Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Ο Κήπος της Ευτυχίας

Η Ευτυχία Ρωμανού παντρεύτηκε 20 χρονώ έναν νέο τραπεζικό υπάλληλο.
Ο Τραπεζικός υπάλληλος μιλούσε ελάχιστα , έβλεπε ακόμα λιγότερο και δεν άκουγε σχεδόν καθόλου.

Κάτω από  άλλες συνθήκες  θα έπρεπε να παίρνει αναπηρική σύνταξη αλλά τα χρόνια εκείνα (όπως και τα σημερινά άλλωστε) άμα δεν μιλάς , δεν βλέπεις και δεν ακούς  ανεβαίνεις ιεραρχικώς πολύ γρήγορα.

Ο Τραπεζικός υπάλληλος  αγόρασε μια δίχρονη Ζάξ πεντάρα όταν το ποδήλατο ήταν ακόμα πολυτέλεια.

Κάθε σαββατοκύριακο του καλοκαιριού η Κυρία Ευτυχία ετοίμαζε γεμιστά με κιμά και  κεφτεδάκια φορτώνανε την Ζάξ και φεύγανε.

Η Ζάξ με την καμπούλα που έβγανε, πρέπει να ήταν ορατή και από το διάστημα (μαζί με το Σινικό τείχος). 

Η Ευτυχία γύρισε όλη την Κέρκυρα με το μηχανάκι και  έχει να το λέει.
«Μέχρι την Κουλούρα με έφτακε ο Πίπης μου»

Μόλις ο Τραπεζικός υπάλληλος ανέβηκε μερικά σκαλιά της ιεραρχίας φύγανε από το Καμπιέλο και πήρε με δάνειο ένα ισόγειο διαμέρισμα στο Σαρόκο με ακάλυπτο από πίσω.

Ο ακάλυπτος ήταν κοινόχρηστος και εξ αδιαιρέτου αλλά η κυρία Ευτυχία τον θεωρούσε πάντα δικό της και κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει με κοτζάμ «Τραπεζικό». πόσο μάλλον με την Ευτυχία.

Κάνανε όλοι τα στραβά μάτια, τα χρόνια περνούσαν και ο ακάλυπτος έγινε «ο κήπος της Ευτυχίας».

Στην αρχή ο κήπος χρησίμευε μόνο για άπλωμα.
Μετά μπήκαν και δυο καρέκλες με ένα τραπεζάκι και ομπρέλα.
Προς την δύσιν γιόμησε λουλούδια και φυτά παντός τύπου.

Στην αρχή η Ευτυχία ήταν όλο Ζαξ χαρές και αθώα ψιλοτσιλιμπουρδίσματα.
Μετά ήρθε η σοβαρότης.
Προς την Δύσιν την ενοχλούσαν οι «Μούλοι του Λυκείου» που φιλιώντουσαν και τα μηχανάκια που περνάγανε από τον κήπο «της».

Στην αρχή οι Γιοί της Ευτυχίας  προοριζόταν για επιστήμονες.
Αργότερα εξαφανίστηκαν «για σπουδές».
Προς την δύσιν οι κακές οι γλάσσες λένε ότι ο ένας «εγίνηκε καλόγερος στο Αγιονόρος» και ο άλλος παντρεύτηκε μια ξεβράκωτη αγγλίδα που τηνε βρήκε στη Μυρτιώτησσα και ζει άνεργος στην Αγγλία.

Στην αρχή η Ευτυχία ήταν «ο Πίπης μου και ο Πίπης μου».
Μετά  έγινε «ο Σπύρος»
Προς την δύσιν τον αρχίνησε στις χριστοπαναγίες.

Κάποια στιγμή, εντελώς ξαφνικά,  ήρθε η «κατάρρευση του Πίπη».

Έτσι συμβαίνει συνήθως. Πρώτα καταρρέουν οι Πίπιδες και μετά οι Ευτυχίες.

Στην «μετά Σπύρο»  εποχή  κατά ένα ανεξήγητο τρόπο επιστρέφουμε στο «Ο Πίπης μου και ο Πίπης μου».

Τα χρόνια της μοναξιάς της Ευτυχίας ήρθαν μαζί με την οικονομική κρίση και η οικονομική κρίση έσερνε μαζί της και πολλές άλλες αρρώστιες.

Τίποτε δεν άρεσε της Ευτυχίας.
Άμα  είχε ήλιο «μας έκαψε»
Άμα έβρεχε «μας έπνιξε»
Άμα έκανε κρύο «μας θέρισε»

Τότε ήταν που η Ευτυχία ξεκίνησε τα έργα οχυρώσεων.

Ήθελε κλειδαριές , καδινάτσους, σιδεριές και πάνω απ όλα καινούργιο σιδερένιο φράχτη από ψηλά μασίφ σίδερα.
Φοβόταν «τσου αρβανούς», «τσου Γύφτους» «τσου βιαστές»,  «τσου λογιστές» και  προπάντων «τσου φυσιοθεραπευτές».

Οι πάντες ήταν ύποπτοι.

Η Ευτυχία κλείστηκε στο οχυρό της.
Μισή καλημέρα και αυτή πίσω από τα κάγκελα.

Πίστευε δε ότι εκεί μέσα ήταν η ελευθερία και απέξω η φυλακή.

Έτρεμε το Σαββατοκύριακο.

Αυτή που περίμενε τον Πίπη της πως και πώς να «ασκολάσει» για να πάνε εκδρομή τώρα έτρεμε μην φύγουν οι γειτόνοι και μείνει μόνη της στην πολυκατοικία.

Ενώ η κατάρρευση Πίπη προήλθε από χέσιμο, η μοιραία κατάρρευση της Ευτυχίας αρχίνησε από πέσιμο.

Τρείς γιατροί και δυό νοσοκόμες επιστρατεύτηκαν για να ξανα βιδώσουν το «Ισχύο» της Ευτυχίας.

Ένας κηπουρός  ανέλαβε την φροντίδα του κήπου και ένας φυσιοθεραπευτής ανέλαβε να επιβραδύνει την οριστική κατάρρευση της Ευτυχίας.
Ο Μηχανικός απεφάνθη ότι η Ζάξ είναι άχρηστη «κολήσανε τα εμβολοχυτώνια».
Ο Λογιστής ανέλαβε να καταθέσει τις πινακίδες και μια  οικογένεια «γύφτων» με αμέτρητα κουτσούβελα  και με γκαστρωμένη την κόρη, τη μάνα και τη γιαγιά ανέλαβε να  κουβαλήσει την Ζάξ για παλιοσίδερα.

Στην συνέλευση της πολυκατοικίας όλοι εξέφρασαν την λύπη τους για το «ισχύο» της Ευτυχίας ενώ οι πιο έμπειροι κατέληξαν και σε αντιφατικά πορίσματα ικανά να προκαλέσουν σύρραξη.


Οι τολμηρότεροι οραματιστές της Πολυκατοικίας της πλατείας Σαρόκου προφήτευσαν  μια νέα εποχή που ο κήπος της Ευτυχίας θα γίνει ξανά εξ αδιαιρέτου.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Ο Φριτόλος



Γνώρισα τον Μένιο δέκα μέρες πριν πεθάνει.

Ήταν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι του θαλάμου της χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου Κέρκυρας ανάσκελα ακίνητος και με ανοιχτό το στόμα.

Μερικές φορές που ξυπνούσε βόγκαγε και έλεγε δυνατά:

«Μάνα πεθαίνω!»

Πάγωνε όλος ο θάλαμος.

Τα απομνημονεύματα του Μένιου ανέλαβα να τα εκδώσω εγώ.

Μου τα εμπιστεύτηκε το βράδυ της εβδόμης Ιανουαρίου  του 2017.

Αρχίνισε να μου μιλάει με κόπο και με διακοπές  στις 11 το βράδυ και τελείωσε στις εφτά το πρωί.

Ο Μένιος γεννήθηκε κατά λάθος.

Η Μάνα του είπε: «Του πατέρα σου του ξαγλίστρησε» και έβαλε τα γέλια.

Ο Κατά λάθος γεννηθείς Μένιος εστάλθει να σπουδάσει  στο «Οικοτροφείον Κέρκυρας». Το λέγανε και «ορφανοτροφείο» ενώ παλιότερα το λέγανε «Πρεβαντόριο» .

Σήμερα το λένε «Το χαμόγελο του παιδιού» η κάπως έτσι .

Ο Πατέρας του Μένιου  ήταν δεξιός ψαράς και κομματάρχης   ολόκληρου του χωριού.

Τα χρόνια εκείνα ένας δεξιός κομματάρχης (που του ξαγλίστρησε) μπορούσε να στείλει το παιδί «στο οικοτροφείο στη χώρα να μάθει γράμματα».

Ο Μένιος  έβγαλε το οικοτροφείο «δια πυρός και σιδήρου».

Το να βγάλεις το οικοτροφείο Κέρκυρας τότε ζωντανός ήτανε απείρως πιο δύσκολο από το βγεις ζωντανός από το Μπέργκεν Μπέλσεν.

Ο Μένιος τέλειωσε τις σπουδές του με καμιά τριανταριά ράμματα στο κεφάλι.

Αμέσως μετά την αποφοίτηση ο Πατέρας του τον έστειλε για δουλειά σε έναν τηγανιστή ψαριών στην Πιάτσα που ήτανε του κόμματος.

Ο Μένιος έγινε «Φριτόλος»  ξακουστός και το ψευδώνυμο αυτό τον συνόδευσε όλη του τη ζωή.

Στην αρχή κοιμότανε σε μια αποθηκούλα πάνω σε σακιά.

Αργότερα  του βρήκε δωμάτιο ο Πατέρας του στην  Γαρίτσα.

Στο χωριό πάντως δεν ξαναγύρισε.

Κάθε πρωί τα ξημερώματα πήγαινε στο μαγαζί έπαιρνε την καρέτα  και κατέβαινε στα καΐκια.

Φόρτωνε μαζί με το αφεντικό τις κασέλες με τα ψάρια και ανέβαινε τον ανήφορο του Άγιαντωνιού.

Αν μου πεις εμένα να ανεβάσω την καρέτα φορτωμένη με ψάρια στην πιάτσα,  κάπου στον Άγιο Φραγκίσκο θα αφήκω την αποξυλή μου.

Ο Μένιος κουβάλαγε ψάρια , καθάριζε ψάρια, τηγάνιζε ψάρια, πουλούσε ψάρια , έκανε ντελίβερι και  έτρωγε και ξύλο καθημερινώς για να μην ξεσυνηθίσει.

Το χόμπυ του ήτανε να «μαζώνει χαρτιά» . 
Έβρισκε παλιά βιβλία και περιοδικά και τα αποθήκευε στο δωμάτιο του.
Έφτιαξε και «σκατζιές ογδοήντα πόντους από το πάτωμα  γιατί το δωμάτιο πλημύριζε όταν  έβρεχε πολύ».

Όταν  γύρισε από φαντάρος νοίκιασε ένα καλύβι έξω από την πόλη μαζί με ένα μικρό κήπο και το έκαμε «ψαροταβέρνα».

Στάθηκε στα πόδια του,  παντρεύτηκε και έκαμε δύο παιδιά.

Ο Φριτόλος σε ηλικία εικοσιπέντε χρονώ έθρεφε οικογένεια τηγανίζοντας μπραγάνια και μαρίδες  σε ένα καλύβι και τα σέρβιρε μόνος του στον κήπο κάτω από την απεργουλιά.

Δυό τρείς φορές πήγε στο χωριό του. 
Τη μία για να δει τη μάνα του που ήταν άρρωστη. 
Την άλλη στην κηδεία του πατέρα του και την Τρίτη όταν πέθανε η μάνα του.

Σε ηλικία πενήντα χρονώ     έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Ήθη και έθιμα της παλιάς Κέρκυρας». 
Είχε μαζεμένο υλικό από μικρός όταν έμενε στην Γαρίτσα.

Το βιβλίο εξέδωσε σε εκατό αντίτυπα ένας φίλος του τυπογράφος και τα μοίρασε δωρεάν  σε φίλους και γνωστούς. 

Βλέπεις καμιά φορά κάτι μαντραχαλους με κοντά παντελόνια και τρίχες στα πόδια να κάνουν σκειτμπορντ έξω από το Σαν Τζιάκομο  και δεν ξέρεις με ποιόν να κλάψεις . Με τον Μένιο που ανέβαινε με την καρέτα τον ανήφορο στον Αγιαντώνη  η με αυτούς.

Ο Μένιος εξήχθη από το νοσοκομείο και μερικές μέρες μετά πέθανε.

Καθώς πέρναγα από την πιάτσα είδα την αφισέτα.

«Το πολυαγαπημένο μας πατέρα κλπ κλπ
Μένιο Πανδή (Φριτόλο)

Θανόντα χθες κηδεύομεν αύριον.»