Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2019

Αδελφοί Μανέτα



Το Μηχανουργείο του Παύλου Μανέτα ήταν «κοφτήριο».

Εκείνα τα χρόνια το επάγγελμα του Τορναδόρου-φρεζαδόρου ήταν σαν να πούμε σήμερα «πυρηνικός φυσικός».

Τα πάντα εξαρτιόταν από ένα σιδερένιο εξάρτημα που μπορούσε να το κατασκευάσει από ένα κομμάτι ατσάλι μόνον ένας  έμπειρος τορναδόρος.
Ένα Καΐκι , ένα Λουτρουβιό, μια Μπορτόζα , ένα αυτοκίνητο , τα πάντα χρειαζόταν ένα εξάρτημα που δεν υπήρχε πουθενά.

Ο μόνος τρόπος για να μην αχρηστευτεί ένα μηχάνημα του εργοστάσιου, η μηχανή του πλοίου , η ένας πανάκριβος εκσκαφέας ήταν να πάς στον τορναδόρο να σου φτιάξει μια βίδα που να ταιριάζει εκεί που την ήθελες.

Ο Παύλος Μανέτας γεννήθηκε στο Μαντούκι μετά τον πόλεμο.

Το Μαντούκι τότε ήταν το φτωχότερο προάστιο της Κέρκυρας.
Τρώγανε όλη τη βδομάδα αγριολάχανα με ελάχιστο λάδι και χύμα μακαρόνια δευτέρας διαλογής από του Ζαφειρόπουλου. Που και πού τρώγανε κανένα ψάρι και μια φορά το χρόνο είχε μοσχάρι παστιτσάδο.
Η αδενοπάθεια θέριζε.

Τον Παύλο τον έβαλε μιτσό ο πατέρας του σε μηχανουργείο στου Βόγγολη.
Ήταν σαν να τον έστελνε στο Χάρβαντ.

«Βόγγολη» λεγανε μια περιοχή στην αρχή του Μαντουκιού που τα πολύ παλιά χρόνια είχε την καλύβα του και έδενε την βάρκα του ένας μοναχικός ψαράς.

Έβγαζε Γυαλιστερές , Στρούδια και Κυδώνια και γύρναγε με το κοφίνι ξυπόλητος στο Καμπιέλο και στην Πόρτα Ρεμούντα φωνάζωντας «Βόγγοληηηη!».

Έτσι του μείνε το παρατσούκλι «Βόγγολης».

Η Βόγγολη είναι ένας εξαιρετικός μεζές που γίνεται στο τηγάνι με μυρωδικά και λάδι και κάνει ένα σούγο που μυρίζει θάλασσα .

Οι Κερκυραίοι λόγω φτώχιας  έκαναν  την Βόγγολη με αυτό το μιξ οστρακοειδών ενώ η κανονική Βενετσιάνικη Βόγκολη γίνεται μόνο με κυδώνια.

Χάθηκε και ο Βόγγολης , μπαζώθηκε η θάλασσα και η περιοχή «Του Βόγγολη» γίνηκε «βιομηχανικό πάρκο» από άθλιες τριτοκοσμικές λαμαρινοκατασκευές.
  
Στο μηχανουργείο που έπιασε δουλειά ο Παύλος φτιάχνανε εξαρτήματα για καΐκια και επιδιορθώνανε και προπέλες.

Έφαγε πολύ ξύλο ο Παύλος εκεί  μέχρι «να γίνει μάστορας».

Το  75  άνοιξε δικό του Μηχανουργείο στην Πλατυτέρα.

Αγόρασε μεταχειρισμένο τόρνο , δράπανο, τροχό και πάγκο με εργαλεία που τα αγόρασε με δανεικά.

Εν τω μεταξύ ο αδελφός του ο Λευτέρης  είχε πάει στη Γερμανία μετανάστης και σχεδόν δεν έζησαν μαζί  εκτός από τα παιδικά τους χρόνια.

Το Μηχανουργείο του Μανέτα πήγαινε καλά. Ο Παύλος έφτιαξε το πατρικό του στο Μαντούκι και έχτισε  και  στο Κεφαλομάντουκο  «εξοχικό».

Πάντα πίστευε ότι το επάγγελμα του Τορναδόρου είναι σαν του νεκροθάφτη . Θα έχει πάντα δουλειά διότι «πάντα κάτι θα χαλάει» .

Ώσπου ήρθε η εποχή που ο Παύλος έφευγε και μαζί του έφευγε και το επάγγελμα.

Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι τα μηχανουργεία, τα τυπογραφεία και τόσα άλλα επαγγέλματα θα εξαφανιζόταν μέσα σε μια δεκαετία.

Δεν το δέχθηκε ποτέ.

Στην αρχή έβγαλε το συμπέρασμα ότι «οι νέοι είναι τεμπέληδες και κακομαθημένοι και δεν θέλουν να μάθουν τη δουλειά».

Αργότερα πήρε τα εργαλεία στο σπίτι στο Κεφαλομάντουκο και τα αποθήκευσε σε μια παράνομα χτισμένη αποθήκη στην πίσω αυλή.
Δεν τα πούλησε όσο ήταν νωρίς και μετά του τα ζητάγανε για παλιοσίδερα οι γύφτοι.

Ούτε που το συζητούσε.

Είχε μεγάλο καημό με τα εργαλεία του.

Όταν μιλούσε για αυτά νόμιζες ότι ήταν ζωντανά. Ότι είχαν αξία από μόνα τους. Σου φαινόταν ότι μιλούσε για τα παιδιά του.

Θύμωσε όταν του είπα ότι σήμερα μπορεί να εκτυπωθεί μια βίδα η και ακόμα πολύ πιο πολύπλοκα εξαρτήματα από ένα μηχάνημα που «το διατάζει ένας υπολογιστής».

Κοίταγε αλλού θυμωμένος .

Μου πόνεσε και δεν του ξανάπα κουβέντα.

Λένε ότι όταν γερνάει ο άνθρωπος γυρνάει πίσω. Σαν να προσπαθεί να γαντζωθεί από ένα ανύπαρκτο πλέον παρελθόν το οποίο μάλιστα προσπαθεί να το φέρει στα μέτρα του.

Σαν να προσπαθεί να φτιάξει ένα καλύτερο παρελθόν και να ζήσει ξανά μέσα σε αυτό.

Τριγυρνάει στους τόπους των παιδικών του χρόνων και αναζητεί τα εναπομείναντα σημάδια.

Ο Παύλος γύρισε στο σπίτι του στο Μαντούκι.

Το καμάρι του, την «Βίλλα» στο Κεφαλομάντουκο, την νοίκιασε.

Εν τω μεταξύ γύρισε και ο αδελφός του.

Κάθε  πρωί και κάθε απόγευμα βγάζουν καρέκλες στο καντούνι και κάθονται χωρίς να μιλούν .

Αν ανοίξει κάποιος από τους δύο το στόμα του είναι σίγουρο ότι στο τέλος θα τσακωθούν.

Ο Λευτέρης έγινε στέλεχος του ΚΚΕ στην Γερμανία.
Ακόμα και για το φαί να μιλήσουν ο Λευτέρης θα το γυρίσει στο «Κόμμα».
-       «Αν δεν ήτανε το  Κόμμα….»
-       «Τι μαλακίες μου λες… ας μην είχα εγώ τον τόρνο μου να δούμε ποιος θα μας τάιζε».

Προχτές τους είδα να κάθονται στις καρέκλες τους κοιτάζοντας μπροστά σοβαροί και αμίλητοι.

Είπα να σταματήσω να πω μια καλημέρα αλλά συνέχισα.

Σκέφτηκα μια δικαιολογία.

«θάχανα το φέρυ μπώτ» .

Έτσι, που λέτε,  έγινε φετίχ το μέσο και ξεθώριαζε ο σκοπός.

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019

Η Οδύσσεια ενός ασφαλισμένου ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΗ



Πλέοντας προς το τέλος του εργασιακού μου βίου ετοίμαζα ανυποψίαστος τις επόμενες κρίσιμες και καθοριστικές για το (οποίο)  μέλλον μου κινήσεις.

Βρίσκω λογίστρια,
συντάσσω αιτήσεις,
ασφαλίζω τα αμπάρια,
βεβαιώνω το γνήσιο της υπογραφής
ελέγχω τα παταράτσα για το ενδεχόμενο  απρόσμενης καταιγίδας. 

Δυόμιση χρόνια κράτησε μέχρι τώρα η περιπλάνηση μου.

Αντιμετώπισα θηρία που δεν είχε δει το μάτι ανθρώπου.
Λαιστρυγόνες της διαδοχικής ασφάλισης και τέρατα του πρωτοκόλλου με βαμμένα κόκκινα τα γαμψά τους νύχια που έσταζαν αίμα και μανό.

Με ακούμπησαν με το μαγικό τους ραβδί και με μεταμόρφωσαν σε χοίρο για να με κρατήσουν για πάντα αιχμάλωτο στο βασίλειο των πρωτοκόλλων.

Με καταδίκασαν σε τελετή παγανιστική να εξαγοράσω
Μέχρι τα ένσημα του στρατού .

Δεν φτάνει που δεν άφησα σκοπιά για σκοπιά στα σύνορα. Δεν φτάνει που αναρχοκομμουνιστή με ανεβάζανε, ληστοσυμμορίτη με κατεβάσαμε, στο τέλος πλήρωσα και κάθε μέρα που υπηρέτησα επειδή το σύστημα ασφάλισης δεν μπορούσε να βρει τα ένσημα μου εάν δεν του τα πήγαινα εγώ ο ίδιος.

Κλήθηκα να απαντήσω σε μυστήρια της Κβαντικής μηχανικής.

«Πως  ένα έγγραφο δια μέσω των οπτικών ινών κάνει ένα εξακοσιοστό του δευτερολέπτου να έρθει από την Αθήνα και «υπηρεσιακώς» κάνει έξι μήνες. Γιατί δεν ταιριάζουν οι νόμοι του μικρόκοσμου με τους νόμους του μακρόκοσμου.
  
Ακριβώς τότε ξεσπάει με πρωτοφανή σφοδρότητα η καπιταλιστική κρίση. 

Έβαλα να με δέσουμε στο κατάρτι μαζί με την συλλογή  ενσήμων μου κλεισμένη σε αδιάβροχο φάκελο από τα τζάμπο.

Μη αντέχοντας ο Κατρούγκαλος να με βλέπει να θαλασσοπνίγομαι στα μανιασμένα κύματα της αποφασίζει να πέσει στο νερό και να με σώσει.

Έχει εντολή από τον Δία . Θα συγκρουστεί ο ίδιος με το κεφάλαιο και θα βάλει τις αγορές να χορεύουν τσάρλεστον .

Επειδή όμως το προλεταριάτο, δηλαδή εγώ ,δεν είμαι ακόμα έτοιμος για καμπάνιες ,αποφασίζει να τροποποιήσει τα σχέδια του.

Θα  κάνει μια ευφυή  τακτική κίνηση .
Θα συμβιβαστεί με τον ταξικό εχθρό προσωρινά αποβλέποντας στον στρατηγικό του στόχο.

Θα μου πιάσει τον κώλο  απαλά ,και όχι άγαρμπα σαν τους προκατόχους του ,και θα ξεγελάσει τον κτήνος κερδίζοντας χρόνο.

Το πιάσιμο κώλου του Κατρουγκαλου μας στοίχησε (ως οικογένεια)  30.000 ψωροευρώ και ακόμα πλερωνουμε .

Απτόητος εγώ συνεχίζω το ταξίδι.

Αντιμετωπίζω ψύχραιμα , τη σκύλα και την Χάρυβδη, το τμήμα απονομής συντάξεων, την Κίρκη, την διαδοχική  ασφάλιση ,την Καλυψώ.

Ο φάκελος μου τώρα πλέει για τα Γιάννενα .

Αν δεν βγει από καμία σπηλιά κανένας Κύκλωπας να με γαμήσει σε μερικούς μήνες θα βρισκόμαστε στον δρόμο για την επιστροφή .

Είμαι ξαπλωμένος στο κατάστρωμα αξούριστος και αποκαμωμένος και βλέπω στο
λάπτοπ για 126 φορά την αγαπημένη μου κουβανέζικη ταινία "Ο θάνατος ενός γραφειοκράτη".

Στην Κούβα του Φιντέλ Κάστρο πεθαίνει ένας συνηθισμένος εργάτης και οι συνάδελφοι του,  επειδή είχαν καιρό να δουν πεθαμένο ήρωα,  τον ανακηρύσσουν "ήρωα της εργατικής τάξης" και τον κηδεύουν μαζί με το κομματικό του βιβλιάριο.

Πάει η χήρα του ηρωικού εργάτη να πάρει την σύνταξη και της ζητάνε το κομματικό βιβλιάριο.

Ανήσυχη η χήρα στέλνει τον ανιψιό της να λύσει το πρόβλημα.

Ο αφελής ανιψιός νομίζει ότι πρόκειται για μια αντιμετωπίσιμη  κατάσταση.

Πάει στο νεκροταφείο και ζητάει από τον διευθυντή άδεια εκταφής του μπάρμπα του για να πάρει το βιβλιάριο από την κάσα.

Ο Διευθυντής του λέει ότι η άδεια εκταφής «βάσει νόμου» μπορεί να δοθεί σε έξι μήνες.

Σε έξι μήνες, όμως, θα έχει λιώσει ο ήρωας μαζί με το κομματικό βιβλιάριο και ο ανιψιός καταφεύγει σε υπουργούς, σε βουλευτές, σε διευθυντές, σε στρατηγούς, στην κόρη του Τσέγκεβάρα από την Κόστα Ρίκα, στην γκόμενα του Αιμιλιάνο Ζαπάτα από το Μεξικό   και τέλος , γυρνάει άπραχτος.
Ουδείς μπορεί να τα βάλει με το γράμμα του νόμου.

Απελπισμένος ο ανιψιός πάει νύχτα στο νεκροταφείο και ξεθάβει τον μπάρμπα του αλλά τον παίρνει είδηση ο φύλακας και φεύγει τρέχοντας με το καροτσάκι και την κάσα επάνω.

Πάει στην χήρα , ανοίγουν την κάσα , παίρνουν το βιβλιάριο και ρίχνουν πάγο μέσα για να μη βρωμέψει ο ήρωας της εργατικής τάξης.

Την επομένη πάει ο ανυποψίαστος ανιψιός  στο νεκροταφείο και ζητάει να ξαναβάλει τον μπάρμπα του στον τάφο.

Ο Διευθυντής του λέει ότι δεν μπορεί να θαφτή για δεύτερη φορά το ίδιο πτώμα.

Εκεί σπάει το νήμα.

Ο ανιψιός πιάνει τον διευθυντή από το λαιμό και τόνε πνίγει.

Η ταινία τελειώνει με την κηδεία του διευθυντή και με τον εγκλεισμό του ανιψιού στο ψυχιατρείο .

Νομίζω το πιάσατε το υπονοούμενο.

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2019

Η Οδύσσεια ενός ασφαλισμένου ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ Ο ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΕΝΣΗΜΩΝ


Η Οδύσσεια ενός ασφαλισμένου

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ο ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΕΝΣΗΜΩΝ

Όσο ο Μπούλης δούλευε στο χωράφι της κουμπάρας μου της Κατίνας στην Κέρκυρα εγώ εργαζόμουν ως συλλέκτης ενσήμων στην Αθήνα.
Μάζευα ένσημα από 12 χρονώ όταν εργάστηκα για πρώτη φορά το καλοκαίρι μετά το δημοτικό σε ένα ξυλουργείο.
Το πρώτο μου βιβλιάριο (ανηλίκου) το έχω χάσει και το ασφαλιστικό μου ταμείο δεν διατηρούσε τότε αντίγραφα των ενσήμων που πλήρωνα.
Το κράτος εκείνης της εποχής (αλλά και της σημερινής θα έλεγα) διατηρούσε με μεγάλη επιμέλεια ενημερωμένο τον φάκελο των κοινωνικών μου φρονημάτων αλλά δεν ημπορούσε να κρατήσει φάκελο των ενσήμων μου.
Η συλλογή των ενσήμων μου αυτή με έκανε διάσημο  στους κύκλους των συλλεκτών ενσήμων ως έναν από τους κάτοχους μιας εκ των πιο πλήρων συλλογών.

Ναυπηγεία Σκαραμαγκά
Ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος
Βιοχάλκο
Όουενς

Είχα στην συλλογή μου σπάνια ένσημα διαφόρων κοινωφελών ιδρυμάτων.
Τα ένσημα ήταν κάτι μικρά πολύχρωμα χαρτάκια σαν γραμματόσημα  αναγραφόμενης αξίας που στα κολλούσαν σε ένα βιβλιάριο που το είχες μόνον εσύ.
Αν τόχανες η έπιανε φωτιά το συρτάρι σου δεν έπαιρνες σύνταξη ούτε είχες ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Τα βιβλιάρια αυτά , εκτός των άλλων , απέκτησαν μεγάλη συναισθηματική αξία διότι κατά καιρούς τα άνοιγα και έκανα άσκοπες (και οδυνηρές)  περιπλανήσεις στο εργασιακό μου παρελθόν.
Ένα καυτό μεταπολιτευτικό καλοκαίρι  συνέβη κάτι αναπάντεχο  που σημάδεψε την σχέση μου με την συλλογή μου.

Ένα μεσημέρι κυκλοφόρησε η «Απογευματινή» με τίτλο «Έρχεται το τέλος του κόσμου…. Μετεωρίτης θα πλήξει τον πλανήτη και η ζωή θα εξαφανισθεί».

Ρώτησα έναν γείτονα που δίδασκε στην Πάντειο.

«Μη φοβάσε…» μου είπε  «…30% πιθανότητες έχει να πέσει στην γή. Από αυτές 80% πιθανότητες έχει να καεί στην ατμόσφαιρα . Αν μείνει κάτι σε μέγεθος πέτρας πρέπει να διαιρέσουμε τα τετραγωνικά μέτρα του πλανήτη για να δούμε πόσες πιθανότητες έχει κάποιος να του πέσει στο κεφάλι. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό το βγάζω μία στα τρία τρισεκατομμύρια. Πιο πιθανό είναι να  αφήσεις τα κλειδιά σου από το χέρι και αντί να πέσουν στο πάτωμα να πέσουν στο ταβάνι.»

Άκουγα τον καθηγητή και απορούσα.

Γιατί τα γράφανε αυτά τα πράματα και όλη η Αθήνα κοιτούσε τον ουρανό.

Ελα ντέ!

Το επόμενο βράδυ που όλοι συζητούσαν για το επερχόμενο τέλος του κόσμου , ο Πρωθυπουργός στο θερινό τμήμα της Βουλής πέρασε μια τροπολογία όπου απαγόρευε στα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων να αγοράζουν ακίνητα με τα πλεονάσματά τους και τα υποχρέωνε να καταθέτουν τα λεφτά στις τράπεζες όχι μόνον άτοκα αλλά να πληρώνουν και «φύλακτρα».

Έτσι  η συλλογή ενσήμων μου κατέληξε ως δωρεάν δάνεια στις εταιρείες που εργάσθηκα «για την ανάπτυξη του τόπου».

Η Συλλογή πάντως εξακολουθούσε να βρίσκεται στο συρτάρι του κομοδίνου μου περιμένοντας υπομονετικά την στιγμή της συνταξιοδότησης μου.

Εκείνα , λοιπόν τα χρόνια ,  εκτός από συλλέκτης  ενσήμων ήμουν και  αρχισυντάκτης της Εργατικής  εφημερίδας του Σωματείου Μεταλεργατών  Αθηνώς, Πειραιώς και περιχώρων.
Την ίδια εποχή ο Κατρούγκαλος ήταν γραμματέας της πανίσχυρης οργάνωσης Νομικής της ΚΝΕ.

Αναφέρω τον Κατρούγκαλο  διότι μας συνδέει μια κοινή μοίρα.

Εμένα με καθαίρεσαν διότι είχα καθιερώσει μια σελίδα στην εφημερίδα  με θέματα κινηματογράφου και βιβλίου. Πράγματα που δεν ταίριαζαν σε μια εργατική εφημερίδα ντούρων και σκληροτράχηλων προλετάριων της βαριάς βιομηχανίας.

Ο Κατρούγκαλος  έπεσε σε δυσμένεια εξαιτίας ενός περιέργου και αξιοσημείωτου γεγονότος που συνετάραξε το κομμουνιστικό κίνημα της εποχής.

Τα αναρχικά της νομικής σε μια προσπάθεια να ανεβάσουν το πολιτιστικό επίπεδο της νεολαίας διοργάνωσαν μια βραδιά σινεφίλ με το αριστούργημα της έβδομης τέχνης «Το παλαμάρι του Βαρκάρη» με πρωταγωνιστή τον Γκουσγκούνη. 
Η Προβολή θα γινόταν στο αμφιθέατρο της Νομικής.

Η ΚΝΕ εξέδωσε αμέσως ανακοίνωση , κατείγγειλε τον «εκφυλισμό του φοιτητικού κινήματος»  και κάλεσε τα μέλη της να μην πάνε.

Το Σαββάτο το βράδυ της προβολής συνέβη το αναπάντεχο.
Την ώρα που ξεκίναγε η προβολή  μπήκε στο  κατάμεστο αμφιθέατρο μοναχός του ο φοβερός και τρομερός Κατρούγκαλος .

Ο λαός τότε αντέδρασε επιδοκιμαστικά δια του συνθήματος 

«Κατρούγκαλε Κατρούγκαλε
 εσύ είσαι ο γαμιάς
και όχι ο Γκουσγκούνης 
ο παλιοπουσταράς»

Αυτή η ενέργεια του Κατρούγκαλου επέδρασε καθοριστικά Στην μετέπειτα καριέρα του ως συνδικαλιστή της ΚΝΕ πράγμα το οποίο επέδρασε καθοριστικά και στην δική μου πορεία ως  συλλέκτη ενσήμων βαριάς βιομηχανίας.

Για αυτά όμως και για πολλά άλλα θα μιλήσουμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας μας «Η Οδύσσεια ενός ασφαλισμένου» που θα δημοσιευθεί σε λίγες ημέρες (πρώτα ο Θεός).

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

Η Οδύσσεια ενός ασφαλισμένου ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ Η ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΗ





 Η παρακάτω τριλογία γράφεται εν βρασμώ ψυχής και παρακαλούνται οι αναγνώστες να δείξουν κατανόηση.

Όλα όσα θα διαβάσετε είναι προϊόν μυθοπλασίας  και της αχαλίνωτης φαντασίας μου και θα δημοσιευθούν σε τρία μέρη διότι τα γράφω κατά την διάρκεια των παθών μου.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

Η ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΗ

Ο Μπούλης δούλεψε στα χωράφια για τριάντα  χρόνια .
Ξεκίναγε κάθε μέρα τα χαράματα και γύρναγε σπίτι νύχτα.
Εξαιτίας του ότι έτρωγε σκέτο σανό , γαιδουράγκαθα και λίγο τριφύλλι τις Κυριακές,   δεν είχε καθόλου χοληστερίνη.
Υπέφερε μοναχά από μια χρόνια  ωτίτιδα   και η κουμπάρα μου η Κατίνα  τουβαζε ταχτικά κάτι σταγόνες που της έδινε ο γιατρός χωρίς αποτέλεσμα.
Η Κουμπάρα μου η Κατίνα πήρε σύνταξη από τον ΟΓΑ 350 ευρώ το μήνα.
Επειδή ο ΟΓΑ δεν συνταξιοδοτεί και τσου Γαιδάρους, η κουμπάρα μου η Κατίνα αποφάσισε να  συνταξιοδοτήσει αυτή τον Μπούλη.
Έτσι με κάτι «καθυστερούμενα» τούφτιαξε έναν σταύλο δικό του δίπλα στην κουζίνα της.
Τούβαλε και στρωσίδια για να κοιμάται αναπαυτικά . Τούχε πάντα καθαρό νερό, σανό, του μάζευε γαιδουράγκαθα και  δύο φορές τη βδομάδα τούχε και τριφύλλι φρέσκο.
Τούδινε και ένα από τα χάπια της για το ζάχαρο «προληπτικά». 
Την βασάνιζε η ιδέα ότι ο Μπούλης θα φοβάται τα βράδια μέσα στο σκοτάδι του σταύλου  και έφερε τη ΔΕΗ να «τραβήξει» ρεύμα για να του βάλει μια λάμπα.
Τόμαθε και το κράτος και της έβαλε ΕΝΦΙΑ για τον σταύλο του Μπούλη με αποτέλεσμα να μην της φτάνει η παχυλή σύνταξη του ΟΓΑ.

Το σημαντικότερο είναι ότι τον Μπούλη δεν τονε πρόλαβε ο νόμος Κατρούγκαλου.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι δεν αναγκάστηκε «να κάνει τα χαρτιά» για την σύνταξη.

Για αυτά όμως θα μιλήσουμε στο επόμενο μέρος της τριλογίας μας.

Ο Μπούλης έζησε αρκετούς μήνες κατάκοιτος  στον σταύλο  ώσπου ένα πρωί τονε βρήκε η Κουμπάρα μου η Κατίνα πεθαμένονε.
Έβαλε εργάτες και τον έθαψε στο χωράφι.

Επειδή ήτανε και θρήσκα τουβαλε και σταυρό.

Σε όλη του την ζωή του συμπεριφέρθηκε ισότιμα , σαν σε ζώο.

Δεν ηξέρω αν υπάρχει παράδεισος για γαιδάρους αλλά αν υπάρχει , σίγουρα ο Μπούλης θα βόσκει κάπου εκεί στα δροσερά λιβάδια του. Χωρίς άγχος και χωρίς κούραση.

Πάντως και εδώ δεν πέρασε και άσχημα , αν  κάνουμε την σύγκριση με άλλους εργάτες γης η βιομηχανίας.

Η Κουμπάρα μου η Κατίνα ζει ακόμα αλλά κανείς δεν ξέρει πόσω χρονώ είναι ακριβώς .

Μερικοί λένε ότι «παίζει τις καθυστερήσεις».
Εμένα μου φαίνεται ότι είναι «στα πέναλτυ»  με το χάρο.


*Στο επόμενο το δεύτερο μέρος της τριλογίας «Η Οδύσσεια ενός ασφαλισμένου»

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

Η Μονομαχία



Κάποτε  ζούσε ένας Κερκυραίος ευγενής σε ένα παλιό αρχοντικό χτισμένο στην άκρη ενός  λιβαδιού.
Για την ακρίβεια,  ο λεγάμενος ήταν γόνος μια παλιάς οικογένειας ευγενών που ζούσαν για αιώνες σε εκείνο το μέρος.
Σήμερα δεν υπάρχουν πια  αρκετοί ευγενείς. Άσε που οι ιστορικοί αμφισβητούν και το κατά πόσο υπήρξαν ποτέ.
Ας είναι.

Ο Ευγενής , λοιπόν,  ζούσε σαν ερημίτης επειδή η καταγωγή του και η μόρφωσή του δεν του επέτρεπαν να συχνάζει σε ταβέρνες και καφενεία η να κάνει παρέα με ανθρώπους της πλέμπας.

Ο υπηρέτης του ήταν ένας χοντροκόκαλος Αλβανός χωριάτης που όπως όλοι οι χοντροκόκαλοι Αλβανοί χωριάτες ήξερε τα πάντα.
Ήταν υδραυλικός , αγρότης, ηλεκτρολόγος, χτίστης, ιπποκόμος , αστροφυσικός , πιλότος, πρώην πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών του Ενβέρ Χότζα και οινοποιός. 

Η χοντροκόκαλη γυναίκα του χοντροκόκαλου Αλβανού  ήταν καμαριέρα, σερβιτόρα, λατζιέρα, μάγειρας, γιατρέσσα και  αρτοποιός.

Τα καλοκαίρια ερχόταν και η κόρη του Ευγενούς από την Αγγλία όπου εσπούδαζε μια άγνωστη επιστήμη την οποία ο Αλβανός την περιέγραφε κάθε φορά και με διαφορετικό τρόπο.

Ο μόνος φίλος του Ευγενούς ήταν ένας γείτονας υποευγενής ο οποίος έμενε λίγο πιο πέρα και συχνά επισκεπτόταν το αρχοντικό.
Οι δύο φίλοι ζούσαν απομονωμένοι   συζητώντας για σπουδαία ζητήματα διεθνούς πολιτικής , ιστορίας,  φιλοσοφίας  και  τέχνης  περασμένων εποχών.

Ζούσαν στο νησί αλλά ελάχιστοι γνώριζαν την ύπαρξή τους.

Όλα κυλούσαν  νωχελικά  στο ευγενικό περιβάλλον ώσπου ένα καλοκαίρι  ο ηλικιωμένος υποευγενής ερωτεύτηκε την κόρη του ηλικιωμένου ευγενούς.
Το αίσθημα ήταν αμοιβαίο και κατά την διάρκεια του φλογερού εκείνου καλοκαιριού  η χοντροκόκαλη γυναίκα του χοντροκόκαλου Αλβανού  ψιθύρισε στο αυτί του ηλικιωμένου ευγενούς τα μαντάτα.
Ο ηλικιωμένος ευγενής έγινε έξαλλος  και κάλεσε τον ηλικιωμένο υποευγενή σε απολογία.
Ο υποευγενής παραδέχθηκε τον παράνομο δεσμό του με την φοιτήτρια και ο ευγενής τονε κάλεσε σε μονομαχία.

Η μονομαχία έγινε όπως είθισται παρουσία μαρτύρων.
Μάρτυρας ήμουν εγώ και η χοντροκόκαλη Αλβανίδα  ενώ ο χοντροκόκαλος Αλβανός ανέλαβε να φέρει τα σπαθιά και να κάνει τον διαιτητή.

Η εξέλιξη της μονομαχίας (στην πραγματική πραγματικότητα)  δεν μας πολύ αφορά  διότι  είχε μια κατάληξη που δεν αρμόζει στο ρομαντικό πνεύμα του αφηγήματος μας .

Για αυτό τον λόγο  καλό είναι να την εγκαταλείψουμε προς το παρόν (αν και όσο  υπάρχει)  και να περάσουμε  στο χώρο της μυθοπλασίας  περίπου.

Άλλωστε εκεί μπορούμε να βρεθούμε πιο κοντά στην αλήθεια.
Στην διάρκεια της μονομαχίας , λοιπόν,  ο ερωτύλος υποευγενής σκοτώνει τον ευγενή πατέρα  και έτσι τελειώνει το πρώτο μέρος του έργου όπως συμβαίνει συνήθως.

Τα δύσκολα αρχίζουν στο δεύτερο μέρος όταν η φοιτήτρια φεύγει για την Αγγλία, οι χοντροκόκαλοι Αλβανοι  αναχωρούν προς εξεύρεση νέου αφέντη και ο υποευγενής μένει μόνος στην ερημιά.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά η ταπεινή γειτονική κοινότητα μη έχοντας άλλη σπουδαία προσωπικότητα  για να καμαρώνει  τοποθετεί στο φόρο του χωριού την προτομή του εκλιπόντος ευγενούς.

Ο υποευγενής  ζώντας σε πλήρη αναστάτωση  , αποφασίζει να ξεκαθαρίσει τα πράματα.
Πηγαίνει το βράδυ στην πλατεία του χωριού και καλεί το άγαλμα σε δείπνο.

Προφανώς η όλη  εξέλιξη του δράματος  παραπέμπει στον «Δόν Τζιοβάνι».
Πόσες όμως  καθημερινές δραματικές ιστορίες δεν παραπέμπουν κάπου.

Το άλλο πρωί ο υποευγενής πηγαίνει στου Βασιλόπουλου και αγοράζει ότι καλύτερο υπήρχε για το βραδινό δείπνο.

Ετοιμάζει το τραπέζι και κάθεται στη μία άκρη περιμένοντας.
Στις 12 τα μεσάνυχτα εμφανίζεται ο ευγενής και κάθετε στην άλλη άκρη του τραπεζιού.

Ο υποευγενής του εξηγεί ήρεμα ότι «οι καιροί έχουν αλλάξει» και ότι ο έρωτας ανάμεσα σε έναν ηλικιωμένο υποευγενή και μια νεαρή φοιτήτρια μιας ακατανόητης επιστήμης δεν μπορεί να είναι ταμπού.

Ο Ευγενής του αντιτείνει ότι «πήγε με την μονάκριβη κόρη του όχι διότι την ερωτεύτηκε αλλά σε μια αγωνιώδη προσπάθεια του να αντιμετωπίσει την προοπτική του επερχόμενου θανάτου του».

Ο υποευγενής εκνευρίστηκε και τον κατηγόρησε ότι δεν ντροπιάστηκε τόσο για τον έρωτα της κόρης του όσο του ότι, κατά βάθος,   «έβλεπε την κόρη του ως γυναίκα που του την πήρε κάποιος άλλος».

Η Συζήτηση πήρε εκρηκτική  τροπή και πέρασε από  το κρίσιμο όριο  μιας ομαλής επιστροφής.

Εκείνη την στιγμή (στον «Δόν Τζιοβάνι»)  πέφτουν σε μια δίνη  και καταλήγουν και οι δύο στην κόλαση.

Στην πραγματική ζωή συνέβη το ίδιο αλλά λιγότερο θεαματικά .

Μετά την μονομαχία ο ευγενής κατέληξε στο νοσοκομείο με τρυπημένο το ποδάρι.
Είπαν ότι έπεσε και το τρύπησε σε κάποιο σιδερένιο πάλο και το θέμα έληξε με δύο- τρία ράμματα, με έναν αντιτετανικό ορό και με μερικά amoxil των 1000 ml.

Σε έξι μήνες ο υποευγενής πέθανε από καρκίνο στομάχου.

Λίγο αργότερα πέθανε και ο ευγενής από ρήξη αορτής.

Έτσι και αλλιώς και οι δύο  επεδίωκαν τον θάνατό τους.

Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

Ο υποψήφιος




Τον υποψήφιο τον γνώρισα στην πρώτη γυμνασίου.
Είχε μανία να βάζει τρικλοποδιές. Κόσμος και κοσμάκης είχε σακατευτεί από τρικλοποδιά του υποψήφιου. Προτιμούσε τα κεφαλόσκαλα για να γίνεται θεαματικότερη η πτώση.

Είχε βάλει τρικλοποδιά και στον μαθηματικό , κάτι που θεωρούταν  εξαιρετικά μεγάλο τόλμημα.
Ο μαθηματικός   (που δεν μπορούσες ούτε να τον κοιτάξεις στα μάτια)  βρήκε πολύ αστεία την τρικλοποδιά του υποψήφιου.

Ο Υποψήφιος κέρδισε και στοίχημα όταν έπιασε τον κώλο της «Γαλλικούς».
Η «Γαλλικού» ήταν στρουμπουλή και φορούσε μια κολλητή και κοντή φούστα ( ένα ελάχιστο πάνω από το γόνατο)  που προκαλούσε  ερωτικά ρίγη  στην μαθητιώσα νεολαία της εποχής.
Έκανε ότι δεν κατάλαβε και ο υποψήφιος κέρδισε τέσσερα σάντουιτς από το κυλικείο με μορταδέλα και  κίτρινο τυρί.

Εκεί που τα βρήκε σκούρα ήταν όταν με έβαλε στο μάτι εξαιτίας του ότι ήμουν από τους λίγους που δεν γελούσα με τα κατορθώματά του.
Μούβαλε τρικλοποδιά και κόντεψα να τσακιστώ στα σκαλιά.

Τον περίμενα στην γωνία και τον σάπισα στο ξύλο.
Μετά την πρώτη μπουνιά στα μούτρα, που δεν την περίμενε , τον άρπαξα  από το λαιμό και τον έριξα κάτω.
Τούτριψα τα μούτρα στο χώμα.
 Έφαγε πολλές.
Τρομάξανε να τον πάρουνε από τα χέρια μου.

Περίμενα την άλλη μέρα να έρθει να με συλλάβει η ΕΣΑ αλλά τίποτα.
Πήγαμε στο σχολείο σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Έκτοτε , μάλιστα, έκανε ότι μπορούσε για να γίνουμε φίλοι.
Ματαίως διότι τον έβλεπα και μου γυρίζανε τα άντερα.

Ο πατέρας του υποψήφιου ήταν λογιστής σε ένα εργοστάσιο  επίπλων  και αργότερα άνοιξε μαζί με την μάνα του δικό τους λογιστικό γραφείο με πολλές διασυνδέσεις.

Ήταν καλύτερα να γνώριζες τον πατέρα του υποψήφιου παρά τον πρωθυπουργό.
Ακόμα περισσότερο την μάνα του.
Αστυνομία , δικαστές , στρατηγοί, υπουργοί, βουλευτές, γραμματείς υπουργείων , κλητήρες , δημόσιοι υπάλληλοι, οι πάντες ήταν γνωστοί του ζεύγους.

Ο Υποψήφιος μεγάλωσε σε συνθήκες πλήρους ασυλίας ότι και να έκανε.
Δεν παρακολούθησα όλη την πορεία του αλλά νομίζω ότι μάλλον είχα την τιμή να είμαι ο μόνος που τον έδειρε.

Αργότερα που πήγε στο Πανεπιστήμιο  έμαθα ότι έγινε αριστερός παρόλο που οι οικογένειά του ήταν όλοι δεξιοί.
Εκείνη την εποχή αν ήσουνα  φοιτητής και δεν ήσουνα αριστερός , σίγουρα θα ήσουνα λεπρός.

Ο Υποψήφιος διέπρεψε ως αριστερός φοιτητής και μάλιστα πήρε και διάκριση στην «οικονομική δουλειά» στο συνέδριο του κόμματος λόγω του ότι έδινε την μεγαλύτερη συνδρομή από όλους και είχε και ένα ξεχωριστό ταλέντο να «κόβει κουπόνια»  στις οικονομικές εξορμήσεις.

Εν τω μεταξύ εγώ ήμουν φαντάρος και σπούδαζα την Αγία Γραφή.
Είχα βρει μια Αγία Γραφή στην σκοπιά  και , μην έχοντας τι άλλο ακίνδυνο να διαβάζω για να περνάει η ώρα, είχα αποστηθίσει τα ευαγγέλια.
Έτσι, άλλωστε,  εξηγείται και η εξειδίκευση μου στην αντιμετώπιση παλαιοημερολογιτών και μαρτύρων του Ιεχωβά.

Πέρασα όλα τα σύνορα της πατρίδος μας από σκοπιά σε σκοπιά και από φυλάκιο σε φυλάκιο.

Ούτε ο Διγενής Ακρίτας δεν φύλαξε  στα σύνορα του Βυζαντίου  τόση σκοπιά όση εγώ.

Όταν γύρισα από ακρίτας στην Κακαβιά  , ο υποψήφιος ήταν ακόμα αριστερός φοιτητής.

Αλίμονο σου αν σου ξέφευγε καμιά κουβέντα που δεν ήταν σύμφωνη ακριβώς με τα «διδάγματα του Μαρξισμού» . Ήταν ικανός να σε σφάξει στο γόνατο σαν προβατίνα.

Αργότερα πήγε φαντάρος.

Γραφέας στο Σώμα Εφοδιασμού Μεταφορών.

Όταν λέμε «Γραφέας στο ΣΕΜ»  εννοούμε  «Ξύνω τα  αρχίδια μου σε  ένα γραφείο και μετράω μέρες μέχρι να απολυθώ».

Φρόντισε για αυτό ο  πατέρας του και η μάνα του που ήταν μεγάλοι πατριώτες  και ήθελαν να πάρουμε την Βόρειο Ήπειρο , την Μακεδονία, την Πόλη, την Αλεξάνδρεια  και τις Συρακούσες.

Αργότερα που γύρισε από την κόλαση του πολέμου ανέλαβε το γραφείο του πατέρα του και ειδικεύτηκε σε επιδοτήσεις ΕΣΠΑ.

Έκτοτε πέρασαν πολλά χρόνια και δεν τον ξαναείδα (ευτυχώς)  μέχρι που χαζεύοντας στο φέιςμπούκ  προχτές τον είδα σε προεκλογική αφίσα.

Φαλακρός με πουκάμισο σιδερωμένο χωρίς γραβάτα και βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.

«Μπορούμε!» λέει.

Ποιος; Αυτός! Που άμα του δώσεις να καρφώσει μια πρόκα στον τοίχο θα τσακίσει το δάχτυλο του.

Το «ανεξάρτητο ψηφοδέλτιο» έχει ως έμβλημα έναν ήλιο που από πάνω έχει μια ρίγα γαλάζια προς το Τυρκουάζ , παρακάτω μια ρίγα ρόζ Κιλοτί ,  και πιο κάτω μια ρίγα πράσινη  προς το   Βεραμάν.

Είναι της μόδος.

Προσαρμόστηκε.

Είμαι σίγουρος ότι άμα γίνει ξανά η μεγάλη Οκτωβριανή  Σοσιαλιστική Επανάσταση  θα είναι Πολιτικός Επίτροπος στην επιτροπή ήθους και διαφάνειας.