Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018


Βίοι Αγίων



Κάθε χρόνο , τέτοιες μέρες, αρχίζουν τα πανηγύρια των Αγίων της χριστιανοσύνης.
Κάθε χωριό έχει και τον προστάτη του τον οποίο και τιμά με ένα «Μεγάλο παραδοσιακό πανηγύρι» συνοδευόμενο απο λιτανεία , ψητά αρνιά , κοντοσούβλια , κοκορέτσια, πλαστικές καρέκλες , πλαστικά πιάτα , πλαστικά πιρούνια ,πλαστικά τραπεζομάντηλα και πλαστική μουσική με έκο.
Το χωριό μου κάνει πανηγύρι «του Θωμά ».
Ο Άγιος Θωμάς στην παιδική του ηλικία υπήρξε ο μοναδικός μαθητής του μικρού μας σχολείου που τελείωσε το δημοτικό «με το πέντε» και «διαγωγή κοσμιωτατη».
Η Πραότητα του χαρακτήρα του υπήρξε παροιμιώδης και απο τότε συνηθίζεται να λένε ακόμη και σήμερα: «Να γίνεις παιδί μου σαν τον Θωμά».
Τις ελεύθερες ώρες του ο Θωμάς ανέβαινε στις σκεπές και τσάκιζε κεραμίδια ενώ τα μεσημέρια του καλοκαιριού γύρναγε τσου τράφους και μάζευε με μια μπόχα καρλάκους τους οποίους και εσταύρωνε σε μικρούς ξύλινους σταυρούς με πρόκες που έκλεβε απο τον τζαγκάρη.
Εξαιτίας αυτής της παροιμιώδους πραότητος του χαρακτήρος του οι χωριανοί τον ονόμασαν «Μπαντίδο» και η εκκλησία τον «άσκωσε άγιο».
Αργότερα οι δικοί του τονε πήρανε στην Αμερική όπου επειδή του άρεσε να ανεβαίνει ψηλά κατατάχθηκε στην πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ και εξειδικεύθηκε στην καύση αλλόθρησκων και κομμουνιστοσυμμοριτών δια της μεθόδου της ρίψεως βομβών ναπάλμ.
Έκτοτε, μια φορά το χρόνο, «του Θωμά του Μπαντίδου» , σύσσωμο το χωριό τιμά τον προστάτη του με κωδωνοκρουσίες και περιφορά ενός τεράστιου λαβάρου που ντένει στα καλώδια της ΔΕΗ.
Παρόμοιους άγιους έχουν όλα τα χωριά , ακόμα και οι μικρότεροι οικισμοί.
Το μέγεθος του χωριού δεν είναι απαραίτητο να είναι ανάλογο του μεγέθους του Αγίου.
Οι Κουναβάδες , για παράδειγμα, είναι ένα χωριό που έχει τριάμισυ σπίτια , δέκα καλύβους, πέντε εκκλησιές και δύο μοναστήρια.
Ο Αι Λιάς ο Γκρίνιαρης (που είναι ο προστάτης τους) γιορτάζει κάθε χρόνο στις 20 του Ιουλίου και στο πανηγύρι συρρέουν πλήθος σαρκοφάγων πιστών με 300 χοληστερίνη απο όλη την Κέρκυρα.
Ο Άι Λιάς ο Γκρίνιαρης παλιότερα έμενε στους Μαγουλάδες αλλά δεν την μπορούσε την πολυκοσμία και μετακόμισε απέναντι στους ταπεινούς Κουναβάδες όπου και διέπρεψε ως έμπορος φρούτων και λαχανικών.
Είχε δε την έμπνευση να μην διαλαλεί τα προϊόντα του αλλά να διαβάλλει τα προϊόντα των άλλων .
Δια αυτής την μεθόδου κατάφερε να μην του μιλάει κανένας στα γύρω χωριά και να ακολουθήσει έτσι τον μοναστικό βίο όπως ήταν το θέλημα του Κυρίου.
Αργότερα έκανε κοπάδι με κατσίκες αλλά ήταν πλέον γέρος και ανήμπορος και δεν μπορούσε να το κουμαντάρει.
Έτσι ξέσπασε αιματηρός πόλεμος ανάμεσα στους Τράγους .
Ο κάθε τράγος πήρε μαζί του όσες κατσίκες τον ακολούθησανε και έφυγε όπως έγινε άλλωστε και στην δεύτερη εικονομαχία στην Κωσταντινούπολη.
Για κάποιο λόγο και μέσω κάποιου μηχανισμού που αγνοώ, ο Άι Λιάς έγινε το μεγαλύτερο πανηγύρι στον Βορρά και ένα απο τα μεγαλύτερα στην Κέρκυρα.
Τα χρόνια τα παλιά συνέρρεαν πλήθη πιστών κατα κανόνα ξυπόλητων.
Είναι απαραίτητο να αναφέρω ότι τα χρόνια εκείνα οι άνθρωποι περπατούσαν ξυπόλητοι. Τα παπούτσια τα κρεμούσαν από το λαιμό με τα κορδόνια για να μην τα χαλάσουν.
Στις πατούσες τους είχε δημιουργηθεί μια φυσική δερμάτινη επαναφορτιζόμενη σόλα μεγάλης αντοχής.
Τα παπούτσια τα είχανε για πρεστίζ στο πανηγύρι . Μετά τα βγάζανε και γυρνάγανε στο χωριό τους ξυπόλητοι.
Αν επιχειρήσουν να κάνουν το ίδιο οι σημερινοί προσκυνητές θα πρέπει να έχουν σταντ μπάυ ένα ελικόπτερο του ΕΚΑΒ και την εντατική του νοσοκομείου.
Οι γνώμες των μελετητών για το παρατσούκλι του Αι Λιά διίστανται.
Άλλοι λένε ότι τον ονομάσανε «Γκρίνιαρη» επειδη τσακωνότανε με όλο τον κόσμο.
Άλλοι πάλι λένε ότι κάθε χρόνο σαν από έθιμο στο πανηγύρι γινότανε ο χαμός από τσακωμούς.
Σαν να μαζεύανε όλο το χρόνο για να τσακωθούνε μια και καλή στον Άι Λιά .
Κάτι ανάλογο με τους σημερινούς οικογενειακούς πασχαλινούς καυγάδες αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα και πολύ αγριότερους.
Έτσι λοιπόν χτές το βράδυ κατηφόρισα με το παπί μου προς τους Κουναβάδες και το πανηγύρι του Άι Λιά του Γκρίνιαρη μιας και δεν είχα να πάω σε κανέναν καλύτερο άγιο.
Πράγματι το πανηγύρι ήταν τόσο πολυπληθές όσο μου είχαν πεί.
Δεκάδες ψησταριές κρεοπωλείων, ποδοσφαιρικών ομάδων, οίκων ανοχής, ιερών μονών και πολιτιστικών συλλόγων.
Ρομά με φωτεινά μπαλόνια, αφρικάνοι με παπούτσια Νάικ, Σλάβοι του Δούναβη με παράξενα γλυκά, χαλβάς φαρσάλων απο την Κόρινθο , κοσμήματα απο ατόφιο χρυσάφι και ασήμι .
Μέχρι και γύρο του Θανάτου είχε.
Μερικοί τουρίστες , μάλιστα, νομίζανε ότι ήταν γύρος απο σουβλάκια και πήγανε στο ταμείο για να παραγγείλουνε.
Χαμός.
Μπήκα στην μικρή εκκλησιά του Άι Λιά του Γκρίνιαρη.
Κοίταζα τις αγιογραφίες.
Ο Παπάς με πλησίασε και μου έδωσε άρτο για να μου πιάσει την κουβέντα.
Πολλοί οι πιστοί αλλά ελάχιστοι μπαίνανε στην εκκλησιά.
«Έρχεσαι από μακριά» μου λέει.
«Ναι πάτερ ... από μακρυά»
« Είναι νωρίς ακόμα , αργότερα θα ανάψει το γλέντι»
«Δεν ήρθα για το γλέντι πάτερ, ήρθα για ...κάτι υπόθεσες πνευματικές»
Με κοίταξε με απορία .
Βγήκα έξω και κάθισα παράμερα σε μια καρέκλα να συνηθίσω την φασαρία.
Δίπλα μου καθότανε μια τυπική οικογένεια με στρωμένο το τραπέζι.
Κουβεντιάζανε για τις περικοπές.
Η συζήτηση είχε ανάψει.
Ο Πιτσιρικάς μπήκε κάτω απο το τραπέζι και πάλευε να το αλιμπαρτάρει για να του δώσουνε σημασία.
Τον άρπαξε η μάνα του . Τον καθήλωσε σε μια διπλανή καρέκλα και του κόλλησε και ένα τάμπλετ στα μούτρα .
«Ησύχασε το παιδί».
Αφού φάγανε ένα τραπέζι κρεατικά γυρίσανε την συζήτηση σε αρρώστιες και εξετάσεις.
Μετά τους βγήκε μια νοσταλγία για τα χρόνια εκείνα τα παλιά και τα πανηγύρια «που άφησαν ιστορία».
«Τότε που δεν υπήρχε άγχος και χοληστερίνη.
Τα χρόνια της ανεμελιάς και της αγνότητας που όλοι τραγουδούσαν μέρα νύχτα.
Που μπορούσε να γίνει και κανένα φονικό απο ζήλεια η απο έρωτα.»
Συνέχισαν να σχεδιάζουν το παρελθόν ώσπου τους σήκωσε ο πιτσιρικάς να τονε πάνε για χέσιμο.
Δεν φαίνεται ότι θα τσακωθούν σήμερα.
Θα το φυλάνε για το Πάσχα .
Απογοητευτηκα. 
Το άλλο σαββατοκύριακο λέω να πάω σε άλλο άγιο.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

329 μοίρες


Απόψε έχει προβολή ταινίας στην πλατεία.
Βγάζουν καρέκλες απο το σχολείο , στήνουν και τον βιντεοπροτζέκτορα και έτοιμος ο σινεμάς.
Η Προβολή γινεται στον τοίχο του Αγίου Ιακώβου, του μοναδικού αγίου σινεφίλ ο οποίος με τόσες ταινίες που έχει δεί στο τέλος θα κάνει και κριτική κινηματογράφου στην ΕΤ 2.
Κάθομαι και προσπαθώ να μπώ στο νόημα.
Εγκαταλείπω κατα τις έντεκα και πάω για ύπνο.
Ξύπνησα στις οχτώμιση μαζι με τα χελιδόνια και τις Αθηναίες παραθερίστριες που σέρνουν τους σκύλους τους για χέσιμο έξω απο το χωριό.
Παλιά οι σκύλοι φυλάγανε πρόβατα η σέρνανε έλκυθρα
Στην εποχή του Μεταμοντέρνου ανέλαβαν άλλα καθήκοντα έναντι αμοιβής μιας κονσέρβας των 0,48 λεπτών ημερησίως.
Διαβλέπω στο μέλλον να σέρνουμε πρωί πρωί εμβολιασμένες κατσίκες με πτυσόμενο λουράκι και κούρεμα Κανίς.
Συμφέρει.
Τρώει τις αγριάδες και το βράδυ την αρμέγεις και έχεις και ένα ποτηρι γάλα της προκοπής.
Το μόνο μείον είναι που θα πρέπει να μαζέυεις τις καβαλλίνες μία μία .
Φορτώνω το παπί μου και φεύγω για τα δροσερά νερά του βορρά.
Μου το είχε δώσει πριν απο πολλά χρονια κάποιος που του έφτιαξα μια πέργολα και δεν είχε να με πληρώσει σε χρήμα .
Έκτοτε με πάει παντου αδιαμαρτύρητα φτάνει να του αλλάζω που και πού κανένα μπουζί.
Βάζω πλώρη για Αι Γιώργη των Πάγων .
Ανηφορίζω προς Δροσάτο.
Παλιότερα είχε την αρχαιοπρεπή ονομασία «Μαλακιοί» αλλά απο τότε που στην ελληνική γλώσσα κυριάρχησε η λέξη «μαλάκας» το αλλάξανε για ευνόητους λόγους.
Θυμάμαι εδώ ειχα βρεθεί σε μια κηδεία του πατέρα ενός φίλου μου. Δεν ήξερα ότι ο πατέρας του ήταν ακροδεξιός και βρέθηκα μες στη μέση να με κοιτάνε όλοι καλά καλά.
Αυτό το να βρίσκομαι «στο λάθος σημείο» τόχω κληρονομήσει απο τον πατέρα μου μαζί με την τεράστια περιουσία του και τις νευροφυτικές του διαταραχές.
Μια φορά στην Αθήνα αν και άθεος αποφάσισε να πάει για πρώτη φορά στον επιτάφιο.
Αγόρασε κερί και στηθηκε στην εξώπορτα.
Μόλις ήρθε η πομπή μπήκε απο πίσω.
Κάτι όμως δεν του πήγαινε καλά .
Δεν καταλάβαινε τα λόγια του Παπά.
Ρώτησε και τούπανε ότι ο επιτάφιος ήταν Αρμένικος.
Ακολούθησε την πομπή μέχρι τέλους.
Είχε τέτοιο καημό να πάει που ακόμα και οι Τροτσκιστές να βγάζανε επιτάφιο θα ακολουθούσε.
Κοιτάω ανάμεσα στις Ελιές .
Κάπου εδώ είναι ακόμα το παλιό πριονιστήριο.
Παλιά ζούσαν τρεις τέσσερις οικογένειες απο αυτό.
Αργότερα ανακαλύφθηκαν τα αλυσοπρίονα και τσακωθήκανε .
Ο καθε ένας έκανε δικό του κόμμα ώσπου στο τέλος έμεινε ο καθένας με το αλυσοπρίονο του και με ένα σκύλο με λουρί.
Φτάνω στον Αγρό. Εδώ επισκέπτομαι πάντα το μοναδικό και σπουδαιότερο αξιοθέατο του χωριού, το μαγαζί του «Μπίου».
Στον βορρά είναι γνωστότερος απο τα Μάρξ εντ Σπένσερ η τα Ιντιμίσιμι και μάλιστα χωρίς καμιά απολύτως προβολή.
Το πλεονεκτημά του είναι ότι πουλάει τα πάντα.
Όταν λέμε «τα πάντα» κυριολεκτούμε.
Η «Μπίος Γενικόν Εμπόριο» πουλάει ότι μπορείς να φανταστείς .
Κυρίως όμως πουλάει ότι δεν μπορείς να φανταστείς .
Απο τσαπιά μέχρι «γκυλότες» και από γραβιέρα Όρους μέχρι βαλβολίνες.
Μια φορά είχα αγοράσει απο τον Μπίο μισό κιλό τυρί χωριάτικο, ένα πακέτο μακαρόνια «Ήλιος» και ένα σετ μπουζοκαλώδια για Ρενώ σούπερ πέντε μοντέλο 92.
Εάν του ζητούσα καί χιονοδρομικά πέδιλα είμαι σίγουρος ότι θα είχε.
Στην Δάφνη σταματάω στης «Αγγελικής» για σπανακόπιτα.
Η νεαρή υπάλληλος με κοιτάει στα μάτια επίμονα.
«Μη με κοιτάς έτσι ...με μαγνητίζεις» της λέω.
«Να σε μαγνητίσω ...γιατί να μην σε μαγνητίσω» μου απαντά.
«Βέρα Κερκυραία» σκέφτομαι.
Η Σπανακόπιτα της Αγγελικής μόλις έχει βγεί απο το φούρνο.
Σε λίγο θα βγεί και η κολοκυθόπιτα.
Δεν έχει καμιά σχέση με αυτές με το έτοιμο φύλλο που τρίβεται.
Εδώ μιλάμε για ορίτζιναλ καταστάσεις.
Λεπτή ζύμη απο κάτω και απο πάνω και στη μέση πλούσιο μιξ απο φρέσκο κρεμμύδι,μάλαθρο,και καλοβρασμένο σπανάκι.
Παραγγέλνω να μου κρατήσει και μια κολοκυθόπιτα για μετά και κατηφορίζω μαγνητισμένος προς τους Πάγους.
Οι Πάγοι χτίστηκαν σε μια εποχή που κινδύνευαν απο την εισβολή των βαρβάρων απο θαλάσσης και για το λόγο αυτό το χωριό είναι χτισμένο πίσω απο τους λόφους.
Οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι δεν μπορούσαν όμως να προβλέψουν ότι σε κάποιο μακρυνό μέλλον η εισβολή των βαρβάρων θα γίνεται απο το αεροδρόμιο.
Εκεί την πατήσανε.
Οι περισσότεροι πιστευουν ότι ονομάστηκαν «Πάγοι» εξαιτίας των παγωμένων νερών της παραλίας του Άι Γιώργη.
Λάθος μέγα.
Η Ονομασία τους είναι αρχαία και στην δωρική διάλεκτο «Πάγους» ονόμαζαν τους βράχους που δεσπόζουν του μαρτυρικού αυτού χωριού.
Η Ώρα πήγε έντεκα.
Φυσάει απο βόρεια προς βορειοδυτικά γύρω στις 330 μοίρες .
Ούτε μαίστρος , ούτε τραμουντάνα . Κάπου ανάμεσα.
Η Θάλασσα λάδι.
Να μπώ όσο είναι καιρός , πριν καταφθάσουν οι ορδές των Βησιγότθων.
Το βράδυ στο χωριό συνεχίζονται οι προβολές ταινιών .
Μπορεί να προβάλουν τον αγαπητικό της Βοσκοπούλας.
Έστω.
Έχω ακούσει για ένα χωριό στην Ιταλία που εδώ και πενήντα χρόνια , κάθε Σάββατο ,προβάλουν το Θωρηκτό Ποτέμκιν.


Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Περί ενός Δασκάλου




Γνώρισα τον Χάρη κάπου μέσα στο ενενήντα.

Ψηλός , γεροδεμένος με ωραία κορμοστασιά και παχύ μουστάκι.

Μιλούσε με πάθος στο αμφιθέατρο σε κάποια εκδήλωση για το Μάη του 68.

Κάποια στιγμή μίλησα και εγώ και είπα κάτι που είχα διαβάσει για την «υπέρβαση του αυταρχικού μοντέλου από τα κινήματα εκείνης της εποχής»  σε μια προσπάθεια να αποκωδικοποιήσω το αινιγματικό αυτό κίνημα που ακόμα απασχολεί.

Δεν μου απάντησε.

Με περίμενε στο προαύλιο .

Με πήρε παράμερα και μου είπε:
«Μην προσπαθείς έτσι να εξηγήσεις τον Μάη.
Είναι σαν να προσπαθείς να φωτογραφήσεις το ηλιοβασίλεμα.
Το ηλιοβασίλεμα είναι αίσθηση που σε κυριεύει δεν μπορεί να γίνει φωτογραφία για το άλμπουμ των αναμνήσεων σου.»

Τον συμπάθησα με τις εμμονές του.

Ωραίος άνθρωπος .

Είχε βάλει σκοπό τότε την ίδρυση του Ιόνιου Πανεπιστήμιου.
Τα κατάφερε και μάλιστα έγινε επάξια από τους πρώτους καθηγητές  του «Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας».

Γίναμε φίλοι .

Από τους καλούς φίλους που είχα στην ζωή μου ως τώρα.

Ο Χάρης δεν ήταν συνηθισμένος δάσκαλος με ωράρια και βαθμολογίες.
Μπορούσε να ξεκινήσει ένα μάθημα παίζοντας φυσαρμόνικα και να τελειώσει αργά το βράδυ στην πλατεία συζητώντας.

Έπαιρνε μέρος σε  κινήματα και ζούσε σαν αγωνιζόμενος άνθρωπος με όλες του τις αντιφάσεις.

Κάποτε οι προύχοντες του τόπου σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μετατρέψουν την Κέρκυρα σε Μονακό προσπάθησαν να καθιερώσουν έναν διεθνή αγώνα  ταχύπλοων σκαφών στον κόλπο της Γαρίτσας.

Ο Χάρης σήμανε συναγερμό.

«Θα εξοντώσουν τον γόνο!»

Κοιταχτήκαμε.

«Ποιο γόνο ρε Χάρη;»

«Το γόνο των ψαριών»

Ρώτησα κρυφά έναν ιχθυολόγο και μου είπε ότι τα ψάρια δεν γεννάνε  στη  Γαρίτσα  αλλά και αν γεννούσαν  μάλλον θα τους έκαναν και καλό τα ταχύπλοα γιατί  θα οξυγόνωναν τα νερά.

Δεν είπα τίποτα .

Δεν μου άρεσε που αυτή η φασαριόζικη φιέστα θα χάλαγε την ησυχία στις Τζίες  της Γαρίτσας που λούζουν το κορμάκι τους στα κρυστάλλινα νερά του κόλπου.

Σιωπηρά  πήρα το μέρος του Χάρη.

Καλύτερα ο Χάρης με τους ανεμόμυλους του παρά οι νιοράντηδες με τις φιέστες τους.

Ο Χάρης εξέδωσε και φλογερή ανακοίνωση  με τίτλο : «Όχι στα κόλπα του Κόλπου».

Ενοχλήθηκαν και οι νεοεμφανιζόμενες  αγωνίστριες κατά του σεξισμού.

Η Φιέστα συν τω χρόνω εκφυλίστηκε και έτσι στον Κόλπο (της Γαρίτσας) , συνεχίζουν να κάνουν το μπανάκι τους οι Τζίες και να αρμενίζουν  οι βαρκούλες του ΝΑΟΚ.

Μια των ημερών γνώρισα και το μουσικό ταλέντο του Χάρη.

Με είχε φωνάξει να του επισκευάσω μια τέντα νομίζω και στο τέλος της δουλειάς μου έβαλε να ακούσω και τις μουσικές του.

Είχε γράψει σε εκατοντάδες κασέτες μαγνητοφώνου αποσπάσματα από αυτοσχεδιασμούς  με την φυσαρμόνικά του.

Ωραίες μουσικές και ατελείωτες.

«Κάτσε να ακούσεις και αυτό»
«Χάρη πρέπει να πάω σπίτι μου να πλυθώ και να φάω. Είμαι στο ποδάρι από τα ξημερώματα »

Μου δώσε μερικά αντίγραφα που τα  ακούω ακόμα.

Τον Χάρη το είδα στο δρόμο πριν από μερικές μέρες.

Πολεμούσε με την αρρώστια του πάντα περπατώντας.

«Τι κάνεις Σταμάτη;»

«Καλά είμαι Χάρη.  Εσύ πως είσαι;»

Με κοίταξε ίσια στα μάτια και μου χαμογέλασε πικρά σαν να μου έλεγε : «Φεύγω».

Του γύρισα την κουβέντα στον καιρό.

«Δεν είναι καλοκαίρι τούτο το φετινό και τα λοιπά»

Χτες  πέθανε ο Χάρης Κατσούλης.

Δεν θα τον ξαναδούμε στους δρόμους της πόλης να μας χαιρετάει κουνώντας το κεφάλι και χαμογελώντας.

Στην ζωή του δίδαξε ανθρωπιά και αυτό είναι ένα σημάδι που χαράζεται ανεξίτηλα στο σώμα της ανθρωπότητας όσοι αιώνες και να περάσουν.

Υποκλίνομαι σε ένα αληθινό δάσκαλο.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Με κομμένη την ανάσα



Ο Μικέλης γεννήθηκε τσου Αγραφούς.

Η Μάνα του τον έλεγε «Μιχαήλη» αλλά δεν του άρεσε γιατί ήτανε χωριάτικο και όταν ήρθανε στη χώρα  το έκανε «Μικέλης» που ήτανε πιο κοσμοπολίτικο.

Ο  Μιχαήλης  ήταν ένας συνηθισμένος επαγγελματίας  μέχρι που χώρισε.

Για την ακρίβεια «τον έδιωξε» καθώς λέγανε οι φαρμακόγλωσσες  της Πόρτα Ρεμούντα.

Ο Μικέλης στην αρχή πέρασε μια περίοδο πένθους .

Για καιρό  ήτανε  σκυμμένος πάνω σε τιμολόγια λες και έδινε πανελλαδικές.
Ξαφνικά κάτι τον τσίμπησε και βγήκε έξω  χαμογελαστός .

Σκιάχτηκα.

Αυτό το χαμόγελο με τρόμαζε. Δεν έμοιαζε με το υποκριτικό χαμόγελο του βουλευτή στο πανηγύρι , ούτε με το υπηρεσιακό χαμόγελο του  σερβιτόρου . Δεν έμοιαζε καν με το χαμόγελο του ψυχοπαθούς.
Μου φαίνεται ότι  ετούτο το χαμόγελο παρουσιαζόταν  ως το χαμόγελο της αισιοδοξίας , ας πούμε,  αλλά κάλυπτε την απόγνωση.  
Μου θύμιζε τον  «Ανθρωπο που γελά» που είχα διαβάσει μικρός.

Όταν λέμε «χαμογελούσε»  δεν εννοούμε που και πού.

Ο Μιχαήλης χαμογελούσε όλη μέρα. Βρέξει χιονίσει.  Ότι και αν άκουγε. 

Λένε οι  μεγάλοι της ψυχολογίας ότι όλοι οι άνθρωποι μετά από μια μεγάλη καμπή της ζωής τους αναπροσαρμόζονται  αναλόγως . Άλλοι  θετικά και δημιουργικά και   άλλοι  υποκρινόμενοι κάτι που θα ήθελαν να είναι και δεν είναι.

Ήξερα  μια  υπάλληλο της στατιστικής υπηρεσία η οποία μόλις πήρε σύνταξη ασχολήθηκε με την καλλιέργεια ρίγανης, έβγαλε και  μια θεωρία για τις θεραπευτικές ιδιότητες της ρίγανης και κατήγγειλε όλη την ανθρωπότητα και κυρίως την νέα γενιά που δεν  γυρνάει στα χωριά της να ζήσει καλλιεργώντας  ρίγανη.

Ένας  άλλος γνωστός μου,  τυπικός υπάλληλος των δικαστηρίων μια ζωή  , μόλις πήρε σύνταξη  έγινε  «αναρχοαυτόνομος»  και κατήγγειλε τους νέους για συμβιβασμό και απάθεια.

Ο Μικέλης μόλις χώρισε  αγόρασε χορτοκοπτικό και βάλθηκε να  καθαρίσει εθελοντικά όλον τον πλανήτη από τσι βατσουνιές .

Έπλενε πεζοδρόμια με πιεστικό .
Έξυνε κολλημένες τσίχλες  με σπάτουλες από τις πλάκες των πεζοδρομίων .
Τοποθετούσε κάδους ανακύκλωσης.
Το μέλλον πλέον για τον  Μιχαήλη ήταν  ο «έθελοντισμός».

Αυτά όλα όμως δεν με ενοχλούσαν .

Εκείνο που με τάραζε ήταν το χαμόγελό του.
Έχει μια αποθήκη εδώ κοντά και περνάει   δεκάδες φορές κάθε πρωί από μπροστά μου με το σκουτεράκι του  φωνάζοντάς  μου  «καλημέρα Σταμάτη»  χαμογελαστός.

Ο εφιάλτης μου.

Πρέπει  να είμαι  συνεχώς σταντ μπάυ  μην περάσει ο Μιχαήλης ,μου πει καλημέρα , δεν προλάβω να ανταποδώσω  και με περάσει για αγενή.

Έτσι όταν η γυναίκα μου μου είπε  να πάμε εκδρομή στην Βουλγαρία  συμφώνησα  αμέσως.

Η Βουλγαρία δεν ήταν μέσα στις προτιμήσεις μου αλλά μιας και ήτανε φτηνά  δέχτηκα  κυρίως για να  μην βλέπω  για μερικές μέρες τον Μιχαήλη χαμογελαστό να μου λέει καλημέρα.

Διασχίσαμε κάμπους και βουνά . Γιοφύρια  και  λαγκάδια και φτάσαμε  επιτέλους στα αδιαμφισβήτητα σύνορα της BP με την Gazprom.

Στο πρώτο βενζινάδικο της Gazprom  σταματήσαμε για ένα σουβλάκι .
Ο σουβλατζής ενώ τύλιγε την πίττα με δεξιοτεχνία  Έλληνα σουβλατζή στο μοναστηράκι με ρώτησε αν  θέλω και γυναίκα.

Αιφνιδιάστηκα .

«Εκτός από σουβλατζής είσαι και νταβατζής;»   ρώτησα ευγενικά και με ενδιαφέρον.
«..και Σοβατζής , και πλακάκια , και υδραυλικά» μου απάντησε σοβαρά.

Ανεβήκαμε τις αμέτρητες στροφές του όρους Πιρίν  και επιτέλους φτάσαμε στο χιονοδρομικό κέντρο  ενός μέχρι πρότινος ασήμαντου ορεινού χωριού που έχει  μια εκκλησιά ένα νεκροταφείο , 50 σπίτια και  πεντακόσια ξενοδοχεία .
Με το που άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου μου κόπηκε η ανάσα.
17 υπό το μηδέν !

Σκέφτηκα ότι άν  δεν καταφέρω να διασχίσω το δρόμο θα με βρούνε το πρωί κοκκαλωμένονε  απάνω στην νησίδα σαν τον Τζάκ Νίκολσον στην «Λάμψη».

Με το  που μπήκα στην είσοδο του φτηνού αλλά πολυτελούς ξενοδοχείου μου ξανακόπηκε η ανάσα .

Μπροστά στην ρεσεψιόν ο… Μιχαήλης  χαμογελαστός .

«Σταμάτη  αδρεφέ! Και σύ εδώ;  Θα περάσουμε τέλεια!»

Κοίταξα προς τα πάνω που συνήθως βρίσκονται οι Θεοί.

Από πάνω μου ένας τεράστιος πολυέλαιος βουλγάρικης αισθητικής .
Νόμιζα ότι είναι ώρα να  κοπεί το συρματόσχοινο και να  μου πέσει στο κεφάλι.

Ήθελε να μου πάρει και τις βαλίτσες στο δωμάτιο.

«Μην κάνεις έτσι μου είπε η γυναίκα μου… γίνεσαι υπερβολικός… δεν τον είδες με τα πέδιλα;  Ήρθε για σκί… όλο το πρωί θα λείπει.»

Έσφιξα τα  δόντια.

Στο εστιατόριο αργότερα εκεί που περίμενα  στην ουρά στον μπουφέ νοιώθω να με ακουμπάνε δυό στητά και μυτερά  στήθη  ψηλά στην πλάτη.

Γυρνάω και μου ξανακόβεται η ανάσα για Τρίτη φορά .

Μια ρωσίδα  δύο μέτρα  από αυτές  των επιδείξεων μόδας με ένα πιτσιρίκι στο χέρι.

Κρατάω την ψυχραιμία μου.

Ο Ρώσος απέναντι περιμένει  στο τραπέζι κοιτάζοντας αφηρημένος  τριγύρω.

Ξυρισμένο κεφάλι χοντρός λαιμός και τατού.

Κλασικός τύπος ρώσου μαφιόζου.

Σίγουρα στο πόρτ μπαγκάζ θα έχει και κανένα πολυβόλο για ώρα ανάγκης.

Φαίνεται ότι όταν εγώ ήμουνα αφισοκολλητής στην ΚΝΕ αυτός ήτανε  ταμίας της  Κομσομόλ.

Δεν με παίρνει ούτε να το σκέφτομαι.

Επιτέλους ξημέρωσε και βλέπω στην ρεσεψιόν μέσα  στο τσούρμο τον Μιχαήλη  και τον μαφιόζο με πέδιλα  σκούφους γυαλιά και λοιπά συμπράγκαλα να ετοιμάζονται για  το χιονοδρομικό κέντρο.

Ωραία! Είναι  ευκαιρία τώρα που θα λείπουν όλοι  στις ερημιές  να κατέβω  στα υπόγεια του ξενοδοχείου και να μπω επιτέλους σε Τζακούζι που το είχα καημό.

Παίρνω το κατάλευκο μπουρνούζι και διασχίζω τους άδειους διαδρόμους ωσάν τον Λέοντα τον Γ’  των Ισαύρων .

Η τεράστια αίθουσα με την πισίνες ήταν εντελώς  άδεια.
Μπαίνω στην λούμπα με τις  μπουρμπουλήθρες και αισθάνομαι ότι δεν πήγε τσάμπα τόσος δρόμος.

Ξαφνικά μου κόβεται η ανάσα για τέταρτη  φορά .
Μπαίνει στην άδεια αίθουσα μοναχή της η ρωσίδα με τον πιτσιρικά.

Ρίχνει τον πιτσιρίκο στην μεγάλη θερμαινόμενη πισίνα να πάρει ένα μπούγιο  και έρχεται  με βηματισμό μοντέλου  καταπάνω μου.

Ανεβαίνει στο  περβάζι και περνάει πάνω από το κεφάλι μου.
Φοράει ένα μαγιώ που δεν είναι σωστό να το περιγράψω δημοσίως . Άλλωστε έχουν αναφερθεί επαρκώς σε  αυτό οι μεγάλοι της  Κβαντικής μηχανικής στην «Θεωρία των υπερχορδών. Τα περίφημα “super strings”.

Κατεβαίνει αργά τα σκαλιά του Τζακούζι  και ξαπλώνει κλείνοντας τα μάτια.
Τα πόδια της έχουν φτάσει δίπλα από την μύτη μου.

Σκέφτομαι ότι αν πάθω ανακοπή εδώ μέσα την άλλη μέρα θα είμαι πρώτο θέμα στο δελτίο ειδήσεων  του Corfu Chanel  « Γνωστός  Κερκυραίος  ηλεκτροσυγκολητής  άφησε την τελευταία του πνοή από ανακοπή σε Τζακούζι όπου  βρισκόταν με ρωσίδα τόπ μόντελ.

Μου κόβεται η ανάσα για Πέμπτη φορά όταν βλέπω εκείνη την στιγμή να μπαίνει στην αίθουσα ο Μικέλης χαμογελαστός.

Νόμιζα ότι έβλεπα βρικόλακα. Τον είδα να φεύγει με το λεωφορείο για τα βουνά.

«Σταμάτη το μετάνιωσα. Θα μείνω εδώ σήμερα και αύριο βλέπουμε».

Βγαίνω άρον άρον από το τζακούζι και τρέχω να καλυφθώ.

Με παίρνει από πίσω.

Καταφεύγω στο χαμάμ.

Μου ξανακόβεται η ανάσα για έκτη φορά . Θερμοκρασίες  Αφροδίτης.

Κάθομαι σε ένα ξύλινο πάγκο με τον Μιχαήλη από δίπλα να μου εξηγεί κάτι για «δράσεις» που μας περιμένουν μόλις γυρίσουμε στην Κέρκυρα.

Αν πάθω ανακοπή εδώ μέσα από την πολύ ζέστη  αύριο θα είμαι πρώτη είδηση  στο Corfu Chanel. «Γνωστός  Κερκυραίος γκέι  ηλεκτροσυγκολλητής βρέθηκε νεκρός από ανακοπή σε χαμάμ με τον συνοδό του».

Δεν θα ησυχάσει η ψυχή μου ούτε στον άλλο κόσμο.

Θα γυρίσω πίσω με μοναδικό σκοπό να πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια τον  Μικέλη.

Γυρίσαμε στην Κέρκυρα με ανακούφιση .

Παραλίγο θα έπεφτα στο γόνατα να προσκυνήσω τα ιερά  πέτσα του λιμανιού.

Την επομένη πάω να βάλω το κλειδί στην πόρτα και ακούω πίσω μου μια φωνή.

«Καλημέρα Σταμάτη»

Τώρα που σας μιλάω ετοιμάζω ταξίδι για τον Βόλο και  έχω μια  ανεξήγητη ανησυχία.