Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Με κομμένη την ανάσα



Ο Μικέλης γεννήθηκε τσου Αγραφούς.

Η Μάνα του τον έλεγε «Μιχαήλη» αλλά δεν του άρεσε γιατί ήτανε χωριάτικο και όταν ήρθανε στη χώρα  το έκανε «Μικέλης» που ήτανε πιο κοσμοπολίτικο.

Ο  Μιχαήλης  ήταν ένας συνηθισμένος επαγγελματίας  μέχρι που χώρισε.

Για την ακρίβεια «τον έδιωξε» καθώς λέγανε οι φαρμακόγλωσσες  της Πόρτα Ρεμούντα.

Ο Μικέλης στην αρχή πέρασε μια περίοδο πένθους .

Για καιρό  ήτανε  σκυμμένος πάνω σε τιμολόγια λες και έδινε πανελλαδικές.
Ξαφνικά κάτι τον τσίμπησε και βγήκε έξω  χαμογελαστός .

Σκιάχτηκα.

Αυτό το χαμόγελο με τρόμαζε. Δεν έμοιαζε με το υποκριτικό χαμόγελο του βουλευτή στο πανηγύρι , ούτε με το υπηρεσιακό χαμόγελο του  σερβιτόρου . Δεν έμοιαζε καν με το χαμόγελο του ψυχοπαθούς.
Μου φαίνεται ότι  ετούτο το χαμόγελο παρουσιαζόταν  ως το χαμόγελο της αισιοδοξίας , ας πούμε,  αλλά κάλυπτε την απόγνωση.  
Μου θύμιζε τον  «Ανθρωπο που γελά» που είχα διαβάσει μικρός.

Όταν λέμε «χαμογελούσε»  δεν εννοούμε που και πού.

Ο Μιχαήλης χαμογελούσε όλη μέρα. Βρέξει χιονίσει.  Ότι και αν άκουγε. 

Λένε οι  μεγάλοι της ψυχολογίας ότι όλοι οι άνθρωποι μετά από μια μεγάλη καμπή της ζωής τους αναπροσαρμόζονται  αναλόγως . Άλλοι  θετικά και δημιουργικά και   άλλοι  υποκρινόμενοι κάτι που θα ήθελαν να είναι και δεν είναι.

Ήξερα  μια  υπάλληλο της στατιστικής υπηρεσία η οποία μόλις πήρε σύνταξη ασχολήθηκε με την καλλιέργεια ρίγανης, έβγαλε και  μια θεωρία για τις θεραπευτικές ιδιότητες της ρίγανης και κατήγγειλε όλη την ανθρωπότητα και κυρίως την νέα γενιά που δεν  γυρνάει στα χωριά της να ζήσει καλλιεργώντας  ρίγανη.

Ένας  άλλος γνωστός μου,  τυπικός υπάλληλος των δικαστηρίων μια ζωή  , μόλις πήρε σύνταξη  έγινε  «αναρχοαυτόνομος»  και κατήγγειλε τους νέους για συμβιβασμό και απάθεια.

Ο Μικέλης μόλις χώρισε  αγόρασε χορτοκοπτικό και βάλθηκε να  καθαρίσει εθελοντικά όλον τον πλανήτη από τσι βατσουνιές .

Έπλενε πεζοδρόμια με πιεστικό .
Έξυνε κολλημένες τσίχλες  με σπάτουλες από τις πλάκες των πεζοδρομίων .
Τοποθετούσε κάδους ανακύκλωσης.
Το μέλλον πλέον για τον  Μιχαήλη ήταν  ο «έθελοντισμός».

Αυτά όλα όμως δεν με ενοχλούσαν .

Εκείνο που με τάραζε ήταν το χαμόγελό του.
Έχει μια αποθήκη εδώ κοντά και περνάει   δεκάδες φορές κάθε πρωί από μπροστά μου με το σκουτεράκι του  φωνάζοντάς  μου  «καλημέρα Σταμάτη»  χαμογελαστός.

Ο εφιάλτης μου.

Πρέπει  να είμαι  συνεχώς σταντ μπάυ  μην περάσει ο Μιχαήλης ,μου πει καλημέρα , δεν προλάβω να ανταποδώσω  και με περάσει για αγενή.

Έτσι όταν η γυναίκα μου μου είπε  να πάμε εκδρομή στην Βουλγαρία  συμφώνησα  αμέσως.

Η Βουλγαρία δεν ήταν μέσα στις προτιμήσεις μου αλλά μιας και ήτανε φτηνά  δέχτηκα  κυρίως για να  μην βλέπω  για μερικές μέρες τον Μιχαήλη χαμογελαστό να μου λέει καλημέρα.

Διασχίσαμε κάμπους και βουνά . Γιοφύρια  και  λαγκάδια και φτάσαμε  επιτέλους στα αδιαμφισβήτητα σύνορα της BP με την Gazprom.

Στο πρώτο βενζινάδικο της Gazprom  σταματήσαμε για ένα σουβλάκι .
Ο σουβλατζής ενώ τύλιγε την πίττα με δεξιοτεχνία  Έλληνα σουβλατζή στο μοναστηράκι με ρώτησε αν  θέλω και γυναίκα.

Αιφνιδιάστηκα .

«Εκτός από σουβλατζής είσαι και νταβατζής;»   ρώτησα ευγενικά και με ενδιαφέρον.
«..και Σοβατζής , και πλακάκια , και υδραυλικά» μου απάντησε σοβαρά.

Ανεβήκαμε τις αμέτρητες στροφές του όρους Πιρίν  και επιτέλους φτάσαμε στο χιονοδρομικό κέντρο  ενός μέχρι πρότινος ασήμαντου ορεινού χωριού που έχει  μια εκκλησιά ένα νεκροταφείο , 50 σπίτια και  πεντακόσια ξενοδοχεία .
Με το που άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου μου κόπηκε η ανάσα.
17 υπό το μηδέν !

Σκέφτηκα ότι άν  δεν καταφέρω να διασχίσω το δρόμο θα με βρούνε το πρωί κοκκαλωμένονε  απάνω στην νησίδα σαν τον Τζάκ Νίκολσον στην «Λάμψη».

Με το  που μπήκα στην είσοδο του φτηνού αλλά πολυτελούς ξενοδοχείου μου ξανακόπηκε η ανάσα .

Μπροστά στην ρεσεψιόν ο… Μιχαήλης  χαμογελαστός .

«Σταμάτη  αδρεφέ! Και σύ εδώ;  Θα περάσουμε τέλεια!»

Κοίταξα προς τα πάνω που συνήθως βρίσκονται οι Θεοί.

Από πάνω μου ένας τεράστιος πολυέλαιος βουλγάρικης αισθητικής .
Νόμιζα ότι είναι ώρα να  κοπεί το συρματόσχοινο και να  μου πέσει στο κεφάλι.

Ήθελε να μου πάρει και τις βαλίτσες στο δωμάτιο.

«Μην κάνεις έτσι μου είπε η γυναίκα μου… γίνεσαι υπερβολικός… δεν τον είδες με τα πέδιλα;  Ήρθε για σκί… όλο το πρωί θα λείπει.»

Έσφιξα τα  δόντια.

Στο εστιατόριο αργότερα εκεί που περίμενα  στην ουρά στον μπουφέ νοιώθω να με ακουμπάνε δυό στητά και μυτερά  στήθη  ψηλά στην πλάτη.

Γυρνάω και μου ξανακόβεται η ανάσα για Τρίτη φορά .

Μια ρωσίδα  δύο μέτρα  από αυτές  των επιδείξεων μόδας με ένα πιτσιρίκι στο χέρι.

Κρατάω την ψυχραιμία μου.

Ο Ρώσος απέναντι περιμένει  στο τραπέζι κοιτάζοντας αφηρημένος  τριγύρω.

Ξυρισμένο κεφάλι χοντρός λαιμός και τατού.

Κλασικός τύπος ρώσου μαφιόζου.

Σίγουρα στο πόρτ μπαγκάζ θα έχει και κανένα πολυβόλο για ώρα ανάγκης.

Φαίνεται ότι όταν εγώ ήμουνα αφισοκολλητής στην ΚΝΕ αυτός ήτανε  ταμίας της  Κομσομόλ.

Δεν με παίρνει ούτε να το σκέφτομαι.

Επιτέλους ξημέρωσε και βλέπω στην ρεσεψιόν μέσα  στο τσούρμο τον Μιχαήλη  και τον μαφιόζο με πέδιλα  σκούφους γυαλιά και λοιπά συμπράγκαλα να ετοιμάζονται για  το χιονοδρομικό κέντρο.

Ωραία! Είναι  ευκαιρία τώρα που θα λείπουν όλοι  στις ερημιές  να κατέβω  στα υπόγεια του ξενοδοχείου και να μπω επιτέλους σε Τζακούζι που το είχα καημό.

Παίρνω το κατάλευκο μπουρνούζι και διασχίζω τους άδειους διαδρόμους ωσάν τον Λέοντα τον Γ’  των Ισαύρων .

Η τεράστια αίθουσα με την πισίνες ήταν εντελώς  άδεια.
Μπαίνω στην λούμπα με τις  μπουρμπουλήθρες και αισθάνομαι ότι δεν πήγε τσάμπα τόσος δρόμος.

Ξαφνικά μου κόβεται η ανάσα για τέταρτη  φορά .
Μπαίνει στην άδεια αίθουσα μοναχή της η ρωσίδα με τον πιτσιρικά.

Ρίχνει τον πιτσιρίκο στην μεγάλη θερμαινόμενη πισίνα να πάρει ένα μπούγιο  και έρχεται  με βηματισμό μοντέλου  καταπάνω μου.

Ανεβαίνει στο  περβάζι και περνάει πάνω από το κεφάλι μου.
Φοράει ένα μαγιώ που δεν είναι σωστό να το περιγράψω δημοσίως . Άλλωστε έχουν αναφερθεί επαρκώς σε  αυτό οι μεγάλοι της  Κβαντικής μηχανικής στην «Θεωρία των υπερχορδών. Τα περίφημα “super strings”.

Κατεβαίνει αργά τα σκαλιά του Τζακούζι  και ξαπλώνει κλείνοντας τα μάτια.
Τα πόδια της έχουν φτάσει δίπλα από την μύτη μου.

Σκέφτομαι ότι αν πάθω ανακοπή εδώ μέσα την άλλη μέρα θα είμαι πρώτο θέμα στο δελτίο ειδήσεων  του Corfu Chanel  « Γνωστός  Κερκυραίος  ηλεκτροσυγκολητής  άφησε την τελευταία του πνοή από ανακοπή σε Τζακούζι όπου  βρισκόταν με ρωσίδα τόπ μόντελ.

Μου κόβεται η ανάσα για Πέμπτη φορά όταν βλέπω εκείνη την στιγμή να μπαίνει στην αίθουσα ο Μικέλης χαμογελαστός.

Νόμιζα ότι έβλεπα βρικόλακα. Τον είδα να φεύγει με το λεωφορείο για τα βουνά.

«Σταμάτη το μετάνιωσα. Θα μείνω εδώ σήμερα και αύριο βλέπουμε».

Βγαίνω άρον άρον από το τζακούζι και τρέχω να καλυφθώ.

Με παίρνει από πίσω.

Καταφεύγω στο χαμάμ.

Μου ξανακόβεται η ανάσα για έκτη φορά . Θερμοκρασίες  Αφροδίτης.

Κάθομαι σε ένα ξύλινο πάγκο με τον Μιχαήλη από δίπλα να μου εξηγεί κάτι για «δράσεις» που μας περιμένουν μόλις γυρίσουμε στην Κέρκυρα.

Αν πάθω ανακοπή εδώ μέσα από την πολύ ζέστη  αύριο θα είμαι πρώτη είδηση  στο Corfu Chanel. «Γνωστός  Κερκυραίος γκέι  ηλεκτροσυγκολλητής βρέθηκε νεκρός από ανακοπή σε χαμάμ με τον συνοδό του».

Δεν θα ησυχάσει η ψυχή μου ούτε στον άλλο κόσμο.

Θα γυρίσω πίσω με μοναδικό σκοπό να πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια τον  Μικέλη.

Γυρίσαμε στην Κέρκυρα με ανακούφιση .

Παραλίγο θα έπεφτα στο γόνατα να προσκυνήσω τα ιερά  πέτσα του λιμανιού.

Την επομένη πάω να βάλω το κλειδί στην πόρτα και ακούω πίσω μου μια φωνή.

«Καλημέρα Σταμάτη»

Τώρα που σας μιλάω ετοιμάζω ταξίδι για τον Βόλο και  έχω μια  ανεξήγητη ανησυχία.










Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Αρετή




Η Αρετή Βασιλάκη δεν ζει πια.

Πέθανε ένα βράδυ πριν από μερικά χρόνια στον ύπνο της σε ηλικία  ογδοήντα τεσσάρων χρόνων.

Οφείλω ένα μνημόσυνο.

Υπάρχει σοβαρός λόγος.

Την Αρετή την έβλεπα κάθε πρωί να ζαλώνεται και να φεύγει για το χτήμα.

Την είχα δει τόσες πολλές φορές που δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι θα ερχόταν μια μέρα που θα ξυπνούσα και δεν θα την έβλεπα να κάνει την γνωστή ιεροτελεστία έξω από την πόρτα της.

Έδενε κάτι σχοινιά στην μέση , στους ώμους , στην πλάτη και γύρω από τα βυζιά της με έναν τρόπο που ξέρουν καλά οι παλιές Κερκυραίες χωριάτισσες.

Ήταν κάτι σαν τα σακίδια που κουβαλάνε σήμερα  οι εκδρομείς οι μαθήτριες και οι αναρχικοί.

Αυτά τα σχοινιά κρατούσαν τα πάνινα δέματα που μέσα υποθέτω ότι είχε ότι χρειαζόταν για μια ολόκληρη μέρα στο χωράφι.

Το φαγητό της . Τα εργαλεία της . Το φαί για τα ζωντανά.

Στο τέλος έπαιρνε και το ξύλινο ραβδί της και ξεκίναγε.
Αν την έβλεπαν οι αγρότες του κάμπου της Θεσσαλίας με τα θηριώδη τρακτέρ θα γελούσαν.

Το χτήμα της δεν ήταν παρά  ένα στρέμμα κηπευτικά και αμπέλια , ένα κοτέτσι και καμιά εικοσαριά ρίζες ελιές.

Έλειπε όλη μέρα.

Ερχόταν το βράδυ τον ανήφορο ζαλωμένη.

Στα νιάτα της λένε ήταν η πιο κρυστάλλινη φωνή του χωριού.

Έκανε και τα μαλλιά της ρίτσικα και πέφτανε στο μέτωπο με χάρη.

Είχε κάψει πολλές καρδιές.

Η Αρετή πέθανε ένα βράδυ στον ύπνο της σαν πουλί.

Θυμάμαι ένα βράδυ την είχα περάσει από ανάκριση.

«Για λεζάμινα ήρθες ωρέ Σταμάτη;» με ρώτησε με απορία .

Μου είπε για το γενεαλογικό της δέντρο όσο μπορούσε να θυμηθεί.

Τη μάνα της τηνε λέγανε Μαριετίνα .
Τη νόνα της τηνε λέγανε Αρετή.
Τη μάνα τσι νόνας της τηνε λέγανε κιαυτήνε Μαριετίνα.

Φτάσαμε μέχρι μιαν Αρετή που πρέπει να έζησε κάπου στις αρχές του 1800.

Ένα βράδυ την ακούσαμε να τραγουδάει στην κουζίνα μοναχή της.

Το συνήθιζε που και πού αλλά αυτή τη φορά τραγούδαγε με την καρδιά της .

Μαζευτήκαμε για παρέα.

Κάποια στιγμή όρχησε να μας τραγουδά ένα τελείως άγνωστο τραγούδι .

Έμοιαζε με νανούρισμα.

Οι στίχοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλον .

Δεκαπεντασύλλαβοι.

Κάποια στιγμή ανατρίχιασα.

Ο Ερωτόκριτος αλλά με ανακατεμένους τους στίχους.

«Του Κύκλου τα γυρίσματα π΄ ανεβοκατεβαίνου
Και του τροχού π΄ώρες  ψηλά κι΄ώρες στα βάθη πηαίνου.»

«Ωρές παιδιά αυτός είναι ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα!»

Μας είπε ότι τοξερε από Νόνα της και εκείνη από τη δική της και χανότανε το ίχνος στα βάθη του χρόνου.

Βρήκαμε ένα στυλό γιομάτο λάδια.
Τραβήξαμε  ένα πεντάγραμμο πάνω σε ένα λογαριασμό της ΔΕΗ και γράψαμε τη βασική μελωδία και το ρεφραίν.

Η Αρετή φώναζε ότι θα τσι κόψουνε «το ρέγμα».

«Τσώπα Αρετή θα χάσουμε και τον Ερωτόκριτο!»

Έτσι που λέτε την γλύτωσε ο Ερωτόκριτος!

Ψάξαμε και μάθαμε πολλά.

Ο Ερωτόκριτος ήρθε στην Κέρκυρα γύρω στο 1600.
Ήτανε γραμμένος σε χειρόγραφα με περίτεχνες ζωγραφιές και τον είχανε στα σπίτια τους  όσοι ήρθανε από την Κρήτη πρόσφυγες και είχανε λεφτά.

Ένα τέτοιο βιβλίο τότε άξιζε μια μικρή περιουσία.

Διαδόθηκε όμως κυρίως από στόμα σε στόμα και έγινε νανούρισμα για τα παιδιά.

Έτσι ο Ρωτόκριτος και η Αρετή  τραγουδήθηκε ξανά από χορωδία επισήμως μπροστά σε πλήθος κόσμου.

Η μία  κόρη της Αρετής λέγεται και αυτή Μαριετίνα.

Άργησε να παντρευτεί και μετά το γάμο έφυγε για την Αυστραλία.

Προχτές συνάντησα μια γνωστή στο δρόμο.

Μου είπε ότι Μαριετίνα είναι καλά.

Έχει και μια κόρη που τήνε  λένε Αρετή.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Η Νεσπολιά της οδού Πολυχρονίου Κωνσταντά


Οι Νέσπολες δεν αρέσουν σε όλους.

Για την ακρίβεια δεν αρέσουν στου περισσότερους.

Γνώρισα πολλούς ανθρώπους από διάφορα μέρη. Μικρασιάτες, Βλάχους, Αρβανίτες, Πόντιους, Αρμένηδες, Μακεδόνες, Πομάκους …πολλούς.

Για κάποιο λόγο δεν τις  θεωρούσαν  φρούτο άξιο λόγου.

Στις λαϊκές πουλούσαν πορτοκάλια, μήλα, κεράσια, κρπούζια, πεπόνια αλλά ποτέ Νέσπολες.

Μάλιστα τις  ονόμαζαν υποτιμητικά .. «Μούσμουλα».

Ακούς εκεί «Μούσμουλα»!

Εγώ από μικρός έμαθα από τους προγόνους μου να εκτιμώ αυτό το ανοιξιάτικο φρούτο που είναι και από  τα λίγα άλλωστε που βρίσκει κανείς την άνοιξη.

Πολύ αργότερα έμαθα ότι αυτή η προτίμηση μας εμάς των Επτανησίων  για τις Νέσπολες έχει μεγάλη ιστορία.

Όπως όλοι λοιπόν έτσι και εγώ έχω δυό Νεσπολιές στον κήπο μας .

Τις φύτεψε ο Πάππους μου αλλά καθώς μου είπε «Ουδέποτες φάγαμε μια νέσπολα από αυτές».

Το χώμα ήταν καλό. Η τοποθεσία δεν είχε κάτι το περίεργο . Η Ράτσα συνηθισμένη. Τι γινόταν και δεν καρποφορούσαν; 
Κανείς δεν ήξερε.

Οι γειτόνοι μας παρότρυναν να τις κόψουμε.

Κανείς μας δεν ήθελε παρόλο που μας έπιαναν τόπο.

Αν μας ρώταγες κανείς δεν ήξερε να σου απαντήσει στο ερώτημα «μα γιατί δεν τις κόβετε;».

Έτσι λοιπόν, μη έχοντας τι άλλο να κάνω, διακρίθηκα ως ένας από τους πιο διάσημους κλέφτες  Νέσπολας.

Κάθε άνοιξη είχα σταμπάρει τις ξένες νεσπολιές και τις επισκεπτόμουν διακριτικά.

Λόγω των πεποιθήσεων μου ουδέποτε έκλεβα με σακούλα.

Πάντα όσες χωράγανε στα χέρια μου.

Αρκετοί ιδιοκτήτες Νεσπολιών το εκτιμούσαν αυτό και με αντιμετώπιζαν φιλικά.

Υπήρξαν και οι ελάχιστοι που με καθύβριζαν και με απειλούσαν με αποκεφαλισμό.

Τους απέφευγα προκειμένου να μην καταλήξω σαν τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.

Έτσι περνούσαν οι Απρίληδες και οι Μάηδες της μικρής μας ζωής.

Σκέφτομαι καμιά φορά να τους μετρήσω αλλά με πιάνει μια μελαγχολία αναλογιζόμενος τους εναπομείναντες και σταματάω στα μισά .

Κάποιο Μάη σαν τώρα καληώρα εκεί που έτρωγα τις κλεμμένες Νέσπολες από του Κωτσέλα ασκούμουν στο αγαπημένο μου σπορ της σκοποβολής δια του φτυσίματος σπόρων Νέσπολας.

Φαίνεται ότι κάποιος έπεσε σε μια γλάστρα  και την επομένη χρονιά να σου και φυτρώσανε δυο φυλλαράκια.

Οι ειδικοί απεφάνθησαν ότι πρόκειται περί Νεσπολιάς και μάλιστα «Μαλτέζικης από του Κωτσέλα».

Την πότιζα για καιρό μέχρι  που ήρθε ο καιρός απελευθέρωσης της από τα δεσμά.

Προκειμένου να μην μου τηνε κάψουν τα κάτουρα των σκύλων την φύτεψα στο προαύλιο του παιδικού σταθμού της γειτονιάς.

Οι Νεσπολιές μεγαλώνουν μεν  γρήγορα αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θα καρπίσουν.

Δεν ξέρω αν η επιστήμη μπορεί να εξηγήσει αυτό το περίεργο φαινόμενο.
Γιατί δηλαδή η μια καρπίζει και η άλλη όχι.
Στο ίδιο χώμα . Από την ίδια μάνα . Από την ίδια ράτσα. Με τον ίδιο καιρό.
Περίεργα πράματα.

Πέρασαν χρόνια και η Νεσπολιά της Πολυχρονίου Κωνσταντά δεν έκανε ούτε μία Νέσπολα.

Φέτος μόλις βγήκα από το Σούπερ Μάρκετ  κοίταξα απέναντι αφηρημένος και την είδα εκεί στη γωνιά της γεμάτη καρπό.

Άφησα τα ψώνια και πέρασα απέναντι.

Το πορτόνι ήταν κλειστό.

Φώναξα την νηπιαγωγό.

Από το κούτελο και την όλη  κοψιά μου φάνηκε Ηπειρωτοπούλα.

«Μπορείτε να μου ανοίξετε παρακαλώ;»

Μου ανοίγει νομίζοντας ότι έχω έρθει για κάποιο από τα παιδιά.

Διασχίζω την αυλή.

Με ακολουθεί περίεργη.

Κόβω μερικές Νέσπολες.

«Είστε γνωστός;» ερωτά.

«Πολύ» της απαντώ.
...

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Σχεδόν καλοκαίρι



Τα καλύτερα μπάνια τα κάνω πάντα πριν έρθουν,  η αφού φύγουν (οι άλλοι).

Σήμερα είχε τριάντα βαθμούς το καταμεσήμερο.

Η Λισάβετ προέβλεψε Αρμαγεδδώνα.

Την αγνόησα και είπα να κάνω το τελευταίο μπάνιο μου στον Αλμυρό πριν το οριστικό τέλος του κόσμου.

Η απέραντη παραλία ήταν άδεια.

Έβαλα το ποδάρι μου στο νερό.

Σχεδόν κρύο.

Απέναντι τα βουνά της Αλβανίας .

Τα  χιόνια έχουν σχεδόν λιώσει.

Κυριακή σήμερα και το Λούκοβο απέναντι δεν θα έχει ξυπνήσει ακόμα.
Η πλατεία του χωριού θα είναι άδεια.

Αργότερα θα γεμίσει με άντρες για το πρωινό κυριακάτικο καφέ.

Τις γυναίκες του Λούκοβο φαίνεται ότι τις πειράζει ο καφές και κάθονται σπίτι να μαγειρέψουν.

Οι κάτοικοι του Λούκοβο πιστεύουν ότι είναι σχεδόν Ηπειρώτες.

Άλλοι τους θεωρούν σχεδόν Αλβανούς.

Ζουν στην πλαγιά του βουνού και είναι σχεδόν βουνίσιοι.

Η σχεδόν θαλασσινοί.

Πέρασαν και έναν «σχεδόν Κομμουνισμό» και δείχνω κατανόηση.

Είναι σχεδόν μεσημέρι.

Βλέπω τον Τάσο να  έρχεται σέρνοντας  βαριεστημένα τις σαγιονάρες του στην άμμο με μια πετσέτα στο πλάτη.

Μου κουνάει σοβαρός το κεφάλι από μακριά .

Κάτι σαν σχεδόν «καλημέρα».

Δούλευε από μικρός «αρτοποιός σε βιοτεχνία που έφτιαχνε ψωμί και φύλλο και άλλα πολλά».

Καλό παιδί , καλός μάστορας και το καλύτερο σέντερ μπακ στην τοπική ομάδα του χωριού.

Παρέμεινε ένας εξαιρετικός φαρσέρ , φιλόσοφος, , φτωχός και αγαπητός σε όλους.

Θα μπορούσε να είχε ανοίξει δική του βιοτεχνία και να τα έχει κονομήσει αλλά «δεν ήτανε του χαραχτήρα του».

Σε λίγο  εμφανίστηκε και ο Κώστας φορτωμένος συμπράγκαλα παραλίας λες και θα έμενε για πάντα εκεί.

Μόλις είδε τον Τάσο λοξοδρόμησε και πήγε από την άλλη μεριά .

Με βάλανε στη μέση.

Δεν γουστάρει ο ένας τον άλλον.

Παλιά ήτανε μαζί «στο κόμμα».

Ο Κώστας ήτανε πάντα άνθρωπος «της προόδου».

Είχε τελειώσει την «Εμπορική» και πίστευε ακράδαντα ότι «ο καπιταλισμός προσφέρει άπειρες ευκαιρίες για να τον ανατρέψουμε από τα μέσα».

Έτσι βάλθηκε να  ανατρέψει τον καπιταλισμό μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ.

Έκανε και γραφείο  «οικονομικών υποθέσεων και συμβουλών» και απέκτησε μεγάλη πελατεία που τον θαύμαζε και τον παρότρυνε να συνεχίσει το ανατρεπτικό του έργο.

Κάποτε τόνε ψηφίσανε και ως «ανεξάρτητο δημοτικό σύμβουλο»  και έφτασε μέχρι «αντιδήμαρχος οικονομικών υποθέσεων».

Το Τάσο τον απέφευγε γιατί τον ειρωνευόταν και τον χλεύαζε δημοσίως.

Ποτέ δεν συγκάνανε αυτοί οι δύο.

Παρόλα αυτά   όπου έβλεπες το έναν, κάπου εκεί κοντά θα ήταν και ο άλλος.

Λες και κάτι τους τραβάει.

Έτσι , που λέτε βρέθηκα να λιάζομαι  ανάμεσα σε ένα  «σχεδόν καλοκαίρι» που δεν το έχει πάρει ακόμα απόφαση  και σε έναν «σχεδόν χειμώνα»  που παριστάνει καμαρωτός το καλοκαίρι.


Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

Δάκης



Συμπαραστέκομαι ολοψύχως  στην δοκιμασία του Δάκη.

Αυτές τις μέρες ο αγαπημένος μου τραγουδιστής βρέθηκε στο νοσοκομείο σε ηλικία 75   ετών για μια κρίσιμη εγχείρηση στο παχύ έντερο.

Του εύχομαι καλή ανάρρωση πάνω από όλα διότι εξαιτίας του είμαι κάτοχος συγκλονιστικών εμπειριών στο Α/Τ Άνω Δάφνης που καθόρισαν την μετέπειτα ζωή μου.

Έγραψα κάτι πριν από καιρό εις ανάμνηση των μαρτυρίων που υπέστην στα κολαστήρια του Α/Τ Άνω Δάφνης τότε.
Έφαγα τον κόσμο  αλλά δεν το βρίσκω πουθενά.
      
Ας πάρουμε τα πράματα όμως από την αρχή.

Γύρω στο πολυτεχνείο (δεν θυμάμαι ακριβώς διότι έχουν περάσει πολλά χρόνια) στην γειτονιά μας τοιχοκολλήθηκαν αφίσες για μια και μοναδική συναυλία του Δάκη σε ένα σινεμά στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης.

Ο Δάκης τότε ήταν κάτι σαν τον Ρουβά της σημερινής εποχής.

Να μην επεκταθώ.

Εκείνη την εποχή ιδρύσαμε με άλλον ένα το θρυλικό συγκρότημα Flying Ships που κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να αναστατώσει την γειτονιά μας και να γίνει δέκτης προπηλακισμών ,  απειλών και ύβρεων από δεκάδες βιοπαλαιστές που δεν μπορούσαν να κλείσουν μάτι.

Οι Flying Ships ήμασταν, ας πούμε,  κάτι σαν οι Uraiah Heep  του Δουργουτίου.

Μόλις μάθαμε για την επικείμενη συναυλία του Δάκη ταραχή έπεσε στο Δουργούτι και το σανίδωμα υποχώρησε από την πίεση την μεγάλη του ήλιου (καθώς λεν και οι ποιητές).

Πως μπορούσε στην ίδια γειτονιά να συμβιώσουν οι Δάκηδες με τους Flying Ships ;

Έγιναν οι απαιτούμενες διαβουλεύσεις με συγκροτήματα των γύρω περιοχών και απεφασίσθη να συγκροτηθεί απελευθερωτικό μέτωπο,  να πάμε στην συναυλία του Δάκη και να τονε …γιαουρτώσουμε.

Αγοραστήκανε τα εισιτήρια, τα γιαούρτια και τα αυγά και συντονιστήκαμε πάνω στο τραγούδι «Εκείνο το πρωί στην Κηφισιά».

Θα σκορπίζαμε στην αίθουσα και στο δεύτερο ρεφραίν «..σαν πάς με κάποιον άλλον να θυμάσαι, εκείνο το πρωί στην Κηφισιά» στο «Κηφισιά» θα έπεφταν τα αυγά και τα γιαούρτια.

Οι φανατικές ακροάτριες του θα αιφνιδιάζονταν βλέποντας να πέφτουν γιαούρτια από όλες της μεριές του σινεμά και θα παρέλυαν μην μπορώντας να καταλάβουν τι συνέβη.

Κατά την διαφυγή μας δεν έπρεπε να έχουμε πάνω μας τίποτα  που να μας προδίδει . Ακόμα και το περιτύλιγμα έπρεπε να το πετάξουμε.

Όλα πήγαιναν καλά ώσπου κατά την Τετάρτη βγαίνουν φυλλάδια που μας ειδοποιούν  ότι ματαιώνεται η συναυλία του Δάκη και στην θέση του θα τραγουδήσει ένα νεοανερχόμενο αστέρι της λαϊκής πόπ ονόματι «Φίλιππος Νικολάου».

Αυτόν δεν τον ξέραμε αλλά για να μην πάνε χαμένα τα γιαούρτια αποφασίσαμε να μην γίνει καμιά αλλαγή στο πρόγραμμα.

Μάλιστα μάθαμε το σουξέ του συντονιστήκαμε πάνω σε αυτό.

Το τραγούδι έλεγε : « Ποιος ήλιος εξεπροβαλέ, μεγιεμελέ μεγιεμελέ , ποιος ξέρει για πού τόβαλε, Μεγιεμελέ μεγιεμελέ….»

Δεν ξέραμε ούτε και μάθαμε ποτέ τι ήταν αυτό το «Μεγιεμελέ» αλλά τα γιαούρτια θα πέφτανε στο τρίτο «Μεγιεμελέ» του ρεφραίν .

Υποτιμήσαμε  όμως τις ικανότητες των αρχών ασφαλείας και του δικτύου πληροφοριοδοτών (χαφιέδων).

Μας  περιμένανε με πολιτικά στην πόρτα.

Συνελήφθησαν όσοι είχαν στα χέρια τους σακούλα με αυγά και γιαούρτια.

Στο Α/Τ Άνω Δάφνης περάσαμε μια εφιαλτική νύχτα με χαστούκια και κλωτσιές.

Τους είπαμε ότι τα γιαούρτια τα πήραμε για να τα φάμε και τα αυγά μας τα παρήγγειλε η μάνα μας αλλά δεν μας πίστεψαν.

Μας αποκαλούσαν «τεντιμπόηδες» και «κουμουνιστές».

Φάγαμε τόσες κλωτσιές που γυρνώντας σπίτι μας το πρωί αποφασίσαμε να αναθέσουμε  σε έναν  που ο πατέρας του ήτανε καθηγητής και ήξερε,  να μάθει και να μας πει τι είναι οι «κουμουνιστές».

Να μην πάει τζάμπα τόσο ξύλο.

Το Δάκη τον συνάντησα μετά τριάντα χρόνια ένα βράδυ σε ένα μπαράκι στο «Εμπορικό» .

Δεν τον γνώρισα μες στο σκοτάδι αλλά μιας και μου χαμογέλασε του χαμογέλασα και εγώ και χαιρετηθήκαμε δια χειραψίας.

Καλή ανάρρωση σύντροφε!
Μην το κουνήσεις από εδώ.
Σε χρειαζόμαστε ακόμα.