Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Επτά μερόνυχτα με μια αγαπημένη και μανιοκαταθλιπτική γειτόνισσα



Υπάρχει μια βασική αρχή την οποία τηρώ πάντα και μου βγαίνει πάντα σε καλό.
Σύμφωνα με αυτήν την σοφή αρχή αν πηγαίνεις με το ρεύμα,  θα σε ξεβράσει πνιγμένο στη θάλασσα.

Έτσι , λοιπόν, όταν οι άλλοι  φεύγουν για τριήμερο εγώ έρχομαι.
Όταν οι άλλοι έρχονται ξεθεωμένοι από διακοπές εγώ πάω.
Όταν οι άλλοι τρώνε ψητό  αρνί εγώ τρώω κόκορο παστιτσάδο.
Όταν οι άλλοι πάνε στο βουνό εγώ πάω στην θάλασσα.

Επιδιώκω συνειδητά να είμαι στην απέναντι λωρίδα από τους «άλλους»  (που ως γνωστόν φταίνε για όλα) .

Οι «άλλοι» σιχαίνονται τους βατράχους.

Αυτός είναι και ο λόγος που βρίσκομαι καλοκαιριάτικα σε ένα νησάκι στη μέση μιας λούμπας που οι Γιαννιώτες την λένε «λίμνη».

Σε αυτό το νησάκι (χωρίς αυτοκίνητα), κάτω από τα πλατάνια βρίσκομαι μπροστά σε μια πιατέλα με τηγανιτά βατραχοπόδαρα , χέλια και καραβίδες του γλυκού νερού με συνοδεία παγωμένου ηπειρώτικου τσίπουρου.

Στην υπόλοιπη Ήπειρο τρώνε κοντοσούβλια και παϊδάκια πρωί μεσημέρι βράδυ.

Στη μέση τσι λούμπας ισχύουν άλλοι νόμοι.

Γι αυτό ήρθα.

Εδώ κόψανε το κεφάλι του Αλή Πασά και φαίνεται ότι από τότε έχει μείνει ως έθιμο να αποκεφαλίζουνε καρλάκους και να τηγανίζουνε τα ποδάρια τους.

Από μικρός είχα να φάω καρλακοπόδαρα. Ο Πατέρας μου τα έπιανε στο ποτάμι με πιρούνι (δεμένο σε καλάμι)  και μου τάψηνε σαν σουβλάκι.  Φοβερός μεζές. Τηγανισμένα με αλεύρι χάνουν πολύ. Ποιός κάθετε όμως να ψήνει;

Σκέφτομαι ότι μια καλή μπίζνα θα ήταν να φτιάξει κάποιος που έχει όρεξη μια ψαροταβέρνα στο Μέτσοβο.

Να τηγανίζει μαρίδες και να λέει ότι τις ψάρεψε στη γέφυρα της Μπαλτούμας.

Η ακόμα να ανοίξει ένα μαγαζί και να πουλάει είδη θαλάσσης  . 
Να γίνει, λέει,  μόδα στους ορεσίβιους και να βλέπεις να κάθονται στην πλατεία του Μετσόβου αρειμάνιοι μυστακοφόροι κτηνοτρόφοι με αγκλίτσες   που αντί για τα άβολα και χοντροκομμένα τσαρούχια τους να φοράνε βατραχοπέδιλα.

Τα Γιάννενα την Κυριακή του καλοκαιριού είναι μια πόλη φάντασμα . 
Οι  Ηπειρωτοπούλες λιάζονται με στρίγκ  στις αμμουδιές του Μούρτου και της Πρεβέζης (εκεί που ξέβρασε το κύμα τον Καρυωτάκη πριν αυτοκτονήσει στα αλήθεια).

Τις καλλίγραμμες Ηπειρωτοπούλες μοιραία ακολουθούν πειθήνια ιδρωμένοι Ηπειρώτες μεταφέροντας αγόγγυστα ομπρέλες καρεκλάκια καπέλα και ταπεράκια με κοντοσούβλια.

Λίγο πιο πέρα είναι η Αχερουσία λίμνη αλλά κανείς ζωντανός δεν θέλει να την σκέφτεται.

Άλλωστε η Αχερουσία λίμνη δεν υπάρχει πια. Μόνο στην μέση μια λίμνης με καλαμπόκια υπάρχει ένας λοφίσκος όπου οι αρχαίοι υμών πρόγονοι (λέμε τώρα) είχανε στήσει μια φοβερή μπίζνα.

Στην κορυφή του λόφου υπάρχει ένα «Ιερό» και από κάτω ένα πέτρινο και σκοτεινό υπόγειο.

Ερχότανε οι πλούσιοι Αρχαίοι κουτοαθηναίοι  και κλείνανε ένα ξύλινο και πανάκριβο μπαγκαλόους  στις πλαγιές του μικρού αυτού νησιού για να μιλήσουν με τους νεκρούς τους.

Τους αφήνανε είκοσι μέρες νηστικούς στην αναμονή και λίγο πριν αφήκουνε την αποξυλή τους εκεί τους κατεβάζανε στο σκοτεινό υπόγειο όπου  τους κερνούσαν ένα σφηνάκι νερό με μια άσπρη σκόνη μέσα.

Υπό αυτάς τα συνθήκας, όχι τους νεκρούς σου βλέπεις,  αλλά και το Χριστό φαντάρο.

Περιμένω καρτερικά  στην ουρά του ταμείου του μουσείου της Αχερουσίας.

Στο τζάμι είναι κολλημένο ένα χαρτί όπου με ενημερώνει ότι  το εισιτήριο κάνει δεκαπέντε ευρώ (εκτός από τα «μικρά παιδιά και τους άνω των εξήντα πέντε» όπου εκεί πέφτει όλο με μίας στα οχτώ).

Ζητάω εισιτήριο των οχτώ.
Με κοιτάει καχύποπτα.
-«Πόσο ετών είστε κύριε;»
-«Εξηναέξι» απαντώ.
-«Δεν φαίνεστε»
-»Μικροδείχνω»
Χαμογελάει  «Από πού είστε;»
-«Κερκυραίος»
-« ..Και ήρθατε από την Κέρκυρα καλοκαιριάτικα εδώ!;»
-« Να ξέρω το δρόμο… μην ψάχνουμε την τελευταία στιγμή.»
Βάζει τα γέλια  και μου δίνει εισιτήριο των οχτώ.
«Παλιά για να περάσεις την Αχερουσία ήθελες έναν οβολό.  Πως ακρίβυνε έτσι η ζωή!» Μονολογώ και ο ταμίας συνεχίζει τα γέλια.

Όταν λέμε «κόντρα στο ρεύμα» το εννοούμε.

Έτσι ξεκίνησα να ανέβω τον Αχέροντα ανάποδα με τα ρούχα με το σακίδιο μου  πάνω από το κεφάλι ωσάν τον Συλβέστερ Σταλόνε στο «Χαμηλό Βαρομετρικό».

Όλα πήγαινα καλά μέχρι που μουπεσε το κινητό στο νερό και αναγκάστηκα να ρίξω μακροβούτι.

Μέχρι και κάτι Σκανδιναβοί τουρίστες με κοίταζανε με ανυπόκριτο θαυμασμό να βγαίνω  μελανιασμένος από τα παγωμένα νερά του Αχέροντα.

Στο Γλυκή είχε πανηγύρι το βράδυ και ο δρόμος ήτανε γεμάτος ψησταριές με κοντοσούβλια.

Έβαλα το κινητό μου στη σχάρα να στεγνώσει και παρήγγειλα καφέ.

Εκεί απέναντι στην Γέφυρα του Γλυκή τα παλιά χρόνια οι Σουλιώτες ειχανε στήσει μια χοντρή μπίζνα που καθιερώθηκε παντού μέχρι τις μέρες μας.

Σταματαγανε τα καραβάνια του Αλή Πασά που πηγαίνανε στα Γιάνεννα φορτωμένα με εμπορεύματα και τους παίρνανε διόδια.

Ο Πόλεμος του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες έγινε λόγω της αύξησης των διοδίων.

Εκείνα τα χρόνια ο δρόμος ήταν Πάργα- Γλυκή- Παραμυθιά- Δωδώνη-Γιάννενα.  

Λίγο που τον εκλέβανε οι Παργινοί στο Τελωνείο. Λίγο που του τα παίρνανε χοντρά στα διόδια στο Γλυκή, ο Αλή Πασάς αντιμετώπιζε πρόβλημα αύξησης στις τιμές των προϊόντων χωρίς να φάει χωρίς να πιεί.

Έτσι λοιπόν έκανε μια συμφωνία με τους Άγγλους τσι «Κέρκύραςμας» και ξαπόστειλε τσου Παργινούς τσου Κορφούς και εξασφάλισε επίσης να μην πουλήσουνε ούτε βόλι  οι Άγγλοι τσου Σουλιώτες.

Έτσι οι Σουλιώτες έχασαν τα διόδια και κατάντησαν να έρθουν και αυτοί τσου κορφούς και να κλέβουν κοτέτσια.

Αν έμπαινες τότες ντυμένος στο Αρβανιτοκάναλο,  έβγαινες από την άλλη μεριά ξεβράκωτος.

Τα παραμύθια με χορούς του Ζαλόγγου είναι για εθνικές επετείους.

Αν διαδοθεί τώρα στο Λιστόν ότι «έρχονται οι Τούρκοι να μας γαμήσουν» ,   πρώτες θα κατέβουν στη Σπηλιά να πιάσουν θέση οι μεταμοντέρνες Σουλιωτοπούλες που σουλατσάρουν με τον κώλο έξω τσι Κάρτελάκουες.

Στέγνωσε το κινητό. Ψηθήκανε και τα κοντοσούβλια. Βάζω την κάρτα και αρχίζει να τηλεφωνάει μόνο του.

Πάμε για άλλο κινητό .

Θα χάσω και τις πολύτιμες επαφές μου.

Το πανηγύρι μόλις αρχίζει.

Στην Ήπειρο παίζουν ένα είδος κλαρίνου (δική τους πατέντα μάλλον) που παίζει μόνο μινόρε.

Και το Τζάκ Πότ στο Λόττο να έχεις κερδίσει σούρχεται να βάλεις τα κλάματα.

Αυτή η αξιαγάπητη γειτόνισσα κλαίει ασταμάτητα υπάρχει δεν υπάρχει λόγος.

Κλαίει σε γάμους .
Κλαίει σε βαφτίσια .  
Κλαίει σε κηδείες.
Κλαίει σε πανηγύρια.
Κλαίει σε δεξιώσεις.
Κλαίει στο φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή.
Κλαίει όταν έχει λεφτά.
Κλαίει και αδέκαρη.


Δεν μοιάζουμε. Είναι αλήθεια. Αλλά δύσκολα την αντιπαθείς.

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Ο Κήπος της Ευτυχίας

Η Ευτυχία Ρωμανού παντρεύτηκε 20 χρονώ έναν νέο τραπεζικό υπάλληλο.
Ο Τραπεζικός υπάλληλος μιλούσε ελάχιστα , έβλεπε ακόμα λιγότερο και δεν άκουγε σχεδόν καθόλου.

Κάτω από  άλλες συνθήκες  θα έπρεπε να παίρνει αναπηρική σύνταξη αλλά τα χρόνια εκείνα (όπως και τα σημερινά άλλωστε) άμα δεν μιλάς , δεν βλέπεις και δεν ακούς  ανεβαίνεις ιεραρχικώς πολύ γρήγορα.

Ο Τραπεζικός υπάλληλος  αγόρασε μια δίχρονη Ζάξ πεντάρα όταν το ποδήλατο ήταν ακόμα πολυτέλεια.

Κάθε σαββατοκύριακο του καλοκαιριού η Κυρία Ευτυχία ετοίμαζε γεμιστά με κιμά και  κεφτεδάκια φορτώνανε την Ζάξ και φεύγανε.

Η Ζάξ με την καμπούλα που έβγανε, πρέπει να ήταν ορατή και από το διάστημα (μαζί με το Σινικό τείχος). 

Η Ευτυχία γύρισε όλη την Κέρκυρα με το μηχανάκι και  έχει να το λέει.
«Μέχρι την Κουλούρα με έφτακε ο Πίπης μου»

Μόλις ο Τραπεζικός υπάλληλος ανέβηκε μερικά σκαλιά της ιεραρχίας φύγανε από το Καμπιέλο και πήρε με δάνειο ένα ισόγειο διαμέρισμα στο Σαρόκο με ακάλυπτο από πίσω.

Ο ακάλυπτος ήταν κοινόχρηστος και εξ αδιαιρέτου αλλά η κυρία Ευτυχία τον θεωρούσε πάντα δικό της και κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει με κοτζάμ «Τραπεζικό». πόσο μάλλον με την Ευτυχία.

Κάνανε όλοι τα στραβά μάτια, τα χρόνια περνούσαν και ο ακάλυπτος έγινε «ο κήπος της Ευτυχίας».

Στην αρχή ο κήπος χρησίμευε μόνο για άπλωμα.
Μετά μπήκαν και δυο καρέκλες με ένα τραπεζάκι και ομπρέλα.
Προς την δύσιν γιόμησε λουλούδια και φυτά παντός τύπου.

Στην αρχή η Ευτυχία ήταν όλο Ζαξ χαρές και αθώα ψιλοτσιλιμπουρδίσματα.
Μετά ήρθε η σοβαρότης.
Προς την Δύσιν την ενοχλούσαν οι «Μούλοι του Λυκείου» που φιλιώντουσαν και τα μηχανάκια που περνάγανε από τον κήπο «της».

Στην αρχή οι Γιοί της Ευτυχίας  προοριζόταν για επιστήμονες.
Αργότερα εξαφανίστηκαν «για σπουδές».
Προς την δύσιν οι κακές οι γλάσσες λένε ότι ο ένας «εγίνηκε καλόγερος στο Αγιονόρος» και ο άλλος παντρεύτηκε μια ξεβράκωτη αγγλίδα που τηνε βρήκε στη Μυρτιώτησσα και ζει άνεργος στην Αγγλία.

Στην αρχή η Ευτυχία ήταν «ο Πίπης μου και ο Πίπης μου».
Μετά  έγινε «ο Σπύρος»
Προς την δύσιν τον αρχίνησε στις χριστοπαναγίες.

Κάποια στιγμή, εντελώς ξαφνικά,  ήρθε η «κατάρρευση του Πίπη».

Έτσι συμβαίνει συνήθως. Πρώτα καταρρέουν οι Πίπιδες και μετά οι Ευτυχίες.

Στην «μετά Σπύρο»  εποχή  κατά ένα ανεξήγητο τρόπο επιστρέφουμε στο «Ο Πίπης μου και ο Πίπης μου».

Τα χρόνια της μοναξιάς της Ευτυχίας ήρθαν μαζί με την οικονομική κρίση και η οικονομική κρίση έσερνε μαζί της και πολλές άλλες αρρώστιες.

Τίποτε δεν άρεσε της Ευτυχίας.
Άμα  είχε ήλιο «μας έκαψε»
Άμα έβρεχε «μας έπνιξε»
Άμα έκανε κρύο «μας θέρισε»

Τότε ήταν που η Ευτυχία ξεκίνησε τα έργα οχυρώσεων.

Ήθελε κλειδαριές , καδινάτσους, σιδεριές και πάνω απ όλα καινούργιο σιδερένιο φράχτη από ψηλά μασίφ σίδερα.
Φοβόταν «τσου αρβανούς», «τσου Γύφτους» «τσου βιαστές»,  «τσου λογιστές» και  προπάντων «τσου φυσιοθεραπευτές».

Οι πάντες ήταν ύποπτοι.

Η Ευτυχία κλείστηκε στο οχυρό της.
Μισή καλημέρα και αυτή πίσω από τα κάγκελα.

Πίστευε δε ότι εκεί μέσα ήταν η ελευθερία και απέξω η φυλακή.

Έτρεμε το Σαββατοκύριακο.

Αυτή που περίμενε τον Πίπη της πως και πώς να «ασκολάσει» για να πάνε εκδρομή τώρα έτρεμε μην φύγουν οι γειτόνοι και μείνει μόνη της στην πολυκατοικία.

Ενώ η κατάρρευση Πίπη προήλθε από χέσιμο, η μοιραία κατάρρευση της Ευτυχίας αρχίνησε από πέσιμο.

Τρείς γιατροί και δυό νοσοκόμες επιστρατεύτηκαν για να ξανα βιδώσουν το «Ισχύο» της Ευτυχίας.

Ένας κηπουρός  ανέλαβε την φροντίδα του κήπου και ένας φυσιοθεραπευτής ανέλαβε να επιβραδύνει την οριστική κατάρρευση της Ευτυχίας.
Ο Μηχανικός απεφάνθη ότι η Ζάξ είναι άχρηστη «κολήσανε τα εμβολοχυτώνια».
Ο Λογιστής ανέλαβε να καταθέσει τις πινακίδες και μια  οικογένεια «γύφτων» με αμέτρητα κουτσούβελα  και με γκαστρωμένη την κόρη, τη μάνα και τη γιαγιά ανέλαβε να  κουβαλήσει την Ζάξ για παλιοσίδερα.

Στην συνέλευση της πολυκατοικίας όλοι εξέφρασαν την λύπη τους για το «ισχύο» της Ευτυχίας ενώ οι πιο έμπειροι κατέληξαν και σε αντιφατικά πορίσματα ικανά να προκαλέσουν σύρραξη.


Οι τολμηρότεροι οραματιστές της Πολυκατοικίας της πλατείας Σαρόκου προφήτευσαν  μια νέα εποχή που ο κήπος της Ευτυχίας θα γίνει ξανά εξ αδιαιρέτου.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Ο Φριτόλος



Γνώρισα τον Μένιο δέκα μέρες πριν πεθάνει.

Ήταν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι του θαλάμου της χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου Κέρκυρας ανάσκελα ακίνητος και με ανοιχτό το στόμα.

Μερικές φορές που ξυπνούσε βόγκαγε και έλεγε δυνατά:

«Μάνα πεθαίνω!»

Πάγωνε όλος ο θάλαμος.

Τα απομνημονεύματα του Μένιου ανέλαβα να τα εκδώσω εγώ.

Μου τα εμπιστεύτηκε το βράδυ της εβδόμης Ιανουαρίου  του 2017.

Αρχίνισε να μου μιλάει με κόπο και με διακοπές  στις 11 το βράδυ και τελείωσε στις εφτά το πρωί.

Ο Μένιος γεννήθηκε κατά λάθος.

Η Μάνα του είπε: «Του πατέρα σου του ξαγλίστρησε» και έβαλε τα γέλια.

Ο Κατά λάθος γεννηθείς Μένιος εστάλθει να σπουδάσει  στο «Οικοτροφείον Κέρκυρας». Το λέγανε και «ορφανοτροφείο» ενώ παλιότερα το λέγανε «Πρεβαντόριο» .

Σήμερα το λένε «Το χαμόγελο του παιδιού» η κάπως έτσι .

Ο Πατέρας του Μένιου  ήταν δεξιός ψαράς και κομματάρχης   ολόκληρου του χωριού.

Τα χρόνια εκείνα ένας δεξιός κομματάρχης (που του ξαγλίστρησε) μπορούσε να στείλει το παιδί «στο οικοτροφείο στη χώρα να μάθει γράμματα».

Ο Μένιος  έβγαλε το οικοτροφείο «δια πυρός και σιδήρου».

Το να βγάλεις το οικοτροφείο Κέρκυρας τότε ζωντανός ήτανε απείρως πιο δύσκολο από το βγεις ζωντανός από το Μπέργκεν Μπέλσεν.

Ο Μένιος τέλειωσε τις σπουδές του με καμιά τριανταριά ράμματα στο κεφάλι.

Αμέσως μετά την αποφοίτηση ο Πατέρας του τον έστειλε για δουλειά σε έναν τηγανιστή ψαριών στην Πιάτσα που ήτανε του κόμματος.

Ο Μένιος έγινε «Φριτόλος»  ξακουστός και το ψευδώνυμο αυτό τον συνόδευσε όλη του τη ζωή.

Στην αρχή κοιμότανε σε μια αποθηκούλα πάνω σε σακιά.

Αργότερα  του βρήκε δωμάτιο ο Πατέρας του στην  Γαρίτσα.

Στο χωριό πάντως δεν ξαναγύρισε.

Κάθε πρωί τα ξημερώματα πήγαινε στο μαγαζί έπαιρνε την καρέτα  και κατέβαινε στα καΐκια.

Φόρτωνε μαζί με το αφεντικό τις κασέλες με τα ψάρια και ανέβαινε τον ανήφορο του Άγιαντωνιού.

Αν μου πεις εμένα να ανεβάσω την καρέτα φορτωμένη με ψάρια στην πιάτσα,  κάπου στον Άγιο Φραγκίσκο θα αφήκω την αποξυλή μου.

Ο Μένιος κουβάλαγε ψάρια , καθάριζε ψάρια, τηγάνιζε ψάρια, πουλούσε ψάρια , έκανε ντελίβερι και  έτρωγε και ξύλο καθημερινώς για να μην ξεσυνηθίσει.

Το χόμπυ του ήτανε να «μαζώνει χαρτιά» . 
Έβρισκε παλιά βιβλία και περιοδικά και τα αποθήκευε στο δωμάτιο του.
Έφτιαξε και «σκατζιές ογδοήντα πόντους από το πάτωμα  γιατί το δωμάτιο πλημύριζε όταν  έβρεχε πολύ».

Όταν  γύρισε από φαντάρος νοίκιασε ένα καλύβι έξω από την πόλη μαζί με ένα μικρό κήπο και το έκαμε «ψαροταβέρνα».

Στάθηκε στα πόδια του,  παντρεύτηκε και έκαμε δύο παιδιά.

Ο Φριτόλος σε ηλικία εικοσιπέντε χρονώ έθρεφε οικογένεια τηγανίζοντας μπραγάνια και μαρίδες  σε ένα καλύβι και τα σέρβιρε μόνος του στον κήπο κάτω από την απεργουλιά.

Δυό τρείς φορές πήγε στο χωριό του. 
Τη μία για να δει τη μάνα του που ήταν άρρωστη. 
Την άλλη στην κηδεία του πατέρα του και την Τρίτη όταν πέθανε η μάνα του.

Σε ηλικία πενήντα χρονώ     έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Ήθη και έθιμα της παλιάς Κέρκυρας». 
Είχε μαζεμένο υλικό από μικρός όταν έμενε στην Γαρίτσα.

Το βιβλίο εξέδωσε σε εκατό αντίτυπα ένας φίλος του τυπογράφος και τα μοίρασε δωρεάν  σε φίλους και γνωστούς. 

Βλέπεις καμιά φορά κάτι μαντραχαλους με κοντά παντελόνια και τρίχες στα πόδια να κάνουν σκειτμπορντ έξω από το Σαν Τζιάκομο  και δεν ξέρεις με ποιόν να κλάψεις . Με τον Μένιο που ανέβαινε με την καρέτα τον ανήφορο στον Αγιαντώνη  η με αυτούς.

Ο Μένιος εξήχθη από το νοσοκομείο και μερικές μέρες μετά πέθανε.

Καθώς πέρναγα από την πιάτσα είδα την αφισέτα.

«Το πολυαγαπημένο μας πατέρα κλπ κλπ
Μένιο Πανδή (Φριτόλο)

Θανόντα χθες κηδεύομεν αύριον.» 

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Η διμοιρία του Ερκάν


Μερικοί  φίλοι μου από άλλα μέρη νομίζουν ότι  από το σπίτι μου βλέπω το Ποντικονήσι.

Η (πικρή)  αλήθεια είναι κάθε πρωί εδώ και χρόνια με το που ανάβω το τσιγάρο μου και πίνω την πρώτη γουλιά του καφέ βλέπω απέναντί μου μια σειρά από παρακμιακές πολυκατοικίες του εβδομήντα με βρώμικες τέντες , απλώτριες , κεραίες τηλεοράσεων και ευτραφείς νοικοκυρές με κομπινεζόν.

Αυτό που με συγκλονίζει όμως περισσότερο είναι τα απλωμένα σώβρακα ενός κήτους που διετέλεσε υπάλληλος του ΟΤΕ.

Το κήτος αυτό το θρέφουμε όλοι μαζί για να κάθετε αμίλητος σε μια καρέκλα εδώ και τριάντα χρόνια χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα .

Τελευταία το θρέφουμε και ως συνταξιούχο.

Πρόλαβε και βγήκε εγκαίρως στην σύνταξη όπως όλα τα κήτη που ξέρουν να επιβιώνουν σε όλες τις συνθήκες.

Βγαίνει πρωί πρωί και εποπτεύει την γειτονιά πριν ανεβάσει τους κώλους του και τις κοιλιές του στη σέλα του σκούτερ του προκειμένου να πάει την βόλτα του στην αγορά.

Για να αντέξω έχω «κατεβάσει»  έναν Φώτοσόπ που σβήνει τα πάντα,  πολυκατοικίες απλώτριες , σώβρακα , κήτη και κεραίες τηλεοράσεων.

Αφήνει μόνο μια Ακακία Κωνσταντινουπόλεως στην γωνία που τέτοιες μέρες είναι ολάνθιστη.

Θυμάμαι τέτοιες μέρες πριν από χρόνια από εκείνη την γωνιά εμφανίστηκε ένα νεαρός μελαχρινός , μικρόσωμος και αδύνατος  με ένα σακίδιο στο χέρι.

Μου συστήθηκε ως «Ερκάν».

Ήταν Τούρκος εκ Κωνσταντινουπόλεως και μιλούσε Ελληνικά καλύτερα από τους περισσότερους Έλληνες.

Ήταν πολιτικός πρόσφυγας άνηκε σε κάποια παράνομη οργάνωση και τον είχανε επικηρυγμένο στην χώρα του.

Τον είχε στείλει κάποιος καλός φίλος από την Αθήνα να του βρω ένα στέκι σε κάποια τουριστική περιοχή για να στήσει το τραπεζάκι του όπου θα έκανε τατού χένας και αυτοσχέδια βραχιολάκια με πολύχρωμους σπάγγους.

Ύστερα από μερικά τηλεφωνήματα εβρέθει το σημείο και η δημοτική άδεια. Ο Ερκάν έφυγε ευχαριστημένος και εγώ ανακουφίστηκα που έβγαλα την υποχρέωση προς τον φίλο μου.

Μερικές μέρες αργότερα  είδα τον Ερκάν με το τραπεζάκι του στην Αχαράβη έξω από ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ.

Πλησίασα κάθισα στο διπλανό παγκάκι και πιάσαμε την κουβέντα.

Πήγα να τονε πειράξω.

«Τώρα μεταξύ μας ρε Αρκάν, είναι επαναστατική πράξη να πλέκεις βραχιολάκια;»

Με κοίταξε με τα μαύρα ερευνητικά και χαμογελαστά του μάτια και μου είπε: «Εξαρτάται Σταμάτη».

Κουβέντα στην κουβέντα έμαθα ότι ο Ερκάν δεν ήταν μόνος στην Αχαράβη . Μαζί του ήταν άλλοι πέντε.
Μένανε σε μια εγκαταλελειμμένη γκαρσονιέρα με ελάχιστο νοίκι  και δουλεύανε το τραπεζάκι με βάρδιες νύχτα μέρα.
Κάθε λεπτό και κάθε ευρώ ήταν πολύτιμο.
Καθένας είχε χάσει συγγενείς η αγαπημένα του πρόσωπα στον πόλεμο.
«Πρέπει να βοηθήσουμε τα αδέλφια μας στην Τουρκία» μου έλεγε.

Το συσσίτιο της διμοιρίας του Ερκάν ήταν εξαιρετικά λιτό. Ένα σάντουιτς, ένας καφές, νερό και μια φορά τη βδομάδα είχε κατσαρόλα με ρύζι, λαχανικά και  λίγο κρέας .

Η αλλαγή της βάρδιας γινόταν με στρατιωτική ακρίβεια.

Μιλούσαν λίγο και έκαναν την δουλειά τους χωρίς να προκαλούν την προσοχή.

Ένα σαββατόβραδο τους κάλεσα να τους κάνω το τραπέζι  σε μια ταβέρνα .

Ήρθαν οι πέντε.

Ο έκτος ήταν βάρδια και θα του πήγαιναν το φαγητό αργότερα.

Μου συστηθήκανε αλλά δεν έδωσα σημασία . Σίγουρα τα ονόματα ήταν της παρανομίας σκέφτηκα .

Κάθε καλοκαίρι η διμοιρία του Ερκάν ερχόταν στην Αχαράβη για μερικά χρόνια.

Ύστερα χάθηκαν.

Τις προάλλες είδα τον Ερκάν στις εφημερίδες.

Τον συνέλαβαν τραυματισμένο στην Ισταμπούλ.

Για τους υπόλοιπους δεν ξέρω.

Μπορεί να δουλεύουν στην παρανομία σε κάποια πόλη της Τουρκίας.

Η Γιασμίν μπορεί να φυλάει σκοπιά κάπου στα όρη του Κουρδιστάν.

Εγώ συνεχίζω να βλέπω κάθε πρωί τα σώβρακα του κήτους να στάζουν πάνω στα κεφάλια βλαστημούντων περαστικών.

Ευτυχώς το «Φωτοσοπ» κάνει καλά την δουλειά του.

Για να διευκολύνω τα πράματα αποφάσισα να φυτέψω και μια τσαντσαμινιά μέσα σε μια τεράστια τσιμεντένια σωλήνα  αποχέτευσης που εγκατέλειψαν τα συνεργία του δήμου.

Θα την βάλω απέναντι από την Ακακία Κωνσταντινουπόλεως για να κάνω κόντρα πόστο στα σώβρακα  του Κήτους.

Η καμαριέρα που μου την έφερε μου έδωσε αυστηρή εντολή να μην την φυτέψω την Πέμπτη που είναι «..τσι αναλήψεως..» γιατί «..δεν θα πιάκει».

Είναι γνωστό ότι δεν είμαι θρησκευόμενος αλλά καλού κακού την φύτεψα σήμερα.

Καθώς την φύτευα πέρασε ο Γιάννης.

Χρόνια τορναδόρος στην Ελευσίνα και από τους καλούς. Του ήρθαν όλα ανάποδα. Δεν άντεξε.

Πηγαίνει τα πρωινά για τα φάρμακά του στο ψυχιατρείο και περνάει κάθε μέρα να με δει.

Σταματάει και με κοιτάει να φυτεύω.

«..και δε μου λες ρε Γιάννη… εσύ που ξέρεις… είναι επαναστατική πράξη το φύτεμα της τσαντσαμινιάς;»  του λέω.

«Εξαρτάται Σταμάτη..» μου λέει «..εξαρτάται»




Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

32 νύχτες πριν να πάρω σύνταξη


Έπιασα δουλειά  σε ξυλουργείο το καλοκαίρι που τελείωσα το δημοτικό.
Λόγω της ηλικίας μου το βιβλιάριο ενσήμων μου  τότε το έλεγαν «βιβλιάριο ανηλίκου».

Έκτοτε κολλάω ένσημα επί 45 χρόνια ασταμάτητα.

Πολλά τα έχασα διότι..  «τι μυαλό μπορεί να έχει ένα παιδί 13 ετών για να φυλάει επιμελώς τα βιβλιάρια ενσήμων προκειμένου να πάρει σύνταξη στα 60» .

Το ποσόν που έδωσα στο ασφαλιστικό μου ταμείο συνολικά αυτά τα 45 χρόνια είναι τόσο μεγάλο που αποφεύγω να το υπολογίζω διότι πέφτω σε κατάθλιψη  και ενεργοποιείται αυτομάτως το σύστημα των νευροφυτικών μου διαταραχών που με βασανίζει συνήθως όταν σκέπτομαι τέτοια πράματα.

Σήμερα είμαι στη φάση που οι συνομήλικοι μου αλλά και αρκετοί νεώτεροι διαπραγματεύονται  το ύψος της σύνταξής μου με πόνο καρδιάς.

Οι Διαπραγματευτές της σύνταξης μου είναι παλιοί φίλοι και σύντροφοι  «Ρηγάδες»  «Κνίτες» και «Μουλούδες»   των νεανικών μου χρόνων που,  σχεδόν όλοι,  ευτυχώς δεν χρειάστηκε να κολλάνε ένσημα σε όλη τους την ζωή σαν τον μαλάκα.

Δεν ξέρω τι ακριβώς θα μου δώσουν στο τέλος. Δεν ξέρω καν αν θα δικαιούμαι τίποτα μετά την «τελική διαπραγμάτευση»  και την υπογραφή της «δεύτερης αξιολόγησης».

Προκειμένου να αποφύγω μια μη ελέγξιμη κρίση νευροφυτικών διαταραχών καταφεύγω στο χιούμορ.

Έτσι λοιπόν, 32 νύχτες πριν να πάρω την σύνταξή μου διαβάζω το βιβλίο της Λιάνας:  «Δεκατρείς νύχτες πριν το ξημέρωμα».

Η Λιάνα είναι μια ώριμη  παιδούλα  που γράφει  μυθιστορήματα με πόνο ψυχής.

Είναι και στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος.

Επίσης είναι πιο ασυγκράτητη από τον πρωθυπουργό μας.

Να φαντασθείτε όταν ήρθε ο πρωθυπουργός στην Κέρκυρα τις προάλλες η Λιάνα ανεφώνησε: «Έκανα Πάσχα!»

Η έκφραση «Έκανα Πάσχα»  γενικά μπορεί να σημαίνει απλώς «έκανα πάσχα» .

Μπορεί και να σημαίνει επίσης : «Πέρασα πολύ καλά».

Στην Κέρκυρα συνήθως το λένε οι γυναίκες που  έζησαν μια εφήμερη συγκλονιστική ερωτική εμπειρία (για να το πω  όσο πιο σεμνά μπορώ).

Η Λιάνα είναι από μια κωμόπολη της Θράκης και  στα μέρη της δεν λένε τέτοια πραματα οι γυναίκες.

Σε  μερικές μέρες περιμένουμε εναγωνίως στην Κέρκυρα  του υπουργό Εσωτερικών και υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να ξανακάνει Πάσχα η Λιάνα.

Δεν ξέρω αν  Η Λιάνα μπορεί να μπει στην θέση μου και να γράψει ένα μυθιστόρημα με τίτλο (ας πούμε) «Τριάντα δύο νύχτες πριν να πάρω σύνταξη».

Θα προσπαθήσω όμως να μπω εγώ στην θέση της και να γράψω ένα διήγημα με το δικό της ύφος και με τίτλο: «Επτά νύχτες πριν να ξανακάνω Πάσχα»


Επτά νύχτες πριν ξανακάνω Πάσχα
..........................................................................
Γυρνάω στο σπίτι κατάκοπη. Γδύνομαι και μπαίνω αμέσως στο μπάνιο.
Το ζεστό νερό  χαϊδεύει το κορμί μου και τα αιθέρια έλαια που αγόρασα προχτές από το Hondos Center  μου δίνουν μια αίσθηση ανακούφισης.

Μόλις ξεμπλέξαμε από τα δημοσιεύματα για το σκάνδαλο στο Βίδο και μπροστά μου έχω μια εξίσου κουραστική εβδομάδα.

Έρχεται η Πρωτομαγιά.
Πρέπει να κανονίσω μια πανηγυρική συνεδρίαση των μελών της οργάνωσης στα γραφεία.
Για δημόσιο χώρο ούτε λόγος.

Να βάλω κάποιον να γράψει το πανό
 «Ζήτω η εργατική πρωτομαγιά 2017
ΣΥΡΙΖΑ  Τ.Ο  Κέρκυρας.»

Είχα κανονίσει για μπουφέ Κέτερινγκ αλλά η αριστερή πτέρυγα του Κώστα  ήθελε κάτι πιο αναρχικό και καταλήξαμε σε κάτι (σε στυλ κατάληψη Ελαία)  που το λένε «συλλογική κουζίνα».

Δηλαδή , θα μαγειρέψουμε σπίτι και  θα πάμε τα φαγητά σε ταπεράκια . Έτσι θα γλυτώσουμε και το μεροκάματο των μαγείρων  του Κέτερινγκ . 

Έτσι λέμε τώρα την «αριστερή πρόταση» .

Ας είναι.
Μια μέρα είναι θα περάσει.

Χαλαρώνω και αφήνω το κορμί μου να συρθεί στην μπανιέρα μέχρι που το νερό φτάνει στα  βαμμένα κόκκινα μαλλιά  μου.

Κάτι όμως με ανησυχεί χωρίς να μπορώ να το προσδιορίσω.

Το  ένστικτό προσπαθεί να με ειδοποιήσει μάλλον.

Ακούω το κινητό μου στο διάδρομο να χτυπάει  στο «Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο» .

Το έχω βάλει να χτυπάει έτσι για τους πολύ «στενούς».

Μια ανατριχίλα διαπερνάει ολόκληρο το κορμί μου.

Ρίχνω  επάνω μου το λεπτό Scarlet μπουρνούζι που μου πήρε ο Γιώργος από το Intimisimmi , δώρο στη γιορτή μου,  και βγαίνω βιαστικά.

Σηκώνω το  τηλέφωνο.

«Παρακαλώ» λέω ανήσυχη.

«Έρχομαι …» μου απαντά «…την ερχόμενη Παρασκευή».

Η καρδιά μου χτυπάει τρελά.

Θεέ μου σίγουρα είναι αυτός. 

«Σε περίμενα τ΄άλλο καλοκαίρι» απαντώ με τρεμάμενη φωνή.

«Έχω μια δουλειά με το Νικολούζο και έρχομαι εκτάκτως».

Κλείνω το τηλέφωνο σε πλήρη αναστάτωση.

Αλλαγή πλεύσης.

Ξαναμπαίνω στο μπάνιο και παίρνω βαθιές ανάσες.

Γνώρισα τον Πάνο πριν χρόνια σε μια συγκέντρωση του «Ρήγα» στην πλατεία Κάνιγγος για τα εργασιακά δικαιώματα και τις σεξουαλικές ελευθερίες των ινδιάνων Ναβάχο .

Μου έδωσε ραντεβού στο πατάρι του «Φλόκα» για καφέ.

Μου έπιασε το χέρι και το έκλεισε μες τις παλάμες του . Με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου είπε: «Σε χρειαζόμαστε… ετοίμασε βιογραφικό».

Τα πόδια μου κάτω από το τραπέζι έτρεμαν.

Η  έγκριση του βιογραφικού δεν άργησε και έτσι βρέθηκα στην γιάφκα του Πάνου στην Εκάλη.

Μιλούσε για ώρα με θέρμη για τον Ροζέ Γκαρωντύ   και μας διάβαζε αποσπάσματα από το βιβλίο του  «Η μεγάλη καμπή του σοσιαλισμού».

Αργότερα καθίσαμε στην πισίνα και η υπηρέτρια μας έφερε  γαλλικό κρασί και ποικιλία τυριών.

Ένας σύντροφος με την κιθάρα του μας είπε και αντάρτικα που αρέσανε του Πάνου.

«Με αρχηγούς Σαμαρινιώτη
γεροΜάντακα και Άρη…»

Μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού μας κάλεσε και στο σκάφος τους στην Ζέα.

Ήθελε να το λέμε «βάρκα» για να μην τον παρεξηγήσει το κόμμα.

Ο Πάνος μόλις είχε τσακωθεί με  την οικογένεια του για μια φοβερή αδικία που είχε συμβεί.

Αντί ο Λαιμός να δώσει 89 καράβια στον μπάρμπα του Πάνου του έδωσε μόνον 54.

Ο Πάνος δεν άντεχε την αδικία κατήγγειλε τον Λαιμό ως «μεγαλοκαρχαρία»  και φόρεσε  σκουλαρίκι.

Έκτοτε το φορούσε μέχρι που έγινε υπουργός εργασίας και αναγκάστηκε να το βγάλει διότι η εργατιά δεν τα άντεχε τέτοια πράματα.

Κινήσαμε  για Νίσυρο που μαζευόντουσαν το καλοκαίρι τα φρικιά.

Ξάπλωσα στην πλώρη. Φορούσα ένα Τυρκουάζ μαγιό και η αλμύρα του νοτιά μου καίγε τα χείλη.

Ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου.

Ένοιωσα το άγγιγμα του ηλιοκαμένου του κορμιού  και αναστατώθηκα.

Έσκυψε και τα χείλι του σχεδόν άγγιξαν το αυτί μου.

Ανατρίχιασα.

«..Και εγώ σ΄αγαπώ» μου είπε ψιθυριστά.

Ο Πάνος ήταν πάντα τρυφερός μαζί μου αλλά στις συνεδριάσεις των οργάνων του έβγαινε ένα καλά κρυμμένο εκρηκτικό ταμπεραμέντο.

Θυμάμαι όταν πήραμε την κυβέρνηση , ο Αλέξης  ζήτησε από όλα τα στελέχη να μην φορούν γραβάτα.

Ο Πάνος αντιπρότεινε  «..να έχουν και το πουκάμισο έξω».

Αυτό εξόργισε τον Αλέξη διότι κατάλαβε ότι  ο Πάνος ετοίμαζε φράξια με τον Φίλη και ήθελαν να πάρουν στην επιρροή τους όσους είχαν κοιλιά .

Τώρα έρχεται.

Θέλουν να τον πάνε στο Τεμπλόνι και στην Λευκίμμη για τα πρόστιμα των σκουπιδιών.

Θα τον πάω στο Ίσσο . Εκεί που  ένοιωσα το πρώτο άγγιγμα του έρωτα.

Θα ξαπλώσουμε στην καυτή άμμο  και  θα χαϊδεύει τα κορμιά μας η θαλασσινή αύρα.

Όταν  θα τον αποχαιρετίσω στο αεροδρόμιο θα του δώσω δώρο  το αστέρι πουχω κρυμμένο στην αμμουδιά από εκείνο  το καλοκαίρι.


Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ένας Τούρκος στον Κοντογυαλό



Ο Φτύμιος δεν άντεχε τα καφενεία.
Δεν άντεχε τους  ψευτοπαληκαρισμούς  .
Δεν άντεχε τις μεγαλοστομίες .
Δεν άντεχε τα ψέματα.
Δεν άντεχε τις ρουφιανιές.
Δεν άντεχε την φτήνια.

Πήρε τα πράματά του και έφυγε για τον Κοντογυαλό.

Η γυναίκα του τον ξεπροβόδησε μέχρι έξω από το χωριό πιστεύοντας ότι ο άντρας της «εβουρλίστικε τέγια».

Οι Σιναραδίτες είχαν χτήματα στον Κοντογυαλό αλλά κανένας δεν επήγαινε εκεί . Ο δρόμος ήταν πολύς , νερό δεν είχε και ένα χτήμα στην άκρη στη θάλασσα ήταν σχεδόν άχρηστο.

Το μονοπάτι για τον Κοντογυαλό το έφτιαξε μόνος του ο Φτύμιος με τον «Τούρκο».

Ανεβοκατεβαίνανε τα γκρεμά δυό φορές την ημέρα για να κουβαλήσουνε εφόδια , εργαλεία και υλικά.

Ο «Τούρκος»  άντεχε τότε.

Ήταν ένας από τους καλύτερους γαιδάρους του χωριού.

Κανείς δεν ήξερε γιατί τον έβγαλε «Τούρκο» . Άλλος έλεγε γιατί ήταν ανθεκτικό ζώο και άλλος γιατί όταν θύμωνε δεν ήταν να τον πλησιάζεις.
Μόνο τον Φτύμιο άκουγε ο «Τούρκος».

Κουβάλησε πέτρες όταν ανοίξανε το πηγάδι και ανεβοκατέβηκε μαζί με τον Φτύμιο αμέτρητες φορές τα γκρεμά. 

Ο Φτύμιος πρώτα έφτιαξε το καλύβι του «Τούρκου» και μετά το δικό του.

Ήτανε  πολύ σκληρή εποχή και οι άνθρωποι έφτασαν να λένε: «Καλύτερα να σου πεθάνει ένα παιδί παρά να σου ψοφήσει το άλογο».

Ο Φτύμιος σε αυτή την εποχή ζούσε αλλά τον «Τούρκο» τον  αγαπούσε σαν τα  παιδιά του.

Έφτιαξε κήπους κοτέτσι, και αμπέλια στην ερημιά και κάθε βδομάδα δυό φορές ανέβαζε στο χωριό ότι χρειαζότανε το σπίτι. 
Είχε και μερικές κατσίκες.

Η γυναίκα του είχε να κάνει μόνο με τις ελιές που ήτανε κοντά στο χωριό.

Έτσι ο Φτύμιος με κόπους κατάφερε να επιβιώσει σε έναν τόπο που τον αγαπούσε και που ευτυχώς κανένας δεν ήθελε ούτε να τον δει. 
Οι περισσότεροι είχαν ξεχάσει ότι έχουν χτήματα εκεί κάτω.
Ήταν περήφανοι που εκεί κοντά, στον Πέλεκα,  είχε στήσει το παρατηρητήριο του ο Κάιζερ και το πρώτο πράμα που έβλεπε από εκεί ψηλά ήταν οι Σιναράδες . «Κάτι ήξερε κοτζάμ αυτοκράτορας» .

Ο Φτύμιος ήταν περήφανος που είχε φίλο τον «Μάκη» .

Ο Μάκης έλειπε χρόνια στην Αθήνα αλλά ερχότανε που και πού στο χωριό.

Πήγε στην Αθήνα «για να μονάσει» καθώς έλεγε του Φτύμιου γελώντας.

Κανένας , ευτυχώς, δεν ήξερε τον μπάρμπα Μάκη  στο χωριό  εκτός από τον Φτύμιο. 

Πήγαινε και στο Κοντογυαλό να τονε δεί και μιλάγανε για ώρες.

Του έδωσε και ένα χειρόγραφο με μερικούς στοίχους από την «Ωδή στον Κόρακα» .

Ο Φτύμιος το κορνιζάρισε και το είχε πάνω από το τραπέζι του.

Όταν πέθανε ο μπάρμπα Μάκης,  ο Φτύμιος έκατσε όλη νύχτα στην άμμο με τον «Τούρκο» δίπλα  του και με ένα μποτιλιόνι κρασί.

Η «Φάρμα» του Φτύμιου πρόκοψε εξαιτίας του πηγαδιού.

Το νερό δεν ήταν και το καλύτερο του κόσμου αλλά ήταν πολύ και κατάλληλο και για να πιείς και για να ποτίσεις.

Ένα πρωί άκουσε ποδοβολητά φωνές και γέλια  στο μονοπάτι και ξαφνικά εμφανίστηκαν πίσω από παυλοσουκιές οι πρώτοι μουσαφιρέοι .
Ρακένδυτοι με μακριά μαλλιά, που δεν ξεχώριζες τους άντρες από τις γυναίκες.
Ξεβρακωθήκανε φωνάζοντας και πέσανε ..στη θάλασσα.

Σκιάχτηκε ο Φτύμιος..

Εκείνα τα χρόνια στη θάλασσα πήγαινες η για ψάρεμα η για να πνιγείς.

Τους τηγάνισε αυγά  και πατάτες και τους έστρωσε το τραπέζι κάτω από την περγουλιά.

Με νοήματα του ζητούσαν να πληρώσουν.

Ντράπηκε. Τους είπε όχι. «Αλίμονο μας να πάρουμε λεφτά για ένα πιάτο φαί του αλλουνού που ήρθε από την άκρη του κόσμου στο σπίτι μας».

Τότε αρχίνισε το κακό.

Οι Χωριάτες από τα γύρω χωριά ανακάλυψαν τον Κοντογυαλό . Τα «Αυγά με πατάτες τηγανιτές» έγιναν Breakfast  και οι καλαμένιες καλύβες Room to let .
 Ήταν καιρός να τα «μαζεύει» ξανά  ο Φτύμιος.

Ο «Τούρκος»  είχε γεράσει και δεν μπορούσε άλλον να ανεβαίνει στο χωριό. 
Ο Φτύμιος τονε τάιζε στο καλαμένιο καλύβι του.
Του έβαλε και «νάυλα» από πάνω για να μην βρέχεται το χειμώνα.

Όταν είχε καλό καιρό ο «Τούρκος» έβγαινε τη βόλτα του στην άμμο.
Πήγαινε μέχρι την άλλη άκρη και ξαναγύριζε αργά στο καλύβι του.

Κάποια φορά κόντεψε να γίνει μεγάλο «πέτσο» με ένα γείτονα που είπε του Φτύμιου: «Τι τονε θέλεις και τονε ταίζεις αυτόν τον ψοφίτα».

Όταν επέθανε ο «Τούρκος» ο Φτύμιος φώναξε κάτι μαστόρους από μια οικοδομή , τους έδωσε ένα μποτιλιόνι κρασί και τον βοήθησανε  να τονε κηδέψει.

Δεν ήταν και άσχημα αν σκεφτεί κανείς  πόσο στοιχίζει σήμερα η κηδεία ενός υπαλλήλου της πολεοδομίας (ας πούμε) .

Γέρασε και ο Φτύμιος και  του κάναμε παρέα τα καλοκαίρια.  Μας έλεγε και ιστορίες από την ζωή του.

Είχε φτιάξει το καλύβι του με τουβλέτες. Είχε «καμπινέ μέσα»  και μπαλκονάκι με ξεχυτή.

Πιο πέρα ήτανε το πηγάδι και δίπλα στον κήπο ένα ξύλο μπηγμένο στο χώμα και καρφωμένη μια ξύλινη επιγραφή με μπογιά που έγραφε:  «Τούρκος 1934-1980.»

Του υποσχεθήκαμε να μην ξεχάσουμε και τον μπάρμπα Μάκη.

Κάποιο χειμώνα πήγαμε στους Σιναράδες με μια πέτρινη πλακέτα , μια μπαλαντέζα και ένα κρουστικό τρυπάνι.

Βρήκαμε το σπίτι του Μπάρμπα Μάκη . κάναμε στην άκρη κάτι απλωμένες «γκυλότες»  της γειτόνισσας και βιδώσαμε την επιγραφή.

«Στο σπίτι αυτό γεννήθηκε ο Γεράσιμος Σπαταλάς 1877- 1971) Συγγραφέας και ποιητής . Μέλος του σοσιαλιστικού ομίλου Κέρκυρας».