάδε μαγαζί?» :
θα σου απαντήσει  «Δίπλα στο  Base».
Αν  κάνεις την ίδια ερώτηση σε έναν μεσήλικα θα σου απαντήσει: 
«Απέναντί από του Μαρινόπουλου».
Άμα κάνεις την ίδια ερώτηση σε έναν γέρο θα σου απαντήσει : « Κοντά στον  Άγιαντώνη».

Όταν   εύχεται ένας γέρος  λέει: «Προπάντων υγεία»
Όταν  εύχεται ένας  μεσήλικας λέει :»Καλές δουλειές»
Όταν εύχεται ένας νέος  λέει : «Καλά μουνιά στο πούτσο σου».

Για τον γέρο,  στους 23 βαθμούς, «μας έκοψε το κρύο».
Για τον μεσήλικα στους  15 βαθμούς «κάνει ψύχρα».
Για  τον νέο «Έχει δροσίσει» στους 5 βαθμούς .

Για τον γέρο «άγρια χαράματα» είναι στις τέσσερις.
Για τον μεσήλικα  είναι στις οκτώ.
Για τον νέο είναι στις μία το μεσημέρι.
Έτσι γινόταν σχεδόν πάντα  με το χάσμα των γενεών.
Λέω «σχεδόν πάντα» διότι υπάρχουν και εξαιρέσεις που δεν υπέκυψαν ποτέ σε αυτούς τους  άκαμπτους νόμους.

Πέθανε  η  Αντίσα  Κβίτσαβα σε ηλικία 132 ετών.

Ετοιμάζω τα πράγματά μου να πάω στην Γεωργία για την κηδεία.
Όταν βυθίστηκε  ο Τιτανικός ήταν  29 χρονών.
Όταν  έγινε η Ρώσικη επανάσταση ήταν  32 χρονών (Το έμαθε έξι μήνες αργότερα που πήγε ο ταχυδρόμος στο χωριό της).
Συνελήφθη από το Σταλινικό καθεστώς  διότι  συνέχισε να ανάβει το καντήλι  στο εκκλησάκι του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ.
 Στην κατοχή της βρέθηκε και κατασχέθηκε μικροποσότητα λουμινίων.
Παντρεύτηκε τον τρίτο άντρα της (και 28ο  «μόνιμο» γκόμενο) την ημέρα του θανάτου της  Janis Joplin.
Της επιστρέφουν τα λουμίνια  επί Γκορμπατσώφ σε σεμνή τελετή στην πλατεία του χωριού.
Την διαγράφουν από το κόμμα το «βρώμικο ’89».
Το 2000 ανακηρύσσεται αναπληρωτής γραμματέας της παράνομης επαναστατικής  αίρεσης  «Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» (στην οποία ανήκω και εγώ ).
Παράλληλα «δουλεύει» ως  «εισοδίστρια» της  αίρεσής μας στους Anonymous.
Ως  χάκερ  των «Anonymous» πραγματοποιεί δεκάδες επιθέσεις στον κυβερνοχώρο.
Τελευταία συμμετείχε στην επίθεση εναντίων Ελληνικών  κυβερνητικών σελίδων  κατά την επίσκεψη της Μέρκελ.
Πριν πεθάνει «Κατέβασε»  την προσωπική σελίδα της Μέρκελ  και ανέβασε  στη θέση την φράση  «Πουτάνα αν σε πετύχω στον άλλο κόσμο θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα –τρίχα.»

Μου άφησε,  στην διαθήκη της,  τον κωδικό της προσωπικής της σελίδας στο Facebook.

Φεύγω θα χάσω το αεροπλάνο.

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

«Ο ΚΑΒΟΥΡΑΣ»



Γνώρισα πριν από χρόνια έναν Αλβανό που δούλευε σε ένα ξενοδοχείο της Κέρκυρας . Καθάριζε την πισίνα και όπως τον έβλεπαν οι καμαριέρες από ψηλά να μαζεύει τα φύλλα  στα τέσσερα τον ονόμασαν «κάβουρα».
Με τον «Κάβουρα» γίναμε φίλοι. Με κάλεσε μάλιστα στο σπιτικό του ένα βράδυ. Με κέρασε τσίπουρο  με ωραιότατα μεζεδάκια. 
Μου μίλαγε για το καθεστώς του Εμβέρ Χότζα . Ήταν έξυπνος και διαβασμένος . Μου έλεγε τα υπέρ και τα κατά.
Φεύγοντας αργά  μου είπε  να καταθέσω όσα λεφτά έχω σε μια τράπεζα  της Αλβανίας. Έδιναν-λέει- επιτόκιο  δέκα τοις εκατό το μήνα.
Του είπα ότι αυτό είναι αδύνατο.
 «Είναι σαν να σας πληρώνουν για να κάθεστε. Πάρε τα λεφτά σου πίσω  όσο είναι καιρός …θα τα χάσεις»  
Τον είδα σκεπτικό αλλά δεν τον έπεισα.
Μετά από λίγο καιρό  οι «Πυραμίδες» έφαγαν τα λεφτά των μεταναστών μέσα σε ένα βράδυ.
Οι απελπισμένοι Αλβανοί  λεηλάτησαν τις αποθήκες του στρατού , οπλίστηκαν και  κατέλυσαν το κράτος.
Εκείνες τις μέρες αποφάσισα να πάω στην Αλβανία  να κάνω ένα ρεπορτάζ για μια εφημερίδα.
Βρέθηκα στους Άγιους Σαράντα με ένα σαπιοκάικο και με ένα σακίδιο στην πλάτη.
Ριπές από παντού , μολυβένιος ουρανός , μολυβένια σπίτια και μολυβένια πρόσωπα.
Νόμιζα ότι θα είμαι μόνος. Με περίμεναν  στο λιμάνι με φρουρά, αυτοκίνητα  και διερμηνέα.
Είχε γίνει παρεξήγηση. Τους πήρε τηλέφωνο κάποιος  φίλος από την ΕΡΑ ,τους  είπε ότι θα ερχόμουν και νόμιζαν ότι ήμουν δημοσιογράφος της ΕΡΑ.
Μου μίλαγε ο αρχηγός της επιτροπής και από πέρα  ακουγόταν εκρήξεις  χειροβομβίδων. κάποιοι «ψάρευαν» στην παραλία.
Μου ζήταγε ελεημοσύνη ένα παιδάκι χωρίς χέρι.
Ακρωτηριάστηκε από χειροβομβίδα ενώ ψάρευε.
Μαύρισε η ψυχή μου.
Σταματήσαμε στο χωριό ενός από τους φρουρούς να  δει τη μάνα του και να φάμε.
Η Γριά καθόταν στο κρεβάτι.
Τράβηξε ένα κιβώτιο με χειροβομβίδες κάτω από το κρεβάτι για να καθίσω.
Μου άνοιξε την μοναδική κονσέρβα που είχε.  Σαρδέλες «Τράτα» και ένα κουτάκι πορτοκαλάδα «Φάντα».
Για τους υπόλοιπους δεν υπήρχε τίποτα.
Πεινούσα αλλά έφαγα με το ζόρι.
Αισθανόμουν πολύ άσχημα.
Υπήρχε ρεύμα αλλά όταν βράδιαζε οι δρόμοι ήταν θεοσκότεινοι.
Πυροβολούσαν τις λάμπες του δημοτικού φωτισμού χωρίς λόγο.
Φοβόμουν για την ζωή μου αλλά ποιο πολύ φοβόμουν μην χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε τα όπλα εναντίων απελπισμένων ανθρώπων . Αυτό δεν θα το άντεχα.
Είναι άλλο να έχεις έναν εχθρό και έναν σκοπό και άλλο να έχεις απέναντί σου μόνο την απελπισία.
Δεν είναι εδώ ο τόπος κατάλληλος για περισσότερες κουβέντες.
Στο σαπιοκάραβο της επιστροφής είχαμε μαζί μας και έναν τραυματία.
Ήταν γύρω στα σαράντα. Ξαπλωμένος δίπλα μου στον ξύλινο πάγκο. Φορούσε μια βρώμικη και φθαρμένη πυτζάμα νοσοκομείου.
 Η κοιλιά του ήταν δεμένη με ματωμένους επιδέσμους.
Θα τον έπαιρνε το ασθενοφόρο από το λιμάνι της Κέρκυρας για το νοσοκομείο.
Προσπαθούσα να αποφύγω το βλέμμα του.
Είχε κύμα και γύρω ξερνοβόλαγαν στο πάτωμα.

Είναι άλλο να έχεις έναν εχθρό και έναν σκοπό και άλλο να έχεις απέναντί σου μόνο την απελπισία.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΝΤΕΝΙΣΟΒΙΤΣ


Πρωί -πρωί μου έρχεται  ο μάρτυρας του Ιεχωβά που με έχει «αναλάβει».

Μόλις  έχω αγγίξει στα χείλη μου το φλιτζάνι του ζεστού καφέ για την πρώτη, ιερή γουλιά.

Μου έφερε για μια ακόμα φορά το περιοδικό «Ξύπνα».

 Έχει αφιέρωμα στην συντέλεια του κόσμου.

-«Το διάβασες το προηγούμενο»  με ρωτάει.

-«Εκείνο με το αφιέρωμα στην διαφθορά; ….το διάβασα αλλά δεν είδα βελτίωση».

-«Τι θέλεις να  πεις ;» ρωτάει.

-«Διαβάζω το «Ξύπνα»  το βράδυ και το πρωί δεν σηκώνομαι με τίποτα αγαπητέ μου … πες του εκδότη σου  , μαζί με το περιοδικό να βάλει σε σελοφάν και ένα ξυπνητήρι , καλού κακού.»

Ματαίως  περιμένω να χαμογελάσει.
   
Ξέρετε….  οι  φανατικοί έχουν  δύο κοινά γνωρίσματα . Δεν καταλαβαίνουν από χιούμορ και  επίσης  πιστεύουν ότι  είναι κάτοχοι μιας αναμφισβήτητης και απόλυτης αλήθειας την οποία έχουν υποχρέωση να την μεταδώσουν στους  «κοιμισμένους».

Στη δεύτερη γουλιά του πρωινού μου καφέ εμφανίζεται  ένας γείτονας απολυμένος από κατάστημα πωλήσεων γνωστής πολυεθνικής.

Δούλευε ως προϊστάμενος.

Ως γνωστόν για να είσαι προϊστάμενος χρειάζονται δύο προϋποθέσεις. Πρώτον να είσαι δικός τους άνθρωπος και δεύτερον να μην είσαι μαλάκας.

Ο Γείτονας πληρούσε μόνον την πρώτη προϋπόθεση.

Τώρα  λέει ότι «διαφώνησαν στην στρατηγική της επιχείρησης και παραιτήθηκε».

Ψήφισε και «χρυσή αυγή».

Είναι αξιολύπητος.

Του ρίχνω μερικά πρωινά καντήλια .

Φεύγει ταπεινωμένος και επιχειρώ την τρίτη γουλιά ενός καφέ που από την πτώση της θερμοκρασίας του,  καταλαβαίνεις ότι αρχίζει να δυσανασχετεί.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ένας πρώην αντινομάρχης του νομού Κερκύρας , Παξών και διαποντίων Νήσων.

Λένε πολλοί ότι επωφελήθηκε από την θητεία του ως Πασόκος και αντινομάρχης.

Δεν θέλω να το πιστέψω.

Τον συμπάθησα γιατί μας έκανε να ξεκαρδιστούμε, ως οικογένεια,  με τα καμώματά του και εμείς κάτι τέτοια δεν τα ξεχνάμε.

Εμφανίζονταν στον Corfu Chanel με πορτοκαλί σακάκι, πράσινο προς βεραμάν πουκάμισο και κίτρινη γραβάτα με στάμπα του Τουίτι στη μέση.

Έλεγε, με ύφος σοβαρόν,  στον δημοσιογράφο: 
«Επιτέλους κύριε  Ζηνιάτη!!  Ας μιλήσουμε σοβαρά για τα προβλήματα της Κέρκυρας!».
«Ναι κύριε Αντινομάρχα , αλλά στην συνεδρίαση του Νομαρχιακού είχατε πει …….»
«Τα είπα …εν τη ερήμην  του  λόγου μου κύριε Ζηνιάτη» απαντούσε.

Μου τραβάει ένα λόγο (μιάμιση ώρα)  για τα «κακώς κείμενα» διανθισμένο με εκτενή αποσπάσματα από ομιλίες του στα Νομαρχιακά Συμβούλια που τα θυμάται αυτολεξεί.

Ο Καφές πλέον έχει γίνει Ελληνικός φρέντο.

Φεύγει χωρίς να περιμένει απάντηση.

Αμέσως εμφανίζεται ένας ηλικιωμένος του ΚΚΕ.

Μόλις ήρθε από την λαϊκή με τα ψώνια στα χέρια.

Ακουμπάει τα λαχανικά και μου λέει με ύφος εμπιστευτικό ότι  τους εργαζόμενους των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά τους καθοδηγεί το Κόμμα.

Επιστρατεύω όση γλυκύτητα μου έχει απομείνει και του λέω ότι είναι απλώς απλήρωτοι εξίμιση μήνες που αγανάκτησαν.

Με λούζει με διάφορα επίθετα .

Ξεχωρίζω το «Λικβινταριστής».

Με είχαν χαρακτηρίσει έτσι  μια φορά όταν ήμουν νέος.

Νόμιζα ότι πρόκειται για κάποια ασθένεια που συνοδεύεται από ψηλό πυρετό, σπασμούς και εξανθήματα.

Ήταν τότε που έβλεπα εφιάλτες με πυώδη σπυράκια στο κούτελό μου και αλειβόμουνα το πρωί με «Μπεταντίν».

Μεσημέριασε.

Ρίχνω τον καφέ και γυρνάω στο σπίτι εξουθενωμένος.