Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Ένας Μπον βιβέρ στο μαγειριό



 Τον Πωλ  τον γνώρισα στο μαγειριό.
Δεν υπήρχε άδειο τραπέζι και ήρθε στο δικό μου.

«Παρακαλώ κύριε μπορώ να καθίσω;»

Ψηλός λεπτός , καλοχτενισμένος  με  ωραία μαλλιά και αρκετά μακριά για την ηλικία του.

«Ωραίος άντρας…»  σκέφτηκα  «…στα νιάτα του θα είχε κάψει καρδιές».

Μου συστήθηκε. «Πωλ Πουλίδης … φωτογράφος»

«Και πού έχετε το φωτογραφείο παρακαλώ;»
Χαμογέλασε.
«Όχι τέτοιος φωτογράφος.. φωτορεπόρτερ καλύτερα»

Από κείνη την ημέρα στο μαγειριό γίναμε πολύ καλοί φίλοι .

Δεν ξέρω …. Δεν ταιριάζαμε πουθενά … ήμασταν άνθρωποι από  τελείως διαφορετικούς κόσμους  αλλά  κάτι απροσδιόριστο με έκανε να τον συμπαθήσω  από την πρώτη στιγμή.

Αν μας έβλεπε κανείς να καθόμαστε και να συζητάμε στο ίδιο τραπέζι θα απορούσε .

Αυτός φορούσε  ωραία ρούχα , ένα λεπτό φουλάρι στο λαιμό , μια λεπτή μακριά καπαρντίνα και καλογυαλισμένα σκαρπίνια .

Εγώ με τα λερωμένα ρούχα της δουλειάς  και με αρβύλες γεμάτες λάσπες.

Εξαιτίας του Πωλ έκοψα την συνήθεια να διαβάζω εφημερίδες στο φαγητό. Κάθε που τον συναντούσα μου έλεγε  ιστορίες από την πολυτάραχη ζωή του.
Ατελείωτες ιστορίες που τις άκουγα  σα μικρό παιδί.

Όταν έτρωγα μόνος μου, μου  έλειπαν από το τραπέζι οι ιστορίες του Πωλ.

Είχε γυρίσει όλο τον κόσμο φωτογραφίζοντας μεγάλους σταρ του σινεμά, σπουδαίους πολιτικούς , πρίγκιπες , βασίλισσες , μεγιστάνες και εμίρηδες.

Δεν έβγαζε  απλές φωτογραφίες . Ακτινογραφούσε την κάθε περίπτωση. Μάθαινε τα πάντα για τις παρανομίες , τα εγκλήματα, τις μεγάλες απάτες και τους μεγάλους  έρωτες  των σπουδαίων αυτού του κόσμου.

Κάποτε τον ρώτησα: «Γιατί δεν έγινες πολεμικός φωτορεπόρτερ που είχε  και περισσότερα λεφτά όπως λες»

«Δεν μπορούσα Σταμάτη. Γεννήθηκα μέσα στα χαλάσματα του πολέμου και μέσα στην πείνα… ήθελα να ξεχάσω… να  δω την αστραφτερή πλευρά του κόσμου… ποτέ δεν έγινα μέρος της …απλώς την παρατηρούσα και την φωτογράφιζα… άγριος κόσμος …αδίστακτος  αλλά  χωρίς ερείπια , χωρίς ανέχεια και χωρίς πτώματα στους δρόμους.»

Γύρναγε στους δρόμους και πούλαγε άλμπουμ με φωτογραφίες του.

Θυμάμαι μία στην ακρόπολη όταν είχε έρθει η Μαρία Κάλλας . Πέταγε την φωτογραφική μηχανή στον αέρα  και μόλις την ξανάπιανε πάταγε το κλείστρο και ότι έβγαινε.

Κοίταγαν εντυπωσιασμένοι οι Γιαπωνέζοι τουρίστες και χειροκροτούσαν.

Του είπα να τις ανεβάσουμε στο διαδίκτυο να γίνουν περισσότερο γνωστές. Δεν ήθελε .

«Δεν ξέρω από αυτά και δεν προλαβαίνω να μάθω… άσε που δεν θα ξέρω ποιος τις είδε . Ενώ έτσι μιλάω με τον κόσμο… είναι αλλιώς.»

Ο Πωλ στα γεράματα του ήταν μόνος .

Αλλάξανε και οι καιροί , δεν ήθελε και δεν ενδιαφερόταν να προσαρμοστεί.

Στενοχωριόταν περισσότερο γιατί ένοιωθε ξένο τον σημερινό  κόσμο .

Μια φορά μου είπε ότι αισθάνεται σαν  να έκανε ένα ταξίδι στο μέλλον , να παγιδεύτηκε εκεί και να μην μπορεί να γυρίσει πίσω.

«Σε ζηλεύω» μου έλεγε πολλές φορές.

«Τι ζηλεύεις ρε Πωλ;  Η ζωή μας είναι ένα σύνολο επιλογών που στοιχίζουν έτσι και αλλιώς στο καθένα μας»

Ήρθε ο σερβιτόρος  για τον λογαριασμό.

«Εσύ γιατί πλήρωσες λιγότερα;» μου είπε ο Πωλ χαριτολογώντας.

«Αυτός είναι ο τιμοκατάλογος ρε Πωλ . Εγώ παρήγγειλα  μακαρόνια και εσύ μούθελες Σοφρίτο».

Τελευταία τον έβλεπα συχνά στο σούπερ μάρκετ .

Συνήθως αγόραζε κονσέρβες και λίγα φρούτα.

Σπάνια  πήγαινε στο μαγειριό.

Φαινόταν καταβεβλημένος αλλά διατηρούσε την γοητεία , την ευγένεια και τη  αξιοπρέπεια του.

Πάντα προσεκτικά ντυμένος καθαρός και καλοχτενισμένος.

Προχτές μας άφησε ο Πωλ και δεν πρόλαβα να καταγράψω και τις ιστορίες του .

Δυό τρεις φωτογραφίες του μείνανε στο διαδίκτυο.  

«Πωλ Πουλίδης - εικόνες - αναζήτηση»

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Ο μαρτυρικός θάνατος του Βιτζέτζο Κωστελέτου




Τα βράδια συνήθως πίνω το κρασάκι μου σε ένα μπάρ απέναντι από την πολυκατοικία Νο 48Β της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.

Η Πολυκατοικία Νο 48Β της Λεωφόρου Αλεξάνδρας ήταν η πρώτη πολυκατοικία που κτίστηκε ανάμεσα στα χαμόσπιτα της περιοχής και πάντα πίστευε  ότι η Ιστορία την καταδίκασε να γειτονεύει με την ταπεινότητα.

Όταν σηκώνω το ποτήρι τα μάτια μου ευθυγραμμίζονται αναγκαστικά με  τους πολυελαίους των σαλονιών.

Θα είχε ενδιαφέρον να γραφτεί ένα μυθιστόρημα από κάποιον που δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει με τίτλο « Οι πολυέλαιοι της πολυκατοικίας Νο 48Β» .

Επικεντρώνω την προσοχή μου στον πολυέλαιο του «δευτέρου».

Ο πολυέλαιος της Αικατερίνης Κωστελέτου-Πουλιέζου ήρθε πακεταρισμένος από το «Άκρον Ίλιον Κρυστάλ» μαζί με σκρίνια πολυθρόνες και κομοδίνα σε χρώμα σκούρας καρυδιάς παραμονές του γάμου της με τον  Βιτζέντζο Κωστελέτο υπάλληλο του ΤΕΒΕ.

Αποτελούταν από πέντε περίτεχνα μπρούτζινα μπράτσα πάνω στα οποία ήταν στερεωμένα  τα ντουί των λαμπτήρων με τα γυάλινα διακοσμητικά περιβλήματα τους  .

Περιμετρικά ήταν κρεμασμένα με αόρατα μεταλλικά νήματα αμέτρητα γυάλινα κομμάτια σε σχήμα διαμαντιού.

Όταν άναψε ο πολυέλαιος της Αικατερίνης  στάθηκαν έκθαμβοι από κάτω οι παρευρισκόμενοι και τον θαύμαζαν .

Του Τζέντζου δεν του άρεσε από την αρχή αλλά δεν είπε κουβέντα για να μην χαλάσει την ιερή τελετή αφής του πολυελαίου.

Τότε , σε αντίθεση με σήμερα οι πολυέλαιοι ήταν επώνυμοι . Άλλο ένα γυάλινος πολυέλαιος από  την Οβριακή και άλλο ένας πολυέλαιος από το «Άκρον - Ίλιον - Κρυστάλ».

Ο πολυέλαιος της Αικατερίνης ήταν φτιαγμένος για μεγάλες δεξιώσεις , για επίσημες συναντήσεις , για  βαλς , για τσάγια. Δεν ήταν κάποιος τυχαίος πολυέλαιος σε κάποια φτωχική κάμαρη του Μαντουκιού.

Η Αικατερίνη ως «Κυρία Δημοσίου Υπαλλήλου» θα έπρεπε να μπορεί να δεχτεί στο σαλόνι της Κυρίες αναλόγου κύρους και μορφώσεως. 
  
Ο Τζέντζος ήταν, επίσης,  φτιαγμένος για «μεγάλα πράματα» η Ιστορία τον αδίκησε όμως και τον καταδίκασε να τσακώνεται στα δικαστήρια με μαγαζάτορες που δεν πλήρωναν τα ασφάλιστρα τους.

‘Εγινε ο «κακός» και καταδικάστηκε να τον αποφεύγουν όλοι.
 
Έκανε παρέα μόνο με τον Κώστα τον ποιητή του «πρώτου» ο οποίος έγραφε στιχάκια ημερολογίου που δεν είχαν καμία αναγνώριση διότι «το σύμπαν είχε συνωμοτήσει για να θάψει έναν μεγάλο ποιητή» (όπως συμβαίνει συνήθως άλλωστε).

Ο πολυέλαιος της Αικατερίνης δεν κατάφερε να φωτίσει μεγάλες δεξιώσεις και χορούς.

Στην αρχή μόνο ήρθαν κάτι παλιές συμμαθήτριες της  να τον θαυμάσουν.

Έτσι πέρασε η ζωή της Αικατερίνης ξεσκονίζοντας τον πολυέλαιο κάθε Σάββατο , ώσπου ένα βράδυ στραβοκατάπιε στην τραπεζαρία  του σαλονιού κάτω από τον πολυέλαιο.

Ο Τζέντζος φώναξε «Χριστός!» αλλά φαίνεται ότι οι Θεοί  τότε δεν είχανε ειδικευθεί σε περιπτώσεις Γάστρο-οισοφαγικής παλινδρόμησης.

Έτσι ο πολυέλαιος αράχνιασε τόσο που με δυσκολία ξεχώριζες τα γυάλινα διαμάντια του «Άκρον Ίλιον Κρυστάλ».

Όταν συνταξιοδοτήθηκε ο Τζέντζος έπινε καθημερινά τον καφέ του με τον ποιητή στον «Ναυτίλο».

Ο Ναυτίλος είναι ένα καφενείο στην άκρη της Θάλασσας που πίστευε πάντα ότι ήταν φτιαγμένος για συγκλονιστικές θαλασσινές περιπέτειες αλλά «η ιστορία τον αδίκησε και το καταδίκασε να σερβίρει καφέδες στο μουράγιο».

Μια των ημερών ο Τζέντζος γλίστρησε στις πλάκες και έσπασε το Ισχίο.

Γύρισε σπίτι μετά από μέρες με το ασθενοφόρο του νοσοκομείου.
Τα παιδιά του βάλανε «γυναίκα».

Το κρεβάτι του   μεταφέρθηκε στο σαλόνι για να διευκολύνεται η «γυναίκα».

Ο Τζέντζος ζει κατάκοιτος σε ένα κρεβάτι στο σαλόνι καταδικασμένος να βλέπει τον πολυέλαιο του «Ακρον Ίλιον Κρυστάλ».

Έρχεται η Σερβιτόρα  για τον λογαριασμό.

«Μάλλον είναι φοιτήτρια του τμήματος Μετάφρασης και διερμηνείας.»
«Σίγουρα είναι προορισμένη για μεγάλα πράματα.»

Διασχίζω αργά την Πλατεία Σαρόκου.
Παλιά ήταν λασπότοπος.
Αργότερα έγινε η πολύβουη εμπορική πλατεία της πόλης.
Πάντα πίστευε ότι  θα έπρεπε να ανακηρυχτεί ως η σπουδαιότερη πλατεία του γαλαξία.
Η Ιστορία, όμως, την αδίκησε.

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Royal Palace



(στην μνήμη του Τάσου Κατιντσάρου)

Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένας βασιλιάς που έμενε σε ένα τεράστιο παλάτι.
Για κάποιο λόγο που αδυνατούμε εμείς οι ταπεινοί να κατανοήσουμε, το παλάτι δεν τόνε χώραγε και έβαλε να του χτίσουν και δεύτερο.

Δεν τονε χώραγανε ούτε τα δύο παλάτια  και συνέχισε να βάζει  μαστόρους να του χτίζουν παλάτια.

Ήθελε ένα παλάτι που να βλέπει την Ανατολή , ένα την Δύση, ένα στα βουνά , ένα στη Θάλασσα, ένα στην Πόλη , ένα σε χωριό.

Δεκάδες παλάτια χτίστηκαν επί των ημερών του όλα ευάερα και ευήλια,  μα και πάλι,  ησυχία δεν εύρισκε η ψυχή του.

Κάποτε γύρισαν οι άνεμοι και ο Βασιλιάς εκθρονίστηκε.

Έτσι συμβαίνει , άλλωστε,  πάντα με τους βασιλιάδες.

Κατέληξε σε ένα στενό και σκοτεινό διαμέρισμα στο βροχερό Λονδίνο να κοιτάει την βροχή πίσω από το τζάμι, άγνωστος μεταξύ αγνώστων.

Οι γνώμες των Ιστορικών για τον Βασιλιά διίστανται.

Άλλοι λένε ότι «ήταν λίγο μαλάκας» .

Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ήταν απλά «ένας συνηθισμένος μαλάκας».

Υπάρχει και μια μικρή μειοψηφία ακραίων ιστορικών που πιστεύει ότι «ήταν πολύ μαλάκας».

Επί των ημερών του είχε ένα παλάτι στην Κέρκυρα το οποίο ονόμαζε «Μον Ρεπό» και το οποίο ήταν χτισμένο στην μέση ενός τεράστιου δάσους με αιωνόβια δένδρα , δίπλα στην θάλασσα.

Είχε και κρυφή, μικρή προσωπική βασιλική παραλία την οποία ανακάλυψα και κάνω το μπάνιο  μου γυμνός εγώ  καθώς και άλλοι Αναρχοκομμουνισται, Εαμοβούλγαροι και Ληστοκομμουνιστοσυμμορήται.

Τα χρόνια της παντοδυναμίας του Βασιλέως οι πάντες ήθελαν να είναι δίπλα του η σχετικά κοντά του.

Να φαντασθείτε ότι πολλοί αριστεροί  καμάρωναν ακόμα και αν  κατάφερναν να βρεθούν ανάμεσα στο πλήθος για να τον δουν με τα μάτια τους να περνάει πάνω στο άσπρο του άλογο.

Ήξερα έναν  αριστερό ταπετσιέρη που μιλάει ακόμα με δέος για τον θρόνο του βασιλιά που «του άλλαξε την ταπετσαρία αυτός με τα ίδια του τα χέρια».

Αριστερούς μαραγκούς , αριστερούς μανάβηδες «προμηθευτές της βασιλικής αυλής», αριστερούς τρομπετίστες που έπαιξαν για χάρη του. 

Μιλάμε για μια  ολόκληρη γενιά αριστερών που ονειρευόταν έναν «βασιλευόμενο κομμουνισμό».

Να φαντασθείτε ότι βαφτίζανε και τα παιδιά τους με βασιλικά ονόματα όπως «Όργα», «Λισάβω», «Φρειδερίκη», «Αμαλία» κλπ.  

Με το που έφυγε , λοιπόν, ο Βασιλιάς συνέβησαν δύο τινά.

Πρώτον μετατέθηκαν όλες οι εξουσίες του παλατιού στον «Πεζόδρομο» και…
Δεύτερον η πλαζ του Μον Ρεπό δόθηκε στον λαό, το παλάτι έγινε μουσείο και το δάσος χώρος περιπάτου.

Ας τα όμως πάρουμε ένα-ένα.

Ο «Πεζόδρομος»  βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και είναι πλήρης από τραπεζοκαθίσματα με μεζέδες, τσάγια, καφέδες και απεριτίφ κάθε γούστου.

Εδώ συχνάζει η εξουσία καθώς και η κρατική γραφειοκρατία κάθε πρωί.

Εδώ κλείνονται συμφωνίες, καταβάλλονται  «λαδώματα» και λαμβάνονται οι  αποφάσεις των συμβουλίων  της μικρής μας δημοκρατικής πολιτείας.

Τα τελευταία χρόνια μάλιστα στον «πεζόδρομο»  εγκαταστάθηκε και η αριστερά  λόγω του ότι θεωρείται «πιο υπεύθυνος χώρος διεργασιών».

Έτσι η «Αριστερά του πεζοδρομίου» μετετράπη ανεπαισθήτως σε «Αριστερά του Πεζόδρομου».

Γνώρισα δε και έναν Αριστερό του Πεζόδρομου που είχε βαφτίσει το γιό του «Βλαδίμηρο!!» για ξεκάρφωμα.

Ακούς εκεί «Βλαδίμηρο» !

Μόλις , λοιπόν, η Αριστερά του Πεζόδρομου πήρε αναίμακτα την εξουσία της μικρής μας δημοκρατικής πολιτείας έδωσε σε έναν επιχειρηματία την πλάζ του Μον Ρεπό ως «προβληματική».

Ο αναγνώστης εδώ θα πρέπει να υποστεί μια αναγκαστική επιστροφή στο χρόνο προκειμένου να αντιληφθεί  πλήρως την σημασία της εν λόγω πλάζ.

Όταν ο Βασιλιάς που λέγαμε έφυγε για το Λονδίνο ο Λαός  εισέβαλε στο Μον Ρεπό και το κατέλαβε «δια παντός».

Στην κατάληψη συμμετείχε και ένα σμήνος σπάνιων και τεράστιων Πελεκάνων που μοιάζουν με προϊστορικά πτηνά και οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο πυκνό δάσος όπου και έχτισαν φωλιές μεγέθους γκαρσονιέρας.

Η Πλάζ έγινε  ο παράδεισος των παιδιών και συνδέθηκε με τις καλύτερες στιγμές από τα παιδικά χρόνια ολόκληρων γενεών.

Μετά τον εφιαλτικό χειμώνα των τριτόκλιτων, της περισπωμένης, της δασείας  και των εξισώσεων ακολουθούσε το καλοκαίρι του Πόντε.

«Πόντε», αγαπητοί κοντοχωριανοί,  λέμε την εξέδρα  της θάλασσας (η την γέφυρα του ποταμιού) .  

Μιλάμε για θρυλικούς διαγωνισμούς «μπόμπας» που οι νικητές τους καμαρώνουν ακόμα μετά από σαράντα χρόνια.

Παίρνανε φόρα  και υπό τις επευφημίες και παροτρύνσεις του πλήθους της πιτσιρικαρίας πηδούσαν από την άκρη του Πόντε  μαζεμένοι σαν μπάλα με σκοπό να σηκώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο νερό κατά την πρόσκρουσή τους με το υγρό στοιχείο.

Ήταν, βέβαια, μια εποχή που τα παιδιά ήταν ακόμα αδύνατα και τα σκόρ ήταν πολύ χαμηλά. 

Εκείνη την εποχή, λοιπόν,  το Μον Ρεπό ήταν και ο τόπος  των μεγάλων ερώτων του καλοκαιριού.

Πολλές σημερινές μαμάδες εγκαστρώθηκαν  στα πυκνά δάση πέριξ της αμμουδιάς.

Ακολουθούσε η γνωστή τελετή με τα φρεσκοπλυμένα και ανθοστόλιστα αυτοκίνητα να κορνάρουν στα Κουρτελάτσα και η οδυνηρή (ως συνήθως) συνέχεια του έγγαμου βίου.

Πάντα όμως, ιδιαίτερα στις μεγάλες δυσκολίες,   το μυαλό κατέφευγε σε εκείνα τα καλοκαίρια του έρωτα και της ανεμελιάς και στο μικρό παράδεισο των παιδικών χρόνων.

Επιστρέφουμε.

Φέτος η πλάζ του Μον Ρεπό ξανάγινε «βασιλική».

Το “Royal Palace  έχει καλοντυμένους και βλοσυρούς υπαλλήλους υποδοχής, Μπάρ, Αναπαυτικά ανάκλιντρα με  αραχνούφαντα ριχτάρια, σερβιτόρους και πλαστικό χορτάρι.

Το πιο εντυπωσιακό , όμως είναι οι πολυέλαιοι με αισθητική ¨Τζάμπο¨ που είναι κρεμασμένοι από τα δέντρα.

Οι σημερινές μαμάδες (που εγκαστρώθηκαν στην λαϊκή πλαζ του Μον Ρεπό)  εκτοπίστηκαν σε μια διπλανή λωρίδα που άμα δεν προσέξεις βγαίνοντας από τη θάλασσα σε πατάνε τα αυτοκίνητα.

Οι δε Πελεκάνοι μη αντέχοντας την κακογουστιά κατέφυγαν στα βάθη του δάσους και διέκοψαν κάθε επαφή με το ανθρώπινο είδος.

Έτσι, εξ ανάγκης, προέκυψε το κίνημα των μαμάδων της Γαρίτσας.

Στην αρχή αντάλλασσαν  είδη για τα παιδιά μέσω του Φέιςμπούκ.
Καμαριέρες και σερβιτόρες που δεν μπορούσαν να το διανοηθούν βρεθήκαν με καροτσάκια αεροδυναμικά , παπουτσάκια  φιρμάτα και χειμωνιάτικα παιδικά μπουφάν για πολικές θερμοκρασίες.

Στη συνέχεια οργάνωσαν  και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας για να ξανανοίξει το Μον Ρεπό.  

Θέλανε πίσω την Πλάζ για να έχουν και τα παιδιά τους «παιδικά χρόνια».


Νόμισαν ότι θα τις βοηθήσει και ο «κομμουνισμός»,  μέχρι που κατάλαβαν ότι έπινε ούζα στον «Πεζόδρομο» η  μόναζε στο  μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου.

Έτσι , ανεπαισθήτως, χωρίς να ξέρουν,  έγινα αυτές «ο Κομμουνισμός» και ας μην είχαν διαβάσει ακόμα ούτε μια γραμμή από το: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι».

Το διήγημα αυτό το αφιερώνω στην μνήμη του Τάσου Κατιντσάρου που τον αγαπούσα πολύ και θα τον χρειάζομαι  πάντα.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Όσα παίρνει ο άνεμος




Αυτήν την εποχή ο άνεμος παίρνει σκουπίδια.
Αν παρατηρήσεις δε και την φορά κατά την οποία σκορπίζονται τα σκουπίδια στις άκρες των δρόμων μπορείς να καταλάβεις και την κατεύθυνση του ανέμου .
Εκτός από σκουπίδια ρίχνει και τα φύλλα στην λεωφόρο Αλεξάνδρας, όπως σε όλη την Κέρκυρα άλλωστε .
Αυτό για άλλους είναι καλό και για άλλους κακό.
Για τον Ευριπίδη τον Ποιητή των πεζοδρομίων της Λεωφόρου Αλεξάνδρας είναι καλό διότι βλέπει: «Ένα τρελό βάλς , στην αγκαλιά τ' ανέμου» .
Για τον Λάμπρο τον καφετζή είναι μια ακόμη ευκαιρία να βρίσει εκείνο το Δήμαρχο « ..που να μπει ο διάολος μέσα του, που δεν εφύτεψε παυλοσουκιές να τρώμε και κανένα παυλόσουκο.»
Για τον Σπύρο τον οδοκαθαριστή είναι σαν να ξαναγεννήθηκε διότι έτσι ενισχύονται οι ελπίδες του για την ανανέωση της εξάμηνης σύμβασής του.
Αν , για παράδειγμα, εκεί που περπατάς στον δρόμο , και πιστεύεις ότι θα ζήσεις για πάντα , νοιώσεις έναν πόνο στο στομάχι και ο γιατρός αποφανθεί ότι σου μένουν έξι μήνες ζωής , οι έξι αυτοί μήνες θα σου φανούν ως ένα κλάσμα του δευτερολέπτου  . Αν, όμως, είσαι θανατοποινίτης και εκεί που πας για εκτέλεση σου δώσουν έξι μήνες παράταση ζωής, αυτοί οι έξι μήνες θα σου φανούν ως μία αιωνιότητα.
Εδώ , άλλωστε, επιβεβαιώνεται και η ειδική θεωρία της σχετικότητος του Αλβέρτου Αϊνστάιν καθώς επίσης και η ταινία του Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα».
Πρόκειται για μια πολύωρη ταινία την οποία σχεδόν υποχρέωσα το Σπύρο να τηνε δει προκειμένου να του ανέβει το ιδεολογικοπολιτικό του επίπεδο.
Με απογοήτευε όταν μου είπε : «αυτήν την ταινία θέλεις μια μέρα για να τη δεις και μία αιωνιότητα για να την καταλάβεις».
Επιστρέφουμε άρον-άρον στα πεζοδρόμια της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Σε αυτήν εδώ την πολυκατοικία , λίγο πιο κάτω από το φούρνο, μένει ο «Μπακαλάρος» .
Ο Μπακαλάρος επέστρεψε στην Κέρκυρα μετά από τις σπουδές του σε πανεπιστήμιο της Ιταλίας .
Άλλοι λένε ότι άργησε νάρθει γιατί έπαιζε τις καθυστερήσεις και μάλιστα έκατσε και για τα πέναλτι.
Οι κακές οι γλώσσες λένε ότι στα πέναλτι πλήρωσε τον τερματοφύλακα και έτσι έβαλε το γκολ που του χάρισε την πρόκριση και πήρε το πτυχίο του.
Εγώ που τόνε ξέρω καλά πιστεύω ότι έγινε το δεύτερο ,αλλά δεν θα τα χαλάσουμε εδώ.
Τον πρώτο καιρό στην Κέρκυρα καταπιάστηκε με την «Επανάσταση» και μάλιστα με τόσο ζήλο που σου έδινε την εντύπωση ότι σε κάνα δύο βδομάδες το πολύ η ανθρωπότητα θα πρέπει να έχει ξεμπερδέψει.
Αν μάλιστα άκουγε και καμιά κουβέντα πέραν των επιτρεπομένων ήταν ικανός να οδηγήσει στην λαιμητόμο τον κάθε αιρετικό.
Ο Μπακαλάρος κατ΄ αρχήν έπιασε δουλειά σε ένα εμπορικό κατάστημα που εμπορευόταν μπακαλάρους παστούς , ρέγγες και στακοφίσια .
Επειδή δεν με διαβάζουν μόνο Κερκυραίοι αλλά και πολλοί από το εξωτερικό είμαι υποχρεωμένος να εξηγήσω ότι το Στακοφίσι είναι μπακαλάρος αποξηραμένος.
Μοιάζει με ένα κομμάτι ξύλο. Μάλιστα για να τονε κόψεις σε κομμάτια χρειάζεσαι πριόνι.
Τον βάζεις στο νερό να αμολάρει , τον δένεις με σπάγκους να μην διαλυθεί , τόνε βάζεις στην κατσαρόλα με πατάτες και μαύρο πιπέρι και τονε κάνεις μπιάνκο.
Βγάζει ένα φοβερό σούγο που εμείς οι ντόπιοι το θεωρούμε κορυφαίο.
Νάναι καλά οι Ιγκλέζοι που μας τον εφέρανε.
Το λέγανε «Stock Fish” αλλά είναι γνωστό ότι δεν τα αντέχουμε τα πολλά σύμφωνα και το κάναμε «Στακοφίσι» .
Την ίδια τύχη είχαν και άλλες Ιγγλέζικες λέξεις όπως για παράδειγμα : Πικινίκι ( το Πικ Νικ), Μέτελας (Ο Άγγλος Αρμοστή Μαίτλαντ ) κλπ.
Ο Μπακαλάρος λοιπόν πίστευε ότι ήταν προορισμένος για «μεγάλα πράματα» και σύντομα προσελήφθη ως «υπάλληλος τραπέζης».
Άλλοι λένε ότι «το άξιζε»
Άλλοι λένε ότι τον έβαλε μια γνωστή του από το κόμμα που την έβαλε υποψήφια δήμαρχο και του είχε υποχρέωση.
Εγώ που τόνε ξέρω καλά πιστεύω ότι έγινε το δεύτερο ,αλλά δεν θα τα χαλάσουμε εδώ.
Τότε ήταν που έκανε μια μικρή διακοπή στην «Επαναστατική πάλη» η οποία διήρκεσε τριάντα οχτώ χρόνια.
Η Ανέλιξη του στην ιεραρχία του τραπεζικού συστήματος υπήρξε ραγδαία.
Πολλοί πιστεύουν ότι τα κατάφερε εξαιτίας του ότι το χόμπι του ήταν οι αναρριχήσεις στα βουνά. «Τι διάολο! Δεν θα τα κατάφερνε να ανέβει από τον ένα όροφο στον άλλο».
Ο Μπακαλάρος συνταξιοδοτήθηκε μετά από 38 έτη υπηρεσίας.
Την ημέρα που του κατατέθηκε στον λογαριασμό η πρώτη σύνταξη τόνε ξανάπιακε το επαναστατικό του και έβαλε σκοπό να αλλάξει τον κανονισμό της πολυκατοικίας του σε «προοδευτική κατεύθυνση προς όφελος του λαού» .
Έτσι έβαλε υποψηφιότητα για διαχειριστής.
Έβγαλε και πρόγραμμα με «τέσσερις άξονες» .
Επρόκειτο για «άξονες» που τους θυμότανε από το πρόγραμμα του κόμματος .
Στη φούρια του δεν πρόσεξε ότι τα πράματα δεν ήταν όπως παλιά που και αύξηση να έκανες στα κοινόχρηστα δεν το έπαιρνε κανείς είδηση.
Σύντομα ο Μπακαλάρος , παρά τις επαναστατικές του περγαμηνές βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου στην είσοδο της πολυκατοικίας της οδού Λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Τους εκόψανε το ρεύμα της πολυκατοικίας και ένας δεξιός του τετάρτου εσακατεύτηκε μέσα στα σκοτάδια.
Τους έφυγε και η καθαρίστρια γιατί ήτανε τέσσερις μήνες απλέρωτη και τα φύλλα είχανε σαπίσει μπροστά στην είσοδο.
Εκεί ήτανε που σακατεύτηκε ο τροτσκιστής γιατρός που μένει στο ισόγειο.
Έτσι καθώς περνούσα απέξω τους βλέπω να συνεδριάζουνε και πιάνω ορισμένες φράσεις όπως «ανίκανε, τυχοδιώχτη, ρεμάλι, κρατήστε με να μην τονε βαρήσω»
Λίγο παρακάτω βρίσκω τον Σπύρο με τη σκούπα και το καρότσι του.
«Χαλάει ο καιρός Σπύρο!»
«Το βλέπω… μέχρι αύριο θα πέσουνε πάλι τα φύλλα»
«Μωρέ , καθώς φαίνεται, θα πέσουνε και μπακαλάροι!»
Σταματήσαμε στου Λάμπρου για ένα εσπρεσάκι.

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

Βαγγέλης



Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται  εφτά χρόνια  απουσίας του Βαγγέλη.

Μου  λείπει.

Γι αυτό γράφω σήμερα.

Ο Βαγγέλης έψηνε το χειμώνα κάστανα στο Σαρόκο. Το καλοκαίρι το γύριζε σε αστάκια και κατηφόριζε με το καρότσι του στα Κουρτελάτσα.

Τα παλιά χρόνια , καθώς λέει η σιόρα Βιτόρια (που τα ξέρει όλα) δούλευε στου «Σαντάφη… μπορτνοζιέρης.. και έκανε δρόμους και αεροδρόμια στην έρημο τσι Σαχάρας».

Στην αρχή νόμιζα ότι επρόκειτο για κάποια άγνωστη τεχνική εταιρεία ώσπου κατάλαβα με κόπο ότι αναφερότανε στον… Καντάφι.

Ο Βαγγέλης μετά τον «Σαντάφι», λοιπόν,  δεν ξαναγύρισε στην Ήπειρο, ήρθε στην Κέρκυρα και έγινε πασίγνωστος ψήστης Καστάνων και καλαμποκιών.

Έβαλε και ταμπέλα σε χαρτόνι που έγραφε ότι «τα δικά του αστάκια δεν είναι … μαιταλαγμένα».

Τον είχανε στην μπούκα οι υπόλοιποι ψήστες.

Σε κάποια συνέλευση της πολυκατοικίας οι «διοκτήτες» τον ανακηρύξαν πανηγυρικώς διαχειριστή ένεκα του ότι κανένας δεν δεχότανε την θέση.

Η πλειοψηφία του σώματος των «διοκτητών» ήταν Πασόκοι αλλά προκειμένου να  λυθεί το πρόβλημα της εξεύρεσης διαχειριστού ψηφίσανε  με πόνο ψυχής τον δεξιό Βαγγέλη.

Οι ανακοινώσεις του Βαγγέλη στην είσοδο της πολυκατοικίας αφήσανε εποχή.

Έχω ολόκληρο αρχείο.

Θυμάμαι μια φορά  που έβγαλε ανακοίνωση διότι οι «φυτίτριες  του δεφτέρου φονάζουνε όλι νήχτα και κάνουνε όργια».

Η αλήθεια ήταν ότι κάποια φοιτήτρια ήταν αρκετά «εκδηλωτική» κατά την διάρκεια της σεξουαλικής πράξης.

Κατά  ένα περίεργο τρόπο αυτό ενοχλούσε αφάνταστα μόνο το εκλογικό σώμα των ηλικιωμένων και τους ένωνε σε έναν ανίερο διακομματικό συνασπισμό.

Ο Βαγγέλης με πίεζε να πάρω θέση.

«Ρε Βαγγέλη μου δεν γίνεται όποιος σταμάτησε να  γαμεί να υποχρεώσει και τους άλλους να σταματήσουν».

Ο Αστυνομικός που ήρθε βρέθηκε σε δύσκολη θέση.

Αφού ανέκρινε την «φυτίτρια» ανακοίνωσε ότι δεν μπορεί να ασκηθεί δίωξη διότι  «δεν υπάρχει νόμος που να ορίζει πόσο πρέπει να φωνάζει κανείς  κατά την διάρκεια του σέξ».

Ευτυχώς η θερμή «Φυτίτρια» μετακόμισε και ησυχάσανε τα πνεύματα .

Η επιχείρηση για την «αποκατάσταση της τάξεως» όμως συνεχίστηκε με αφορμή το «Πόμολο».

Το Πόμολο της εξώπορτας κάποια στιγμή άρχισε να κουνάει.

Σκέφτηκα να το φτιάξω αλλά όλο το ανέβαλα ώσπου καποιανού τουμεινε στο χέρι.

Το άφησε κάτω,   το είδε ο Βαγγέλης και έγινε έξαλλος.

«Αυτό το κωλόπαιδο το έκανε.  Αλλά δεν φταίει αυτό.  Φταίει η μάνα του η πουτάνα που τόχει κακομαθημένο. Τώρα θα του δείξω εγώ»

Ανεβαίνει επάνω να ενημερώσει την φράξια των ηλικιωμένων του Τρίτου και Τέταρτου που όταν αγοράσανε τα διαμερίσματα πίστευαν ότι θα μείνουν για πάντα νέοι.

Ώσπου να τους κατεβάσει να «δούνε τα χάλια μας» είχα πάρει ένα κατσαβίδι και ξαναβίδωσα το πόμολο.

Κατέβηκαν με μπαστούνια, πί , και πατερίτσες σαν φαντάροι του Ελληνοιταλικού μετώπου.

Μόλις είδανε ότι το πόμολο ήταν στη θέση του κοιταχτήκανε.  «Πάει τάχασε. Είναι να ψάχνουμε για άλλο διαχειριστή».

Ανεβήκανε ξανά όλοι μαζί ξανά με τον Βαγγέλη να προσπαθεί να τους πείσει ότι το πόμολο πριν λίγο ήταν βγαλμένο.

Ώσπου να πάρει το σακί με τα αστάκια ο Βαγγέλης και να ξανακατέβει είχα ξαναβγάλει το πόμολο και το άφησα κάτω.

Κόντεψε να πάθει συμφόρηση.

Άρχισε να βρίζει ξανά το «κωλόπαιδο» και την «πουτάνα την μάνα του» και εκείνη ακριβώς την στιγμή εμφανίζεται το «κωλόπαιδο» με την παρέα του και του δίνει ένα φούσκο.

Ο Βαγγέλης αρχίζει να φωνάζει «βοήθεια με σκοτώνουνε». 

Ακούει η αστυνομία «βοήθεια με σκοτώνουνε» και έρχεται με πολυβόλα.

Ανέλαβα να τους εξηγήσω πως έχουν τα πράγματα και τα στρατεύματα της τάξεως αποχώρησαν αφού συμβούλευσαν τα εμπλεκόμενα μέρη να υποβάλουν μηνύσεις.

Ήταν τόσο αποφασιστική η παρέμβασή μου ώστε ανέβηκα πολύ στα μάτια του «Κωλόπαιδου» …. Συγνώμη… του Παναγιωτάκη , τόσο που με κάλεσε και στο επεισοδιακό πάρτυ Χιπ Χοπ που έκαναν στο σαλόνι της «πουτάνας» …συγνώμη… της μάνας του.

Πέρασαν τα χρόνια και ο Βαγγέλης συγκάλεσε έκτακτη συνέλευση. 

Κατέβηκε αργά τα σκαλιά  προς την είσοδο που είμαστε μαζεμένοι.

Φορούσε μια ρόμπα γκρενά των έξι ευρώ που την έβλεπα κάθε μέρα στη βιτρίνα του κινέζικου της Πολυχρονίου Κωνσταντά και ένα ζευγάρι παντόφλες με τον Μίκυ Μάους  που κάπου τις βρήκε.

Υπέβαλε την παραίτηση του δηλώνοντας ότι «η κατάσταση δεν διορθώνεται με τίποτα».

Η αλήθεια ήταν ότι είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση.

Προχθές γύρναγα σπίτι μου αργά.

Καθώς πέρναγα από την έρημη πλατεία τόνε θυμήθηκα.

Τον είχα δει ένα βράδυ αργά,  μόνο,  με εκείνο το ραδιοφωνάκι με την δερμάτινη θήκη και το λουρί να χορεύει ηπειρώτικα στη μέση του Σαρόκου με τα χέρια απλωμένα και το βλέμμα του ψηλά.

Αξέχαστος!