Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2019

Έξι – Δύο, Δύο – Δέκα , Δέκα - έξι



Κοιμάμαι δέκα ώρες το εικοσιτετράωρο.

Πέφτω για ύπνο στις έντεκα και ξυπνάω στις εφτάμισι . Σύν μία ώρα (τολάχιστο)  το μεσημέρι , φτάνω τις δέκα ώρες.

Όσο κοιμάμαι αφήνω στο ποδάρι μου τον φίλο μου το Μήτσο.

Αυτός κοιμάται τρείς ώρες το εικοσιτετράωρο (όταν είναι ξεθεωμένος).

Η μεγάλη μας διαφορά με τον Μήτσο είναι ότι αυτός μπορούσε πάντα να κοιμάται όσες ώρες ήθελε σε πουπουλένια στρώματα  ενώ εγώ λαγοκοιμόμουνα πάντα σε ένα κάθισμα λεωφορείου από τις πέντε μέχρι τις  έξι τα ξημερώματα.

Για το Μήτσο, όμως,  και την πολυτάραχη ζωή του,  θα γράψω σε κάποιο μελλοντικό μου αφήγημα, αν δεν με πατήσει κανένα αυτοκίνητο.

Συνεχίζω λοιπόν στο θέμα μου.

Η βάρδια «έξι – Δύο» των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά θεωρούταν καλή διότι ξεμπέρδευες σχετικά γρήγορα.

Το μεγάλο πρόβλημα ήταν το ξεκίνημα.

Ξυπνούσα στις τέσσερισίμισι  τα άγρια χαράματα.

Σε μισή ώρα έπρεπε να: Πλυθώ, να πλύνω τα δόντια μου, να πιώ καφέ , να ντυθώ, να πάρω και το φαί μου  να διασχίσω μια απόσταση δύο χιλιομέτρων με τα πόδια και να βρίσκομαι στην στάση της λεωφόρου Συγγρού.

Περπατούσα σαν υπνοβάτης.
Έπαιρνα τις στροφές στις γωνίες των δρόμων χωρίς να ανοίξω τα μάτια μου.
Μαζί μου είχα και ένα τενεκεδένιο  στρογγυλό τάπερ με το φαγητό μου.

Στην στάση συναντούσα μέσα στα σκοτάδια ένα τραβεστί ντυμένο με ένα κατάλευκο διαφανές αραχνοΰφαντο νυφικό που από μέσα φορούσε  άσπρο καλτσόν με ζαρντιέρες . 
Οι παλιοί έλεγαν ότι παλιά δούλευε ελασματουργός στα Ναυπηγεία Ελευσίνας.

Στις πέντε ακριβώς ερχόταν η «Νταλίκα».
Η «Νταλίκα» ήταν ένα κίτρινο  βαγόνι που το έσερνε ένας τράκτορας.

Η κατάσταση ήταν αφόρητη. Κοιμισμένοι, αξούριστοι κακοντυμένοι προλετάριοι  σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα από καπνούς,  βρωμερές ανάσες και πρωινές κλανιές.

Εάν έκανες το λάθος ,λόγω απειρίας,  μπαίνοντας να τους ξυπνήσεις φωνάζοντας  «καλημέρα παιδιά»,  κινδύνευες να φας ξύλο.

Έξι παρά τέταρτο είμαστε στα Ναυπηγεία .
Στην ουρά να χτυπήσουμε κάρτα. Να πάμε στα αποδυτήρια να αλλάξουμε ρούχα και να βρεθούμε στο πόστο μας ακριβώς στις έξι.
Το καλό ήταν ότι  όταν έβρισκα ευκαιρία  κοιμόμουνα όσο μπορούσα μέσα σε ένα ντεπόζιτο .
Το Ντεπόζιτο ήταν μεγέθους μεγάλου δωματίου.
Έμπαινα από την θυρίδα στο νταβάνι μαζί με ένα φύλλο φελιζόλ και έπεφτα για ύπνο στο πάτωμα.

Με ξύπναγε ο εργοδηγός με μια βαριοπούλα.
Χτυπούσε απέξω  τον λαμαρινένιο τοίχο του ντεπόζιτου και γινόταν χαλασμός.
Κουδούνιζε το σύμπαν.
Ο Ήχος δεν έμπαινε από τα αυτιά σου. Έμπαινε από κάθε πόρο του δέρματος σου.

Ξύπναγες σε κατάσταση σόκ.

Έτσι συμπάθησα και διάφορους λογοτέχνες όπως τον Μπουκόφσι και τον Νίκο Καββαδία . Όχι τόσο  γιατί ήταν αναγνωρισμένοι διεθνώς όσο γιατί είχαμε κοινά βιώματα .

Όταν , λόγου χάριν, έλεγε το ποίημα «Νερό καλάρει το φορπίκ , νερό και τα πανιόλα» ταυτιζόμουνα διότι,  αυτά μου ήταν οικεία, τα κατασκεύαζα,  αλλά και μέσα σε κάτι τέτοια ντεπόζιτα κοιμόμουνα.

Εκεί έγινα δημοφιλής και αξιοσέβαστος επειδή επινόησα μια  πρωτοποριακή μέθοδο για να βγάζω καφέ τζάμπα από τα πρωτόγονα τότε μηχανήματα του καφέ.

Έκοβα με ζγρόμπια  ροδέλες σε μέγεθος δίφραγγου από ένα φύλλο μολύβδου που είχε πάχος όσο ακριβώς και το δίφραγγο. 
Γέμιζα την τσέπη μου με μολυβένιες ροδέλες  και κερνούσα καφέδες, σοκολάτες και τσάγια το προλεταριάτο.
Σε αντάλλαγμα με αφήνανε να κοιμάμαι στο φορπίκ απερίσπαστος τον ύπνο του δικαίου.
Αυτή η περίοδος υπνοθεραπείας δεν κράτησε πολύ  διότι η ανακάλυψη μου διαδόθηκε και μαζέψανε τα μηχανήματα του καφέ. 
  
Έτσι που λες αγαπητέ  και ευαίσθητε αναγνώστη. Στην πολυτάραχη ζωή μου εκτός από όλα τα άλλα στερήθηκα και τον ύπνο.

Με τον Μήτσο από τότε θέλαμε να οργανώσουμε την Επανάσταση αλλά δεν ταιριάζανε τα ωράριά μας.

Στις πέντε που πήγαινα εγώ στη Συγγρού ο Μήτσος γύρναγε στο σπίτι για ύπνο και όταν γύρναγα εγώ ο Μήτσος κοιμότανε.

Τώρα που μεγαλώσαμε είπαμε να συντονιστούμε αλλά πάλι τίποτα .

Εγώ τώρα βγάζω τα απωθημένα μου κοιμώμενος δέκα ώρες σερί . Ο Μήτσος κοιμάται κανα δύο ώρες το πρωί .

Έτσι εφαρμόζουμε την μέθοδο να μένει πάντα κάποιος ξύπνος μη γίνει τίποτα και δεν προλάβουμε.

Είναι Σαββάτο μεσημέρι.

Κάθομαι σε Καφενεδάκι με θέα στη θάλασσα και ρεμβάζω.

«Θάχει ξυπνήσει ο Μήτσος ώρα να πάω να πάρω το μπιζολότο μου.»  σκέφτομαι.

Περνάει  ένας γνωστός.

«Τι κάνεις;;…κάθεσε;;;» μου λέει έκπληκτος.

«Δεν δουλεύω άλλο, είμαι σχεδόν συνταξιούχος.» απαντώ ψύχραιμα.

« Και λοιπόν;;  Εγώ δουλεύω ακόμα και παίρνω και σύνταξη.»

«Γούστα είναι αυτά..» του λέω «… τον άλλονε τονε διώχνουνε από τη φυλακή και ξαναγυρίζει πίσω.»

Γιαυτό σου λέω αγαπητέ αναγνώστη, το θέμα δεν είναι αν θα τα καταφέρεις να δραπετεύσεις , το θέμα είναι να μην παραδοθείς.    


Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Το αμάρτημα της Μητρός μου


Υπάρχει ένα ασυνήθιστο έθιμο στο χωριό μου. 

Κάθε χρόνο , κατά την διάρκεια των γιορτών  η χορωδία λέει τα κάλαντα έξω από κάθε σπίτι όπως παντού.


Αργά τη νύχτα όμως , μετά το πέρας της μουσικής καντάδας στους ζωντανούς,  πηγαίνουν και λένε τα κάλαντα και στους πεθαμένους.
Αν πάς να πεις τα κάλαντα στο Πρώτο νεκροταφείο Αθηνών μάλλον δεν θα έχει καμιά σημασία για κανέναν.

Σε ένα μικρό χωριό όμως τα πράματα αλλάζουν .

Εδώ  είναι θαμμένοι  οι άνθρωποι του κάθε ενός, οι φίλοι του, η ιστορία του.

Η πίεση εδώ είναι τεράστια.

Έτσι , λοιπόν , το Κόρο μας και φέτος, ανηφόρισε προς το μικρό νεκροταφείο.

Εκεί μέσα στα σκοτάδια και το κρύο παρατάχθηκαν σοβαροί οι χορωδοί και ο μαέστρος έβγαλε τελετουργικά από την τσέπη του το «διαπασών» για να δώσει τόνο.
Αριστερά οι πριμο-σεκόντοι και δεξιά οι  βαρυτονό-μπασοι.
Ο Μαέστρος δίνει το νεύμα να ξεκινήσουν τα χιλιοειπωμένα κάλαντα αλλά αμέσως με μια νευρική κίνηση διακόπτει τους χορωδούς.

Ένας είχε γυρισμένη την πλάτη προς τον μαέστρο.

«Ρε Μήτσο!...από δώ!...που κοιτάς κατά κει!»

«Εμένα Αλέκο μου η μάνα μου είναι θαμμένη κατά κει. Δεν μπορώ να τσι τραγουδήσω με γυρισμένο το μπλάτη!»

«..Και τι θέλεις να κάνουμε τώρα; …Να τραγουδάει ο καθένας κατά τον τάφο τσι μάνας του;»

Σε οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση της χορωδία μπορούσε να συγχωρηθεί κάποιο αμάρτημα. Ένα φάλτσο. Κάποιο απειροελάχιστο μουσικό ολίσθημα.
Εδώ όχι.
Εδώ ακούνε οι παλιοί. Οι άνθρωποι που έγραψαν την ιστορία της χορωδίας.
Οι Μύθοι του χωριού.
Εδώ δίνανε εξετάσεις όλοι.

Η Μάνα μου τραγούδαγε από όταν γεννήθηκε.
Έτσι συμβαίνει εδώ και αιώνες στο χωριό. Οι πάντες τραγουδάνε. Τόσο που αν πεις ότι είσαι επαγγελματίας τραγουδιστής θα σε κοιτάξουν καλά καλά.
«Τι παναπεί επαγγελματίας τραγουδιστής;»
«Σε πλερώνουνε για να τραγουδάς;»
« Και γιατί δε τραγουδάνε μοναχοί τους;»

Αναπάντητα ερωτήματα.

Η Μάνα μου λοιπόν τραγούδαγε όταν έπλενε. Όταν μαγείρευε . Όταν περπατούσε. Στις εκδρομές . Στα κομμωτήρια. Στο λεωφορείο. Παντού.

Μια φορά την άκουσα νύχτα να τραγουδάει και στην κρεβατοκάμαρα.

«Σταμάτα ρε μάνα να κοιμηθούμε καμία φορά!»

Στην Αθήνα της άρεσε σε μερικά τραγούδια ο Ζαμπέτας. Λίγο και ο Κηλαηδόνης . Από τους παλιούς της άρεσε ο Ατίκ, ο Πολυμέρης και γενικά η κανταδόροι της Αθήνας.

Οι Ρεμπέτες και ο Καζατζίδης την αφήνανε αδιάφορη. 
Άλλος κόσμος.

Περισσότερο όμως της αρέσανε τα δικά μας.

Θυμάμαι μια φορά όταν ήμουνα μικρός στην κουζίνα έπλενε τα πιάτα και τραγούδαγε το «Πέτα σκέψη».

Επρόκειτο για μια τρισάθλια μεταγλώττιση του “Va Pensiero από το “Nabucco  του “Verdi”.

Το τραγούδαγε η χορωδία για ευκολία.

Δίπλα ο πατέρας μου καθάριζε λάχανα.

«Πιάστο από πιο χαμηλά Μαρία μου!... δε θα βγει η φωνή σου εκεί πάνω…. δεν είσαι και δεκαοχτώ χρονώ κοπέλα!»

Τονε κοίταξε άγρια στο κούτελο.  Για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζω όταν ήταν νευριασμένη δεν τον κοίταζε στα μάτια αλλά λίγο παραπάνω.

«Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου…. που όλα τα ξέρεις!»

Συνέχισε το τραγούδι από κει που το πιάσε αλλά όταν έφτασε στο  « Χρυσή άρπα των προφητών» (arpa dor dei fatitici vati) και η φωνή της έπρεπε να φτάκει στον ουρανό, δεν τα κατάφερε.

Ο Πατέρας μου συνέχισε σοβαρός , δήθεν αδιάφορα,  να καθαρίζει τα λάχανα αλλά κάποια στιγμή του έφυγε ένα αδιόρατο μειδίαμα.

Αυτό ήταν.

Άνοιξε την κατάψυξη, άρπαξε ένα κατεψυγμένο κοτόπουλο και του το πέταξε.

Ευτυχώς έσκυψε και το κοτόπουλο έκανε ένα βαθούλωμα στον τοίχο που έμεινε για χρόνια να μου θυμίζει το αμάρτημα της μητρός μου.

Οι Γειτόνοι απορούσαν. Πίστευαν ότι οι καυγάδες των τρελοκερκυραίων γινόταν για «δευτερεύοντα»  ζητήματα.

Άσε που δεν καταλαβαίνανε και τις δικές μας παραδόσεις.

Το κατάλαβα πολύ αργότερα στην Κέρκυρα. Η σχέση του κόσμου με την όπερα και τα δικά μας χωριάτικα τραγούδια δεν έκρυβε καμία υπεροψία έναντι των μπουζουκιών η των κλαρίνων παρόλο που σε μερικές περιπτώσεις τα περιγελάμε.

Πρόκειται για την ίδια αίσθηση που προκαλεί σε κάθε λαό η παραδοσιακή του μουσική.

Όταν έχει κάποια συναυλία με κομμάτια όπερας βλέπεις ανθρώπους ηλικιωμένους να δακρύζουν και να σιγοτραγουδούν η παιδιά με τα καθημερινά τους ρούχα να παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή.
Καμιά σχέση με τα «Μέγαρα»  των Αθηνών, με τις γούνες και τους δήθεν «μουσικόφιλους» της υψηλής κοινωνίας.

Εδώ η όπερα συνδέεται αμέσως με την εποχή του τέλους της αριστοκρατίας και τις μεγάλες κοινωνικές επαναστάσεις.

Η πρώτη ομιλία των ανθρώπων ήταν τραγουδιστή.
Αργότερα γίναμε πολιτισμένοι και για να τραγουδήσουμε θέλουμε ένα μποτιλιόνι κρασί.
                       
*Στις 27 του Γενάρη στα 1901 στην Κέρκυρα κηρύχτηκε τριήμερο πένθος. Τα εργοστάσια σταμάτησαν , τα μαγαζιά έκλεισαν, οι σημαίες μεσίστιες και οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα.
Είχε πεθάνει ο μεγάλος . Ο Τζουζέπε Βέρντι.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Ένας Μπον βιβέρ στο μαγειριό



 Τον Πωλ  τον γνώρισα στο μαγειριό.
Δεν υπήρχε άδειο τραπέζι και ήρθε στο δικό μου.

«Παρακαλώ κύριε μπορώ να καθίσω;»

Ψηλός λεπτός , καλοχτενισμένος  με  ωραία μαλλιά και αρκετά μακριά για την ηλικία του.

«Ωραίος άντρας…»  σκέφτηκα  «…στα νιάτα του θα είχε κάψει καρδιές».

Μου συστήθηκε. «Πωλ Πουλίδης … φωτογράφος»

«Και πού έχετε το φωτογραφείο παρακαλώ;»
Χαμογέλασε.
«Όχι τέτοιος φωτογράφος.. φωτορεπόρτερ καλύτερα»

Από κείνη την ημέρα στο μαγειριό γίναμε πολύ καλοί φίλοι .

Δεν ξέρω …. Δεν ταιριάζαμε πουθενά … ήμασταν άνθρωποι από  τελείως διαφορετικούς κόσμους  αλλά  κάτι απροσδιόριστο με έκανε να τον συμπαθήσω  από την πρώτη στιγμή.

Αν μας έβλεπε κανείς να καθόμαστε και να συζητάμε στο ίδιο τραπέζι θα απορούσε .

Αυτός φορούσε  ωραία ρούχα , ένα λεπτό φουλάρι στο λαιμό , μια λεπτή μακριά καπαρντίνα και καλογυαλισμένα σκαρπίνια .

Εγώ με τα λερωμένα ρούχα της δουλειάς  και με αρβύλες γεμάτες λάσπες.

Εξαιτίας του Πωλ έκοψα την συνήθεια να διαβάζω εφημερίδες στο φαγητό. Κάθε που τον συναντούσα μου έλεγε  ιστορίες από την πολυτάραχη ζωή του.
Ατελείωτες ιστορίες που τις άκουγα  σα μικρό παιδί.

Όταν έτρωγα μόνος μου, μου  έλειπαν από το τραπέζι οι ιστορίες του Πωλ.

Είχε γυρίσει όλο τον κόσμο φωτογραφίζοντας μεγάλους σταρ του σινεμά, σπουδαίους πολιτικούς , πρίγκιπες , βασίλισσες , μεγιστάνες και εμίρηδες.

Δεν έβγαζε  απλές φωτογραφίες . Ακτινογραφούσε την κάθε περίπτωση. Μάθαινε τα πάντα για τις παρανομίες , τα εγκλήματα, τις μεγάλες απάτες και τους μεγάλους  έρωτες  των σπουδαίων αυτού του κόσμου.

Κάποτε τον ρώτησα: «Γιατί δεν έγινες πολεμικός φωτορεπόρτερ που είχε  και περισσότερα λεφτά όπως λες»

«Δεν μπορούσα Σταμάτη. Γεννήθηκα μέσα στα χαλάσματα του πολέμου και μέσα στην πείνα… ήθελα να ξεχάσω… να  δω την αστραφτερή πλευρά του κόσμου… ποτέ δεν έγινα μέρος της …απλώς την παρατηρούσα και την φωτογράφιζα… άγριος κόσμος …αδίστακτος  αλλά  χωρίς ερείπια , χωρίς ανέχεια και χωρίς πτώματα στους δρόμους.»

Γύρναγε στους δρόμους και πούλαγε άλμπουμ με φωτογραφίες του.

Θυμάμαι μία στην ακρόπολη όταν είχε έρθει η Μαρία Κάλλας . Πέταγε την φωτογραφική μηχανή στον αέρα  και μόλις την ξανάπιανε πάταγε το κλείστρο και ότι έβγαινε.

Κοίταγαν εντυπωσιασμένοι οι Γιαπωνέζοι τουρίστες και χειροκροτούσαν.

Του είπα να τις ανεβάσουμε στο διαδίκτυο να γίνουν περισσότερο γνωστές. Δεν ήθελε .

«Δεν ξέρω από αυτά και δεν προλαβαίνω να μάθω… άσε που δεν θα ξέρω ποιος τις είδε . Ενώ έτσι μιλάω με τον κόσμο… είναι αλλιώς.»

Ο Πωλ στα γεράματα του ήταν μόνος .

Αλλάξανε και οι καιροί , δεν ήθελε και δεν ενδιαφερόταν να προσαρμοστεί.

Στενοχωριόταν περισσότερο γιατί ένοιωθε ξένο τον σημερινό  κόσμο .

Μια φορά μου είπε ότι αισθάνεται σαν  να έκανε ένα ταξίδι στο μέλλον , να παγιδεύτηκε εκεί και να μην μπορεί να γυρίσει πίσω.

«Σε ζηλεύω» μου έλεγε πολλές φορές.

«Τι ζηλεύεις ρε Πωλ;  Η ζωή μας είναι ένα σύνολο επιλογών που στοιχίζουν έτσι και αλλιώς στο καθένα μας»

Ήρθε ο σερβιτόρος  για τον λογαριασμό.

«Εσύ γιατί πλήρωσες λιγότερα;» μου είπε ο Πωλ χαριτολογώντας.

«Αυτός είναι ο τιμοκατάλογος ρε Πωλ . Εγώ παρήγγειλα  μακαρόνια και εσύ μούθελες Σοφρίτο».

Τελευταία τον έβλεπα συχνά στο σούπερ μάρκετ .

Συνήθως αγόραζε κονσέρβες και λίγα φρούτα.

Σπάνια  πήγαινε στο μαγειριό.

Φαινόταν καταβεβλημένος αλλά διατηρούσε την γοητεία , την ευγένεια και τη  αξιοπρέπεια του.

Πάντα προσεκτικά ντυμένος καθαρός και καλοχτενισμένος.

Προχτές μας άφησε ο Πωλ και δεν πρόλαβα να καταγράψω και τις ιστορίες του .

Δυό τρεις φωτογραφίες του μείνανε στο διαδίκτυο.  

«Πωλ Πουλίδης - εικόνες - αναζήτηση»

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Ο μαρτυρικός θάνατος του Βιτζέτζο Κωστελέτου




Τα βράδια συνήθως πίνω το κρασάκι μου σε ένα μπάρ απέναντι από την πολυκατοικία Νο 48Β της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.

Η Πολυκατοικία Νο 48Β της Λεωφόρου Αλεξάνδρας ήταν η πρώτη πολυκατοικία που κτίστηκε ανάμεσα στα χαμόσπιτα της περιοχής και πάντα πίστευε  ότι η Ιστορία την καταδίκασε να γειτονεύει με την ταπεινότητα.

Όταν σηκώνω το ποτήρι τα μάτια μου ευθυγραμμίζονται αναγκαστικά με  τους πολυελαίους των σαλονιών.

Θα είχε ενδιαφέρον να γραφτεί ένα μυθιστόρημα από κάποιον που δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει με τίτλο « Οι πολυέλαιοι της πολυκατοικίας Νο 48Β» .

Επικεντρώνω την προσοχή μου στον πολυέλαιο του «δευτέρου».

Ο πολυέλαιος της Αικατερίνης Κωστελέτου-Πουλιέζου ήρθε πακεταρισμένος από το «Άκρον Ίλιον Κρυστάλ» μαζί με σκρίνια πολυθρόνες και κομοδίνα σε χρώμα σκούρας καρυδιάς παραμονές του γάμου της με τον  Βιτζέντζο Κωστελέτο υπάλληλο του ΤΕΒΕ.

Αποτελούταν από πέντε περίτεχνα μπρούτζινα μπράτσα πάνω στα οποία ήταν στερεωμένα  τα ντουί των λαμπτήρων με τα γυάλινα διακοσμητικά περιβλήματα τους  .

Περιμετρικά ήταν κρεμασμένα με αόρατα μεταλλικά νήματα αμέτρητα γυάλινα κομμάτια σε σχήμα διαμαντιού.

Όταν άναψε ο πολυέλαιος της Αικατερίνης  στάθηκαν έκθαμβοι από κάτω οι παρευρισκόμενοι και τον θαύμαζαν .

Του Τζέντζου δεν του άρεσε από την αρχή αλλά δεν είπε κουβέντα για να μην χαλάσει την ιερή τελετή αφής του πολυελαίου.

Τότε , σε αντίθεση με σήμερα οι πολυέλαιοι ήταν επώνυμοι . Άλλο ένα γυάλινος πολυέλαιος από  την Οβριακή και άλλο ένας πολυέλαιος από το «Άκρον - Ίλιον - Κρυστάλ».

Ο πολυέλαιος της Αικατερίνης ήταν φτιαγμένος για μεγάλες δεξιώσεις , για επίσημες συναντήσεις , για  βαλς , για τσάγια. Δεν ήταν κάποιος τυχαίος πολυέλαιος σε κάποια φτωχική κάμαρη του Μαντουκιού.

Η Αικατερίνη ως «Κυρία Δημοσίου Υπαλλήλου» θα έπρεπε να μπορεί να δεχτεί στο σαλόνι της Κυρίες αναλόγου κύρους και μορφώσεως. 
  
Ο Τζέντζος ήταν, επίσης,  φτιαγμένος για «μεγάλα πράματα» η Ιστορία τον αδίκησε όμως και τον καταδίκασε να τσακώνεται στα δικαστήρια με μαγαζάτορες που δεν πλήρωναν τα ασφάλιστρα τους.

‘Εγινε ο «κακός» και καταδικάστηκε να τον αποφεύγουν όλοι.
 
Έκανε παρέα μόνο με τον Κώστα τον ποιητή του «πρώτου» ο οποίος έγραφε στιχάκια ημερολογίου που δεν είχαν καμία αναγνώριση διότι «το σύμπαν είχε συνωμοτήσει για να θάψει έναν μεγάλο ποιητή» (όπως συμβαίνει συνήθως άλλωστε).

Ο πολυέλαιος της Αικατερίνης δεν κατάφερε να φωτίσει μεγάλες δεξιώσεις και χορούς.

Στην αρχή μόνο ήρθαν κάτι παλιές συμμαθήτριες της  να τον θαυμάσουν.

Έτσι πέρασε η ζωή της Αικατερίνης ξεσκονίζοντας τον πολυέλαιο κάθε Σάββατο , ώσπου ένα βράδυ στραβοκατάπιε στην τραπεζαρία  του σαλονιού κάτω από τον πολυέλαιο.

Ο Τζέντζος φώναξε «Χριστός!» αλλά φαίνεται ότι οι Θεοί  τότε δεν είχανε ειδικευθεί σε περιπτώσεις Γάστρο-οισοφαγικής παλινδρόμησης.

Έτσι ο πολυέλαιος αράχνιασε τόσο που με δυσκολία ξεχώριζες τα γυάλινα διαμάντια του «Άκρον Ίλιον Κρυστάλ».

Όταν συνταξιοδοτήθηκε ο Τζέντζος έπινε καθημερινά τον καφέ του με τον ποιητή στον «Ναυτίλο».

Ο Ναυτίλος είναι ένα καφενείο στην άκρη της Θάλασσας που πίστευε πάντα ότι ήταν φτιαγμένος για συγκλονιστικές θαλασσινές περιπέτειες αλλά «η ιστορία τον αδίκησε και το καταδίκασε να σερβίρει καφέδες στο μουράγιο».

Μια των ημερών ο Τζέντζος γλίστρησε στις πλάκες και έσπασε το Ισχίο.

Γύρισε σπίτι μετά από μέρες με το ασθενοφόρο του νοσοκομείου.
Τα παιδιά του βάλανε «γυναίκα».

Το κρεβάτι του   μεταφέρθηκε στο σαλόνι για να διευκολύνεται η «γυναίκα».

Ο Τζέντζος ζει κατάκοιτος σε ένα κρεβάτι στο σαλόνι καταδικασμένος να βλέπει τον πολυέλαιο του «Ακρον Ίλιον Κρυστάλ».

Έρχεται η Σερβιτόρα  για τον λογαριασμό.

«Μάλλον είναι φοιτήτρια του τμήματος Μετάφρασης και διερμηνείας.»
«Σίγουρα είναι προορισμένη για μεγάλα πράματα.»

Διασχίζω αργά την Πλατεία Σαρόκου.
Παλιά ήταν λασπότοπος.
Αργότερα έγινε η πολύβουη εμπορική πλατεία της πόλης.
Πάντα πίστευε ότι  θα έπρεπε να ανακηρυχτεί ως η σπουδαιότερη πλατεία του γαλαξία.
Η Ιστορία, όμως, την αδίκησε.

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Royal Palace



(στην μνήμη του Τάσου Κατιντσάρου)

Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένας βασιλιάς που έμενε σε ένα τεράστιο παλάτι.
Για κάποιο λόγο που αδυνατούμε εμείς οι ταπεινοί να κατανοήσουμε, το παλάτι δεν τόνε χώραγε και έβαλε να του χτίσουν και δεύτερο.

Δεν τονε χώραγανε ούτε τα δύο παλάτια  και συνέχισε να βάζει  μαστόρους να του χτίζουν παλάτια.

Ήθελε ένα παλάτι που να βλέπει την Ανατολή , ένα την Δύση, ένα στα βουνά , ένα στη Θάλασσα, ένα στην Πόλη , ένα σε χωριό.

Δεκάδες παλάτια χτίστηκαν επί των ημερών του όλα ευάερα και ευήλια,  μα και πάλι,  ησυχία δεν εύρισκε η ψυχή του.

Κάποτε γύρισαν οι άνεμοι και ο Βασιλιάς εκθρονίστηκε.

Έτσι συμβαίνει , άλλωστε,  πάντα με τους βασιλιάδες.

Κατέληξε σε ένα στενό και σκοτεινό διαμέρισμα στο βροχερό Λονδίνο να κοιτάει την βροχή πίσω από το τζάμι, άγνωστος μεταξύ αγνώστων.

Οι γνώμες των Ιστορικών για τον Βασιλιά διίστανται.

Άλλοι λένε ότι «ήταν λίγο μαλάκας» .

Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ήταν απλά «ένας συνηθισμένος μαλάκας».

Υπάρχει και μια μικρή μειοψηφία ακραίων ιστορικών που πιστεύει ότι «ήταν πολύ μαλάκας».

Επί των ημερών του είχε ένα παλάτι στην Κέρκυρα το οποίο ονόμαζε «Μον Ρεπό» και το οποίο ήταν χτισμένο στην μέση ενός τεράστιου δάσους με αιωνόβια δένδρα , δίπλα στην θάλασσα.

Είχε και κρυφή, μικρή προσωπική βασιλική παραλία την οποία ανακάλυψα και κάνω το μπάνιο  μου γυμνός εγώ  καθώς και άλλοι Αναρχοκομμουνισται, Εαμοβούλγαροι και Ληστοκομμουνιστοσυμμορήται.

Τα χρόνια της παντοδυναμίας του Βασιλέως οι πάντες ήθελαν να είναι δίπλα του η σχετικά κοντά του.

Να φαντασθείτε ότι πολλοί αριστεροί  καμάρωναν ακόμα και αν  κατάφερναν να βρεθούν ανάμεσα στο πλήθος για να τον δουν με τα μάτια τους να περνάει πάνω στο άσπρο του άλογο.

Ήξερα έναν  αριστερό ταπετσιέρη που μιλάει ακόμα με δέος για τον θρόνο του βασιλιά που «του άλλαξε την ταπετσαρία αυτός με τα ίδια του τα χέρια».

Αριστερούς μαραγκούς , αριστερούς μανάβηδες «προμηθευτές της βασιλικής αυλής», αριστερούς τρομπετίστες που έπαιξαν για χάρη του. 

Μιλάμε για μια  ολόκληρη γενιά αριστερών που ονειρευόταν έναν «βασιλευόμενο κομμουνισμό».

Να φαντασθείτε ότι βαφτίζανε και τα παιδιά τους με βασιλικά ονόματα όπως «Όργα», «Λισάβω», «Φρειδερίκη», «Αμαλία» κλπ.  

Με το που έφυγε , λοιπόν, ο Βασιλιάς συνέβησαν δύο τινά.

Πρώτον μετατέθηκαν όλες οι εξουσίες του παλατιού στον «Πεζόδρομο» και…
Δεύτερον η πλαζ του Μον Ρεπό δόθηκε στον λαό, το παλάτι έγινε μουσείο και το δάσος χώρος περιπάτου.

Ας τα όμως πάρουμε ένα-ένα.

Ο «Πεζόδρομος»  βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και είναι πλήρης από τραπεζοκαθίσματα με μεζέδες, τσάγια, καφέδες και απεριτίφ κάθε γούστου.

Εδώ συχνάζει η εξουσία καθώς και η κρατική γραφειοκρατία κάθε πρωί.

Εδώ κλείνονται συμφωνίες, καταβάλλονται  «λαδώματα» και λαμβάνονται οι  αποφάσεις των συμβουλίων  της μικρής μας δημοκρατικής πολιτείας.

Τα τελευταία χρόνια μάλιστα στον «πεζόδρομο»  εγκαταστάθηκε και η αριστερά  λόγω του ότι θεωρείται «πιο υπεύθυνος χώρος διεργασιών».

Έτσι η «Αριστερά του πεζοδρομίου» μετετράπη ανεπαισθήτως σε «Αριστερά του Πεζόδρομου».

Γνώρισα δε και έναν Αριστερό του Πεζόδρομου που είχε βαφτίσει το γιό του «Βλαδίμηρο!!» για ξεκάρφωμα.

Ακούς εκεί «Βλαδίμηρο» !

Μόλις , λοιπόν, η Αριστερά του Πεζόδρομου πήρε αναίμακτα την εξουσία της μικρής μας δημοκρατικής πολιτείας έδωσε σε έναν επιχειρηματία την πλάζ του Μον Ρεπό ως «προβληματική».

Ο αναγνώστης εδώ θα πρέπει να υποστεί μια αναγκαστική επιστροφή στο χρόνο προκειμένου να αντιληφθεί  πλήρως την σημασία της εν λόγω πλάζ.

Όταν ο Βασιλιάς που λέγαμε έφυγε για το Λονδίνο ο Λαός  εισέβαλε στο Μον Ρεπό και το κατέλαβε «δια παντός».

Στην κατάληψη συμμετείχε και ένα σμήνος σπάνιων και τεράστιων Πελεκάνων που μοιάζουν με προϊστορικά πτηνά και οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο πυκνό δάσος όπου και έχτισαν φωλιές μεγέθους γκαρσονιέρας.

Η Πλάζ έγινε  ο παράδεισος των παιδιών και συνδέθηκε με τις καλύτερες στιγμές από τα παιδικά χρόνια ολόκληρων γενεών.

Μετά τον εφιαλτικό χειμώνα των τριτόκλιτων, της περισπωμένης, της δασείας  και των εξισώσεων ακολουθούσε το καλοκαίρι του Πόντε.

«Πόντε», αγαπητοί κοντοχωριανοί,  λέμε την εξέδρα  της θάλασσας (η την γέφυρα του ποταμιού) .  

Μιλάμε για θρυλικούς διαγωνισμούς «μπόμπας» που οι νικητές τους καμαρώνουν ακόμα μετά από σαράντα χρόνια.

Παίρνανε φόρα  και υπό τις επευφημίες και παροτρύνσεις του πλήθους της πιτσιρικαρίας πηδούσαν από την άκρη του Πόντε  μαζεμένοι σαν μπάλα με σκοπό να σηκώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο νερό κατά την πρόσκρουσή τους με το υγρό στοιχείο.

Ήταν, βέβαια, μια εποχή που τα παιδιά ήταν ακόμα αδύνατα και τα σκόρ ήταν πολύ χαμηλά. 

Εκείνη την εποχή, λοιπόν,  το Μον Ρεπό ήταν και ο τόπος  των μεγάλων ερώτων του καλοκαιριού.

Πολλές σημερινές μαμάδες εγκαστρώθηκαν  στα πυκνά δάση πέριξ της αμμουδιάς.

Ακολουθούσε η γνωστή τελετή με τα φρεσκοπλυμένα και ανθοστόλιστα αυτοκίνητα να κορνάρουν στα Κουρτελάτσα και η οδυνηρή (ως συνήθως) συνέχεια του έγγαμου βίου.

Πάντα όμως, ιδιαίτερα στις μεγάλες δυσκολίες,   το μυαλό κατέφευγε σε εκείνα τα καλοκαίρια του έρωτα και της ανεμελιάς και στο μικρό παράδεισο των παιδικών χρόνων.

Επιστρέφουμε.

Φέτος η πλάζ του Μον Ρεπό ξανάγινε «βασιλική».

Το “Royal Palace  έχει καλοντυμένους και βλοσυρούς υπαλλήλους υποδοχής, Μπάρ, Αναπαυτικά ανάκλιντρα με  αραχνούφαντα ριχτάρια, σερβιτόρους και πλαστικό χορτάρι.

Το πιο εντυπωσιακό , όμως είναι οι πολυέλαιοι με αισθητική ¨Τζάμπο¨ που είναι κρεμασμένοι από τα δέντρα.

Οι σημερινές μαμάδες (που εγκαστρώθηκαν στην λαϊκή πλαζ του Μον Ρεπό)  εκτοπίστηκαν σε μια διπλανή λωρίδα που άμα δεν προσέξεις βγαίνοντας από τη θάλασσα σε πατάνε τα αυτοκίνητα.

Οι δε Πελεκάνοι μη αντέχοντας την κακογουστιά κατέφυγαν στα βάθη του δάσους και διέκοψαν κάθε επαφή με το ανθρώπινο είδος.

Έτσι, εξ ανάγκης, προέκυψε το κίνημα των μαμάδων της Γαρίτσας.

Στην αρχή αντάλλασσαν  είδη για τα παιδιά μέσω του Φέιςμπούκ.
Καμαριέρες και σερβιτόρες που δεν μπορούσαν να το διανοηθούν βρεθήκαν με καροτσάκια αεροδυναμικά , παπουτσάκια  φιρμάτα και χειμωνιάτικα παιδικά μπουφάν για πολικές θερμοκρασίες.

Στη συνέχεια οργάνωσαν  και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας για να ξανανοίξει το Μον Ρεπό.  

Θέλανε πίσω την Πλάζ για να έχουν και τα παιδιά τους «παιδικά χρόνια».


Νόμισαν ότι θα τις βοηθήσει και ο «κομμουνισμός»,  μέχρι που κατάλαβαν ότι έπινε ούζα στον «Πεζόδρομο» η  μόναζε στο  μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου.

Έτσι , ανεπαισθήτως, χωρίς να ξέρουν,  έγινα αυτές «ο Κομμουνισμός» και ας μην είχαν διαβάσει ακόμα ούτε μια γραμμή από το: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι».

Το διήγημα αυτό το αφιερώνω στην μνήμη του Τάσου Κατιντσάρου που τον αγαπούσα πολύ και θα τον χρειάζομαι  πάντα.