Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Η Νεσπολιά της οδού Πολυχρονίου Κωνσταντά


Οι Νέσπολες δεν αρέσουν σε όλους.

Για την ακρίβεια δεν αρέσουν στου περισσότερους.

Γνώρισα πολλούς ανθρώπους από διάφορα μέρη. Μικρασιάτες, Βλάχους, Αρβανίτες, Πόντιους, Αρμένηδες, Μακεδόνες, Πομάκους …πολλούς.

Για κάποιο λόγο δεν τις  θεωρούσαν  φρούτο άξιο λόγου.

Στις λαϊκές πουλούσαν πορτοκάλια, μήλα, κεράσια, κρπούζια, πεπόνια αλλά ποτέ Νέσπολες.

Μάλιστα τις  ονόμαζαν υποτιμητικά .. «Μούσμουλα».

Ακούς εκεί «Μούσμουλα»!

Εγώ από μικρός έμαθα από τους προγόνους μου να εκτιμώ αυτό το ανοιξιάτικο φρούτο που είναι και από  τα λίγα άλλωστε που βρίσκει κανείς την άνοιξη.

Πολύ αργότερα έμαθα ότι αυτή η προτίμηση μας εμάς των Επτανησίων  για τις Νέσπολες έχει μεγάλη ιστορία.

Όπως όλοι λοιπόν έτσι και εγώ έχω δυό Νεσπολιές στον κήπο μας .

Τις φύτεψε ο Πάππους μου αλλά καθώς μου είπε «Ουδέποτες φάγαμε μια νέσπολα από αυτές».

Το χώμα ήταν καλό. Η τοποθεσία δεν είχε κάτι το περίεργο . Η Ράτσα συνηθισμένη. Τι γινόταν και δεν καρποφορούσαν; 
Κανείς δεν ήξερε.

Οι γειτόνοι μας παρότρυναν να τις κόψουμε.

Κανείς μας δεν ήθελε παρόλο που μας έπιαναν τόπο.

Αν μας ρώταγες κανείς δεν ήξερε να σου απαντήσει στο ερώτημα «μα γιατί δεν τις κόβετε;».

Έτσι λοιπόν, μη έχοντας τι άλλο να κάνω, διακρίθηκα ως ένας από τους πιο διάσημους κλέφτες  Νέσπολας.

Κάθε άνοιξη είχα σταμπάρει τις ξένες νεσπολιές και τις επισκεπτόμουν διακριτικά.

Λόγω των πεποιθήσεων μου ουδέποτε έκλεβα με σακούλα.

Πάντα όσες χωράγανε στα χέρια μου.

Αρκετοί ιδιοκτήτες Νεσπολιών το εκτιμούσαν αυτό και με αντιμετώπιζαν φιλικά.

Υπήρξαν και οι ελάχιστοι που με καθύβριζαν και με απειλούσαν με αποκεφαλισμό.

Τους απέφευγα προκειμένου να μην καταλήξω σαν τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.

Έτσι περνούσαν οι Απρίληδες και οι Μάηδες της μικρής μας ζωής.

Σκέφτομαι καμιά φορά να τους μετρήσω αλλά με πιάνει μια μελαγχολία αναλογιζόμενος τους εναπομείναντες και σταματάω στα μισά .

Κάποιο Μάη σαν τώρα καληώρα εκεί που έτρωγα τις κλεμμένες Νέσπολες από του Κωτσέλα ασκούμουν στο αγαπημένο μου σπορ της σκοποβολής δια του φτυσίματος σπόρων Νέσπολας.

Φαίνεται ότι κάποιος έπεσε σε μια γλάστρα  και την επομένη χρονιά να σου και φυτρώσανε δυο φυλλαράκια.

Οι ειδικοί απεφάνθησαν ότι πρόκειται περί Νεσπολιάς και μάλιστα «Μαλτέζικης από του Κωτσέλα».

Την πότιζα για καιρό μέχρι  που ήρθε ο καιρός απελευθέρωσης της από τα δεσμά.

Προκειμένου να μην μου τηνε κάψουν τα κάτουρα των σκύλων την φύτεψα στο προαύλιο του παιδικού σταθμού της γειτονιάς.

Οι Νεσπολιές μεγαλώνουν μεν  γρήγορα αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θα καρπίσουν.

Δεν ξέρω αν η επιστήμη μπορεί να εξηγήσει αυτό το περίεργο φαινόμενο.
Γιατί δηλαδή η μια καρπίζει και η άλλη όχι.
Στο ίδιο χώμα . Από την ίδια μάνα . Από την ίδια ράτσα. Με τον ίδιο καιρό.
Περίεργα πράματα.

Πέρασαν χρόνια και η Νεσπολιά της Πολυχρονίου Κωνσταντά δεν έκανε ούτε μία Νέσπολα.

Φέτος μόλις βγήκα από το Σούπερ Μάρκετ  κοίταξα απέναντι αφηρημένος και την είδα εκεί στη γωνιά της γεμάτη καρπό.

Άφησα τα ψώνια και πέρασα απέναντι.

Το πορτόνι ήταν κλειστό.

Φώναξα την νηπιαγωγό.

Από το κούτελο και την όλη  κοψιά μου φάνηκε Ηπειρωτοπούλα.

«Μπορείτε να μου ανοίξετε παρακαλώ;»

Μου ανοίγει νομίζοντας ότι έχω έρθει για κάποιο από τα παιδιά.

Διασχίζω την αυλή.

Με ακολουθεί περίεργη.

Κόβω μερικές Νέσπολες.

«Είστε γνωστός;» ερωτά.

«Πολύ» της απαντώ.
...

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Σχεδόν καλοκαίρι



Τα καλύτερα μπάνια τα κάνω πάντα πριν έρθουν,  η αφού φύγουν (οι άλλοι).

Σήμερα είχε τριάντα βαθμούς το καταμεσήμερο.

Η Λισάβετ προέβλεψε Αρμαγεδδώνα.

Την αγνόησα και είπα να κάνω το τελευταίο μπάνιο μου στον Αλμυρό πριν το οριστικό τέλος του κόσμου.

Η απέραντη παραλία ήταν άδεια.

Έβαλα το ποδάρι μου στο νερό.

Σχεδόν κρύο.

Απέναντι τα βουνά της Αλβανίας .

Τα  χιόνια έχουν σχεδόν λιώσει.

Κυριακή σήμερα και το Λούκοβο απέναντι δεν θα έχει ξυπνήσει ακόμα.
Η πλατεία του χωριού θα είναι άδεια.

Αργότερα θα γεμίσει με άντρες για το πρωινό κυριακάτικο καφέ.

Τις γυναίκες του Λούκοβο φαίνεται ότι τις πειράζει ο καφές και κάθονται σπίτι να μαγειρέψουν.

Οι κάτοικοι του Λούκοβο πιστεύουν ότι είναι σχεδόν Ηπειρώτες.

Άλλοι τους θεωρούν σχεδόν Αλβανούς.

Ζουν στην πλαγιά του βουνού και είναι σχεδόν βουνίσιοι.

Η σχεδόν θαλασσινοί.

Πέρασαν και έναν «σχεδόν Κομμουνισμό» και δείχνω κατανόηση.

Είναι σχεδόν μεσημέρι.

Βλέπω τον Τάσο να  έρχεται σέρνοντας  βαριεστημένα τις σαγιονάρες του στην άμμο με μια πετσέτα στο πλάτη.

Μου κουνάει σοβαρός το κεφάλι από μακριά .

Κάτι σαν σχεδόν «καλημέρα».

Δούλευε από μικρός «αρτοποιός σε βιοτεχνία που έφτιαχνε ψωμί και φύλλο και άλλα πολλά».

Καλό παιδί , καλός μάστορας και το καλύτερο σέντερ μπακ στην τοπική ομάδα του χωριού.

Παρέμεινε ένας εξαιρετικός φαρσέρ , φιλόσοφος, , φτωχός και αγαπητός σε όλους.

Θα μπορούσε να είχε ανοίξει δική του βιοτεχνία και να τα έχει κονομήσει αλλά «δεν ήτανε του χαραχτήρα του».

Σε λίγο  εμφανίστηκε και ο Κώστας φορτωμένος συμπράγκαλα παραλίας λες και θα έμενε για πάντα εκεί.

Μόλις είδε τον Τάσο λοξοδρόμησε και πήγε από την άλλη μεριά .

Με βάλανε στη μέση.

Δεν γουστάρει ο ένας τον άλλον.

Παλιά ήτανε μαζί «στο κόμμα».

Ο Κώστας ήτανε πάντα άνθρωπος «της προόδου».

Είχε τελειώσει την «Εμπορική» και πίστευε ακράδαντα ότι «ο καπιταλισμός προσφέρει άπειρες ευκαιρίες για να τον ανατρέψουμε από τα μέσα».

Έτσι βάλθηκε να  ανατρέψει τον καπιταλισμό μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ.

Έκανε και γραφείο  «οικονομικών υποθέσεων και συμβουλών» και απέκτησε μεγάλη πελατεία που τον θαύμαζε και τον παρότρυνε να συνεχίσει το ανατρεπτικό του έργο.

Κάποτε τόνε ψηφίσανε και ως «ανεξάρτητο δημοτικό σύμβουλο»  και έφτασε μέχρι «αντιδήμαρχος οικονομικών υποθέσεων».

Το Τάσο τον απέφευγε γιατί τον ειρωνευόταν και τον χλεύαζε δημοσίως.

Ποτέ δεν συγκάνανε αυτοί οι δύο.

Παρόλα αυτά   όπου έβλεπες το έναν, κάπου εκεί κοντά θα ήταν και ο άλλος.

Λες και κάτι τους τραβάει.

Έτσι , που λέτε βρέθηκα να λιάζομαι  ανάμεσα σε ένα  «σχεδόν καλοκαίρι» που δεν το έχει πάρει ακόμα απόφαση  και σε έναν «σχεδόν χειμώνα»  που παριστάνει καμαρωτός το καλοκαίρι.


Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

Δάκης



Συμπαραστέκομαι ολοψύχως  στην δοκιμασία του Δάκη.

Αυτές τις μέρες ο αγαπημένος μου τραγουδιστής βρέθηκε στο νοσοκομείο σε ηλικία 75   ετών για μια κρίσιμη εγχείρηση στο παχύ έντερο.

Του εύχομαι καλή ανάρρωση πάνω από όλα διότι εξαιτίας του είμαι κάτοχος συγκλονιστικών εμπειριών στο Α/Τ Άνω Δάφνης που καθόρισαν την μετέπειτα ζωή μου.

Έγραψα κάτι πριν από καιρό εις ανάμνηση των μαρτυρίων που υπέστην στα κολαστήρια του Α/Τ Άνω Δάφνης τότε.
Έφαγα τον κόσμο  αλλά δεν το βρίσκω πουθενά.
      
Ας πάρουμε τα πράματα όμως από την αρχή.

Γύρω στο πολυτεχνείο (δεν θυμάμαι ακριβώς διότι έχουν περάσει πολλά χρόνια) στην γειτονιά μας τοιχοκολλήθηκαν αφίσες για μια και μοναδική συναυλία του Δάκη σε ένα σινεμά στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης.

Ο Δάκης τότε ήταν κάτι σαν τον Ρουβά της σημερινής εποχής.

Να μην επεκταθώ.

Εκείνη την εποχή ιδρύσαμε με άλλον ένα το θρυλικό συγκρότημα Flying Ships που κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να αναστατώσει την γειτονιά μας και να γίνει δέκτης προπηλακισμών ,  απειλών και ύβρεων από δεκάδες βιοπαλαιστές που δεν μπορούσαν να κλείσουν μάτι.

Οι Flying Ships ήμασταν, ας πούμε,  κάτι σαν οι Uraiah Heep  του Δουργουτίου.

Μόλις μάθαμε για την επικείμενη συναυλία του Δάκη ταραχή έπεσε στο Δουργούτι και το σανίδωμα υποχώρησε από την πίεση την μεγάλη του ήλιου (καθώς λεν και οι ποιητές).

Πως μπορούσε στην ίδια γειτονιά να συμβιώσουν οι Δάκηδες με τους Flying Ships ;

Έγιναν οι απαιτούμενες διαβουλεύσεις με συγκροτήματα των γύρω περιοχών και απεφασίσθη να συγκροτηθεί απελευθερωτικό μέτωπο,  να πάμε στην συναυλία του Δάκη και να τονε …γιαουρτώσουμε.

Αγοραστήκανε τα εισιτήρια, τα γιαούρτια και τα αυγά και συντονιστήκαμε πάνω στο τραγούδι «Εκείνο το πρωί στην Κηφισιά».

Θα σκορπίζαμε στην αίθουσα και στο δεύτερο ρεφραίν «..σαν πάς με κάποιον άλλον να θυμάσαι, εκείνο το πρωί στην Κηφισιά» στο «Κηφισιά» θα έπεφταν τα αυγά και τα γιαούρτια.

Οι φανατικές ακροάτριες του θα αιφνιδιάζονταν βλέποντας να πέφτουν γιαούρτια από όλες της μεριές του σινεμά και θα παρέλυαν μην μπορώντας να καταλάβουν τι συνέβη.

Κατά την διαφυγή μας δεν έπρεπε να έχουμε πάνω μας τίποτα  που να μας προδίδει . Ακόμα και το περιτύλιγμα έπρεπε να το πετάξουμε.

Όλα πήγαιναν καλά ώσπου κατά την Τετάρτη βγαίνουν φυλλάδια που μας ειδοποιούν  ότι ματαιώνεται η συναυλία του Δάκη και στην θέση του θα τραγουδήσει ένα νεοανερχόμενο αστέρι της λαϊκής πόπ ονόματι «Φίλιππος Νικολάου».

Αυτόν δεν τον ξέραμε αλλά για να μην πάνε χαμένα τα γιαούρτια αποφασίσαμε να μην γίνει καμιά αλλαγή στο πρόγραμμα.

Μάλιστα μάθαμε το σουξέ του συντονιστήκαμε πάνω σε αυτό.

Το τραγούδι έλεγε : « Ποιος ήλιος εξεπροβαλέ, μεγιεμελέ μεγιεμελέ , ποιος ξέρει για πού τόβαλε, Μεγιεμελέ μεγιεμελέ….»

Δεν ξέραμε ούτε και μάθαμε ποτέ τι ήταν αυτό το «Μεγιεμελέ» αλλά τα γιαούρτια θα πέφτανε στο τρίτο «Μεγιεμελέ» του ρεφραίν .

Υποτιμήσαμε  όμως τις ικανότητες των αρχών ασφαλείας και του δικτύου πληροφοριοδοτών (χαφιέδων).

Μας  περιμένανε με πολιτικά στην πόρτα.

Συνελήφθησαν όσοι είχαν στα χέρια τους σακούλα με αυγά και γιαούρτια.

Στο Α/Τ Άνω Δάφνης περάσαμε μια εφιαλτική νύχτα με χαστούκια και κλωτσιές.

Τους είπαμε ότι τα γιαούρτια τα πήραμε για να τα φάμε και τα αυγά μας τα παρήγγειλε η μάνα μας αλλά δεν μας πίστεψαν.

Μας αποκαλούσαν «τεντιμπόηδες» και «κουμουνιστές».

Φάγαμε τόσες κλωτσιές που γυρνώντας σπίτι μας το πρωί αποφασίσαμε να αναθέσουμε  σε έναν  που ο πατέρας του ήτανε καθηγητής και ήξερε,  να μάθει και να μας πει τι είναι οι «κουμουνιστές».

Να μην πάει τζάμπα τόσο ξύλο.

Το Δάκη τον συνάντησα μετά τριάντα χρόνια ένα βράδυ σε ένα μπαράκι στο «Εμπορικό» .

Δεν τον γνώρισα μες στο σκοτάδι αλλά μιας και μου χαμογέλασε του χαμογέλασα και εγώ και χαιρετηθήκαμε δια χειραψίας.

Καλή ανάρρωση σύντροφε!
Μην το κουνήσεις από εδώ.
Σε χρειαζόμαστε ακόμα.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Σιόρα Λισάβετ




Ο Καιρός ουδέποτε είναι καλός για την Σιόρα Λισάβετ.

Δεν εννοώ τις τελευταίες μέρες του Μάρτη που διανύουμε.

Εννοώ τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Η μέρα της ξεκινάει πάντα με σχόλια για τον καιρό του τύπου:
«Ψύχρα!»
«Μας θέρισε!»
«Καήκαμε!»
«Μας έπνιξε!»
«Πόντα Μαλίνια!»

Μια φορά έκανα το λάθος να της πω ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια σύμφωνα με τις στατιστικές της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας αυτήν την μέρα κάνει συνήθως το ίδιο καιρό.

Με κοίταξε λες και ήμουνα  μάρτυρας του Ιεχωβά που προσπαθεί να την προσηλυτίσει.

Τα σχόλια της σιόρα Λισάβετ που ακολουθούν αμέσως μετά αφορούν σε:
 Θανάτους γειτονισσών,
καρκίνους του πνεύμονα,
οικονομικές καταρρεύσεις,
σκληρύνσεις κατά πλάκας,
μειώσεις συντάξεων,
θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων και
πυρηνικών πολέμων.

Η Σιόρα Λισάβετ δεν βλέπει τίποτα καλό σε αυτόν τον κόσμο.

Για σένα δεν λέει τίποτα κακό . Μάλιστα σου ρίχνει καθημερινά  και ριπές από ευμενή σχόλια και αυτοσχέδιες ευχές.

Είσαι ο δέκτης της και σε χρειάζεται.

Για όλους τους άλλους όμως δεν υπάρχει μια καλή κουβέντα.

Ξεκινάει από τους βουλευτές και τους δημάρχους.
Συνεχίζει  στα δημόσια πρόσωπα της πόλης μας.
Περνάει αμέσως στους γειτόνους  έναν έναν.
Αφήνει τελευταίο το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο.

Τα περιστέρια που τις κουτσουλάνε την μπουγάδα.
Οι Γάτοι «που κακοχρόνο νάχουνε».
Οι Σκύλοι «που γαυγίζουνε και έχουνε καταχέσει τσου δρόμους».

Τελευταία την ενοχλούν και τα πρώτα πετροχελίδονα «που  δεν θα μας αφήκουνε να κοιμηθούμε όλο το καλοκαίρι».

Παλιά είχα μια φιλενάδα που αντί να βλέπει την πανσέληνο έβλεπε τα καλώδια της ΔΕΗ που περνάγανε από μπροστά.

Και τα καλώδια να μην υπήρχαν κάτι άλλο θα έβρισκε  για να μην δει το φεγγάρι.

Άσχημη αρρώστια.

Θα μου πείτε: «Πάντοτε υπήρχε» .

Σύμφωνοι. Σήμερα όμως έχει γίνει επιδημία.

Σπάνια θα βρεις κάποιον που να τραγουδάει με την καρδιά του χωρίς να είναι μεθυσμένος.

Έχω την φοβερή υποψία ότι ακόμα και οι χορωδοί σφίγγονται για να τραγουδήσουν. Σαν από υποχρέωση η σαν μια  απέλπιδα προσπάθεια μην ξεχάσουν να τραγουδούν.

Προχτές κοίταγα αφηρημένος μια βιτρίνα και σιγοτραγουδούσα. Βγήκε η πωλήτρια και με κοίταξε τρομαγμένη.

Στις πολιτικές συζητήσεις της γειτονιάς γίνεται πλειοδοσία καταστροφής.
Αν τολμήσεις  να αμφιβάλεις στο ελάχιστο για την επικείμενη καταστροφή θα σε κοιτάξουν τουλάχιστον με καχυποψία.

Κινδυνεύεις να κατηγορηθείς ότι κάνεις πλάτες στον Δήμαρχο, στον βουλευτή , στον ηγούμενο, στον προηγούμενο, στο λαμόγιο, στον Αμερικάνο , στον Τούρκο, στον Νορβηγό.

Η παραμικρή σου απροσεξία μπορεί να σε κατατάξει στους σεξιστές , στους ρατσιστές, στους λικβινταριστές, στους αριστεριστές η στους συμβιβασμένους.

Είναι οι μέρες που νοιώθεις σαν να περπατάς μέσα σε ναρκοπέδιο.

Δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις.

Πρέπει να λες ότι σου πηγαίνουν όλα στραβά.
Να μην σου φτάνουν τα λεφτά.
Ο Λαός να πεινάει.
Να φοράς τα ίδια παπούτσια είκοσι χρόνια.
Να  σε έχουν κλέψει.
Να είσαι βλοσυρός.
Να σε έχουν προδώσει.

Προπάντων άμα δεις την σιόρα  Λισάβετ μην κάνεις το λάθος να πεις: «Μα τι ωραίος  καιρός σήμερα!»

-----

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Τα Τζαντζαμίνια της Ζακύνθου




Υπήρχε πριν από χρόνια ένα καραβάκι που έκανε την διαδρομή Κέρκυρα-Παξοί-Πάργα-Πρέβεζα-Λευκάδα-Κεφαλονιά-Πάτρα-Ζάκυνθος και ξανά πίσω.

Λόγω μεγέθους ταξίδευε κόστα-κόστα και μετέφερε επιβάτες και εμπορεύματα.

Γύρευε πόσο καιρό έκανε το κάθε ταξίδι.

Το λέγανε «Λουτσίντα».

Οι παλιοί Κερκυραίοι όταν θέλανε να σχολιάσουν κάποια που κουνιόταν έλεγαν: «Αυτή κουνιέται σαν την Λουτσίντα».

Πράγματι,  λένε ότι το καραβάκι σου έβγαζε τα άντερα ειδικά όταν πέρναγε από την Λευκίμμη στους Παξούς.

Λίγο πριν και λίγο μετά τον πόλεμο η Λουτσίντα ήταν το μόνο μέσο επικοινωνίας των Επτανησίων.

Μετά καταργήθηκε και αυτό με αποτέλεσμα οι Επτανήσιοι να μην συναντώνται σχεδόν καθόλου.

Μολονότι έχουμε τον ίδιο προαιώνιο πολιτισμό. Τρώμε τα ίδια φαγητά. Μιλάμε την ίδια γλώσσα. Τραγουδάμε τα ίδια τραγούδια και ζούμε λίγα μίλια ο ένας από τον άλλο δεν γνωριζόμαστε καν.

Όταν οι άλλοι ήταν 400 χρόνια υπό τον «Τούρκικο ζυγό» , εμείς οι Επτανήσιοι ήμασταν 400 χρόνια “sotto controllo Veneziano “ .
Φυσικό είναι να έχουμε άλλες επιρροές που ακόμα είναι ζωντανές .

Τον Μάιο , λένε, θα ζωντανέψει ξανά η «Λουτσίντα» .
Ένα νέο πλοίο θα συνεχίσει το έργο της.
Λέω να είμαι από τους πρώτους επιβάτες του.
Θα χουνε μπει και οι ζέστες και την ώρα που οι άλλοι θα ψήνονται εγώ θα είμαι ξάπλα στο κατάστρωμα με απλωμένα χέρια και πόδια σαν τον «Κεφάλα» στην Κανιζέλα.

Η Αύρα θα χαϊδεύει το ηλιοκαμένο και ταλαιπωρημένο κορμάκι  μου και η  αισθησιακή φωνή της τριτοετούς φοιτήτριας του τμήματος  Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου που κάνει εκπομπή στον τοπικό ραδιοφωνικό  σταθμό θα με σαγηνεύει.

Θεός!

Είχα την ατυχία να συναντήσω την εν λόγω φοιτήτρια μια μέρα που βρέθηκα στον ραδιοφωνικό σταθμό για δουλειά .

Λέω την «ατυχία» διότι ακούγοντας την στο ραδιόφωνο φανταζόμουν άλλα.
Τελικά  δεν ήταν παρά μια νευρικιά , δύστροπη, παχουλή και ατημέλητη κοπέλα με σπυριά  που την έσερνε ένας μαντρόσκυλος .

Κρατούσε πάντα στο χέρι της μια νάιλον σακούλα για να μαζεύει τα σκατά του μαντρόσκυλου.

Έσκυβε με χάρη. Τα τύλιγε προσεκτικά και τα  έριχνε στον πρώτο σκουπιδοτενεκέ.

Καλύτερα ήταν τότε που γνώριζα μόνο την φωνούλα της να κάνει σχόλια για την κίνηση και τον καιρό ανάμεσα σε έντεχνα ανατολίτικα τραγουδάκια.

Τι να κάνουμε; Έτσι είναι ο κόσμος.

Μια φορά είχα γνωρίσει μια σεμνότυφη νοικοκυρά με αρχές που έγραφε μυθιστορήματα γεμάτα πάθος στα όρια του πορνό.

Ξαναγυρνάμε άρον-άρον στο κατάστρωμα του πλοίου της γραμμής.

Ενώ, λοιπόν, θα απολαμβάνω το ταξίδι προς Τζάντε το μυαλό μου που και πού θα φεύγει προς την Λουτσίντα.

Τη Γάτα μου την βρήκα νήπιο πατημένη από την κοιλιά και πίσω από κάποιο μηχανάκι μάλλον.

Μου πόνεσε έτσι που με κοίταγε παρακλητικά στα μάτια και την έβαλα στο αποθηκάκι με γάλα νερό και στρωσίδια.

Ο Γιατρός απεφάνθη ότι «εάν ενεργηθεί εντός δύο ημερών μάλλον την έχει σκαπουλάρει».

Μέσα σε δύο εβδομάδες  το γατί ανέβαινε από το παντελόνι μου στον ώμο και κοίταγε με περιέργεια τις δουλείες που έκανα στο εργαστήριο μου.

Μόλις ξεθάρρεψε ανέβαινε στο κεφάλι μου και έπαιρνε και το σουρούπι της.

Την έβγαλα Λουτσίντα  γιατί  όταν την βρήκα κούτσαινε σαν την Λουτσίντα της πλατείας.

Αργότερα βρήκε και γκόμενο.

Ο «Κεφάλας» είναι ένας βρωμερός γάτος της γειτονιάς που την γλυκοκοιτάζει.

Έχει χοντρό λαιμό , μεγάλο κεφάλι και κοιμάται ανάσκελα στην Κανιζέλα τα καλοκαίρια με απλωμένα τα χέρια και τα πόδια αδιαφορώντας προκλητικά για  την κατάσταση της οικονομίας .

Με αυτά τα ιντερέσα στο μυαλό μου, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου , θα κατηφορίζω το Ιόνιο.

Ώσπου θα με ξυπνήσουν οι ευωδιές από τα Τζαντζαμίνια της Ζακύνθου.

Δεν πιστεύω να ζητάω πολλά;
..

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Το εικονοστάσι


Έχω φτιάξει πολλά εικονοστάσια .
Τα βλέπω στις άκρες του δρόμου καθώς περνάω.
Τα εικονοστάσια με ταξιδεύουν στο πρόσφατο εργασιακό μου παρελθόν καθώς οδηγώ.
Θυμάμαι μια γριούλα από τσου Σγουράδες.
Ήθελε ένα εικονοστάσι να το βάλει στην άκρη του δρόμου σε μια στροφή που είχε σκοτωθεί ο άντρα της.
Είχε πέσει με το τρίκυκλο σε ένα γκρεμό.
Το εικονοστάσι έκανε είκοσι χιλιάρικα (δραχμές).
Την Παρασκευή ήρθε. Άνοιξε με αργές τελετουργικές κινήσεις το φάκελο με τη σύνταξη και μου μέτρησε τα μισά λεφτά.
«Θα με πληρώσεις όταν το φέρω στο χωριό» της είπα.
Την άλλη Κυριακή πήγα στην στροφή που μου είπε και το έβαλα .
Ευτυχώς δεν έκανα λάθος στην στροφή.
Έφυγα χωρίς τα λεφτά.
Η Γριούλα με έψαχνε για καιρό να με πληρώσει.
Τελικά πληρώθηκα με το ζόρι με ένα ντενεκέ λάδι και ένα μποτιλιόνι κρασί.
Μέχρι τότε νόμιζα ότι τα εικονοστάσια είναι τάματα στους Θεούς για την ψυχή των σκοτωμένων στις αμέτρητες στροφές της ζωής.
Κάποτε έμαθα ότι τοποθετούνται και ως ευχαριστήριο στους Θεούς του καθενός που τον προστάτευαν από ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα.
Για κάποιο λόγο οι Θεοί άλλους τους παίρνουν στον παράδεισο τους και άλλους τους αφήνουν να ζήσουν λίγο ακόμα .
Τα κριτήρια για την απόφαση των Θεών την κρίσιμη στιγμή παραμένουν ανεξιχνίαστα.
Λογικά θα πρέπει να παρακαλάς να σκοτωθείς στην επόμενη στροφή και να πάς στον παράδεισο της αιώνιας ευδαιμονίας.
Αντί αυτού τους ευχαριστείς που σε άφησαν εδώ κάτω να κυλίεσαι στο βούρκο.
Κανονικά θα έπρεπε κάθε που οι Θεοί παίρνουν κάποιον στον Παράδεισο να κάνει το χωριό πανηγύρι και κάθε που γλυτώνεις από τροχαίο να κερνάς ποτό με κόλλυβα στα μπαράκια το βράδυ.
Κάτι τέτοια σκεφτόμουν τις προάλλες στο εικονοστάσι του Βίκου.
Εκεί ανάμεσα στα φοβερά γκρεμνά σε ένα μονοπάτι που χωράνε με το ζόρι οι δυο πατούσες σου , σε μια στροφή, υπάρχει ένα πέτρινο Εικονοστάσι.
Προφανώς κάποιος πήρε ανοιχτά τη στροφή.
Κοίταξα κάτω.
Αν έπεσε στον Βοϊδομάτη μάλλον θα βρήκαν το πτώμα του στην Ηγουμενίτσα σκέφτηκα .
Τυχερός. Δωρεάν ράφτινγκ στον Βοϊδομάτη και δωρεάν αιώνια διαμονή στον παράδεισο.
Χτές ήρθε και με βρήκε μια παλιά συντρόφισσα της εποχής του (ενός και μοναδικού) ΚΚΕ.
Ήθελε «τιμές» για ένα εικονοστάσι.
Κινδύνεψε σε τροχαίο να βρεθεί στον παράδεισο και φαίνεται ότι οι Θεοί την προστάτεψαν.
« Δεν κάνω πια εικονοστάσια» της είπα.
«Θα σε πληρώσω» μου είπε.
«Πουλάνε έτοιμα εικονοστάσια στο LDL” της απάντησα.
«Αλήθεια!» με ρώτησε έκπληκτη.
«Βεβαίως!.... Μάλιστα, οι πιο πιστοί κομμουνιστές παίρνουν καμιά δεκαριά στο πόρτ μπαγκάζ και κάθε που αποφεύγουν έναν κίνδυνο βγαίνουν από το αυτοκίνητο με την βαριοπούλα στο χέρι και καρφώνουν και ένα εικονοστάσι στην άκρη του δρόμου.
Την θυμάμαι πάντα σίγουρη αλλά αυτή τη φορά είδα στα μάτια της την αμφιβολία.

Κάτι είναι και αυτό.

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Η Επανάσταση των γαιδάρων



Ο Θοδωρής γεννήθηκε στην Κέρκυρα από μάνα Κερκυραία και πατέρα Ηπειρώτη.


Έτσι συμβαίνει συνήθως.


Σπάνια θα δεις Κερκυραίο να παντρεύεται Ηπειρώτισσα.


Συνήθως ο φιλότιμος , υπομονετικός και εργατικός Ηπειρώτης μπλέκεται στα δίχτυα μιας τσαχπίνας και λουσάτης Κερκυραίας με ελάχιστες αντιστάσεις στους πειρασμούς.


Ο Πατέρας του Θοδωρή ήρθε στην Κέρκυρα σε νεαρή ηλικία και δούλεψε σκληρά ως αχθοφόρος στου μακαρίτη του Περικλή επί σαράντα συναπτά έτη χωρίς ένσημα.


Τα χρόνια εκείνα οι γάιδαροι δεν κολλούσαν ένσημα με αποτέλεσμα μια ολόκληρη γενιά γαιδάρων να λιμοκτονεί στα γεράματά της.


Ο Θοδωρής στην αρχή κουβάλαγε σακιά με ελιές και ξύλα και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς.


Μια φορά κουβάλησε και ένα φορτίο αυγά από τ΄ Αγύρου στον Ύψο.


Αργότερα που ήρθαν οι καμιονέτες του βάλανε σαμάρι και κουβάλαγε Ξερακιανές Αγγλίδες τουρίστριες.


Ακολούθησαν οι πιο μαύρες μέρες της επαγγελματικής του καριέρας όπου κοψομεσιάστηκε κουβαλώντας Γερμανίδες τουρίστριες με κυτταρίτιδα.


Λίγο που οι καμιονέτες κυριάρχησαν στην αγροτική ζωή του τόπου, λίγο που οι γάιδαροι γίνανε τουριστικά très banal έμεινε ο Θοδωρής άνεργος στα γεράματα.


Μετά τον θάνατο του Περικλέους ο γιός του ο Ηρακλής ανέλαβε αφεντικό του ανέργου Θοδωρή.


Ο Ηρακλής , μαζί με την τεράστια περιουσία του Περικλή κληρονόμησε και έναν άνεργο γάιδαρο.


Η μοίρα του Θοδωρή φαινόταν προδιαγεγραμμένη ώσπου ο Ηρακλής ανακάλυψε τα ΕΣΠΑ.


Ας πάρουμε όμως τα πράματα από την αρχή.


Οι Γερμανίδες τουρίστριες που τις κουβαλούσε ο Θοδωρής στη πλάτη του είχανε εντωμεταξύ γίνει ευρωβουλευτίνες των Πρασίνων και μάθανε ότι κινδυνεύει να χαθεί το είδος (των γαιδάρων).


Ανασύρθηκαν μνήμες από τα νεανικά τους χρόνια και τις διακοπές τους στα Ελληνικά νησιά και βάλανε βέτο στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.


Σκιάχτηκαν οι Βρυξέλες και για να γλυτώσουν από τις "οικολόγριες" κάνανε ένα νόμο για την σωτηρία των γαιδάρων.


Ο Νόμος ευχόταν να διασωθεί το είδος (των γαιδάρων) διά μέσω της χρησιμοποίησής τους ως παραγωγών γάλακτος έτσι ώστε και το οικονομικό κίνητρο να υπάρχει και να μην διαταραχτεί η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.


Διέδωσαν δε μέσω επιστημόνων ότι το γάλα της γαϊδάρας είναι πιο ωφέλιμο για τα παιδιά από το γάλα της μάνας τους και τοιουτοτρόπως απενοχοποίησαν και τις μαμάδες ψηφοφόρους τους που δεν θηλάζουν τα παιδιά τους για λόγους αισθητικής.


Το πρόβλημα όμως ήταν ότι και έτσι το μοντέλο «έμπαζε» .


Οι Γαϊδάρες δεν είναι αγελάδες ούτε κατσίκες.


Κάνουν λίγο γάλα και αυτό το δίνουν στα γαϊδουράκια τους.


Έτσι το γάλα της γαϊδάρας θα ήταν πανάκριβο στην αγορά, χώρια που ο παραγωγός που έπαιρνε το γάλα της γαϊδάρας θα ήταν υποχρεωμένος να ταΐζει τα γαϊδουράκια με Νουτρίτσια.


Αυτό όλο το παρασκήνιο δεν τόξερε ο Ηρακλής.
Διάβασε μόνο τις επικεφαλίδες και αποφάσισε να κάνει επιχείρηση εκτροφής γαιδάρων επιδοτούμενη από τα ΕΣΠΑ για την «σωτηρία του είδους» και αυτού του ιδίου.


Οι «εγκαταστάσεις της επιχείρησης» του Ηρακλή έγιναν έξω από το χωριό σε ένα χτήμα που κληρονόμησε από τον πατέρα του τον Περικλή.


Σύντομα το κοπάδι των γαιδάρων έφτασε τα 20 κεφάλια.


Η αυστηρή οδηγία προέβλεπε ότι οι Γάιδαροι θα έπρεπε να έχουν δωρεάν στέγη, τροφή, καθαριότητα και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.


Έτσι ο Ηρακλής έγινε το αφεντικό 20 γαιδάρων.


Τα πράγματα όρχησαν να περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν ο Περικλής ανακάλυψε ότι «αλλιώς του τάχανε πεί» .


Δεν έφτανε που επιδότηση άκουγε και επιδότηση δεν έβλεπε άρχισε και το δούλεμα στο καφενείου του χωριού όπου ετέθησαν πλέον τα βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα του προβλήματος.


«Κατά ποίαν έννοιαν ο Ηρακλής ήταν το αφεντικό και κατά ποίαν ο Θοδωρής υπηρέτης».


Μήπως θα έπρεπε να αναθεωρηθούν οι έννοιες;


Το δούλεμα προς τον Ηρακλή είχε βάση διότι οι γάιδαροι άρχισαν να συνηθίζουν στην νέα κατάσταση και τα νέα γαϊδουράκια άκουγαν τρομακτικές ιστορίες με σαμάρια από τους γονείς τους για να τρώνε το φαί τους αλλά δεν γνώριζαν τι «παραπεί σαμάρι».


Ο Ηρακλής βρέθηκε παγιδευμένος.


Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τους γαιδάρους διότι  ο νόμος για την προστασία των ζώων ήταν αυστηρός αλλά και δεν ημπορούσε να δηλώνει αφεντικό από την στιγμή που είχε μετατραπεί σε υπηρέτη γαιδάρων.


Ώσπου κάποια μέρα ξέσπασε η ιστορικής σημασίας «Επανάσταση των γαιδάρων» στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης.


Για την ακρίβεια δεν επρόκειτο για καμιά αιματηρή εξέγερση αλλά μάλλον για έναν καυγά λόγω ερωτικής αντιζηλίας.


Το θέμα είναι ότι γκρέμισαν τον φράχτη της επιχείρησης.


Ο δυστυχής Ηρακλής αναθάρρεψε διότι σου λέει: «αν τα αφεντικά το εκμεταλλευτούν και φύγουν θα γλυτώσω και εγώ γιατί τι υπηρέτης θα είμαι χωρίς αφεντικά;»


Οι νεότεροι γάιδαροι είναι αλήθεια ότι βγήκαν από το φράχτη από περιέργεια και έκαναν την βόλτα τους αλλά ποιός αφήνει τα σίγουρα για να γυρνάει τσου λόγγους σαν την άδικη κατάρα;


Έτσι που λες αγαπητέ αναγνώστη.


O Ηρακλής συνεχίζει μέχρι σήμερα να καθαρίζει και να εμπορεύεται την «Κόπρο του Αυγείου» που, εδώ που τα λέμε, είναι και το μόνο έσοδο της επιχείρησης και οι γάιδαροι ζουν μέσα στην ρουτίνα αναζητώντας κάποια δημιουργική απασχόληση.


Κάποιος σκέφτηκε να αναθέσουν του Ηρακλή καμιά δεκαριά άθλους να δούνε αν θα τα καταφέρει.