Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Ο ξαφνικός θάνατος της σιόρα Βερόνικα Δαλιέτου



Η σιόρα Βερόνικα γεννήθηκε μεγάλωσε και πέθανε  στο ίδιο δωμάτιο.

Το παράθυρο της «έβλεπε» από μια γωνία λίγη θάλασσα και ένα κομμάτι από το Βίδο.

Το όνειρό της πάντα ήταν ένα σύγχρονο διαμέρισμα που να καθαρίζεται εύκολα. Με γυαλιστερά πατώματα , κάτασπρους τοίχους και μπετονένιο ταβάνι.

Το σπίτι στα μουράγια ήταν μεγάλο αλλά χωρίστηκε σε τέσσερα κομμάτια . Ένα για κάθε παιδί.

Η Βερόνικα πήρε σαράντα πέντε τετραγωνικά. Εκεί παντρεύτηκε και εκεί μεγάλωσε τρία παιδιά.

Τα μοροφίντα του σπιτιού άλλαξαν τρείς φορές.

Την μία όταν  παντρεύτηκε.

Την άλλη όταν ήταν γκαστρωμένη στο δεύτερο παιδί και την τρίτη στο τέλος που έμεινε μόνη της.

Θυμάμαι που μου έδειχνε τα σημάδια από τα χωρίσματα και μου εξηγούσε λεπτομερώς την διαρρύθμιση του σπιτιού ανά εποχή.

Η Βερόνικα Δαλιέτου αισθανόταν πάντα ενοχές διότι παντρεύτηκε «έναν τιποτένιο».

Κυρίως τα είχε με τον εαυτό της και απορούσε για την ανοησία της να τον παντρευτεί.

Η αλήθεια είναι ότι είχε δίκιο.

Δεν ξέρω αν ο άντρας της ζει ακόμα. Έχω καιρό να τονε δώ. Όταν όμως τον  έβλεπα να σουλατσάρει στην πιάτσα με τις παρέες του μου γυρίζανε τα άντερα.
Έτσι και αλλιώς ποτέ δεν με ενδιέφερε να του πω ούτε καλημέρα.

Η Βερόνικα Δαλιέτου κράτησε το πατρικό όνομα και το πατρικό της σπίτι και συνέχισε την ζωή της.

Δούλευε χρόνια δημοτικός υπάλληλος μέχρι που πήρε την σύνταξή της.

Με ένα μισθό κατάφερε και μεγάλωσε τα παιδιά της με απίστευτες στερήσεις.

Σε μια εποχή που η Κέρκυρα «έβγαζε πολλά λεφτά» , η Βερόνικα μετρούσε δεκάρες για να τα βγάλει πέρα αξιοπρεπώς. 
Μιλάμε για απίστευτους οικογενειακούς προϋπολογισμούς που ακόμα και εγώ που είμαι πάμφτωχος δεν  θα τους  είχα διανοηθεί.

Η Βερόνικα Δαλιέτου πέρασε την ζωή της δίπλα σε ένα παράθυρο που έβλεπε από μια γωνία την θάλασσα.

Δεν χρειαζόταν να κοιτάει το ρολόι στον τοίχο. Καταλάβαινε την ώρα από τα φέρυ που περνούσαν.
Την ρώταγες «τι ώρα είναι»  και σου απαντούσε αμέσως χωρίς να κοιτάξει ρολόι.

Κάποια φορά πήγε και στην αδελφή της που είναι παντρεμένη στην  Αγγλία  και όλο έλεγε για αυτό το ταξίδι.
Όποια συζήτηση και να είχατε θα  στο γύριζε στο ταξίδι στην Αγγλία.

Κάποια στιγμή τα παιδιά έφυγαν και ακολούθησε το καθένα τον δρόμο του.
Η Βερόνικα Δαλιέτου έμεινε μόνη στο πατρικό της σπίτι στα μουράγια για πρώτη φορά στην ζωή της.

Ήταν τότε που άλλαξε για τρίτη φορά τα μοροφίντα.

Τώρα το σπίτι είχε μια μονοκόμματη και σχετικά ευρύχωρη κουζίνα-τραπεζαρία με το δωμάτιο προς την θάλασσα, ένα μικρό υπνοδωμάτιο πίσω και το μπάνιο.

Όταν η Βερόνικα Δαλιέτου αρρώστησε μαζεύτηκαν παιδιά και αγγόνια στο νοσοκομείο.

Μπροστά της ήταν όλο λόγια παρηγοριάς.

Στο διάδρομο όμως τα βλέμματα γινόταν ανήσυχα.

Αγαπούσαν την μάνα τους αλλά τώρα άρχιζαν τα δύσκολα.

Αν αργήσει να πεθάνει ποιος θα την αναλάβει και έναντι ποίου ανταλλάγματος.

Δεν το λέγανε έτσι αλλά αυτό ήταν.

Η Βερόνικα Δαλιέτου ήξερε καλά τι γινόταν στους διαδρόμους του νοσοκομείου . Αυτή τα γέννησε.

Σε λίγες μέρες ήρθε το εξιτήριο και η «Μάμα» ξαναγύρισε στο σπίτι. 

Το πρώτο πράμα που έκανε ήταν να καθίσει στην ψάθινη καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και να τους ζητήσει ένα ποτήρι νερό.

Κοιτάχτηκαν ανήσυχα,  γιοί νύφες και γαμπροί . «Αυτή δεν ζήταγε ποτέ τίποτα».  «Τι συμβαίνει;»

Τις επόμενες μέρες κατέληξαν σε συμφωνία.

Θα την αναλάμβανε ο μικρότερος  και όταν θα πέθαινε θα έπαιρνε το σπίτι.

Της ανακοίνωσαν την απόφαση και επειδή «οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους» έμενε να γραφτεί  η διαθήκη για να είναι σχετικά εξασφαλισμένος ο «μικρός» και να υπογράψουν και δήλωση στον συμβολαιογράφο οι υπόλοιποι ότι «ουδεμίαν απαίτησιν έχουν».

Αρνήθηκε. «Δεν έχω ανάγκη από νοσοκόμο». Είπε γελώντας για να μην βαρύνει το κλίμα.

Τους είπε και ένα ανέκδοτο και γέλασαν όλοι.

Αναρωτήθηκε και «Τι να μαγειρέψω για αύριο;» και τους καληνύχτισε.

Η Βερόνικα Δαλιέτου πέθανε μετά από δύο χρόνια καθώς ανέβαινε την ξύλινη εσωτερική σκάλα του σπιτιού.


Είχε κατέβει στην πιάτσα να πάρει την σύνταξη και στο γυρισμό πήρε και μια τυρόπιτα.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Τα Μουρόνια


Στην αρχή είπαν ότι την αρρώστια την έφεραν οι άνεμοι από τις μακρινές στέπες  της Μογγολίας.

Άλλοι έλεγαν ότι την έφεραν οι σταυροφόροι.

Οι περισσότεροι πίστευαν ότι ήταν έργο του διαβόλου η , ακόμα, δοκιμασία του θεού .

Κανείς δεν ήταν σίγουρος.

Οι αρχές επέβαλαν καραντίνα στα εμπορικά πλοία.

Θα έμεναν δεμένα για σαράντα μέρες αρόδου και ύστερα θα έπαιρναν άδεια για να δέσουν στο λιμάνι και να ξεφορτώσουν .
Quaranta Giorni” λέγανε την  απαγόρευση.

Αλχημιστές έριξαν στην αγορά  φάρμακα με ιδιότητες μαγικές .

Οι παπάδες έκαναν καθημερινά δεήσεις.

Κατηγορήθηκαν μάγισσες ως υπαίτιες για την συμφορά και οδηγήθηκαν στην πυρά.

Φτωχοί και πλούσιοι κατηγορούσαν τους διπλανούς τους ως αμαρτωλούς φορείς της αρρώστιας και πλήρωναν αδρά για τον αφορισμό τους.

Οι πρωτοπαπάδες αφόριζαν νυχθημερόν αρκεί να καταβαλλόταν το αντίστοιχο ποσόν.

Κάθε εκκλησία είχε το δικό της τιμοκατάλογο.

Άλλες οι τιμές στους μητροπολιτικούς ναούς και άλλες στα ξωκλήσια.

Παρόλα αυτά η αρρώστια συνέχιζε το  έργο της.

Ολόκληρες πόλεις και χωριά ερήμωσαν και όσοι απέμειναν τριγυρνούσαν απελπισμένοι στους δρόμους ικετεύοντας για ένα κομμάτι ψωμί.

Άρχοντοι  και φτωχοί κλείστηκαν στα σπίτια τους για μήνες και απέφευγαν οποιαδήποτε επαφή ακόμα και με τους συγγενείς τους .

Η λέσχη των ευγενών έκλεισε επ αόριστο και στις ταβέρνες των συνοικιών δεν πλησίαζε κανείς.

Όλοι ήταν ύποπτοι ως φορείς της αρρώστιας.

Όλοι ήταν εχθροί όλων.

Ο καθένας στο σπίτι του μέχρι να περάσει το κακό.

Τότε κάποιος είπε ότι η μόνη λύση είναι «τα μουρόνια».

Τοχε  δει με τα μάτια του σε κάποιο μακρινό τόπο.

Η λύση ήταν πολύ ακριβή και μόνον οι οικογένειες των ευγενών μπορούσαν να πληρώσουν τόσα λεφτά .

Έβαλαν ειδικούς τεχνίτες να σκαλίσουν φοβερά πέτρινα πρόσωπα ανύπαρκτων ανθρώπων που να μην μοιάζουν σε κανέναν και τα εντοίχιζαν στις εισόδους των σπιτιών .

 Η αρρώστια θα πέρναγε απέξω και θα συνέχιζε την πορεία της για το επόμενο σπίτι.

Το θανατικό  συνέχιζε το μακάβριο έργο του.

Μερικοί γεροντότεροι έλεγαν  ότι αυτή η κατάρα είναι η  τιμωρία του θεού επειδή μαζεύτηκαν πολλοί στην πόλη και εγκατέλειψαν την ζωή στα χωράφια.

Άλλοι προφήτευαν ότι την τελευταία στιγμή θα στείλει ο θεός τους αγγέλους του και θα εξόντωναν το κακό.

Η ανθρωπότητα θα έβγαινε ξανά στο φώς και μια αιώνια  εποχή ευτυχίας θα άρχιζε μετά από αυτή την θεϊκή δοκιμασία.

Πέρασαν χρόνια και πράγματι το κακό πέρασε και οι άνθρωποι ξαναβγήκαν στους δρόμους .

Η λέσχη των ευγενών ζωντάνεψε.

Ξανάρχισαν οι εμπορικές συναλλαγές και τα πανηγύρια.

Στις εκκλησίες περίμεναν στην σειρά τα ζευγάρια για να παντρευτούν.

Γέμισαν οι γειτονιές παιδιά που έπαιζαν ανέμελα.

Όλοι ήταν πλέον σίγουροι ότι οι άγγελοι είχαν διώξει για πάντα το κακό και μια φορά το χρόνο γινόταν μια μεγάλη γιορτή για να τιμήσουν αυτούς τους αποστόλους του θεού που με τα πύρινα σπαθιά τους έσωσαν την πόλη.

Έμειναν τα μουρόνια στους τοίχους να κοιτούν με τα φοβερά τους πρόσωπα τους περαστικούς.

Κανείς δεν πίστευε ότι θα χρειαστούν ξανά αλλά και κανείς δεν τα έβγαζε από τους τοίχους.

Πέρασαν τα χρόνια. Άλλαξαν οι εποχές και κανείς δεν ήξερε πλέον για ποιο λόγο οι  παλαιότεροι είχαν εντοιχίσει αυτά τα φοβερά πρόσωπα μπροστά στις εισόδους των σπιτιών.

Ούτε καν οι ξεναγοί δεν μπορούσαν να δώσουν μια πειστική απάντηση στις ερωτήσεις των τουριστών και εφεύρισκαν διάφορες πρόχειρες εξηγήσεις όπως: «Πρόκειται για προτομές των ιδιοκτητών μιας άλλης μακρινής εποχής…».

Περνούσαν τα χρόνια και οι αιώνες για τους ανθρώπους αλλά για τα μουρόνια δεν ήταν παρά λίγες στιγμές.

Τις βροχερές νύχτες του χειμώνα αν περάσεις από κάτω και τα κοιτάξεις επίμονα φαίνεται σαν να χαμογελάνε .

Σαν να διέκοψαν την κουβέντα τους περιμένοντας να περάσεις.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

ΓΝΚ Θάλαμος 521


Aνοίγω τα μάτια μου και βλέπω στο ταβάνι κάτι μαύρα ζωύφια που μοιάζουν με μοστερίτσες με κοντή ουρά … μάλλον με γυμνοσάλιαγκες .
Τα παρατηρώ αδιάφορα να διασχίζουν το ταβάνι αργά αργά 
 Κλείνω τα μάτια μου και το ταβάνι γίνεται ένα κόκκινος συννεφιασμένος ουρανός .
Αλήθεια αν μέναμε στον Άρη και ο (φυσιολογικός) ουρανός ήταν κόκκινος πως θα μας φαινόταν ένας μπλε ουρανός;
Κουράζομαι και ξανανοίγω τα μάτια . Ξανά τα σκαθάρια στο ταβάνι.
Ο Νοσηλευτής μου ετοιμάζει τους ορούς . Στο ταβάνι πάνω από το κεφάλι του περπατάει ένα μαύρο σκαθάρι.
«Πρόσεχε του λέω θα σου πέσει στο κεφάλι» 
«Ποιος;» μου λέει .
«Το σκαθάρι» του λέω και του δείχνω με τα μάτια το ταβάνι.
Κοιτάει επάνω.
«Κατάλαβα…. πρέπει να σου αλλάξω το παυσίπονο …μερικούς τους πειράζει αυτό το συγκεκριμένο».
Χαλαρώνω , μάλλον με παίρνει ο ύπνος. Ξαφνικά μια τρομερή έκρηξη με συνταράσσει. Ρωτάω τι γίνεται . Κανένας δεν φαίνεται να έχει ανησυχήσει . Περίεργο. Τελικά η «έκρηξη» ήταν μια πόρτα κομοδίνου κάπου στο βάθος.
Δεν θυμάμαι πόσες ώρες κοιμόμουν . Το χειρουργείο μου είπαν κράτησε τριάμισι ώρες.
Κουνάω το πόδι μου και πονάω. Ανασαίνω και πονάω . Φοβάμαι ότι αν βήξω θα διαλυθώ.
Η πρώτη βραδιά πέρασε με παραισθήσεις και χωρίς να καταλαβαίνω που βρίσκομαι. Άκουγα παντού γύρω μου βογγητά και ακατάληπτες συζητήσεις .
Ξημέρωσε η δεύτερη (άγια) μέρα και ήμουν λίγο καλύτερα . Φοβόμουν ότι όταν θα νυχτώσει θα ξαναρχίσουν τα βογγητά.
Βογκούσαν και την ημέρα αλλά το βράδυ γινόταν ανυπόφορο.
Προσανατολίζομαι στον θάλαμο με την άκρη του ματιού μου .
Απέναντί μου ένας γέρος αλευκιμιώτης με ανοιχτό το στόμα κοιτάει στο νταβάνι ακίνητος . 
Δίπλα του συνοδοί διαδοχικά ο γιός , η κόρη , η εγγονή, και η γυναίκα του.
Τυπική αγροτική οικογένεια της Λευκίμμης . 
Ο κάθε ένας στέκεται στη βάρδιά όρθιος σαν φρουρός μπροστά στο κρεβάτι πρόθυμος να εξυπηρετήσει τον ασθενή «αφέντη» .
Η πρώτη εντύπωση είναι ότι τον αγαπούν πολύ. Δεν είναι λάθος . Δεν είναι όμως και όλη η αλήθεια. Τα συναισθήματα τέτοιες ώρες εναλλάσσονται και αυτό φαίνεται πιο πολύ στον μεγάλο γιό και στην μάνα.
Η Αλευκιμιώτισσα είναι μια τυπική αγρότισσα της Λευκίμμης , αδύνατη , ξερακιανή με χέρια σκασμένα από τα χωράφια και τα πλυσίματα που τα περιπλέκει αμήχανα καθώς μου μιλάει.
Φοράει μια μαύρη πλεχτή ζακέτα και μια φούστα σκουρόχρωμη. 
Μου μιλάει για την εποχή που δούλευε με τη δίκοπη μέχρι τη νύχτα για να πάρει ένα κομμάτι γης που μαζί με το δικό της θα γινόταν μια επαρκής προίκα για την παντρευτεί ο «Αφέντης».
Μου μίλαγε για τις δουλείες που έκανε για να κρατήσει την οικογένεια αξιοπρεπώς και να μεγαλώσει τα παιδιά και για τα «δικά του τα καμώματα».
Κάποια στιγμή την βλέπω να ψαχουλεύει το χειριστήριο του κρεβατιού του άντρα της. 
Πατάει ένα κουμπί στην τύχη και το κρεβάτι του ανήμπορου αλευκιμμιώτη αρχίζει να μαζεύει προς τα πάνω σε σχήμα τάμπλιγιου.
Η Αλευκιμμιώτησσα κοιτάει γύρω της με ύφος «ξέρω και από τεχνολογία» αλλά δεν λέει να αφήσει το κουμπί .
Τα πόδια του αλευκιμιώτη φτάσανε στη μύτη του.
Τέτοια στάση δεν είχε καταφέρει ούτε η Άννα Παύλοβα στο Dying Swan .
Ευτυχώς πρόλαβαν και τον απεγκλώβισαν οι ψυχραιμότεροι των διπλανών κρεβατιών.
Η Νύχτα μετά την αναστάτωση συνέχιζε την πορεία της με τα συνήθη βογγητά και μαζί με την νύχτα συνέχιζαν την πορεία τους και οι γυμνοσάλιαγκες του ταβανιού.
Κάποια στιγμή , που δεν ξέρεις αν είναι δέκα η ώρα η τρείς τα ξημερώματα , μια παράξενη πομπή μπαίνει αργά και τελετουργικά στον θάλαμο.
Μεταφέρουν μια τεράστια μπάλα και την τοποθετούν με προσοχή στο μεσαίο κρεβάτι σαν αρχαίο τοτέμ.
Στην αρχή νόμιζα ότι είναι κάποια νυχτερινή παραίσθηση από τα ισχυρά παυσίπονα. Σύντομα όμως μαθαίνω ότι η «μπάλα» είναι ένα Γερμανός που δεν κρατιότανε και έφαγε «κατιτίς» παραπάνω στις γιορτές.
Οι Ειδικοί απεφάνθησαν ότι ο τυμπανισμός του Γερμανού έπρεπε να αντιμετωπισθεί σε δυο φάσεις.
Την πρώτη φάση δεν την γνωρίζουμε και δεν μας αφορά .
Η Δεύτερη όμως ήταν το κλασικό κλύσμα που στην συγκεκριμένη περίπτωση θα έπρεπε να γίνει στο κατάλληλο χώρο . Να μεταφερθεί ο γερμανός (ας πούμε) στον βιολογικό σταθμό καθαρισμού.
Το κλύσμα έγινε επάνω στο κρεβάτι και ο Θάλαμος 521 «μετετράπει εις κόλασιν του Δάντη».
Έντρομος σηκώνομαι από το κρεβάτι του πόνου κρατώντας το στάντ με τους ορούς μου και σαν τον Μωυσή ανοίγω δρόμο στην ερυθρά θάλασσα και οδηγώ το ποίμνιο μου του θαλάμου 521 προς την σωτηρία.
Καταφεύγουμε μέσα στην νύχτα σε διπλανούς θαλάμους και περιμένουμε να περάσει το «κακό».
Ας ελπίσουμε ότι δεν θα πάθει μέσα στο επόμενο σαββατοκύριακο κανένα τυμπανισμό η Γερμανία και φτάσουν τα σκατά μέχρι την Αίγυπτο.
Με τόσα που έχουνε δει τα μάτια μας πρέπει να είμαστε έτοιμοι για όλα.
Ξημέρωσε και γυρίσανε στη φωλιά τους οι μαύροι γυμνοσάλιαγκες του ταβανιού.
Το καλοκαίρι θα κατέβω στην Λευκίμμη να βρω την οικογένεια του κρεββατιού νο 1 .
Θα τους πάρω και λίγους μπολσεβίκους από του Βουλισμά.
Ο Μεγάλος γιός όταν πήγαινα στην τουαλέτα μου έστρωνε το κρεβάτι και με βοηθούσε να ξαπλώσω.
Δεν ήθελε και να του λέω «ευχαριστώ».
Κάτι τέτοια δεν ξεχνιούνται.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Ο Τιποτένιος



Είχα γνωρίσει παλιά έναν  περίεργο τύπο που έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές .
Δεν ξέρω καν αν ζει.

Τον λέγαμε «ο Λάκης ο ταρατσόβιος» .

Ο ραδιοφωνικός σταθμός του Λάκη του ταρατσόβιου ήταν εγκατεστημένος στο πλυσταριό της ταράτσας .

Τον είχε κατασκευάσει εξολοκλήρου μόνος του με ανταλλακτικά που τα αγόραζε ένα-ένα από το μοναστηράκι.

Για να δεις τον Λάκη έπρεπε να είσαι άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του και να  σε αφήσει να ανέβεις στην Ταράτσα.

Εκεί έτρωγε, εκεί κοιμότανε, εκεί έγραφε τα εμπνευσμένα σχόλια του , εκεί είχε αποθηκευμένη σε ράφια την τεράστια συλλογή δίσκων του.

Ο Λάκης ήταν ένας θρύλος των μεσαίων κυμάτων.

Ένας καλόγερος της ραδιοφωνίας.

Ασύλληπτος από τα ραδιογωνιόμετρα της ασφάλειας .

Αφανής και μυστηριώδης.

Είχε κλέψει και ρεύμα από την κολόνα της ΔΕΗ για τον ιερό του σκοπό.

Τον Λάκη, «αλήτη» τον ανεβάζανε στην γειτονιά «τεμπελχανά» τον κατεβάζανε.

Ο Λάκης μύησε χιλιάδες νέους στην μουσική χωρίς καμιά απολαβή. Ακόμα και να τον έβλεπαν οι θαυμαστές (και οι πάμπολλες θαυμάστριες του) στον δρόμο δεν τον γνώριζαν.

Αν αποκαλύπταμε μυστικά στο αυτί σε κάποιον ότι «αυτός είναι ο Λάκης ο Ταρτσόβιος»  δεν θα μας πίστευε.

Ο Λάκης είχε κατασκευάσει (εκτός των άλλων)  και ένα δίκτυο αφοσιωμένων πληροφοριοδοτών που τον ειδοποιούσαν όταν πλησίαζε το ραδιογωνιόμετρο της ασφάλειας.

Έκλεινε τον σταθμό και τον έχαναν.

Μια του κλέφτη , δυο του κλέφτη, ο Λάκης συνελήφθη.

Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός  στο προάστιο.

Αδιανόητο. Μπορεί να συλληφθεί  ένα φάντασμα;

Ο Λάκης  μαρτύρησε στα μπουντρούμια της ασφάλειας χειρότερα από Νίκο Κούρκουλο στο «κοινωνία ώρα μηδέν» αλλά δεν πρόδωσε κανέναν πληροφοριοδότη του.

Θυμάμαι έναν γείτονα που τον είχε πει «τιποτένιο» .

Ο Λάκης τον κοίταξε ειρωνικά και δεν είπε τίποτα.

Είχα την τύχη να γνωρίσω πολλούς τέτοιους «τιποτένιους» . 

Ένας είχε βαλθεί να φτιάξει μια μηχανή που θα κινούταν αιωνίως χωρίς να σταματάει  ποτέ και χωρίς να καίει καύσιμα.
Ματαίως του λέγαμε ότι αυτό «είναι αδύνατο βάσει των νόμων της φυσικής» .
Δεν άκουγε κουβέντα και τον ενοχλούσαν και οι «νόμοι» της φυσικής.

Ένας άλλος απλώς τεμπέλιαζε γιατί του άρεσε να λιάζεται στο μπαλκόνι αδιαφορώντας για το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Κάποιον που παρέλαβε μια επιχείρηση από τον πατέρα του. Αποτελούνταν από ένα γάιδαρο και ένα κοφίνι με αυγά. Την έκανε σε λίγα χρόνια  «εμπόριο τροφίμων και ποτών η ειλικρίνεια» και μεγάλωσε τρία παιδιά.

Το παιδάκι στο απέναντι πεζοδρόμιο που βαριέται να διαβάσει και ξεκίνησε ένα συγκλονιστικό ταξίδι  επάνω στα  εκατομμύρια νευρά ενός ασήμαντου φύλλου που σήκωσε από κάτω,  χωρίς πρόγραμμα και χωρίς «τελικό» προορισμό .

Τι να σας λέω!

Γνώρισα πολλούς τέτοιους «τιποτένιους» αλλά δεν μιλάω για αυτούς.

Μιλάω για εκείνους που δεν είναι ικανοί για τίποτα .

Για λογοτέχνες που δεν γράφουν ποιήματα .
Για επιχειρηματίες που δεν επιχειρούν.
Για ραδιοφωνικούς παραγωγούς που δεν παράγουν.
Για εφευρέτες που δεν αναζητούν .

Μιλάω για μια κάστα αληθινών τιποτένιων που θέλουν να γίνουν πρίγκιπες των πάντων και είναι ανίκανοι για το παραμικρό.

Μπορούν να τσαλαπατήσουν κάθε «τιποτένιο» που θα βρεθεί μπροστά τους προκειμένου να βρεθούν έγκαιρα στην λαμπρή τελετή όπου θα στεφθούν αυτοκράτορες στο βασίλειο του τίποτα.  


Αυτοί με εντυπωσίαζαν περισσότερο.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Ψευδαισθήσεις



Στο πρώτο διαγώνισμα είχε ξεχάσει και τα λίγα που είχε διαβάσει.
Το μυαλό του ήταν τελείως άδειο και πανικός τον είχε καταβάλλει.
Γύρισε το κεφάλι προς την κόλα του διπλανού του . Εκείνος το κατάλαβε και σήκωσε το χέρι του , τάχα να στηρίξει το κεφάλι του.
Δεν είπε τίποτα. Ήταν ο καλύτερος του φίλος. Αν τον έχανε θα έμενε μόνος.

Έμεινε βαθιά μέσα του ένα μικρό τραύμα που το καταχώνιασε όσο βαθύτερα μπορούσε, τόσο που σχεδόν παραγράφηκε εντελώς .

Αυτά τα μικρά τραύματα μέσα μας παραγράφονται νομίζουμε αλλά δεν επουλώνονται ποτέ.

Αργότερα «τάφτιαξε»  με την Νικολίνα.
Η Νικολίνα ήταν χαμηλών τόνων κοπέλα σε αντίθεση με τις συμμαθήτριές της που σε κάθε ευκαιρία «έβγαζαν τον κώλο τους έξω».
Η σχέση μάλλον δεν είχε το απαιτούμενο πάθος. Το απωθημένο του ήταν η «Αετονύχι» όπως την έλεγαν οι αρσενικοί που ξέραν πολλά .
Την έλεγαν έτσι γιατί η ρώγα της ήταν σαν την ρώγα από το σταφύλι «αετονύχι» , μεγάλη και γυριστή προς τα πάνω.
Άλλοι πιο ευφάνταστοι την έλεγαν «Τζίντζολα».
Τα κατάφερε χωρίς πολύ κόπο , είναι αλήθεια, και στρίμωξε την Τζίντζολα.

Την πήγε στην Ανάληψη με το αυτοκίνητο του πατέρα του.
Παρκάρανε μέσα στα σκοτάδια και στο διπλανό αυτοκίνητο γινόταν ο κακός χαμός .
Την ώρα που η Τζίντζολα του είχε παραδοθεί, καταλάγιαζε και η φασαρία στο διπλανό αυτοκίνητο.
Είδε  την Νικολίνα να βγαίνει και να κουμπώνεται.

Παρέγραψε τα δικά του και κάθισε στο σκαμνί του κατηγορουμένου την Νικολίνα.

Αργότερα πίστεψε ότι ο συνεταίρος του ήταν ο τιμιότερος άνθρωπος που γεννήθηκε ποτέ.
Κατέληξε στα δικαστήρια και κόντεψε να χάσει και τα «πατρικά» του.

Μετά ήταν απολύτως βέβαιος ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν κοιμόταν τις νύχτες από την στεναχώρια του για τα βάσανα του λαού.

Έβαλε στόχο της ζωής του να καρφώσει αφίσες σε κάθε ελιά της Κέρκυρας «για την αλλαγή».
Αγόρασε «καρφωτικό» και  ξεκίνησε από την Λευκίμμη ανεβαίνοντας προς τα πάνω.

Αν του λέγανε ότι «για να έρθει η αλλαγή» θα έπρεπε να κόψει όλες τις ελιές θα αγόραζε αλυσοπρίονο και δεν θα τον έφτανε ούτε ο Πώλ Μπανυάν.

Για καιρό οι ελιές είχαν απάνω στο σώμα τους τα σημάδια της αλλαγής .

Έτσι άλλωστε εξηγείται  και  η τόσο ευρεία διάδοση των ιδεών της στους χωριάτες , στους κυνηγούς, στους κοτσυφούς και στις ξυλόκοτες.

Μετά τα σκάνδαλα άρχισε σιγά σιγά να δηλώνει απογοητευμένος.
Έτσι συμβαίνει με τους γοητευμένους. Κάποια στιγμή απογοητεύονται.

Πέρασαν τα χρόνια και πήγε στο νοσοκομείο για εγχείρηση.
Ήταν τρίτος στην σειρά  αλλά βρέθηκε τέταρτος διότι ο καλύτερος του φίλος έδωσε φακελάκι.

Μετά ήρθε ο ..Τσίπρας.
Άντε πάλι να παρηγορούμε τον απογοητευμένο.

Τα μικρά εσωτερικά τραύματα γινόταν ολοένα και περισσότερα και αν και ήταν κρυμμένα επιμελώς πίσω από αδιάφορα αστειάκια , όταν έβανε όστρια πονούσαν αφόρητα.

Πήγε και στην παρέλαση ενός μεγάλου και σχεδόν ξεχασμένου πολέμου.

Αγόρασε και πλαστικό σημαιάκι από έναν φίλο του πολυμορφικό μικροπωλητή που το Πάσχα πουλάει κεριά , το καλοκαίρι ψένει αστάκια  και στις απόκριες πουλάει μουζέτα.

Στήθηκε συγκινημένος  μπροστά στο σιντριβάνι με το σημαιάκι του. Οι μπάντες παιανίζανε πατριωτικά εμβατήρια και οι παλαιοί πολεμιστές παρήλαυναν επιδεικνύοντας με υπερηφάνεια τα τραύματα τους.

Ποιος ξέρει… μπορεί κάποτε να γίνονται παρελάσεις για τον σημερινό μας πόλεμο. Οι σημαίες να κυματίζουν , οι μπάντες να παιανίζουν και οι παλαιοί πολεμιστές να επιδεικνύουν με υπερηφάνεια τα αόρατα τραύματα τους.

Τελευταία ασχολείται με την  μελισσοκομεία.
Η καταπληκτική κοινωνία των μελισσών τον έχει εντυπωσιάσει.
Τις φροντίζει και παρατηρεί την κάθε τους δραστηριότητα.
Πιστεύει ότι πρόκειται για την τέλεια κοινωνία.
Μας διαβεβαιώνει ότι συμβαίνει κάτι καταπληκτικό, είναι τέτοια η αγάπη του για τα μελίσσια που αυτά το καταλαβαίνουν και δεν τον τσιμπάνε.

Προχτές μας ήρθε πρησμένος.

Έτσι που λες.

Καλύτερα με τους αφελείς, τους προδομένους , τους  γοητευμένους  και τους απογοητευμένους.


Σιχάθηκα τους καπάτσους.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Ο ιμπεριαλισμός και η μοναξιά.


Τα χρόνια τα παλιά κυκλοφορούσε ένα σύνθημα που σήμερα θα έλεγε κανείς ότι είναι άνευ ουσίας. Έλεγε ότι : «Εκτός από τον Ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά».
Ο επινοητής του συνθήματος μάλλον θα ήθελε να πει: «Το πρόβλημα είναι μόνο η μοναξιά» αλλά λόγω των συνθηκών εκείνης της εποχής που η πολιτικοποίηση ήταν έντονη προτίμησε να βάλει λίγο νερό στο κρασί του.
Τότε γνώρισα την Αλίκη.
Η Αλίκη είχε παντού αντιρρήσεις.
«Καλημέρα» να της έλεγες θα σου έφερνε αντίρρηση.
Μπορούσε κανείς να το δικαιολογήσει διότι αυτό το δικαίωμα είναι κατοχυρωμένο ως γνωστόν από το λυκαυγές της ανθρώπινης ιστορίας.
Η Αλίκη δεν ήθελε να πάει σχολείο διότι «το σχολείο προσηλυτίζει».
Η Αλίκη δεν πήγαινε στις μαθητικές διαδηλώσεις «διότι δεν ήταν πρόβατο».
Η Αλίκη δεν ήθελε να κάνει «μόνιμο δεσμό» διότι ήταν κατά των «δεσμεύσεων».
Η Αλίκη δεν ήθελε να δουλέψει διότι ήταν «κατά της μισθωτής σκλαβιάς».
Η Αλίκη δεν ήθελε να παντρευτεί διότι ήταν κατά του «αναχρονιστικού θεσμού».
Η Αλίκη δεν ήθελε να κάνει παιδιά διότι δεν ήθελε να ξοδέψει την ζωή της «μεγαλώνοντας κουτσούβελα».
Η Αλίκη δεν ήθελε να βάλει σουτιέν (τότε που τα βυζιά της ήταν ακόμα ψηλά) διότι «ήταν ελεύθερη».
Η Αλίκη αγαπούσε «όλα τα παιδιά του κόσμου» (και κυρίως τα έγχρωμα) αρκεί να μην ήταν δικά της.
Περνούσαν τα χρόνια και παντού μπροστά μου έβρισκα την Αλίκη.
Με θεωρούσε «κομματικοποιημένο», «στενόμυαλο», «καθοδηγούμενο», «μικροαστό» και υπαίτιο για την αποτυχία «όλων των επαναστάσεων όλων των εποχών».
Την συνάντησα ως μαθήτρια .
Την συνάντησα έξω από το «φροντιστήριο των πανελλήνιων εξετάσεων».
Την συνάντησα πωλήτρια σε σούπερ μάρκετ.
Την συνάντησα παντρεμένη στα πρόθυρα νευρικού παροξυσμού.
Την συνάντησα «ιδιοκτήτρια μίνι μάρκετ».
Την συνάντησα ως «μαμά» να ουρλιάζει εκτός εαυτού : «Κικήηηηηηη!!!!! Έλα αμέσως εδώ!!!!»
Την συνάντησα στην Β΄ Δ.Ο.Υ να τσακώνεται με τον υπάλληλο για τον «διακανονισμό του Φ.Π.Α.»
Περνούσαν τα χρόνια και παντού μπροστά μου συναντούσα την Αλίκη.
Δεν μπορώ να πω. Πάντα η Αλίκη με ξάφνιαζε.
Άρχισαν να ασπρίζουνε οι «ρίζες» και τις έβαφε.
Στην αρχή ήταν της μόδας τα κόκκινα αργότερα το βάψιμο έγινε πιο «πλουραλιστικό».
Τότε αρχίσανε οι «ενέργειες» .
Αν δεν παραδεχόσουν αμέσως ότι «τα πάντα υπόκεινται σε μια ακαθόριστη και αναπόδεικτη από την ταπεινή ανθρώπινη επιστήμη συμπαντική ενέργεια που μας καθορίζει» τότε ήσουν τουλάχιστον «κάφρος»¨.
Αργότερα ήρθε η «ζωοφιλία» , ο «ρατσισμός», η «υγιεινή διατροφή» και πάνω από όλα ο «σεξισμός».
Αν έλεγες , για παράδειγμα, «ωραίος καιρός σήμερα» κινδύνευες να σε καταγγείλει σε όλη τη κοινωνία για «σεξιστή».
Πέρασε καιρός που είχα να συναντήσω την Αλίκη και νόμιζα ότι είχα γλυτώσει.
Αμ Δε!
Την Δευτέρα που μας πέρασε βρέθηκα στο Νοσοκομείο ως συνοδός της γυναίκας μου. Θα μέναμε δυο με τρεις το πολύ μέρες.
Μας πήγαν σε έναν θάλαμο τεσσάρων κρεβατιών που ήταν μόνο το ένα κρεβάτι πιασμένο και αυτό κλεισμένο με μια κουρτίνα .
« Ωραία!» .. σκέφτηκα .. «Αν δεν φέρουν κανέναν άλλον μέχρι το βράδυ θα κοιμηθώ και εγώ σαν άνθρωπος».
Πριν προλάβω να χαρώ ανοίγει η κουρτίνα και εμφανίζεται μπροστά μου η …Αλίκη.
Έκανα αρκετά δευτερόλεπτα για να την αναγνωρίσω.
Ήταν αναμαλλιασμένη, άβαφτη, με ορούς σχεδόν σε όλο της το σώμα και με ένα ξεθωριασμένο νυχτικό.
«Θα μείνεις εδώ απόψε;» με ρωτάει με διάθεση για καυγά.
«Εδώ…. Που να πάω;… είμαι συνοδός.» απάντησα απολογητικά.
«Άκου να σου πω! …Εγώ έχω πρόβλημα με το στομάχι μου… αέρια …δεν μπορώ να μείνω όλη νύχτα με έναν άντρα στο θάλαμο.»
«Σε καταλαβαίνω αλλά τι θέλεις να κάνω; Να πηδήσω από τον τέταρτο όροφο; Η να κρεμαστώ από το παράθυρο;»
«Μην μου κάνεις εμένα τον έξυπνο!...να πάτε σε άλλο θάλαμο.»
Να μην σας τα πολυλογώ , η προϊσταμένη δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για «άλλο θάλαμο».
«Δεν μπορεί αυτή η νευρασθενικιά να μας διώχνει τον κόσμο από τον θάλαμο …που να τους βάλουμε; ..Θα μείνετε εκεί και άστηνε να λέει.»
Πήγαμε στο θάλαμο ως ανεπιθύμητοι και προσπάθησα να την καθησυχάσω.
«Μην κάνεις έτσι Αλίκη μου , όλος ο κόσμος κλάνει ..θα το αντέξουμε για δυο βραδιές… δεν ήρθε και η συντέλεια του κόσμου!»
Φαίνεται ότι το μόνο που κατάφερα με τους λεπτούς μου χειρισμούς ήταν να χειροτερέψω την ήδη εκρηκτική ατμόσφαιρα.
Παρόλα αυτά η Αλίκη υποχώρησε μην μπορώντας να κάνει αλλιώς.
Στην αρχή της αξέχαστης αυτής πρώτης βραδιάς μείναμε σιωπηλοί να ακούμε την Αλίκη να μιλάει στο κινητό και να κάνει παρατηρήσεις στην υπάλληλό της .
Μετά μίλαγε για καμιά ώρα με κάποια φίλη της που της είχε αναθέσει να φυλάει κάποιον «Έκτορα» που υποθέσαμε ότι ήταν κάποιος σκύλος η γάτος.
Κατά τις δώδεκα τσακώθηκε με την νοσοκόμα.
Στις μία σηκώθηκε να κατουρήσει.
Τόφερε η μοίρα να κοιμηθώ με την Αλίκη στο ίδιο δωμάτιο κάτω από ανείπωτες συνθήκες που και η πιο αρρωστημένη φαντασία θα αδυνατούσε να περιγράψει.
Ας ελπίσουμε ότι εκτός από την μοναξιά υπάρχει και ο Ιμπεριαλισμός.

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Η Νεροποντή



Στις μικρές κοινωνίες ο διχασμός γίνεται πάντα πιο φανερός επειδή οι ίδιοι άνθρωποι βρίσκονται καθημερινά σε επαφή.

Στην δική μας ιστορία που συμβαίνει σε μια μικρή κοινότητα ακόμα και τα σπίτια βρίσκονται σε επαφή.

Συμβαίνει, δε,  στους ανθρώπους ότι και στους σκαντζόχοιρους. Όταν κάνει κρύο μαζεύονται κοντά για να ζεσταθούν και όσο πλησιάζουν ο ένας τον άλλον τόσο τα αγκάθια τους  τρυπάνε και απομακρύνονται ξανά.

Αλλού οι άνθρωποι είναι χωρισμένοι ανάμεσα σε Βλάχους και σε Αρβανίτες η σε πανωχωρίτες και κατωχωρίτες η σε αριστερούς και δεξιούς.

Στην περίπτωση της δικής μας ιστορίας είναι χωρισμένοι ανάμεσα σε θεοσεβούμενους και άθεους ασεβείς.

Τις Κυριακές , κατά τις οκτώμισι , χτυπάει η καμπάνα της Αγίας Βαρβάρας η οποία έχει αναλάβει την προστασία του χωριού.

Οι Καμπάνες της Αγίας Βαρβάρας είναι τόσο κοντά στα σπίτια που είναι σαν να κοιμάσαι μέσα στο καμπαναριό.

Όλοι ενοχλούνται από τις καμπανοκρουσίες της Κυριακής αλλά εκδηλώνονται αλλιώς.

Οι Θεοσεβούμενοι σηκώνονται από κρεβάτι και πάνε στην τουαλέτα με κλειστά τα μάτια , ντύνονται και κρυμμένοι πίσω από ένα ύφος εγκαρτέρησης πάνε στην εκκλησιά.

Οι Άθεοι είναι πιο εκδηλωτικοί . 

Οι πιο μετριοπαθείς και συγκρατημένοι από αυτούς, απλά ρίχνουν μερικά καντήλια ανάμεσα από τα δόντια τους και σκεπάζονται καλύτερα με τα σεντόνια και τα μαξιλάρια.

Υπάρχουν και αυτοί που βγαίνουν έξαλλοι στα παράθυρα και εκτοξεύουν διάφορες αυτοσχέδιες βλαστήμιες που αφορούν κυρίως τα γεννητικά όργανα της αγίας Βαρβάρας.

Έτσι γινόταν πάντα . Πρόκειται για μια πατροπαράδοτη διαδικασία που φαίνεται συνηθισμένη εκτός αν είσαι κάποιος περιηγητής όποτε αναρωτιέσαι κατάπληκτος: «Μα σε τι τρελοκομείο βρίσκομαι;»

Όλα πήγαιναν καλά ώσπου μια μέρα εμφανίζεται στο χωριό ο «Μπούλης».

Ο Μπούλης έλειπε χρόνια στην Αθήνα και ελάχιστες φορές είχε έρθει στο χωριό.

Τον έλεγε «Μπούλη» η μάνα του όταν ήταν μικρός και του έμεινε το παρατσούκλι τόσο που ελάχιστοι θυμόταν πλέον το πραγματικό του όνομα.

Δούλευε σε μια φαρμακοβιομηχανία στο Καλαμάκι και έμενε με την γυναίκα του στο Παγκράτι . Τα παιδιά τους είχαν μεγαλώσει. Παντρεύτηκαν και έφυγαν.

Η Γυναίκα του δεν μπορούσε να αποχωριστεί το μαγευτικό Παγκράτι και έτσι ο Μπούλης πήρε τα πράματα του και ήρθε στο χωριό χωρίς καν να κάνει τον κόπο να χωρίσει.

Από το χωριό είχε φύγει με μια Βαντάκα ρούχα και γύρισε με μια σπορ τσάντα Admiral, με μια υπόσχεση σύνταξης και με μερικές οικονομίες από την πολύχρονη και κοπιαστική του δουλειά στα «ξένα».

Έβαλε μπροστά να φτιάξει το πατρικό του. Θα έριχνε μια πλάκα από πάνω και θα συνέχιζε με μια κεραμωτή για ομορφιά και για να είναι πιο δροσερό .

Έτσι , λοιπόν, ενεπλάκη μοιραία και στις μυλόπετρες του τοπικού διχασμού .

Πρώτος τον πλησίασε ο Παππάς και του είπε να έρθει την Κυριακή στην λειτουργία.

«Είναι λίγο δύσκολο παππά μου διότι δεν πιστεύω στον Θεό»
«Είσαι άθεος δηλαδή;» ρωτάει ενοχλημένος ο Παππάς.
«Όχι Παππά μου ούτε  άθεος είμαι αλλά περιμένω να έρθει η Δευτέρα παρουσία για να βεβαιωθώ. Αν κατέβει ο Θεός από τον ουρανό μαζί με όλη την του την οικογένεια και όλον τον κρατικό του μηχανισμό θα βεβαιωθώ αλλά και πάλι δεν θα πιστεύω στον Θεό διότι τι νόημα έχει να πιστεύεις σε κάτι για το οποίο είσαι βέβαιος:»
«Πολύ μπερδεμένα μου τα λες βρε Μπούλη!» του είπε ο Παππάς χαϊδεύοντας  καχύποπτα τα γένια του.

Τα ίδια και στο καφενείο των αθέων.

Κάθισε σε μια γωνιά ο Μπούλης και τον αρχίσανε στην Λεζάμινα.
«Πιστεύεις στο Θεό:»
«Όχι»
«Άρα είσαι δικός μας»
«Μη βιάζεστε. Δεν πιστεύω ούτε ότι δεν υπάρχει Θεός . Γενικώς δεν πιστεύω. Όταν η επιστήμη αποδείξει ότι δεν υπάρχει Θεός πάλι δεν θα είμαι άθεος διότι τι νόημα έχει να είσαι άθεος αν ο θεός δεν υπάρχει.»
« Ναι αλλά ο Μάρξ είπε ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Είπε ο πιο καταρτισμένος.
«Και εγώ σου λέω ότι η πίστη που δεν έχει ανάγκη από τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό της είναι το LSD λαού.»

Έτσι κυλούσε ο καιρός στην μικρή κοινωνίας ώσπου ήρθε η εποχή των βροχών.

Οι Χωριάτες, θεοσεβούμενοι και άθεοι, περίμεναν τις καθιερωμένες ετήσιες βροχές και αυτές αργούσαν .

Οι βδομάδες περνούσαν χωρίς βροχή και ο κίνδυνος και η αγωνία μεγάλωναν.

Έτσι αποφάσισαν οι Θεοσεβούμενοι και πήγαν στον Παππά προκειμένου να κάνει μια δέηση.

Ο Παππάς χάιδεψε τα γένια τους και τους είπε:
«Για να πιάσει η δέηση πρέπει να κάνετε μια αίτηση και να την υπογράψει όλο το χωριό, αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να μην εισακουσθούμε από τον μεγαλοδύναμο.»

Ο Γραμματέας συνέταξε μια ολιγόλογη αίτηση και άρχισαν από κάτω να υπογράφουν οι χωριανοί.

Ο εκβιασμός ήταν μεγάλος και άρχισαν να υπογράφουν ένας ένας και οι άθεοι.

Ποιος θα έπαιρνε την ευθύνη αν από την αίτηση έλειπε το όνομα του και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην βρέξει . Αλλά και ποια θα ήταν η θέση ενός άθεου αν, παρά την αποχή του,  άρχιζε ο θεός να βρέχει;

Υπέγραψαν όλοι εκτός από τον Μπούλη.

«Γιατί δεν υπογράφεις ρε Μπούλη; Κράτα τις απόψεις σου αλλά υπέγραψε. Τι θα πάθεις;»

«Λυπάμαι παιδιά αλλά εμένα δεν με συμφέρει να βρέξει. Έχω φέρει ένα φορτηγό τσιμέντα έξω από το σπίτι και αν βρέξει θα πετρώσουν.»

Έτσι η αίτηση κατετέθει με τις υπογραφές όλων  πλην ενός.

Εκείνη την νύχτα όλοι κοιτούσαν τον ουρανό να δουν αν μαζεύονται σύννεφα με αγωνία .

Αργά πήγαν απογοητευμένοι για ύπνο.

Κατά τα χαράματα τους ξύπνησε με φωνές ο Μπούλης .

 Έπεφταν οι πρώτες στάλες και έψαχνε αναστατωμένος  για «νάϊλα» να σκεπάσει τα τσιμέντα.

Η Βροχή κράτησε όλη μέρα και οι χωριάτες, θεοσεβούμενοι και άθεοι, κερνούσαν στα καφενεία ο ένας τον άλλο.

Νύχτωσε και η βροχή συνεχιζόταν ακατάπαυστα.

Ξημέρωσε και η βροχή δεν έλεγε να καταλαγιάσει.

Μια βδομάδα έβρεχε χωρίς σταματημό και πλέον ο κίνδυνος να καταστραφούν ξαναγύρισε από την ανάποδη.

Πάνε ξανά στον παππά.

«Τι θα γίνει… πότε θα σταματήσει η βροχή;»
«Λυπάμαι τέκνα μου αλλά δεν γράψατε στην αίτηση πότε θέλετε να σταματήσει. Κάντε καινούργια αίτηση και γράψτε επάνω πότε θέλετε να σταματήσει η βροχή.»

Υπέγραψαν όλοι καινούργια αίτηση και πήγαν και στον Μπούλη για να υπάρχει ομοφωνία και να σιγουρευτούν.

«Μπούλη υπέγραψε να χαρείς καταστρεφόμαστε!»

Να πάτε να γαμηθείτε! Με τις μαλακίες που κάνετε εγώ έχω ήδη καταστραφεί.»
-
-

Η Ιστορία που μόλις διαβάσατε στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα.
Ο Παππάς πέθανε μετά από δύο χρόνια και έγινε δεκτός στον παράδεισο με πανηγυρισμούς και τιμές αρχηγού κράτους.

Οι Θεοσεβούμενοι συνεχίζουν κάθε Κυριακή πρωί να πηγαίνουν στην εκκλησία.
Οι Άθεοι ξαναγύρισαν στο καφενείο και κατηγορούν ο ένας τον άλλον.

Ο Μπούλης έριξε την πλάκα , γνώρισε στον Κοντογυαλό μια χήρα Ινδή σαρανταπεντάρα  με παρεό και φύγανε για τις μακρινές Ινδίες όπου ασχολείται με την καλλιέργεια παυλόσουκων.