Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Η Νεροποντή



Στις μικρές κοινωνίες ο διχασμός γίνεται πάντα πιο φανερός επειδή οι ίδιοι άνθρωποι βρίσκονται καθημερινά σε επαφή.

Στην δική μας ιστορία που συμβαίνει σε μια μικρή κοινότητα ακόμα και τα σπίτια βρίσκονται σε επαφή.

Συμβαίνει, δε,  στους ανθρώπους ότι και στους σκαντζόχοιρους. Όταν κάνει κρύο μαζεύονται κοντά για να ζεσταθούν και όσο πλησιάζουν ο ένας τον άλλον τόσο τα αγκάθια τους  τρυπάνε και απομακρύνονται ξανά.

Αλλού οι άνθρωποι είναι χωρισμένοι ανάμεσα σε Βλάχους και σε Αρβανίτες η σε πανωχωρίτες και κατωχωρίτες η σε αριστερούς και δεξιούς.

Στην περίπτωση της δικής μας ιστορίας είναι χωρισμένοι ανάμεσα σε θεοσεβούμενους και άθεους ασεβείς.

Τις Κυριακές , κατά τις οκτώμισι , χτυπάει η καμπάνα της Αγίας Βαρβάρας η οποία έχει αναλάβει την προστασία του χωριού.

Οι Καμπάνες της Αγίας Βαρβάρας είναι τόσο κοντά στα σπίτια που είναι σαν να κοιμάσαι μέσα στο καμπαναριό.

Όλοι ενοχλούνται από τις καμπανοκρουσίες της Κυριακής αλλά εκδηλώνονται αλλιώς.

Οι Θεοσεβούμενοι σηκώνονται από κρεβάτι και πάνε στην τουαλέτα με κλειστά τα μάτια , ντύνονται και κρυμμένοι πίσω από ένα ύφος εγκαρτέρησης πάνε στην εκκλησιά.

Οι Άθεοι είναι πιο εκδηλωτικοί . 

Οι πιο μετριοπαθείς και συγκρατημένοι από αυτούς, απλά ρίχνουν μερικά καντήλια ανάμεσα από τα δόντια τους και σκεπάζονται καλύτερα με τα σεντόνια και τα μαξιλάρια.

Υπάρχουν και αυτοί που βγαίνουν έξαλλοι στα παράθυρα και εκτοξεύουν διάφορες αυτοσχέδιες βλαστήμιες που αφορούν κυρίως τα γεννητικά όργανα της αγίας Βαρβάρας.

Έτσι γινόταν πάντα . Πρόκειται για μια πατροπαράδοτη διαδικασία που φαίνεται συνηθισμένη εκτός αν είσαι κάποιος περιηγητής όποτε αναρωτιέσαι κατάπληκτος: «Μα σε τι τρελοκομείο βρίσκομαι;»

Όλα πήγαιναν καλά ώσπου μια μέρα εμφανίζεται στο χωριό ο «Μπούλης».

Ο Μπούλης έλειπε χρόνια στην Αθήνα και ελάχιστες φορές είχε έρθει στο χωριό.

Τον έλεγε «Μπούλη» η μάνα του όταν ήταν μικρός και του έμεινε το παρατσούκλι τόσο που ελάχιστοι θυμόταν πλέον το πραγματικό του όνομα.

Δούλευε σε μια φαρμακοβιομηχανία στο Καλαμάκι και έμενε με την γυναίκα του στο Παγκράτι . Τα παιδιά τους είχαν μεγαλώσει. Παντρεύτηκαν και έφυγαν.

Η Γυναίκα του δεν μπορούσε να αποχωριστεί το μαγευτικό Παγκράτι και έτσι ο Μπούλης πήρε τα πράματα του και ήρθε στο χωριό χωρίς καν να κάνει τον κόπο να χωρίσει.

Από το χωριό είχε φύγει με μια Βαντάκα ρούχα και γύρισε με μια σπορ τσάντα Admiral, με μια υπόσχεση σύνταξης και με μερικές οικονομίες από την πολύχρονη και κοπιαστική του δουλειά στα «ξένα».

Έβαλε μπροστά να φτιάξει το πατρικό του. Θα έριχνε μια πλάκα από πάνω και θα συνέχιζε με μια κεραμωτή για ομορφιά και για να είναι πιο δροσερό .

Έτσι , λοιπόν, ενεπλάκη μοιραία και στις μυλόπετρες του τοπικού διχασμού .

Πρώτος τον πλησίασε ο Παππάς και του είπε να έρθει την Κυριακή στην λειτουργία.

«Είναι λίγο δύσκολο παππά μου διότι δεν πιστεύω στον Θεό»
«Είσαι άθεος δηλαδή;» ρωτάει ενοχλημένος ο Παππάς.
«Όχι Παππά μου ούτε  άθεος είμαι αλλά περιμένω να έρθει η Δευτέρα παρουσία για να βεβαιωθώ. Αν κατέβει ο Θεός από τον ουρανό μαζί με όλη την του την οικογένεια και όλον τον κρατικό του μηχανισμό θα βεβαιωθώ αλλά και πάλι δεν θα πιστεύω στον Θεό διότι τι νόημα έχει να πιστεύεις σε κάτι για το οποίο είσαι βέβαιος:»
«Πολύ μπερδεμένα μου τα λες βρε Μπούλη!» του είπε ο Παππάς χαϊδεύοντας  καχύποπτα τα γένια του.

Τα ίδια και στο καφενείο των αθέων.

Κάθισε σε μια γωνιά ο Μπούλης και τον αρχίσανε στην Λεζάμινα.
«Πιστεύεις στο Θεό:»
«Όχι»
«Άρα είσαι δικός μας»
«Μη βιάζεστε. Δεν πιστεύω ούτε ότι δεν υπάρχει Θεός . Γενικώς δεν πιστεύω. Όταν η επιστήμη αποδείξει ότι δεν υπάρχει Θεός πάλι δεν θα είμαι άθεος διότι τι νόημα έχει να είσαι άθεος αν ο θεός δεν υπάρχει.»
« Ναι αλλά ο Μάρξ είπε ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Είπε ο πιο καταρτισμένος.
«Και εγώ σου λέω ότι η πίστη που δεν έχει ανάγκη από τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό της είναι το LSD λαού.»

Έτσι κυλούσε ο καιρός στην μικρή κοινωνίας ώσπου ήρθε η εποχή των βροχών.

Οι Χωριάτες, θεοσεβούμενοι και άθεοι, περίμεναν τις καθιερωμένες ετήσιες βροχές και αυτές αργούσαν .

Οι βδομάδες περνούσαν χωρίς βροχή και ο κίνδυνος και η αγωνία μεγάλωναν.

Έτσι αποφάσισαν οι Θεοσεβούμενοι και πήγαν στον Παππά προκειμένου να κάνει μια δέηση.

Ο Παππάς χάιδεψε τα γένια τους και τους είπε:
«Για να πιάσει η δέηση πρέπει να κάνετε μια αίτηση και να την υπογράψει όλο το χωριό, αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να μην εισακουσθούμε από τον μεγαλοδύναμο.»

Ο Γραμματέας συνέταξε μια ολιγόλογη αίτηση και άρχισαν από κάτω να υπογράφουν οι χωριανοί.

Ο εκβιασμός ήταν μεγάλος και άρχισαν να υπογράφουν ένας ένας και οι άθεοι.

Ποιος θα έπαιρνε την ευθύνη αν από την αίτηση έλειπε το όνομα του και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην βρέξει . Αλλά και ποια θα ήταν η θέση ενός άθεου αν, παρά την αποχή του,  άρχιζε ο θεός να βρέχει;

Υπέγραψαν όλοι εκτός από τον Μπούλη.

«Γιατί δεν υπογράφεις ρε Μπούλη; Κράτα τις απόψεις σου αλλά υπέγραψε. Τι θα πάθεις;»

«Λυπάμαι παιδιά αλλά εμένα δεν με συμφέρει να βρέξει. Έχω φέρει ένα φορτηγό τσιμέντα έξω από το σπίτι και αν βρέξει θα πετρώσουν.»

Έτσι η αίτηση κατετέθει με τις υπογραφές όλων  πλην ενός.

Εκείνη την νύχτα όλοι κοιτούσαν τον ουρανό να δουν αν μαζεύονται σύννεφα με αγωνία .

Αργά πήγαν απογοητευμένοι για ύπνο.

Κατά τα χαράματα τους ξύπνησε με φωνές ο Μπούλης .

 Έπεφταν οι πρώτες στάλες και έψαχνε αναστατωμένος  για «νάϊλα» να σκεπάσει τα τσιμέντα.

Η Βροχή κράτησε όλη μέρα και οι χωριάτες, θεοσεβούμενοι και άθεοι, κερνούσαν στα καφενεία ο ένας τον άλλο.

Νύχτωσε και η βροχή συνεχιζόταν ακατάπαυστα.

Ξημέρωσε και η βροχή δεν έλεγε να καταλαγιάσει.

Μια βδομάδα έβρεχε χωρίς σταματημό και πλέον ο κίνδυνος να καταστραφούν ξαναγύρισε από την ανάποδη.

Πάνε ξανά στον παππά.

«Τι θα γίνει… πότε θα σταματήσει η βροχή;»
«Λυπάμαι τέκνα μου αλλά δεν γράψατε στην αίτηση πότε θέλετε να σταματήσει. Κάντε καινούργια αίτηση και γράψτε επάνω πότε θέλετε να σταματήσει η βροχή.»

Υπέγραψαν όλοι καινούργια αίτηση και πήγαν και στον Μπούλη για να υπάρχει ομοφωνία και να σιγουρευτούν.

«Μπούλη υπέγραψε να χαρείς καταστρεφόμαστε!»

Να πάτε να γαμηθείτε! Με τις μαλακίες που κάνετε εγώ έχω ήδη καταστραφεί.»
-
-

Η Ιστορία που μόλις διαβάσατε στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα.
Ο Παππάς πέθανε μετά από δύο χρόνια και έγινε δεκτός στον παράδεισο με πανηγυρισμούς και τιμές αρχηγού κράτους.

Οι Θεοσεβούμενοι συνεχίζουν κάθε Κυριακή πρωί να πηγαίνουν στην εκκλησία.
Οι Άθεοι ξαναγύρισαν στο καφενείο και κατηγορούν ο ένας τον άλλον.

Ο Μπούλης έριξε την πλάκα , γνώρισε στον Κοντογυαλό μια χήρα Ινδή σαρανταπεντάρα  με παρεό και φύγανε για τις μακρινές Ινδίες όπου ασχολείται με την καλλιέργεια παυλόσουκων. 

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Ο Παντοκράτορας ο υψηλός




Η Μονή του Παντοκρατόρου (του Υψηλού) είναι χτισμένη στα 906 μέτρα.


Υπάρχουν και άλλοι Παντοκράτορες όπως αυτός του Καμπιέλου , για παράδειγμα , στα 25 μέτρα αλλά δεν είναι το ίδιο.


Τα παλιά χρόνια, Μια φορά τον χρόνο, ανηφόριζαν οι πιστοί για το ετήσιο πανηγύρι .


Τότε υπήρχαν μόνον κακοτράχαλα μονοπάτια.


Από την πόλη έφταναν στο Μπαρμπάτι με καΐκια και από κει ανέβαιναν με τα πόδια στην κορφή του Όρους.


Έκανα έναν πρόχειρο υπολογισμό και είναι σαν να ανεβαίνεις μέσα στο ήλιο του Αυγούστου πενήντα τετραώροφες πολυκατοικίες (χωρίς ασανσέρ) .


Οι Πιστοί που ανέβαιναν τότε ήταν χωρισμένοι σε δύο κατηγορίες.
Οι νεότεροι που πήγαιναν με σκοπό να αμαρτήσουν κατά την διάρκεια της διαδρομής και οι μεγαλύτεροι που πήγαιναν για να παραγράψουν τα αμαρτήματα τους.


Είχα γνωρίσει έναν από τη Λεμονιά που είχε βάλει στο μάτι μιαν συμμαθήτρια του από την πόρτα Ρεμούντα .


Κατεβαίνανε από το καύκι και κρυβόταν τσι ελιές.


Όσο οι άλλοι ανέβαιναν τον Γολγοθά αυτοί έμεναν ξεβράκωτοι στην παραλία με την μαρέντα τους και τους περιμένανε να ξανακατεβούν.


Μου αποκάλυψε, μάλιστα , ότι κάποτε αμάρτησαν «..τολάχιστο 20 φορές» μέσα σε δύο μέρες που μείνανε στην έρημη αμμουδιά.


Σήμερα ανεβαίνουν από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο βρίζοντας και βλαστημώντας κλεισμένοι ο καθένας στο αυτοκίνητο.


Πιστεύουν ότι είναι αναμάρτητοι .


Άλλωστε , είναι γνωστό ότι , δεν φταίνε και σε τίποτα από όσα συμβαίνουν σε αυτόν τον μπερδεμένο κόσμο.


Ανεβαίνουν μάλλον για να φτάσουν μέχρι το Στρινύλα και να φάνε παϊδάκια γιατί πιο πάνω είναι μποτιλιαρισμένο το σύμπαν.


Ας είναι. Έτσι και αλλιώς αυτά είναι ξένα ιντερέσα.


Εγώ ουδέποτε θα ανέβαινα κάτω από τέτοιες συνθήκες ακόμα και αν με παρακαλούσε γονυπετής και με δάκρυα στα μάτια η Scarlett Johansson.


Η μόνη φορά που επείσθην να ανέβω ήταν έναν χειμώνα όταν μου το ζήτησε ο φίλος μου ο Κώστας.


Μόλις είχε γυρίσει από τα καράβια και ήθελε να γίνει ιδιοκτήτης ραδιοφωνικού σταθμού.


Χρειαζόταν έναν ιστό 24 μέτρα στην κορφή του βουνού και έτσι βρεθήκαμε , όχι απλά στην κορφή, αλλά και 24 μέτρα ψηλότερα να βιδώνουμε τα λίνκ μέσα σε δέκα μποφώρ.


Είμαστε δεμένοι απάνω στον Ιστό , δουλεύαμε και μια βλέπαμε από κάτω μας την Δασιά , μία ψηλά το αχανές σύμπαν.


Ο Κώστας μονολογούσε: «..και μου τόλεγε η Μάνα μου, εσύ παιδί μου μια μέρα θα ανέβεις πολύ ψηλά».


Ο Παντοκράτορας παρακολουθούσε αμίλητος τα καμώματα μας .


Ήταν φανερό ότι το δάσος των κεραιών τον ενοχλούσε διότι εκτός από τους ανέμους και τις κακοκαιρίες θα είχε να αντιμετωπίσει και την ακτινοβολία των ανταγωνιστών του.


Ο Κώστας εξέπεμπε ποιοτικό τραγούδι διανθισμένο με μικρές ιστορίες που μπορούσαν να καταλάβουν μόνον οι μυημένοι ακροατές.


Το ίδιο έκανε και ο Παντοκράτορας με άλλο τρόπο.


Επικοινωνούσε με τους πολύ ψαγμένους πιστούς στην Αραμαϊκή για υπαρξιακά ζητήματα .


Όλα πήγαιναν καλά ώσπου μια μέρα εκεί που ο Κώστας σχολίαζε το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι «Πολύ ψηλά έχτισες φωλιά και θα ζαϊσει ο κλώνος», πιάνει μια πρωτοφανή κακοκαιρία και σαρώνει το δάσος των κεραιών, μαζί βεβαίως , και την κεραία του Κώστα που με τόσο κόπο είχαμε στήσει.


Οι καλόγεροι το απέδωσαν στην «οργή του Παντοκρατόρου που δεν ανεχόταν άλλο να στέλνουν αήθη μηνύματα στο ποίμνιο του οι κεραίες της ακολασίας».


Κάτι ανάλογο ισχυριζόταν και οι τσοπαναραίοι της παλιάς Περίθειας που έβλεπαν τις προβατίνες τους να χάνουν το τρίχωμά τους από τις κεραίες του Σατανά.


Έτσι σώπασε το «Ράδιο Κέρκυρα» και χάσαμε ανεπανάληπτες εκπομπές που όμοιες τους δεν ακούσαμε ποτέ ούτε από τους καλύτερους ραδιοφωνικούς σταθμούς αυτού του άκαρδου κόσμου.


Έτσι γινόταν πάντα .


Οι Παντοκράτορες , οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί και οι ηλεκτροσυγκολλητές πίστευαν ότι ήταν αιώνιοι πέραν πάσης αμφιβολίας.


Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Οι δεκαοχτούρες της μάχης Αναλάτων



Εδώ λίγο πιο κάτω ήταν  το 12ο δημοτικό σχολείο .

Σε αυτόν εδώ το δρόμο …νομίζω …η μάλλον όχι …στο επόμενο στενό ήταν .

Η Πλατεία του ΙΚΑ.

Τότε ήταν χωμάτινη με λίγα δέντρα . Εκεί είδαμε ένα βραδάκι στην τηλεόραση κατάπληκτοι την προσεδάφιση στην σελήνη.

Διασχίζω την μάχης  Αναλάτων και κατεβάζω ταχύτητα .
Από πίσω κορνάρουν.
Βιάζονται.
Δεν είναι ώρα για νοσταλγούς .  
Κάνω δεξιά.

Τότε ήταν χωματόδρομος  . Παίζαμε ποδόσφαιρο.Ήταν πολύ σπάνιο να μας διακόψει κάποιο τροχοφόρο κατά την διάρκεια του (ατελείωτου) αγώνα.

Το σπίτι του Λευτέρη.

Υπάρχει ακόμα.

Στο σαλόνι , στο πάρτι των γενεθλίων του φίλησα την Μαίρη.

Πέθανε  είκοσι δύο χρονών.  «Υπερβολική δόση» είπανε.
Κατεβαίνω από την μηχανή , βγάζω το κράνος και περνάω απέναντι .

Το  ξυλουργείο του Μπάρμπα Μήτσου έχει γίνει Πιτσαρία .

«Τι θα  πάρετε;» Με ρωτάει η κοπέλα της «Μπέλα Νάπολη».

Τα δύο δέντρα απέναντι  δίπλα από τις γραμμές του τράμ ήταν το ένα τέρμα της ομάδας μας. 
Διασώθηκαν . 
Τα άλλα δύο ήταν εκεί που είναι τώρα τα φανάρια …νομίζω.

Μια δεκαοχτούρα έρχεται  κοντά στο τραπέζι και ψάχνει για ψίχουλα .

Τρίβω την άκρη της πίτσας και της ρίχνω λίγα.

Σκέφτομαι ότι όπου νάναι θα ξεθαρρέψει και θάρθει και το ταίρι της .

Ουδέποτε θα δεις μια δεκαοχτούρα μόνη της.

Ανεβαίνω στη μηχανή και κατηφορίζω προς την νέα Σμύρνη . 
Εδώ στο τέλος του κατήφορου υπήρχε ένα  ρέμα με νερό χειμώνα καλοκαίρι και ένας πυκνός καλαμιώνας.

Σε αυτό το ρέμα γίνανε ιστορικές μάχες ανάμεσα στα στρατεύματα του Νέου Κόσμου και της Νέας Σμύρνης.

Κόβαμε καλάμια και τα κάναμε κοντάρια  . Μερικοί είχαν φτιάξει και τόξα και αποτελούσαν τις «ειδικές δυνάμεις» μας.

Κανείς δεν ήξερε ότι εδώ πολέμησε ο Καραϊσκάκης στην Μάχη Αναλάτων.

Παραλίγο να πέσω πάνω στο Τράμ.

Μου κορνάρουν από δεξιά .

Μάλλον έχουν προτεραιότητα.

Θέλει προσοχή .

Αν δεν περάσεις από την σωστή γέφυρα μπορεί αντί για την Νέα Σμύρνη να βρεθείς  στην Νέα Γουινέα.

Κάποια φορά είπα να δοκιμάσω την τύχη μου στο κυνήγι.
Πήρα το ντουφέκι του πατέρα μου και βρέθηκα κάτω από το Σωκράκι μέσα σε  ένα δάσος με αγριοκαστανιές και πανύψηλες αιωνόβιες βαλανιδιές.

Το τοπίο δεν έμοιαζε με την σημερινή Κέρκυρα . 
Λένε ότι πριν φυτευτούν οι ελιές , έτσι ήταν όλη η Κέρκυρα. Γεμάτη με άγρια δέντρα.

Ξαφνικά ακούω ένα δυνατό φτερούγισμα να περνάει πάνω από το κεφάλι μου.
Σηκώνω το ντουφέκι και ρίχνω στο τυφλά.

Η δεκαοχτούρες δεν τρώγονται. Είναι γκρίζα αγριοπερίστερα με ένα κολάρο στον λαιμό . 
Δεν ζουν σε κοπάδια. 
Πηγαίνουν πάντα ανά ζεύγη.

Η δεκαοχτούρα έπεσε λίγα μέτρα μπροστά μου. 
Η άλλη σταμάτησε για λίγο σε ένα κλαρί και συνέχισε μόνη της .

Κρέμασα το ντουφέκι για πάντα ..ελπίζω.

Κατηφορίζω ένα δάσος με αγριοκαστανιές και ξαφνικά μπροστά μου  η φοβερή πλατεία Νέας Σμύρνης.

Να μην ξεχάσω να βάλω βενζίνα.

Ιδρώνω μέσα στο κράνος.

Σταματάω να πάρω τσιγαρόχαρτα.

Ένα ζευγάρι δεκαοχτούρες ψάχνουν το πεζοδρόμιο.

Γέμισε ο κόσμος δεκαοχτούρες.

Τι γυρεύουν το κατακαλόκαιρο στην Αθήνα.

Παίρνω και ένα κουτί μπισκότα τα τρίβω και τους  ρίχνω.

Δεν πιστεύουν στα μάτια τους.

Μια ταλαιπωρημένη γυναίκα έρχεται μάλλον από δουλειά είναι σκυθρωπή και κοιτάει χαμηλά .

Φοβάμαι αδικαιολόγητα ότι θα πατήσει τις δεκαοχτούρες και της λέω να προσέξει.

Με κοιτάει με ύφος τρομαγμένο και απομακρύνεται βιαστικά.

Κάθομαι στο πεζούλι και ανάβω τσιγάρο.

Κάτι μου λέει ένα πρεζόνι αλλά δεν καταλαβαίνω.

Χτυπάει το τηλέφωνο.

Με περιμένει στην  Πατησίων.

Στην στροφή Νέας Σμύρνης μπαίνω στην Συγγρού και ανεβαίνω προς του Φίξ.

Πώς ξεριζώσανε , αλήθεια, τόσα εκατομμύρια βαλανιδιές!

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Οι οχιές του Μέγα Κάμπο


Το πρωί στην είσοδο η αφίσα για τον θάνατο της κυρίας Ουρανίας.

«Πέθανε από καρκίνο»  λένε.
«Ήρθαν και οι λογαριασμοί της ΔΕΗ»
«Μπήκαν διαρρήκτες στο φαρμακείο»
«Έσπασε ο αγωγός και θα μείνουμε χωρίς νερό»

Σφίγγεις τα δόντια και συνεχίζεις.

«Θα ρίξει κατακλυσμό… θα μας πνίξει»
«Μειώνουν τις συντάξεις»
«Ακόμα να πάρουν τα σκουπίδια… θα βρωμέψουμε»
«Όλοι πουλημένοι είναι»

Αντέχεις ακόμα.

Κάνεις ελιγμούς για να αποφύγεις τι κακοτοπιές και να φτάσεις  στο μεσημέρι.

Το μυαλό σου φεύγει στο Μέγα Κάμπο.

Πολύ παλιά.  Τόσο που τα πάντα έχουν ξεθωριάσει και κανείς δεν είναι πλέον σίγουρος εκεί έζησε για λίγα χρόνια ένας φρουρός Μαδραΐτης που μιλούσε λίγο και ήταν πάντα σοβαρός.

Το έστειλαν  από το Σκριπερό με ένα άλογο φορτωμένο με τα πράματα του.

Αργότερα γνώρισε μια κοπέλα από την Πυλίδα που ο πατέρας της είχε στάνη και παντρεύτηκε.

Φέρανε και παππά από τους Χωροεπισκόπους.

Κάποια μέρα γύρισε στο Κάμπο από το όρος και  τους βρήκε όλους σκοτωμένους . Την γυναίκα του και τους ακρίτες.

Πήρε όσα πράματα μπορούσε και έφυγε.

Τον δεχτήκανε σε ένα μοναστήρι και έζησε εκεί τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του αμίλητος.

Η πλάκα στο νεκροταφείο του μοναστηριού  είναι σχεδόν σβησμένη . Ελάχιστα γράμματα θυμίζουν το πέρασμα του από εδώ.

Αλώστε οι τουρίστες δεν μπαίνουν στα νεκροταφεία και ούτε κανένας ενδιαφέρεται για μια τόσο συνηθισμένη ιστορία.

Τίποτα δεν έχει μείνει από τον Καταυλισμό  στο Μέγα Κάμπο . 
Υποθέτεις μόνο την θέση της βίγλας και το μέρος που θα έπρεπε να είχαν στήσει  τις καλύβες τους.

Το μέρος είναι σε τέτοια θέση που το έκαναν παρατηρητήριο και οι Ενετοί αλλά ούτε από αυτόν τον καταυλισμό έχει μείνει κάποιο σημάδι.

Κανένας δεν ανεβαίνει πλέον στο Μέγα Κάμπο.

Ακόμα και οι τουρίστες περιπατητές περνάνε αδιάφοροι από δίπλα και συνεχίζουν ψηλά για το Σωκράκι.

Τέτοιες μέρες της ανοίξεως ζωντανεύει ξανά το παρατηρητήριο.

Οι οχιές του Μέγα Κάμπο βγαίνουν από  τις φωλιές τους και στέκουν ακίνητες σαν αρχόντισσες στο μπαλκόνι τους.

Αγναντεύουν την θάλασσα.

Ανασαίνουν όλες τις μυρωδιές του κόσμου.

Βλέπουν μακριά μέχρι τους Οθωνούς την Ερείκουσσα και το Μαθράκι.

Αν βάλει μαΐστρο βλέπουν και το μακρινό Ότραντο.

«Άραγε ζει η σινιόρα Λουτσία με τις μυδομακαρονάδες της η έχουνε αναλάβει την Τρατορία οι θυγατέρες της;»

Μπορεί… Αλλά πόσο μπορεί να ενδιαφέρουν τέτοια θέματα μια οχιά του Μέγα Κάμπο;

Άλλωστε, είναι γνωστό,  ότι οι ουδέποτε τους άρεσαν οι μυδομακαρονάδες.

Μεσημεριάζει.


Είναι ώρα να κατέβουν στο «Κρύο νερό» να πιουν και να κουτσομπολέψουν.

Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

Ζορμπάς


Ο Ζορμπάς υπήρχε πάντα.

Κάθε  δρόμος , κάθε χωριό, κάθε γειτονιά είχε πάντοτε έναν Ζορμπά.

Όλα αξίζουν,  και οι Ζορμπάδες υπάρχουν για να μας το υπενθυμίζουν όταν οι δυσκολίες μας δοκιμάζουν.

«Δεν ξέρω τι χρειάζεται αυτό το χαλίκι στην μέση του  δρόμου,  αλλά αν δεν αξίζει… τότε δεν αξίζει τίποτα»

Ο δικός μου Ζορμπάς ονομάστηκε έτσι διότι από μικρός δούλευε σε ένα χορευτικό συγκρότημα που έδινε παραστάσεις στα ξενοδοχεία.

Δεν είχε ανάγκη να δουλέψει. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και μάλλον θα θεωρούσε νεανική τρέλα την καλλιτεχνική αυτή ενασχόληση του νεαρού Ζορμπά.

Ο Ζορμπάς πήγε και φαντάρος αλλά, σε αντίθεση με τους περισσότερους άντρες, δεν μιλάει ποτέ για αυτήν την εποχή.
Αν τον ρωτήσεις θα σου απαντήσει με δύο κουβέντες και με τέτοιο τρόπο που δείχνει να τον ενοχλεί .

Αποφεύγει να συζητάει για το στρατό και για την θητεία του στην Ιταλία όπου εσπούδασε στην Ιατρική σχολή κάποιου πανεπιστημίου.

Τρία χρόνια άντεξε τις σπουδές και αυτά με απανωτές αποδράσεις.
Γύρισε πίσω και ένα διάστημα «έκανε τον ασφαλιστή».

Σουλουπώθηκε και βγήκε στην πιάτσα.

Αν τον πίστευες είχες εξασφαλισμένη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στα καλύτερα νοσοκομεία του κόσμου και μια αστρονομική σύνταξη για τα γηρατειά σου απολύτως εξασφαλισμένη από τον μεγαλύτερο και ακλόνητο ασφαλιστικό κολοσσό.
  
Ούτε και εδώ «του έκανε».

Αγόρασε βάρκα και έγινε ψαράς «για λόγους ελευθερίας».

Γυρνάει τους δρόμους με το φορτηγάκι του και διαλαλεί με το μικρόφωνο το εμπόρευμα που ..δεν έχει.
Φωνάζει, ας πούμε, «Καλαμάριααα!!! Δεν έχω.»,  «Σαφρίδιααα !! δεν έχω» , «Σαργούς!!! Δεν έχω.» «Σουπιές!! Δύο κιλά μου μείνανε!»

Ανάμεσα ρίχνει και υποθετικές ανακοινώσεις κομμάτων «Όλοι απόψε στο παλλαϊκό συλλαλητήριο στο Σαρόκο , θα μιλήσει ο γραμματέας του κόμματος» και συνεχίζει με παλιομοδίτικα συνθήματα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ  το ίδιο συνδικάτο» .

Δεν πάει ποτέ στη Γαρίτσα όταν είναι εκεί ο Αντώνης. «Δεν είναι σωστό να του κάνει κόντρα πόστο.»

Ο ζορμπάς , αν σε έχει σε εκτίμηση σε γράφει στα αρχίδια του.

Όχι μεταφορικώς αλλά στην κυριολεξία.

Ελάχιστοι έχουν την τιμή να είναι γραμμένοι στα αρχίδια του Ζορμπά .

Η τελετή εγγραφής γίνεται στην Κόντρα Φόσα με Μπίκ και  επισήμως,  με την παρουσία των μελών του «Συνδέσμου Ερασιτεχνών Αλιέων».

Ο Ζορμπάς δηλώνει ότι «είναι Άντρας» διότι «παρόλο που δοκίμασε αρκετές φορές με άντρες δεν του άρεσε».

Ο Ζορμπάς δεν ανήκει στην φάρα του συνηθισμένου αμορόζου που «δεν θυμάται  με πόσες έχει πάει».

Όταν ήταν νεαρός είχε «σχέση» με μια παντρεμένη.

«Μεγάλη ιστορία» .

Την θυμάται με νοσταλγία.

«Αν στη γυναίκα σου αρέσουν οι φακές γιατί να της το στερήσεις;»

Σου μιλάει στην γλώσσα των ανθρώπων που αγαπάνε πραγματικά  την ελευθερία και την αναζητούν κάθε στιγμή για το καθένα .

Πολλοί μιλούν για «ελευθερίες και δικαιώματα» και την ίδια στιγμή δυναστεύουν  τον δικαιούχο και τον εαυτό τους .

Οι άνθρωποι της θάλασσας αγαπάνε την ελευθερία γιατί οι ορίζοντες εκεί φαίνονται απέραντοι.

Η Κυρία Ελευθερία όμως είναι ακριβή σαν το κρασί και δωρεάν σαν την θλίψη.

Συνήθως την συναντάς στους σταθμούς των τραίνων .

Φοράει ένα  γκρίζο ταγιέρ.

Κρατάει στο ένα της χέρι την εφημερίδα και στο άλλο τον δολοφόνο της.

Άλλες φορές πάλι κάθετε στην πλώρη αναμαλλιασμένη από όλους τους ανέμους της νύχτας.


Πανέμορφη μέσα στα σύννεφα της αμφιβολίας.

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Μια ψηλή παπαρούνα


Όταν την γνώρισα ήταν μια ψηλή αγέρωχη και πανέμορφη παπαρούνα.

Πέρασαν χρόνια και χαθήκαμε. Δουλειές , παιδιά, οικογένειες , αγωνίες.

Την ξανάδα τις προάλλες κάτω από τα βόλτα.

Πανέμορφη κι ας πέρασαν τα χρόνια.

Το βλέμμα της όμως αλλιώτικο, μελαγχολικό και θλιμμένο.

Με πλησίασε και πήγε να με αγκαλιάσει.
«Μην πλησιάζεις άλλο..» της λέω σοβαρά.
Συγκρατήθηκε αμήχανα.
«..ανάμεσα μας…» συνεχίζω βλοσυρός «…έχει χέσει ένας σκύλος ..ακόμα ένα βήμα και θα τα πατήσεις».

Κοίταξε κάτω και γέλασε.

«Όπου κοιτάξεις σκατά» λέει γελώντας.

«Όχι παντού» απαντώ.

Της άρεσε η αισιοδοξία μου.

Μου μίλησε για την ζωή της.
Τίποτα δε πάει καλά.

Συνήθως στεναχωριέμαι με τα βάσανα των άλλων. Τελευταία είμαι πιο ψύχραιμος.
Ίσως πρέπει να ανησυχώ; Η έτσι είναι καλύτερα για να αντέξει κανείς;.

Με ρώτησε «πως τα πάω».
Συνήθως απαντάω με ένα κακομοίρικο «καλά». Αυτό επιτάσσει η χριστιανική ταπεινότητα .
Αυτή τη φορά προτίμησα να  είμαι πιο (συγκρατημένα) ειλικρινής.
Δεν με ενδιαφέρει να προκαλέσω αλλά και δεν σκοπεύω να κρύβομαι για πάντα πίσω από ένα μισοκακόμοιρο «καλά» ως ένδειξη αλληλεγγύης.

Ναι. Το ξέρω. Οι «ψηλές παπαρούνες» κινδυνεύουν περισσότερο.

Όταν έρθει το θέρος τα δρεπάνια κόβουν τα ψηλότερα στάχυα και τις ψηλότερες παπαρούνες.

Πάντα έτσι συνέβαινε από τότε που ανακαλύφθηκαν τα δρεπάνια.

Μπορεί κάποια μέρα να καταργηθούν τα δρεπάνια και να (ξανά) ανακαλύψουμε την ομορφιά και την αξία του καθενός . Τότε ίσως οι θερισμοί να ανήκουν πλέον στο προϊστορικό μας παρελθόν.

Θα μαθαίνουν τα παιδιά στα σχολεία ότι κάποτε ο Θρασύβουλος πρότεινε στον Περίανδρο «για την καλή και ασφαλή διακυβέρνηση του τόπου» να κόψει τους ψηλότερους καρπούς από τα στάχυα.

Θα μαθαίνουν ότι ο Λούκιος Ταρκίνος έκανε το ίδιο αποκεφαλίζοντας τις ψηλότερες παπαρούνες.

Θα μαθαίνουν τα παιδιά για το «σύνδρομο της ψηλής παπαρούνας»  και θα απορούν: «Μα συνέβαιναν τέτοια πράματα τότε. Δεν ήταν αυτονόητο ότι όλοι πρέπει να είναι ελεύθεροι  να αναπτύσσονται απεριόριστα;»

Τέτοιες απορίες (ελπίζω) θα έχουν οι μαθητές του μέλλοντος.

Με τούτα και με κείνα στο μυαλό μου πηγαίνω προς την πλατεία.

Αρχίζουν οι προετοιμασίες για την «αυριανή μεγαλειώδη παρέλαση του καρναβαλιού»

Τα παλιά χρόνια , κάπου μετά το πόλεμο (τον προηγούμενο), η παρέλαση των καρναβαλιστών κατέληγε στην πλατεία για το καθιερωμένο κάψιμο του βασιλιά καρνάβαλου.

Τα παιδιά χόρευαν γύρω από τον καρνάβαλο και η μουσική έπαιζε ασταμάτητα ένα αθώο παιδικό και χαρούμενο Ιταλικό τραγούδι που μιλούσε για τον έρωτα μιας μικρής πάπιας και μιας παπαρούνας.

Η Μικρή πάπια κοίταζε με θαυμασμό την ψηλή παπαρούνα που έλαμπε στον ήλιο.

Ο Πατέρας προσπαθούσε ματαίως να αποτρέψει την μικρή πάπια από αυτόν τον ανόητο και επικίνδυνο έρωτα.

«Το ξέρεις που οι παπαρούνες είναι ψηλές
Και εσύ γεννήθηκες πάπια τι να κάνουμε;»

Lo sai che I papaveri son alti alti alti
E tu sei piccolina e tu sei piccolina
Lo sai che I papaveri son alti alti alti
Sei nata paperina che cosa ci vuol far

https://www.youtube.com/watch?v=yyre81yYplc