Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Ο Παπαγιάνης


Ο Παπαγιάνης παρέλαβε την ενορία  ένα απόγευμα του Αυγούστου.

Είχε ραντεβού (με τον προηγούμενο) στην εκκλησιά του χωριού.

Ο Παπαγιάνης περίμενε αλλά (ο προηγούμενος)  αργούσε να φανεί.

Ώσπου να δεήσει να εμφανιστεί (ο προηγούμενος) , ο Παπαγιάννης έκανε …κούνια στην παιδική χαρά.

Τα παιδιά τον κοίταζαν αμίλητα να πηγαινοέρχεται και τα ράσα του να ανεμίζουν.

Πρώτη φορά έβλεπαν παππά να κάνει κούνια.

Ακόμα δεν είχαν δει τίποτα.

Μόλις ξεκίνησε ο καθιερωμένος  απογευματινός  ο αγώνας ποδοσφαίρου ο  Παπαγιάννης έκανε τα χέρια του χωνί και έδινε  οδηγίες σαν προπονητής.

Σε μια στιγμή που θεώρησε ότι δεν εισακούεται μπαίνει στον αγωνιστικό χώρο, παίρνει την μπάλα και κατεβαίνει ακάθεκτος προς το αντίπαλο τέρμα.

Τριπλάρει δυό τρείς και έξω από την μεγάλη περιοχή με ένα ιστορικό σουτ στέλνει την μπάλα στα δίχτυα της αντίπαλης ομάδας.

«Έτσι παίζουν μπάλα!» είπε και αποχώρησε αγέρωχος για τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα αφήνοντας άναυδους τους πιτσιρικάδες .

Ο Παπαγιάννης δυσκολεύτηκε να γίνει αποδεκτός από το χωριό.

«Δεν κάνει για παππάς αυτός. Που ακούστηκε παππάς να γυρνάει τσι ρούγες, να τραγουδάει λαϊκά, να συζητάει για ποδόσφαιρο και να παίζει με τα παιδιά κουτσό ».

Το χωριό, όμως,  ήταν μικρό και περίπτωση να στείλουν άλλον παππά «σοβαρότερο» δεν υπήρχε. Έσφιξαν την καρδιά τους και τα δόντια τους και τον  ανέχτηκαν.

Σκέφτηκαν «Κάποιος θα πεθάνει.. κάποιος θα αναστηθεί… χρειαζομάστενε έναν παππά βρε αδελφέ κι ας είναι και σπερλάδος».

Ο Παπαγιάννης εκτός από σέντερ φόρ αποδείχθηκε εξαιρετικός καλλίφωνος και τονισμένος.

Η Λειτουργία της Κυριακής με τον Παπαγιάννη και την τετραφωνική χορωδία έγινε τόσο σημαντικό πολιτιστικό γεγονός που ακόμα και εγώ, ένας άθεος,  έπιανα πρωί πρωί το πρώτο στασίδι.

Ο Παπαγιάννης  εκτός από κριτικός ποδοσφαίρου έβαλε σκοπό να κάνει φαγητό για πεντέξι γριές και γερόντους που ήτανε κατάκοιτοι.

Μερικές Κυριακές έλειπε διότι είχε αναλάβει και την εκκλησιά από ένα μικρό και νησί  χωρίς κατοίκους. Για την ακρίβεια το νησί είχε δύο κατοίκους Αλβανούς που ο ένας ήταν οπαδός του Εμβέρ Χότζα και ο άλλος μουσουλμάνος.

Ο Παπαγιάννης με συμπαθεί και έρχεται πάντα στο σπίτι μου για καφέ.

Στην αρχή νόμιζα ότι ήθελε να με οδηγήσει στο δρόμο του Θεού και ήμουν «κουμπωμένος¨».

Σύντομα διαπίστωσα ότι απλώς του άρεσε η παρέα και με συμπαθούσε.

Όλα πήγαιναν καλά στο μικρό χωριό ώσπου έφτασε η μεγάλη στιγμή της μεγάλης σύγκρουσης με το διπλανό χωριό για πρωτάθλημα της Γ’ Ερασιτεχνικής.

Στην κρίσιμη φάση που ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι εις βάρος μας, πηδάει ο Παπαγιάννης  τον φράχτη με τα ράσα και παίρνει στο κυνήγι τον διαιτητή ο οποίος έντρομος φυγαδεύεται από έναν παίκτη του μισητού διπλανού χωριού με.. «παπί».

Οι γεροντότεροι και σοβαρότεροι ιερείς της περιοχής οδήγησαν τον Παπαγιάννη σιδηροδέσμιο στην ιερά εξέταση.

Ο Δεσπότης του είπε:

«Πάτερ Ιωάννη, είναι σωστά πράματα αυτά;»

«Μα, Δέσποτά μου, αφού μας …αδίκησε.»

Έτσι μίλησε ο Παπαγιάννης και αφέθη ελεύθερος.

Αργότερα έγραψα ένα πύρινο άρθρο υπέρ του Παπαγιάννη που έκανε τόση εντύπωση ώστε το δημοσίευσε και μια μεγάλη εφημερίδα.

«Ένας άθεος υπερασπίζεται τον Παπαγιάννη.»  

Που ακούστηκε!

Μέχρι και η Κόβα του ΚΚΕ συνεδρίασε για να με αφορίσει και να εξηγήσει στους πιστούς «μέχρι που μπορεί να φτάσει ο κατήφορος ενός οπορτουνιστή».

Τέτοια πράματα σκέφτομαι αυτές τις μέρες που διάβασα ένα σχόλιο μιας φίλης μου στο φέις μπουκ.

Έγραφε λοιπόν.

«Εάν έρθει για ψήφιση στην βουλή το σχέδιο νόμου για την νομιμοποίηση της θεραπευτικής κάνναβης. Να μην τολμήσει κανείς να φέρει αντίρρηση διότι θα  αποπεμφθεί πάραυτα».

Εγώ (ευτυχώς) δεν κινδυνεύω διότι συμφωνώ με την χρήση της κάνναβης για ιατρικούς λόγους. Άλλωστε υπάρχουν τόσες παυσίπονες ουσίες πολύ ισχυρότερες που χρησιμοποιούν τα νοσοκομεία.

Το θέμα όμως δεν είναι αυτό.

Το θέμα μας είναι ότι εμφανίζεται μια ιερά εξέταση φορώντας δημοκρατικά προσωπεία που αρνούνται την ύπαρξη οποιασδήποτε άποψης  είναι αντίθετη με την δική τους.

Μια νέα φάρα αδιάλλακτων φανατικών με ροζ στολή εκστρατείας .

Είναι έτοιμοι να ρίξουν στην πυρά των «προοδευτικών τους αντιλήψεων» τον κάθε δυστυχή που έχει άλλη άποψη .

Ίσως θα τους έκανε καλό να παρακολουθήσουν την λειτουργία της Κυριακής από τον Παπαγιάννη και την Χορωδία του.


«Άνω σχώμεν τας καρδίας»

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Accelerando



Ο Δάσκαλος της μουσικής ήταν νευρικός , αυταρχικός , απόλυτος και απαιτητικός.

Από τις πρώτες μέρες με έβαλε σε ένα σκαμπό στο διάδρομο και ανεβοκατέβαινα την φυσική του Ντό ασταμάτητα.

Μαρτύριο!

Θυμάμαι το Σπυράκο  στην Αυλή τα μεσημέρια του καλοκαιριού με ένα ξεχειλωμένο σλιπάκι να παίζει στο βιολί ασταμάτητα το Μι καντίνι.

Ανυπόφορο!

Ο πατέρας του από μέσα του φώναζε:

«Σπύρο η άλλαξε νότα η θα βγω έξω και θα το πατήσω».

Αυτό ήταν το σύστημα. Η ασταμάτητη επανάληψη.

Τότε διαπίστωσα ότι το αγύμναστο μικρό δαχτυλάκι του αριστερού χεριού ήταν άκρως απαραίτητο για την Ντό.

Αν προσπαθούσα να το αποφύγω το καταλάβαινε ο δυνάστης μου από μακριά και γινόταν έξαλλος. Ακόμα ηχούν στα αυτιά μου οι κραυγές του.

Αργότερα  έμαθα από υπεύθυνα χείλη ότι «όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίσια».

Ειδικά σε εμένα δεν ήταν ίσια ούτε τα δύο μου χέρια.

Εξαιτίας της πολύχρονης εργασιακής μου καλοπέρασης  με σφυριά και λοιπά εργαλεία,  απέκτησα χοντρότερα δάχτυλα στο δεξί μου χέρι και όταν άπλωνα τα χέρια το δεξί ήταν μακρύτερο.

Ένα άλλο κουσούρι που απέκτησα εκτός από την   διαρκής επανάληψη ήταν η διαρκώς επιταχυνόμενη ενασχόληση με ότι καταπιανόμουν.

Όσοι είδαν την ταινία «Forrest Gump» μάλλον συγκινήθηκαν.

Εγώ ταυτίστηκα.

Έτσι, για παράδειγμα,  όταν αρχίζω να τραγουδάω ένα τραγούδι η παίζω ένα κομμάτι  το επαναλαμβάνω ασταμάτητα χωρίς λόγο και γίνομαι ανυπόφορος.

Αυτό νομίζω το λένε αυτισμό.

Μάλλον είμαι αυτιστικός τόσα χρόνια και δεν το ήξερα.

Η διαρκής επανάληψη με βοηθάει μεν αλλά ποιος αντέχει.

Επίσης μου φαίνεται φυσιολογικό να ασχολείσαι με κάτι ευρισκόμενος διαρκώς σε έναν ασταμάτητο και επιταχυνόμενο καλπασμό.

Κάποια στιγμή όμως ο καλπασμός η θα τελειώσει άδοξα με το άλογο σκασμένο η θα πρέπει η κίνηση να αποκτήσει ένα τέμπο διαχειρίσιμο.

Μου το λέγανε, άλλωστε : 
«Το ντεμαράζ γίνεται στο κρίσιμο σημείο. Στην διαδρομή χρειάζεται να κρατάς το τέμπο».

Δεν άκουγα τους σοφότερους εμού.

Έτσι πέρασαν τα χρόνια και ξαφνικά με πιάνει ένας πόνος στον αντίχειρα του δεξιού χεριού που καθώς λένε αυτοί που γνωρίζουν είναι το σημαντικότερο δάκτυλο του ανθρώπου.

Άνευ του αντίχειρα δεν μπορείς γυρίσεις ούτε το κλειδί στην πόρτα.

Ορισμένοι ειδικοί μάλιστα ισχυρίζονται  ότι δεν μπορείς να ξύσεις ούτε τον κώλο σου .

Εμένα, πάντως, μου χρειάζονται όλα τα δάχτυλα και δεν μπαίνω στη διαδικασία της ιεράρχησης.

Έτσι κατέληξα σε φυσιοθεραπευτή ο οποίος απεφάνθη ότι πάσχω (εκτός των άλλων) και από «τενοντίτιδα».

Ξεκίνησα μια διαδικασία τριψίματος του δεξιού μου αντίχειρα με πάγο και αγόρασα ένα πράμα που μου κρατάει το δάχτυλο ακίνητο και τεντωμένο σαν το άγαλμα του Λένιν που δείχνει στις πλατιές λαϊκές μάζες την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουν προκειμένου να την βγάλουν καθαρή.

Με ρωτούν πώς το έπαθα.

Έκανα έναν πρόχειρο λογαριασμό.

Τρακόσιες σφυριές την ημέρα κατά μέσο όρο επί σαράντα δύο χρόνια ασταμάτητης εργασίας (για την ανάπτυξη του τόπου)  μας κάνουν τρία εκατομμύρια εφτακόσες ογδόντα χιλιάδες σφυριές.

Εδώ ο αναγνώστης θα πρέπει να λάβει υπ όψιν του ότι δεν μιλάμε για ένα σφυρί από αυτά που καρφώνουν οι δικηγόροι πινέζες.

Παρόλα αυτά εξακολουθώ να έχω μια ισχυρή παρόρμηση για ένα ασταμάτητο ατσελεράντο που αντίκειται στους νόμους της φυσικής.

Ο Ίδιος ο Αϊνστάιν ήταν βέβαιος ότι «η επιτάχυνση ενός κινητού έχει σαν όριο την ταχύτητα του φωτός».

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω φτάσει ακόμα εκεί αλλά όσο κοιτάω το δάχτυλό μου τώρα που πληκτρολογώ λέω να το ελέγξω πριν μείνω κουλός.

Έγινα σαφής νομίζω.

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Μια Λουκία στο Ψυχιατρείο


Διαμένω εδώ και χρόνια δίπλα στο Ψυχιατρείο.
Ένα μοροφίντο με χωρίζει από το ίδρυμα.
Γνωρίζω όλους τους τρόφιμους του και έχω κερδίσει την εκτίμηση και τον σεβασμό τους.
Μου λένε την (πονεμένη) ιστορία τους.
Τους δίνω συμβουλές και παρηγοριά αφιλοκερδώς με ένα και μόνο όρο.
Να μην υπερβαίνει η αφήγηση τα εφτά λεπτά.
Εξαίρεση έχω κάνει μόνο για τον Αντώνη ο οποίος έλαβε παράταση λόγω του συγκλονιστικού τρόπου της αφήγησης του.
Ουσιαστικά εξεχάστηκα και δεν τον διέκοψα με την παροιμιώδη μου ευγένεια.
Ο Αντώνης ήταν (και είναι) ένας από τους καλύτερους ξυλοτορναδόρους που έχω γνωρίσει στην πολυτάραχη ζωή μου.
Ζούσε στην Αθήνα όπου και αρραβωνιάστηκε με μια κοπέλα από το Μπουρνάζι.
Η κοπέλα τον πρόδωσε και τούφυγε πριν γίνει ο γάμος.
Ο Αντώνης το πήρε πολύ βαριά για Κερκυραίος και κρεμάστηκε.
Τονε πήγανε στον Ευαγγελισμό και έμεινε για μήνες σε κώμα .
Ο Αντώνης ήταν και πιο πριν σε κόμμα.
Είχε θητεύσει στο ΚΚΕ (μλ) για μερικά χρόνια.
Όταν συνήλθε είχε πάρει μια «σπονδή» και χρειάστηκε περαιτέρω ψυχιατρική υποστήριξη.
Τα κατάφερε και επανήλθε πλήρως στην φυσιολογική ζωή.
Έρχεται και στις διαδηλώσεις στην ώρα του, μαθημένος από την πειθαρχία του κόμματος και φωνάζει συνθήματα κατά του ιμπεριαλισμού.
Καθώς τον βλέπω σκέφτομαι ότι όταν φωνάζει «κάτω οι ιμπεριαλιστές» μάλλον εννοεί την μάνα της πρώην του που την κατηγορεί ότι αυτή έβαλε λόγια και τους χώρισε.
Άτυχος ο Αντώνης και αξιαγάπητος.
Πολλοί νομίζουν ότι η Κέρκυρα έχει αυτό το φημισμένο ψυχιατρείο εξαιτίας του ότι εδώ υπάρχουν πολλοί τρελοί.
Λάθος.
Οι περισσότεροι τρόφιμοι του ιδρύματος είναι από απέναντι.
Εκεί θερίζει η μανιοκατάθλιψη και η σχιζοφρένεια και δεν υπάρχουν (το κυριότερο) βαλβίδες αποσυμπίεσης.
Εδώ όποιος έχει το παραμικρό πρόβλημα βγαίνει αμέσως και το ανακοινώνει παντού.
Οι απέναντι το κρατάνε μέσα τους και τους τσακίζει.
Θυμάμαι τη Μαρία που έγραφε κασέτες με πονεμένα τραγούδια σε ερωτευμένους και προδομένους ηπειρώτες.
Δεν είχε ούτε έναν πελάτη Κερκυραίο.
Οι Κερκυραίοι γυρνάνε γύρω γύρω από το ψυχιατρείο αλλά μέσα δεν μπαίνουν.
Τελευταία η επιστήμη έχει κάνει τεράστια βήματα στον τομέα της ψυχιατρικής που έχουν προκαλέσει μεγάλη κοινωνική αναστάτωση .
Ο Πανέμορφος χώρος του ψυχιατρείου έχει μετατραπεί σε πάρκο αναψυχής και μια όαση ηρεμίας στο κέντρο της πόλης.
Κάθεσαι κάτω από τα δένδρα στο «καφέ Λουνάτικο» και η Γεωργία σε ρωτάει ήρεμα και ευγενικά:
«Καλημέρα κύριε Σταμάτη , τι θα πάρετε;»
«Γεια σου Γεωργία, Ένα καπουτσίνο παρακαλώ.»
«Με πάνα όπως πάντα;»
«Ακριβώς! Πως πάει το δόντι σου; Πέτυχε η απονεύρωση;»
«Πολύ καλά κύριε Σταμάτη , ευχαριστώ πολύ».
Όλοι έχουν μια απασχόληση και βγάζουν και το κάτιτίς τους .
Άλλος στα χωράφια και στο θερμοκήπιο, η άλλη μανάβισσα πουλαεί φρέσκα λαχανικά χωρίς φάρμακα, ο Ηλίας ταμίας στο Πάρκινγκ.
Μια όαση φυσιολογικών και ευγενικών ανθρώπων μέσα σε μια πόλη που κρατιέται με νύχια και με δόντια για να μην εκραγεί.
Πολιορκημένοι από ασκόπως περιφερόμενους ψυχασθενείς που κρατιούνται για να μην αρπαχτούν στη μέση του δρόμου για το τίποτα.
Πολιορκημένοι από διαφωνούντες που δεν σου λένε σε τι διαφωνούν .
Πολιορκημένοι από οργισμένους που δεν ξέρουν με ποιόν είναι οργισμένοι.
Πολιορκημένοι από μειλίχιους και εν δυνάμει βιαστές που σου χαμογελούν και ανατριχιάζεις.
Η Λουκία γέννησε μέσα στο ψυχιατρείο.
Εδώ αισθάνεται ασφαλής να μεγαλώσει τα παιδιά της.
Η Λουκία βγαίνει κάθε μέρα για τα προς το ζην.
Δεν ζητιανεύει.
Βρίσκει ότι θέλει στον διάσημο και δημοφιλή σκουπιδοτενεκέ της γωνίας Νίκου Μώρου και Αθανασίου Πολίτη.
Σκαρφαλώνει τον μαντρότοιχο με το φαί στο στόμα.
Πολλές φορές. Κάθε μέρα. Η ίδια διαδρομή.
Όταν βγαίνει στο δρόμο για το φαί των παιδιών της το βλέμμα της είναι αλαφιασμένο.
Φοβάται μην την πατήσει κανένα αυτοκίνητο και «τι θα απογίνουν τέσσερα κεφάλια γατιά».
Όταν επιστρέφει το βλέμμα της γαληνεύει.
Κοιμάται σε μια αποθήκη με φακέλους ψυχασθενών.
Τα βράδια, μόλις αποκοιμηθούν τα γατιά της, διαβάζει ιστορίες γεμάτες πόνο και δάκρυα ανθρώπων που δεν άντεξαν την λογική των λογικών.
Αμέτρητες ιστορίες ποστιασμένες σε τεράστιες στοίβες.
Ξέρει πολλά η Λουκία.


Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Ένας σκίουρος στο Ασκηταριό


Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τα δέντρα στην πλατεία μας φυτεύτηκαν τυχαία.

Λάθος.

Θα ήθελα να είχα γνωρίσει τον άνθρωπο που τα φύτεψε αλλά μάλλον είναι αδύνατον. 

Αυτά τα δέντρα ζουν αιώνες και εμείς ούτε που προλαβαίνουμε να τα δούμε έστω ως έφηβους.

Οι Βαλανιδιές, οι αγριοκαστανιές, τα Τήλια, οι Κοκκυκιές  είναι μερικά από τα  δέντρα που κυριαρχούσαν στην χλωρίδα  της Κέρκυρας πριν την δενδροφύτευσή της από τους Ενετούς.

Έτσι, που λέτε,  οι διαβάτες περνάνε κάτω από τα δέντρα με τα δικά τους ιντερέσα.

Ουδείς σκέφτηκε να βάλει μια πινακίδα που να μιλάει για αυτά τα μνημειακά μας εκθέματα.

Οι αγριοκαστανιές, βεβαίως, Δεν ενδιαφέρονται για την μουσειακή και ιστορική τους αποκατάσταση.
 
Συνεχίζουν την δουλειά τους  παρά την κυριαρχία του εξημερωμένου ελαιώνα.

Οι Νύμφες ήταν θεότητες των τρεχούμενων νερών και των καταρρακτών μέχρι που αντικαταστάθηκαν από άλλες θεότητες της υπηρεσίας ύδρευσης και αποχέτευσης.

Ωστόσο και αυτές συνέχισαν την δουλειά τους αδιαφορώντας για τα εφήμερα.

Έτσι περνούσαν τα χρόνια και την χλιδή των «Κορφού μπαι νάιτ» και του «μου κρατούσες το χέρι στα λασπόνερα» ήρθε να αντικαταστήσει η φτήνια των πανηγυριών.
Πανηγύρια «σαρδέλας» με ψητά αρνιά
Πανηγύρια κρασιού με Τζάκ Ντάνιελς από γκαζοντενεκέ. 
Πανηγύρια παραδοσιακά με φουσκωμένα μπαλόνια, μαλλί της γριάς, προτηγανισμένες πατάτες,  φωτεινά σπαθιά , τραγούδια με έκο που δεν τελείωναν ποτέ και θλιμμένα πρόσωπα.

Φτήνια!

Οι Αγριοκαστανιές αδιαφορούν για τα εφήμερα γιατί ξέρουν.

Το ασκηταριό Νυμφών είναι ένα μοναστήρι καλά κρυμμένο μέσα σε δάση από βαλανιδιές , αγριοκαστανιές , κοκκυκιές και τρεχούμενα νερά.
Παλιά δεν μπορούσες να πάς εκεί παρά μόνο αν άνοιγες δρόμο μέσα στο δάσος.

Ποιος να το κάνει και γιατί;
Για να πιει νερό;
Γιατί; Τέλειωσε το ουίσκι του Κορφού μπαι νάιτ;
Η για να συναντήσει ανύπαρκτες θεότητες που έζησαν μόνο στα παραμύθια άλλων εποχών;

Εκεί λοιπόν στα βάθη του δάσους χθες το βράδυ έγινε μια σύναξη απόκοσμη και πρωτοφανής.

Μέρες τώρα τα συνεργεία του χωριού καθάριζαν μια ρεματιά . Κόψανε τα πουρνάρια. Άνοιξαν δρόμο και έφτιαξαν ένα αμφιθέατρο στην καρδιά του δάσους με τραπέζια, καρέκλες, τραπεζομάντηλα και.. κεράκια.

Εκμεταλλεύτηκαν ακόμα και κοιλότητες των βράχων για μοναχικά τραπέζια ρομαντικών ζευγαριών.

Μαγείρεψαν με τα χεράκια τους εξαιρετικά φαγητά της κουζίνας μας για την περίσταση.

Πρόσεξαν και τον φωτισμό . Οι Πυρσοί αντικατέστησαν τους εκτυφλωτικούς προβολείς.

Η Ορχήστρα του Σπύρου του Βαλανίτη τοποθετήθηκε στο βάθος της ρεματιάς για να είναι η ακουστική τέλεια.

Νόμιζες ότι σου τραγουδούσαν στο αυτί.

Είπαν τραγούδια για μεγάλους έρωτες , για μεγάλους χωρισμούς , για ασήμαντα γεγονότα, για μικρά λουλούδια, για  πληγωμένα πουλιά.

Έτσι ταξιδεύαμε χτές το βράδυ και από πάνω μας χαμογελούσαν οι αγριοκαστανιές γιατί αυτές  ξέρουν.

Αναστατώθηκαν και τα ζώα του δάσους γιατί δεν γνωρίζουν τους ανθρώπους και τα ιντερέσα τους.

Ένας σκίουρος πήδησε πάνω στο τραπέζι μας κοίταξε τριγύρω με τα τρομαγμένα του μάτια.

Μύρισε το κοκκινιστό αλλά φαίνεται ότι οι σκίουροι αποφεύγουν τα καυτερά και τις σάλτσες.

Κάποιο παιδί πήγε να τον φωτογραφήσει.

Τρόμαξε.

Πήδηξε από το τραπέζι και χάθηκε στο Δάσος.

Αργότερα μπορεί να διηγείται την περιπέτεια του στα εγγόνια του.

Να κάθονται τα σκιουράκια γύρω του και να τους μιλάει για μια απόκοσμη σύναξη ανθρώπων μέσα στο δάσος με  πυρσούς , με μουσικές, με παράξενα φαγητά και με λάμψεις φωτογραφικών μηχανών που σε τυφλώνουν.

Τα σκιουράκια να ακούν με ανοιχτό το στόμα και να φαντάζονται ένα μαγικό δάσος όπου όλα μέσα σε αυτό ήταν δυνατόν να συμβούν.

Οι μεγάλοι σκίουροι να παρακολουθούν σοβαροί κουνώντας το κεφάλι τους.


Επάνω οι αγριοκαστανιές να χαμογελούν.

...

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Τα τίλια


Στα Τίλια έχω στηθεί αμέτρητες φορές .

Αν χρειαστούν οι επόμενες γενεές ένα επιπλέον άγαλμα θα προτιμούσα ένα άγαλμα μου στα Τίλια να περιμένω ματαίως.

Μόνο ο Τζόρτζιο δεν αργεί ποτέ.

Ο Τζόρτζιο είναι ένας Ιταλός Παιδίατρος με αριστερό παρελθόν και μεγάλη αγάπη για τα παιδιά και τα ζώα.

Καθημερινά εδώ και χρόνια ανοίγει την εξώπορτα του σπιτιού του και την ξανακλειδώνει απ΄έξω.

Εν συνεχεία ξεκλειδώνει το αυτοκίνητο.
Μετά ξεκλειδώνει την πόρτα του ιατρείου.
Ακολούθως ξεκλειδώνει την πόρτα του φωριαμού και βάζει την ιατρική του μπλούζα.
Το μεσημέρι κλειδώνει και ξεκλειδώνει ανάποδα.
 Πρώτα τον φωριαμό , ύστερα την πόρτα  και συνεχίζει μέχρι το σπίτι .

Τα κλειδιά του τα έχει με αυτήν την σειρά σε μια μικρή δερματίνη θήκη για να μην μπερδεύεται.

Τελευταία τονε πονάει ο αντίχειρας και  ξεκλειδώνει με το αριστερό.

«Γεράματα Σταμάτη! Γεράματα!» λέει αναστενάζοντας.

Όλα πήγαιναν καλά ώσπου μια μέρα κάτι τον «τσίμπησε» και χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα αμπαλάρισε τα ιατρικά του εργαλεία , ετοίμασε την βαλίτσα του, έδωσε και 6 μήνες άδεια με αποδοχές στην κατάπληκτη γραμματέα του και έφυγε.

Τον ξανάδα μετά έξη μήνες στα Τίλια.

Είχαμε το γνωστό ακριβές ραντεβού.

Είχε μείνει ο μισός.

Περπατήσαμε προς τον ΝΑΟΚ στην καθιερωμένη μας διαδρομή.

Ο Τζόρτζιο πήγε στην Κένυα με μια ανθρωπιστική οργάνωση γιατρών και εγκατέστησε το ιατρείο στο σχολείο ενός χωριού εκατό χιλιόμετρα βόρεια του Ναϊρόμπι.

Εκτός από τα παιδιά του χωριού ανέλαβε και τα γύρω χωριά.
Το κατακρεουργήσανε τα έντομα και αν δεν του δίνανε τα τοπικά γιατροσόφια θα πέθαινε από μια άγνωστης προέλευσης μόλυνση.
Κοιμότανε στο ιατρείο για περισσότερη ασφάλεια μέχρι που μια νύχτα σπάσανε την  πόρτα  ένοπλοι που δεν ήξερε αν ήταν αστυνομία , στρατός η συμμορία.

Τους έδειξε τα χαρτιά του υπό την απειλή των όπλων και τον αφήσανε.

Στα Κουρτελάτσα κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα.

Περπατήσαμε ως τον ανεμόμυλο και μου μιλούσε ασταμάτητα για την περιπέτειά του.

Κοιμότανε σαν λαγός . Μια ώρα ύπνος και μετά ξανά στο ποδάρι. Δεν κατάφερε ούτε μια νύχτα να κοιμηθεί συνεχώς. Η Τον ξυπνούσαν για κάποιον άρρωστο  η δεν τον άφηνε να κοιμηθεί η ζέστη .

Κάναμε στροφή στον Ανεμόμυλο και επιστρέψαμε.

Ποιος να το φανταζόταν!
Ο Τζόρτζιο ένας καλομαθημένος Ιταλός παιδίατρος με αριστερό παρελθόν στα βάθη της Αφρικής!

Στην επιστροφή από το χωριό προς το Ναϊρόμπι τον λήστεψαν.
Για την ακρίβεια τον σταμάτησαν σε ένα μπλόκο και του έκαναν έρευνα.
Μετά την έρευνα λείπανε τα τελευταία λεφτά που είχε μαζί του.
Οι συνάδελφοι του στο Ναϊρόμπι χρηματοδότησαν το ταξίδι της επιστροφής του Τζόρτζιο χωρίς καν να ρωτήσουν τι και πώς.

Στο άγαλμα του Σολωμού τον ρώτησα:

«Γιατί πουλί μου τα έκανες όλα αυτά:»

Με κοίταξε ερευνητικά και μάλλον αυστηρά.

«Την αλήθεια… από ψέματα και μισόλογα έχουμε χορτάσει» του λέω.

Γύρισε το κεφάλι προς την θάλασσα και μου είπε:

Το έκανα γιατί δεν αντέχω να μένω άπραγος μπροστά στην δυστυχία… μου έχει μείνει  από το Πιτσί (Κομμουνιστικό κόμμα Ιταλίας) όταν ήμουν φοιτητής της Ιατρικής.
Το έκανα διότι βαρέθηκα κάθε μέρα τα ίδια κλειδιά , τους ίδιους κωδικούς και την ίδια διαδρομή.
Το έκανα για να μπορώ να κοιμάμαι και τα βράδια σαν άνθρωπός.
Το έκανα επίσης για να εντυπωσιάσω την κόρη μου.

Επιστρέψαμε στα Τίλια μετά από δύο ώρες δρόμο με στάσεις.

Ήταν μαζεμένος κόσμος και κοιτούσε στην ρίζα ενός δέντρου.

Πλησιάσαμε .

Ένας Γκιώνης είχε τυφλωθεί από τον προβολέα του καφενείου έπεσε και καθόταν κουρνιασμένος στην ρίζα του δέντρου.
Μια  Αθηναία τουρίστρια τσίριζε σαν να είχε δει κάποιο αλλόκοτο τέρας.
Ο Γκιώνης είχε αγριέψει από τις φωνές και τον κόσμο και απειλούσε να ξεσκίσει όποιος θα τολμούσε να τον πλησιάσει.

«Έλα..» μου λέει ο Τζόρτζιο «..πάμε να τον πάρουμε είναι κρίμα να  τονε φάει κανένας γάτος.»

Έβγαλα τη φανέλα μου, σκέπασα τον Γκιώνη και το πήραμε στο πιο σκοτεινό σημείο της πλατείας.

Έβαλε ο Τζόρτζιο το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια μου και με σήκωσε στους ώμους του.

Αφήσαμε τον Γκίωνη πάνω στο δέντρο και γυρίσαμε.

Η Ομήγυρης είχε διαλυθεί.

Στην Ανουντσιάτα με ρωτάει:
«Τώρα αυτό γιατί το κάναμε;»

Ξέρω ότι μου την  φυλάει και ετοιμάζω τα λόγια μου .

«Το κάναμε διότι αγαπάμε τα ζώα.
Το κάναμε για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε το βράδυ.
Το κάναμε, τέλος,  για να εντυπωσιάσουμε την Αθηναία.»

Χαμογέλασε πονηρά και μου είπε:


«Υπάρχουν και άλλοι έξι λόγοι αλλά ας μην το συζητήσουμε τώρα» 

..

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Επτά μερόνυχτα με μια αγαπημένη και μανιοκαταθλιπτική γειτόνισσα



Υπάρχει μια βασική αρχή την οποία τηρώ πάντα και μου βγαίνει πάντα σε καλό.
Σύμφωνα με αυτήν την σοφή αρχή αν πηγαίνεις με το ρεύμα,  θα σε ξεβράσει πνιγμένο στη θάλασσα.

Έτσι , λοιπόν, όταν οι άλλοι  φεύγουν για τριήμερο εγώ έρχομαι.
Όταν οι άλλοι έρχονται ξεθεωμένοι από διακοπές εγώ πάω.
Όταν οι άλλοι τρώνε ψητό  αρνί εγώ τρώω κόκορο παστιτσάδο.
Όταν οι άλλοι πάνε στο βουνό εγώ πάω στην θάλασσα.

Επιδιώκω συνειδητά να είμαι στην απέναντι λωρίδα από τους «άλλους»  (που ως γνωστόν φταίνε για όλα) .

Οι «άλλοι» σιχαίνονται τους βατράχους.

Αυτός είναι και ο λόγος που βρίσκομαι καλοκαιριάτικα σε ένα νησάκι στη μέση μιας λούμπας που οι Γιαννιώτες την λένε «λίμνη».

Σε αυτό το νησάκι (χωρίς αυτοκίνητα), κάτω από τα πλατάνια βρίσκομαι μπροστά σε μια πιατέλα με τηγανιτά βατραχοπόδαρα , χέλια και καραβίδες του γλυκού νερού με συνοδεία παγωμένου ηπειρώτικου τσίπουρου.

Στην υπόλοιπη Ήπειρο τρώνε κοντοσούβλια και παϊδάκια πρωί μεσημέρι βράδυ.

Στη μέση τσι λούμπας ισχύουν άλλοι νόμοι.

Γι αυτό ήρθα.

Εδώ κόψανε το κεφάλι του Αλή Πασά και φαίνεται ότι από τότε έχει μείνει ως έθιμο να αποκεφαλίζουνε καρλάκους και να τηγανίζουνε τα ποδάρια τους.

Από μικρός είχα να φάω καρλακοπόδαρα. Ο Πατέρας μου τα έπιανε στο ποτάμι με πιρούνι (δεμένο σε καλάμι)  και μου τάψηνε σαν σουβλάκι.  Φοβερός μεζές. Τηγανισμένα με αλεύρι χάνουν πολύ. Ποιός κάθετε όμως να ψήνει;

Σκέφτομαι ότι μια καλή μπίζνα θα ήταν να φτιάξει κάποιος που έχει όρεξη μια ψαροταβέρνα στο Μέτσοβο.

Να τηγανίζει μαρίδες και να λέει ότι τις ψάρεψε στη γέφυρα της Μπαλτούμας.

Η ακόμα να ανοίξει ένα μαγαζί και να πουλάει είδη θαλάσσης  . 
Να γίνει, λέει,  μόδα στους ορεσίβιους και να βλέπεις να κάθονται στην πλατεία του Μετσόβου αρειμάνιοι μυστακοφόροι κτηνοτρόφοι με αγκλίτσες   που αντί για τα άβολα και χοντροκομμένα τσαρούχια τους να φοράνε βατραχοπέδιλα.

Τα Γιάννενα την Κυριακή του καλοκαιριού είναι μια πόλη φάντασμα . 
Οι  Ηπειρωτοπούλες λιάζονται με στρίγκ  στις αμμουδιές του Μούρτου και της Πρεβέζης (εκεί που ξέβρασε το κύμα τον Καρυωτάκη πριν αυτοκτονήσει στα αλήθεια).

Τις καλλίγραμμες Ηπειρωτοπούλες μοιραία ακολουθούν πειθήνια ιδρωμένοι Ηπειρώτες μεταφέροντας αγόγγυστα ομπρέλες καρεκλάκια καπέλα και ταπεράκια με κοντοσούβλια.

Λίγο πιο πέρα είναι η Αχερουσία λίμνη αλλά κανείς ζωντανός δεν θέλει να την σκέφτεται.

Άλλωστε η Αχερουσία λίμνη δεν υπάρχει πια. Μόνο στην μέση μια λίμνης με καλαμπόκια υπάρχει ένας λοφίσκος όπου οι αρχαίοι υμών πρόγονοι (λέμε τώρα) είχανε στήσει μια φοβερή μπίζνα.

Στην κορυφή του λόφου υπάρχει ένα «Ιερό» και από κάτω ένα πέτρινο και σκοτεινό υπόγειο.

Ερχότανε οι πλούσιοι Αρχαίοι κουτοαθηναίοι  και κλείνανε ένα ξύλινο και πανάκριβο μπαγκαλόους  στις πλαγιές του μικρού αυτού νησιού για να μιλήσουν με τους νεκρούς τους.

Τους αφήνανε είκοσι μέρες νηστικούς στην αναμονή και λίγο πριν αφήκουνε την αποξυλή τους εκεί τους κατεβάζανε στο σκοτεινό υπόγειο όπου  τους κερνούσαν ένα σφηνάκι νερό με μια άσπρη σκόνη μέσα.

Υπό αυτάς τα συνθήκας, όχι τους νεκρούς σου βλέπεις,  αλλά και το Χριστό φαντάρο.

Περιμένω καρτερικά  στην ουρά του ταμείου του μουσείου της Αχερουσίας.

Στο τζάμι είναι κολλημένο ένα χαρτί όπου με ενημερώνει ότι  το εισιτήριο κάνει δεκαπέντε ευρώ (εκτός από τα «μικρά παιδιά και τους άνω των εξήντα πέντε» όπου εκεί πέφτει όλο με μίας στα οχτώ).

Ζητάω εισιτήριο των οχτώ.
Με κοιτάει καχύποπτα.
-«Πόσο ετών είστε κύριε;»
-«Εξηναέξι» απαντώ.
-«Δεν φαίνεστε»
-»Μικροδείχνω»
Χαμογελάει  
-«Από πού είστε;»
-«Κερκυραίος»
-« ..Και ήρθατε από την Κέρκυρα καλοκαιριάτικα εδώ!;»
-« Να ξέρω το δρόμο… μην ψάχνουμε την τελευταία στιγμή.»
Βάζει τα γέλια  και μου δίνει εισιτήριο των οχτώ.
-«Παλιά για να περάσεις την Αχερουσία ήθελες έναν οβολό.  Πως ακρίβυνε έτσι η ζωή!» Μονολογώ και ο ταμίας συνεχίζει τα γέλια.

Όταν λέμε «κόντρα στο ρεύμα» το εννοούμε.

Έτσι ξεκίνησα να ανέβω τον Αχέροντα  με το σακίδιο μου  πάνω από το κεφάλι ωσάν τον Συλβέστερ Σταλόνε στο «Χαμηλό Βαρομετρικό».

Όλα πήγαινα καλά μέχρι που μουπεσε το κινητό στο νερό και αναγκάστηκα να ρίξω μακροβούτι.

Μέχρι και κάτι Σκανδιναβοί τουρίστες με κοιτάζανε με ανυπόκριτο θαυμασμό να βγαίνω  μελανιασμένος από τα παγωμένα νερά του Αχέροντα.

Στο Γλυκή είχε πανηγύρι το βράδυ και ο δρόμος ήτανε γεμάτος ψησταριές με κοντοσούβλια.

Έβαλα το κινητό μου στη σχάρα να στεγνώσει και παρήγγειλα καφέ.

Εκεί απέναντι στην Γέφυρα του Γλυκή τα παλιά χρόνια οι Σουλιώτες ειχανε στήσει μια χοντρή μπίζνα που καθιερώθηκε παντού μέχρι τις μέρες μας.

Σταματάγανε τα καραβάνια του Αλή Πασά που πηγαίνανε στα Γιάννενα φορτωμένα με εμπορεύματα και τους παίρνανε διόδια.

Ο Πόλεμος του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες έγινε λόγω της αύξησης των διοδίων.

Εκείνα τα χρόνια ο δρόμος ήταν Πάργα- Γλυκή- Παραμυθιά- Δωδώνη-Γιάννενα.  

Λίγο που τον εκλέβανε οι Παργινοί στο Τελωνείο. Λίγο που του τα παίρνανε χοντρά στα διόδια στο Γλυκή, ο Αλή Πασάς αντιμετώπιζε πρόβλημα αύξησης στις τιμές των προϊόντων χωρίς να φάει χωρίς να πιει.

Έτσι λοιπόν έκανε μια συμφωνία με τους Άγγλους τσι «Κέρκύραςμας». Ξαπόστειλε τσου Παργινούς τσου Κορφούς και εξασφάλισε επίσης να μην πουλήσουνε ούτε βόλι  οι Άγγλοι τσου Σουλιώτες.

Οι Σουλιώτες έχασαν τα διόδια και κατάντησαν να έρθουν και αυτοί τσου κορφούς και να κλέβουν κοτέτσια.

Αν έμπαινες τότες ντυμένος στο Αρβανιτοκάναλο,  έβγαινες από την άλλη μεριά ξεβράκωτος.

Τα παραμύθια με χορούς του Ζαλόγγου είναι για εθνικές επετείους.

Αν διαδοθεί τώρα στο Λιστόν ότι «έρχονται οι Τούρκοι να μας γαμήσουν» ,   πρώτες θα κατέβουν στη Σπηλιά να πιάσουν θέση οι μεταμοντέρνες Σουλιωτοπούλες που σουλατσάρουν με τον κώλο έξω τσι Κάρτελάκουες.

Στέγνωσε το κινητό. Ψηθήκανε και τα κοντοσούβλια. Βάζω την κάρτα και αρχίζει να τηλεφωνάει μόνο του.

Πάμε για άλλο κινητό .

Θα χάσω και τις πολύτιμες επαφές μου.

Το πανηγύρι μόλις αρχίζει.

Στην Ήπειρο παίζουν ένα είδος κλαρίνου (δική τους πατέντα μάλλον) που παίζει μόνο μινόρε.

Και το Τζάκ Πότ στο Λόττο να έχεις κερδίσει σούρχεται να βάλεις τα κλάματα.

Αυτή η αξιαγάπητη γειτόνισσα κλαίει ασταμάτητα υπάρχει δεν υπάρχει λόγος.

Κλαίει σε γάμους .
Κλαίει σε βαφτίσια .  
Κλαίει σε κηδείες.
Κλαίει σε πανηγύρια.
Κλαίει σε δεξιώσεις.
Κλαίει στο φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή.
Κλαίει όταν έχει λεφτά.
Κλαίει και αδέκαρη.


Δεν μοιάζουμε. Είναι αλήθεια. Αλλά δύσκολα την αντιπαθείς.