Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Ψευδαισθήσεις



Στο πρώτο διαγώνισμα είχε ξεχάσει και τα λίγα που είχε διαβάσει.
Το μυαλό του ήταν τελείως άδειο και πανικός τον είχε καταβάλλει.
Γύρισε το κεφάλι προς την κόλα του διπλανού του . Εκείνος το κατάλαβε και σήκωσε το χέρι του , τάχα να στηρίξει το κεφάλι του.
Δεν είπε τίποτα. Ήταν ο καλύτερος του φίλος. Αν τον έχανε θα έμενε μόνος.

Έμεινε βαθιά μέσα του ένα μικρό τραύμα που το καταχώνιασε όσο βαθύτερα μπορούσε, τόσο που σχεδόν παραγράφηκε εντελώς .

Αυτά τα μικρά τραύματα μέσα μας παραγράφονται νομίζουμε αλλά δεν επουλώνονται ποτέ.

Αργότερα «τάφτιαξε»  με την Νικολίνα.
Η Νικολίνα ήταν χαμηλών τόνων κοπέλα σε αντίθεση με τις συμμαθήτριές της που σε κάθε ευκαιρία «έβγαζαν τον κώλο τους έξω».
Η σχέση μάλλον δεν είχε το απαιτούμενο πάθος. Το απωθημένο του ήταν η «Αετονύχι» όπως την έλεγαν οι αρσενικοί που ξέραν πολλά .
Την έλεγαν έτσι γιατί η ρώγα της ήταν σαν την ρώγα από το σταφύλι «αετονύχι» , μεγάλη και γυριστή προς τα πάνω.
Άλλοι πιο ευφάνταστοι την έλεγαν «Τζίντζολα».
Τα κατάφερε χωρίς πολύ κόπο , είναι αλήθεια, και στρίμωξε την Τζίντζολα.

Την πήγε στην Ανάληψη με το αυτοκίνητο του πατέρα του.
Παρκάρανε μέσα στα σκοτάδια και στο διπλανό αυτοκίνητο γινόταν ο κακός χαμός .
Την ώρα που η Τζίντζολα του είχε παραδοθεί, καταλάγιαζε και η φασαρία στο διπλανό αυτοκίνητο.
Είδε  την Νικολίνα να βγαίνει και να κουμπώνεται.

Παρέγραψε τα δικά του και κάθισε στο σκαμνί του κατηγορουμένου την Νικολίνα.

Αργότερα πίστεψε ότι ο συνεταίρος του ήταν ο τιμιότερος άνθρωπος που γεννήθηκε ποτέ.
Κατέληξε στα δικαστήρια και κόντεψε να χάσει και τα «πατρικά» του.

Μετά ήταν απολύτως βέβαιος ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν κοιμόταν τις νύχτες από την στεναχώρια του για τα βάσανα του λαού.

Έβαλε στόχο της ζωής του να καρφώσει αφίσες σε κάθε ελιά της Κέρκυρας «για την αλλαγή».
Αγόρασε «καρφωτικό» και  ξεκίνησε από την Λευκίμμη ανεβαίνοντας προς τα πάνω.

Αν του λέγανε ότι «για να έρθει η αλλαγή» θα έπρεπε να κόψει όλες τις ελιές θα αγόραζε αλυσοπρίονο και δεν θα τον έφτανε ούτε ο Πώλ Μπανυάν.

Για καιρό οι ελιές είχαν απάνω στο σώμα τους τα σημάδια της αλλαγής .

Έτσι άλλωστε εξηγείται  και  η τόσο ευρεία διάδοση των ιδεών της στους χωριάτες , στους κυνηγούς, στους κοτσυφούς και στις ξυλόκοτες.

Μετά τα σκάνδαλα άρχισε σιγά σιγά να δηλώνει απογοητευμένος.
Έτσι συμβαίνει με τους γοητευμένους. Κάποια στιγμή απογοητεύονται.

Πέρασαν τα χρόνια και πήγε στο νοσοκομείο για εγχείρηση.
Ήταν τρίτος στην σειρά  αλλά βρέθηκε τέταρτος διότι ο καλύτερος του φίλος έδωσε φακελάκι.

Μετά ήρθε ο ..Τσίπρας.
Άντε πάλι να παρηγορούμε τον απογοητευμένο.

Τα μικρά εσωτερικά τραύματα γινόταν ολοένα και περισσότερα και αν και ήταν κρυμμένα επιμελώς πίσω από αδιάφορα αστειάκια , όταν έβανε όστρια πονούσαν αφόρητα.

Πήγε και στην παρέλαση ενός μεγάλου και σχεδόν ξεχασμένου πολέμου.

Αγόρασε και πλαστικό σημαιάκι από έναν φίλο του πολυμορφικό μικροπωλητή που το Πάσχα πουλάει κεριά , το καλοκαίρι ψένει αστάκια  και στις απόκριες πουλάει μουζέτα.

Στήθηκε συγκινημένος  μπροστά στο σιντριβάνι με το σημαιάκι του. Οι μπάντες παιανίζανε πατριωτικά εμβατήρια και οι παλαιοί πολεμιστές παρήλαυναν επιδεικνύοντας με υπερηφάνεια τα τραύματα τους.

Ποιος ξέρει… μπορεί κάποτε να γίνονται παρελάσεις για τον σημερινό μας πόλεμο. Οι σημαίες να κυματίζουν , οι μπάντες να παιανίζουν και οι παλαιοί πολεμιστές να επιδεικνύουν με υπερηφάνεια τα αόρατα τραύματα τους.

Τελευταία ασχολείται με την  μελισσοκομεία.
Η καταπληκτική κοινωνία των μελισσών τον έχει εντυπωσιάσει.
Τις φροντίζει και παρατηρεί την κάθε τους δραστηριότητα.
Πιστεύει ότι πρόκειται για την τέλεια κοινωνία.
Μας διαβεβαιώνει ότι συμβαίνει κάτι καταπληκτικό, είναι τέτοια η αγάπη του για τα μελίσσια που αυτά το καταλαβαίνουν και δεν τον τσιμπάνε.

Προχτές μας ήρθε πρησμένος.

Έτσι που λες.

Καλύτερα με τους αφελείς, τους προδομένους , τους  γοητευμένους  και τους απογοητευμένους.


Σιχάθηκα τους καπάτσους.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Ο ιμπεριαλισμός και η μοναξιά.


Τα χρόνια τα παλιά κυκλοφορούσε ένα σύνθημα που σήμερα θα έλεγε κανείς ότι είναι άνευ ουσίας. Έλεγε ότι : «Εκτός από τον Ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά».
Ο επινοητής του συνθήματος μάλλον θα ήθελε να πει: «Το πρόβλημα είναι μόνο η μοναξιά» αλλά λόγω των συνθηκών εκείνης της εποχής που η πολιτικοποίηση ήταν έντονη προτίμησε να βάλει λίγο νερό στο κρασί του.
Τότε γνώρισα την Αλίκη.
Η Αλίκη είχε παντού αντιρρήσεις.
«Καλημέρα» να της έλεγες θα σου έφερνε αντίρρηση.
Μπορούσε κανείς να το δικαιολογήσει διότι αυτό το δικαίωμα είναι κατοχυρωμένο ως γνωστόν από το λυκαυγές της ανθρώπινης ιστορίας.
Η Αλίκη δεν ήθελε να πάει σχολείο διότι «το σχολείο προσηλυτίζει».
Η Αλίκη δεν πήγαινε στις μαθητικές διαδηλώσεις «διότι δεν ήταν πρόβατο».
Η Αλίκη δεν ήθελε να κάνει «μόνιμο δεσμό» διότι ήταν κατά των «δεσμεύσεων».
Η Αλίκη δεν ήθελε να δουλέψει διότι ήταν «κατά της μισθωτής σκλαβιάς».
Η Αλίκη δεν ήθελε να παντρευτεί διότι ήταν κατά του «αναχρονιστικού θεσμού».
Η Αλίκη δεν ήθελε να κάνει παιδιά διότι δεν ήθελε να ξοδέψει την ζωή της «μεγαλώνοντας κουτσούβελα».
Η Αλίκη δεν ήθελε να βάλει σουτιέν (τότε που τα βυζιά της ήταν ακόμα ψηλά) διότι «ήταν ελεύθερη».
Η Αλίκη αγαπούσε «όλα τα παιδιά του κόσμου» (και κυρίως τα έγχρωμα) αρκεί να μην ήταν δικά της.
Περνούσαν τα χρόνια και παντού μπροστά μου έβρισκα την Αλίκη.
Με θεωρούσε «κομματικοποιημένο», «στενόμυαλο», «καθοδηγούμενο», «μικροαστό» και υπαίτιο για την αποτυχία «όλων των επαναστάσεων όλων των εποχών».
Την συνάντησα ως μαθήτρια .
Την συνάντησα έξω από το «φροντιστήριο των πανελλήνιων εξετάσεων».
Την συνάντησα πωλήτρια σε σούπερ μάρκετ.
Την συνάντησα παντρεμένη στα πρόθυρα νευρικού παροξυσμού.
Την συνάντησα «ιδιοκτήτρια μίνι μάρκετ».
Την συνάντησα ως «μαμά» να ουρλιάζει εκτός εαυτού : «Κικήηηηηηη!!!!! Έλα αμέσως εδώ!!!!»
Την συνάντησα στην Β΄ Δ.Ο.Υ να τσακώνεται με τον υπάλληλο για τον «διακανονισμό του Φ.Π.Α.»
Περνούσαν τα χρόνια και παντού μπροστά μου συναντούσα την Αλίκη.
Δεν μπορώ να πω. Πάντα η Αλίκη με ξάφνιαζε.
Άρχισαν να ασπρίζουνε οι «ρίζες» και τις έβαφε.
Στην αρχή ήταν της μόδας τα κόκκινα αργότερα το βάψιμο έγινε πιο «πλουραλιστικό».
Τότε αρχίσανε οι «ενέργειες» .
Αν δεν παραδεχόσουν αμέσως ότι «τα πάντα υπόκεινται σε μια ακαθόριστη και αναπόδεικτη από την ταπεινή ανθρώπινη επιστήμη συμπαντική ενέργεια που μας καθορίζει» τότε ήσουν τουλάχιστον «κάφρος»¨.
Αργότερα ήρθε η «ζωοφιλία» , ο «ρατσισμός», η «υγιεινή διατροφή» και πάνω από όλα ο «σεξισμός».
Αν έλεγες , για παράδειγμα, «ωραίος καιρός σήμερα» κινδύνευες να σε καταγγείλει σε όλη τη κοινωνία για «σεξιστή».
Πέρασε καιρός που είχα να συναντήσω την Αλίκη και νόμιζα ότι είχα γλυτώσει.
Αμ Δε!
Την Δευτέρα που μας πέρασε βρέθηκα στο Νοσοκομείο ως συνοδός της γυναίκας μου. Θα μέναμε δυο με τρεις το πολύ μέρες.
Μας πήγαν σε έναν θάλαμο τεσσάρων κρεβατιών που ήταν μόνο το ένα κρεβάτι πιασμένο και αυτό κλεισμένο με μια κουρτίνα .
« Ωραία!» .. σκέφτηκα .. «Αν δεν φέρουν κανέναν άλλον μέχρι το βράδυ θα κοιμηθώ και εγώ σαν άνθρωπος».
Πριν προλάβω να χαρώ ανοίγει η κουρτίνα και εμφανίζεται μπροστά μου η …Αλίκη.
Έκανα αρκετά δευτερόλεπτα για να την αναγνωρίσω.
Ήταν αναμαλλιασμένη, άβαφτη, με ορούς σχεδόν σε όλο της το σώμα και με ένα ξεθωριασμένο νυχτικό.
«Θα μείνεις εδώ απόψε;» με ρωτάει με διάθεση για καυγά.
«Εδώ…. Που να πάω;… είμαι συνοδός.» απάντησα απολογητικά.
«Άκου να σου πω! …Εγώ έχω πρόβλημα με το στομάχι μου… αέρια …δεν μπορώ να μείνω όλη νύχτα με έναν άντρα στο θάλαμο.»
«Σε καταλαβαίνω αλλά τι θέλεις να κάνω; Να πηδήσω από τον τέταρτο όροφο; Η να κρεμαστώ από το παράθυρο;»
«Μην μου κάνεις εμένα τον έξυπνο!...να πάτε σε άλλο θάλαμο.»
Να μην σας τα πολυλογώ , η προϊσταμένη δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για «άλλο θάλαμο».
«Δεν μπορεί αυτή η νευρασθενικιά να μας διώχνει τον κόσμο από τον θάλαμο …που να τους βάλουμε; ..Θα μείνετε εκεί και άστηνε να λέει.»
Πήγαμε στο θάλαμο ως ανεπιθύμητοι και προσπάθησα να την καθησυχάσω.
«Μην κάνεις έτσι Αλίκη μου , όλος ο κόσμος κλάνει ..θα το αντέξουμε για δυο βραδιές… δεν ήρθε και η συντέλεια του κόσμου!»
Φαίνεται ότι το μόνο που κατάφερα με τους λεπτούς μου χειρισμούς ήταν να χειροτερέψω την ήδη εκρηκτική ατμόσφαιρα.
Παρόλα αυτά η Αλίκη υποχώρησε μην μπορώντας να κάνει αλλιώς.
Στην αρχή της αξέχαστης αυτής πρώτης βραδιάς μείναμε σιωπηλοί να ακούμε την Αλίκη να μιλάει στο κινητό και να κάνει παρατηρήσεις στην υπάλληλό της .
Μετά μίλαγε για καμιά ώρα με κάποια φίλη της που της είχε αναθέσει να φυλάει κάποιον «Έκτορα» που υποθέσαμε ότι ήταν κάποιος σκύλος η γάτος.
Κατά τις δώδεκα τσακώθηκε με την νοσοκόμα.
Στις μία σηκώθηκε να κατουρήσει.
Τόφερε η μοίρα να κοιμηθώ με την Αλίκη στο ίδιο δωμάτιο κάτω από ανείπωτες συνθήκες που και η πιο αρρωστημένη φαντασία θα αδυνατούσε να περιγράψει.
Ας ελπίσουμε ότι εκτός από την μοναξιά υπάρχει και ο Ιμπεριαλισμός.

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Η Νεροποντή



Στις μικρές κοινωνίες ο διχασμός γίνεται πάντα πιο φανερός επειδή οι ίδιοι άνθρωποι βρίσκονται καθημερινά σε επαφή.

Στην δική μας ιστορία που συμβαίνει σε μια μικρή κοινότητα ακόμα και τα σπίτια βρίσκονται σε επαφή.

Συμβαίνει, δε,  στους ανθρώπους ότι και στους σκαντζόχοιρους. Όταν κάνει κρύο μαζεύονται κοντά για να ζεσταθούν και όσο πλησιάζουν ο ένας τον άλλον τόσο τα αγκάθια τους  τρυπάνε και απομακρύνονται ξανά.

Αλλού οι άνθρωποι είναι χωρισμένοι ανάμεσα σε Βλάχους και σε Αρβανίτες η σε πανωχωρίτες και κατωχωρίτες η σε αριστερούς και δεξιούς.

Στην περίπτωση της δικής μας ιστορίας είναι χωρισμένοι ανάμεσα σε θεοσεβούμενους και άθεους ασεβείς.

Τις Κυριακές , κατά τις οκτώμισι , χτυπάει η καμπάνα της Αγίας Βαρβάρας η οποία έχει αναλάβει την προστασία του χωριού.

Οι Καμπάνες της Αγίας Βαρβάρας είναι τόσο κοντά στα σπίτια που είναι σαν να κοιμάσαι μέσα στο καμπαναριό.

Όλοι ενοχλούνται από τις καμπανοκρουσίες της Κυριακής αλλά εκδηλώνονται αλλιώς.

Οι Θεοσεβούμενοι σηκώνονται από κρεβάτι και πάνε στην τουαλέτα με κλειστά τα μάτια , ντύνονται και κρυμμένοι πίσω από ένα ύφος εγκαρτέρησης πάνε στην εκκλησιά.

Οι Άθεοι είναι πιο εκδηλωτικοί . 

Οι πιο μετριοπαθείς και συγκρατημένοι από αυτούς, απλά ρίχνουν μερικά καντήλια ανάμεσα από τα δόντια τους και σκεπάζονται καλύτερα με τα σεντόνια και τα μαξιλάρια.

Υπάρχουν και αυτοί που βγαίνουν έξαλλοι στα παράθυρα και εκτοξεύουν διάφορες αυτοσχέδιες βλαστήμιες που αφορούν κυρίως τα γεννητικά όργανα της αγίας Βαρβάρας.

Έτσι γινόταν πάντα . Πρόκειται για μια πατροπαράδοτη διαδικασία που φαίνεται συνηθισμένη εκτός αν είσαι κάποιος περιηγητής όποτε αναρωτιέσαι κατάπληκτος: «Μα σε τι τρελοκομείο βρίσκομαι;»

Όλα πήγαιναν καλά ώσπου μια μέρα εμφανίζεται στο χωριό ο «Μπούλης».

Ο Μπούλης έλειπε χρόνια στην Αθήνα και ελάχιστες φορές είχε έρθει στο χωριό.

Τον έλεγε «Μπούλη» η μάνα του όταν ήταν μικρός και του έμεινε το παρατσούκλι τόσο που ελάχιστοι θυμόταν πλέον το πραγματικό του όνομα.

Δούλευε σε μια φαρμακοβιομηχανία στο Καλαμάκι και έμενε με την γυναίκα του στο Παγκράτι . Τα παιδιά τους είχαν μεγαλώσει. Παντρεύτηκαν και έφυγαν.

Η Γυναίκα του δεν μπορούσε να αποχωριστεί το μαγευτικό Παγκράτι και έτσι ο Μπούλης πήρε τα πράματα του και ήρθε στο χωριό χωρίς καν να κάνει τον κόπο να χωρίσει.

Από το χωριό είχε φύγει με μια Βαντάκα ρούχα και γύρισε με μια σπορ τσάντα Admiral, με μια υπόσχεση σύνταξης και με μερικές οικονομίες από την πολύχρονη και κοπιαστική του δουλειά στα «ξένα».

Έβαλε μπροστά να φτιάξει το πατρικό του. Θα έριχνε μια πλάκα από πάνω και θα συνέχιζε με μια κεραμωτή για ομορφιά και για να είναι πιο δροσερό .

Έτσι , λοιπόν, ενεπλάκη μοιραία και στις μυλόπετρες του τοπικού διχασμού .

Πρώτος τον πλησίασε ο Παππάς και του είπε να έρθει την Κυριακή στην λειτουργία.

«Είναι λίγο δύσκολο παππά μου διότι δεν πιστεύω στον Θεό»
«Είσαι άθεος δηλαδή;» ρωτάει ενοχλημένος ο Παππάς.
«Όχι Παππά μου ούτε  άθεος είμαι αλλά περιμένω να έρθει η Δευτέρα παρουσία για να βεβαιωθώ. Αν κατέβει ο Θεός από τον ουρανό μαζί με όλη την του την οικογένεια και όλον τον κρατικό του μηχανισμό θα βεβαιωθώ αλλά και πάλι δεν θα πιστεύω στον Θεό διότι τι νόημα έχει να πιστεύεις σε κάτι για το οποίο είσαι βέβαιος:»
«Πολύ μπερδεμένα μου τα λες βρε Μπούλη!» του είπε ο Παππάς χαϊδεύοντας  καχύποπτα τα γένια του.

Τα ίδια και στο καφενείο των αθέων.

Κάθισε σε μια γωνιά ο Μπούλης και τον αρχίσανε στην Λεζάμινα.
«Πιστεύεις στο Θεό:»
«Όχι»
«Άρα είσαι δικός μας»
«Μη βιάζεστε. Δεν πιστεύω ούτε ότι δεν υπάρχει Θεός . Γενικώς δεν πιστεύω. Όταν η επιστήμη αποδείξει ότι δεν υπάρχει Θεός πάλι δεν θα είμαι άθεος διότι τι νόημα έχει να είσαι άθεος αν ο θεός δεν υπάρχει.»
« Ναι αλλά ο Μάρξ είπε ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Είπε ο πιο καταρτισμένος.
«Και εγώ σου λέω ότι η πίστη που δεν έχει ανάγκη από τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό της είναι το LSD λαού.»

Έτσι κυλούσε ο καιρός στην μικρή κοινωνίας ώσπου ήρθε η εποχή των βροχών.

Οι Χωριάτες, θεοσεβούμενοι και άθεοι, περίμεναν τις καθιερωμένες ετήσιες βροχές και αυτές αργούσαν .

Οι βδομάδες περνούσαν χωρίς βροχή και ο κίνδυνος και η αγωνία μεγάλωναν.

Έτσι αποφάσισαν οι Θεοσεβούμενοι και πήγαν στον Παππά προκειμένου να κάνει μια δέηση.

Ο Παππάς χάιδεψε τα γένια τους και τους είπε:
«Για να πιάσει η δέηση πρέπει να κάνετε μια αίτηση και να την υπογράψει όλο το χωριό, αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να μην εισακουσθούμε από τον μεγαλοδύναμο.»

Ο Γραμματέας συνέταξε μια ολιγόλογη αίτηση και άρχισαν από κάτω να υπογράφουν οι χωριανοί.

Ο εκβιασμός ήταν μεγάλος και άρχισαν να υπογράφουν ένας ένας και οι άθεοι.

Ποιος θα έπαιρνε την ευθύνη αν από την αίτηση έλειπε το όνομα του και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην βρέξει . Αλλά και ποια θα ήταν η θέση ενός άθεου αν, παρά την αποχή του,  άρχιζε ο θεός να βρέχει;

Υπέγραψαν όλοι εκτός από τον Μπούλη.

«Γιατί δεν υπογράφεις ρε Μπούλη; Κράτα τις απόψεις σου αλλά υπέγραψε. Τι θα πάθεις;»

«Λυπάμαι παιδιά αλλά εμένα δεν με συμφέρει να βρέξει. Έχω φέρει ένα φορτηγό τσιμέντα έξω από το σπίτι και αν βρέξει θα πετρώσουν.»

Έτσι η αίτηση κατετέθει με τις υπογραφές όλων  πλην ενός.

Εκείνη την νύχτα όλοι κοιτούσαν τον ουρανό να δουν αν μαζεύονται σύννεφα με αγωνία .

Αργά πήγαν απογοητευμένοι για ύπνο.

Κατά τα χαράματα τους ξύπνησε με φωνές ο Μπούλης .

 Έπεφταν οι πρώτες στάλες και έψαχνε αναστατωμένος  για «νάϊλα» να σκεπάσει τα τσιμέντα.

Η Βροχή κράτησε όλη μέρα και οι χωριάτες, θεοσεβούμενοι και άθεοι, κερνούσαν στα καφενεία ο ένας τον άλλο.

Νύχτωσε και η βροχή συνεχιζόταν ακατάπαυστα.

Ξημέρωσε και η βροχή δεν έλεγε να καταλαγιάσει.

Μια βδομάδα έβρεχε χωρίς σταματημό και πλέον ο κίνδυνος να καταστραφούν ξαναγύρισε από την ανάποδη.

Πάνε ξανά στον παππά.

«Τι θα γίνει… πότε θα σταματήσει η βροχή;»
«Λυπάμαι τέκνα μου αλλά δεν γράψατε στην αίτηση πότε θέλετε να σταματήσει. Κάντε καινούργια αίτηση και γράψτε επάνω πότε θέλετε να σταματήσει η βροχή.»

Υπέγραψαν όλοι καινούργια αίτηση και πήγαν και στον Μπούλη για να υπάρχει ομοφωνία και να σιγουρευτούν.

«Μπούλη υπέγραψε να χαρείς καταστρεφόμαστε!»

Να πάτε να γαμηθείτε! Με τις μαλακίες που κάνετε εγώ έχω ήδη καταστραφεί.»
-
-

Η Ιστορία που μόλις διαβάσατε στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα.
Ο Παππάς πέθανε μετά από δύο χρόνια και έγινε δεκτός στον παράδεισο με πανηγυρισμούς και τιμές αρχηγού κράτους.

Οι Θεοσεβούμενοι συνεχίζουν κάθε Κυριακή πρωί να πηγαίνουν στην εκκλησία.
Οι Άθεοι ξαναγύρισαν στο καφενείο και κατηγορούν ο ένας τον άλλον.

Ο Μπούλης έριξε την πλάκα , γνώρισε στον Κοντογυαλό μια χήρα Ινδή σαρανταπεντάρα  με παρεό και φύγανε για τις μακρινές Ινδίες όπου ασχολείται με την καλλιέργεια παυλόσουκων. 

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Ο Παντοκράτορας ο υψηλός




Η Μονή του Παντοκρατόρου (του Υψηλού) είναι χτισμένη στα 906 μέτρα.


Υπάρχουν και άλλοι Παντοκράτορες όπως αυτός του Καμπιέλου , για παράδειγμα , στα 25 μέτρα αλλά δεν είναι το ίδιο.


Τα παλιά χρόνια, Μια φορά τον χρόνο, ανηφόριζαν οι πιστοί για το ετήσιο πανηγύρι .


Τότε υπήρχαν μόνον κακοτράχαλα μονοπάτια.


Από την πόλη έφταναν στο Μπαρμπάτι με καΐκια και από κει ανέβαιναν με τα πόδια στην κορφή του Όρους.


Έκανα έναν πρόχειρο υπολογισμό και είναι σαν να ανεβαίνεις μέσα στο ήλιο του Αυγούστου πενήντα τετραώροφες πολυκατοικίες (χωρίς ασανσέρ) .


Οι Πιστοί που ανέβαιναν τότε ήταν χωρισμένοι σε δύο κατηγορίες.
Οι νεότεροι που πήγαιναν με σκοπό να αμαρτήσουν κατά την διάρκεια της διαδρομής και οι μεγαλύτεροι που πήγαιναν για να παραγράψουν τα αμαρτήματα τους.


Είχα γνωρίσει έναν από τη Λεμονιά που είχε βάλει στο μάτι μιαν συμμαθήτρια του από την πόρτα Ρεμούντα .


Κατεβαίνανε από το καύκι και κρυβόταν τσι ελιές.


Όσο οι άλλοι ανέβαιναν τον Γολγοθά αυτοί έμεναν ξεβράκωτοι στην παραλία με την μαρέντα τους και τους περιμένανε να ξανακατεβούν.


Μου αποκάλυψε, μάλιστα , ότι κάποτε αμάρτησαν «..τολάχιστο 20 φορές» μέσα σε δύο μέρες που μείνανε στην έρημη αμμουδιά.


Σήμερα ανεβαίνουν από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο βρίζοντας και βλαστημώντας κλεισμένοι ο καθένας στο αυτοκίνητο.


Πιστεύουν ότι είναι αναμάρτητοι .


Άλλωστε , είναι γνωστό ότι , δεν φταίνε και σε τίποτα από όσα συμβαίνουν σε αυτόν τον μπερδεμένο κόσμο.


Ανεβαίνουν μάλλον για να φτάσουν μέχρι το Στρινύλα και να φάνε παϊδάκια γιατί πιο πάνω είναι μποτιλιαρισμένο το σύμπαν.


Ας είναι. Έτσι και αλλιώς αυτά είναι ξένα ιντερέσα.


Εγώ ουδέποτε θα ανέβαινα κάτω από τέτοιες συνθήκες ακόμα και αν με παρακαλούσε γονυπετής και με δάκρυα στα μάτια η Scarlett Johansson.


Η μόνη φορά που επείσθην να ανέβω ήταν έναν χειμώνα όταν μου το ζήτησε ο φίλος μου ο Κώστας.


Μόλις είχε γυρίσει από τα καράβια και ήθελε να γίνει ιδιοκτήτης ραδιοφωνικού σταθμού.


Χρειαζόταν έναν ιστό 24 μέτρα στην κορφή του βουνού και έτσι βρεθήκαμε , όχι απλά στην κορφή, αλλά και 24 μέτρα ψηλότερα να βιδώνουμε τα λίνκ μέσα σε δέκα μποφώρ.


Είμαστε δεμένοι απάνω στον Ιστό , δουλεύαμε και μια βλέπαμε από κάτω μας την Δασιά , μία ψηλά το αχανές σύμπαν.


Ο Κώστας μονολογούσε: «..και μου τόλεγε η Μάνα μου, εσύ παιδί μου μια μέρα θα ανέβεις πολύ ψηλά».


Ο Παντοκράτορας παρακολουθούσε αμίλητος τα καμώματα μας .


Ήταν φανερό ότι το δάσος των κεραιών τον ενοχλούσε διότι εκτός από τους ανέμους και τις κακοκαιρίες θα είχε να αντιμετωπίσει και την ακτινοβολία των ανταγωνιστών του.


Ο Κώστας εξέπεμπε ποιοτικό τραγούδι διανθισμένο με μικρές ιστορίες που μπορούσαν να καταλάβουν μόνον οι μυημένοι ακροατές.


Το ίδιο έκανε και ο Παντοκράτορας με άλλο τρόπο.


Επικοινωνούσε με τους πολύ ψαγμένους πιστούς στην Αραμαϊκή για υπαρξιακά ζητήματα .


Όλα πήγαιναν καλά ώσπου μια μέρα εκεί που ο Κώστας σχολίαζε το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι «Πολύ ψηλά έχτισες φωλιά και θα ζαϊσει ο κλώνος», πιάνει μια πρωτοφανή κακοκαιρία και σαρώνει το δάσος των κεραιών, μαζί βεβαίως , και την κεραία του Κώστα που με τόσο κόπο είχαμε στήσει.


Οι καλόγεροι το απέδωσαν στην «οργή του Παντοκρατόρου που δεν ανεχόταν άλλο να στέλνουν αήθη μηνύματα στο ποίμνιο του οι κεραίες της ακολασίας».


Κάτι ανάλογο ισχυριζόταν και οι τσοπαναραίοι της παλιάς Περίθειας που έβλεπαν τις προβατίνες τους να χάνουν το τρίχωμά τους από τις κεραίες του Σατανά.


Έτσι σώπασε το «Ράδιο Κέρκυρα» και χάσαμε ανεπανάληπτες εκπομπές που όμοιες τους δεν ακούσαμε ποτέ ούτε από τους καλύτερους ραδιοφωνικούς σταθμούς αυτού του άκαρδου κόσμου.


Έτσι γινόταν πάντα .


Οι Παντοκράτορες , οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί και οι ηλεκτροσυγκολλητές πίστευαν ότι ήταν αιώνιοι πέραν πάσης αμφιβολίας.


Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Οι δεκαοχτούρες της μάχης Αναλάτων



Εδώ λίγο πιο κάτω ήταν  το 12ο δημοτικό σχολείο .

Σε αυτόν εδώ το δρόμο …νομίζω …η μάλλον όχι …στο επόμενο στενό ήταν .

Η Πλατεία του ΙΚΑ.

Τότε ήταν χωμάτινη με λίγα δέντρα . Εκεί είδαμε ένα βραδάκι στην τηλεόραση κατάπληκτοι την προσεδάφιση στην σελήνη.

Διασχίζω την μάχης  Αναλάτων και κατεβάζω ταχύτητα .
Από πίσω κορνάρουν.
Βιάζονται.
Δεν είναι ώρα για νοσταλγούς .  
Κάνω δεξιά.

Τότε ήταν χωματόδρομος  . Παίζαμε ποδόσφαιρο.Ήταν πολύ σπάνιο να μας διακόψει κάποιο τροχοφόρο κατά την διάρκεια του (ατελείωτου) αγώνα.

Το σπίτι του Λευτέρη.

Υπάρχει ακόμα.

Στο σαλόνι , στο πάρτι των γενεθλίων του φίλησα την Μαίρη.

Πέθανε  είκοσι δύο χρονών.  «Υπερβολική δόση» είπανε.
Κατεβαίνω από την μηχανή , βγάζω το κράνος και περνάω απέναντι .

Το  ξυλουργείο του Μπάρμπα Μήτσου έχει γίνει Πιτσαρία .

«Τι θα  πάρετε;» Με ρωτάει η κοπέλα της «Μπέλα Νάπολη».

Τα δύο δέντρα απέναντι  δίπλα από τις γραμμές του τράμ ήταν το ένα τέρμα της ομάδας μας. 
Διασώθηκαν . 
Τα άλλα δύο ήταν εκεί που είναι τώρα τα φανάρια …νομίζω.

Μια δεκαοχτούρα έρχεται  κοντά στο τραπέζι και ψάχνει για ψίχουλα .

Τρίβω την άκρη της πίτσας και της ρίχνω λίγα.

Σκέφτομαι ότι όπου νάναι θα ξεθαρρέψει και θάρθει και το ταίρι της .

Ουδέποτε θα δεις μια δεκαοχτούρα μόνη της.

Ανεβαίνω στη μηχανή και κατηφορίζω προς την νέα Σμύρνη . 
Εδώ στο τέλος του κατήφορου υπήρχε ένα  ρέμα με νερό χειμώνα καλοκαίρι και ένας πυκνός καλαμιώνας.

Σε αυτό το ρέμα γίνανε ιστορικές μάχες ανάμεσα στα στρατεύματα του Νέου Κόσμου και της Νέας Σμύρνης.

Κόβαμε καλάμια και τα κάναμε κοντάρια  . Μερικοί είχαν φτιάξει και τόξα και αποτελούσαν τις «ειδικές δυνάμεις» μας.

Κανείς δεν ήξερε ότι εδώ πολέμησε ο Καραϊσκάκης στην Μάχη Αναλάτων.

Παραλίγο να πέσω πάνω στο Τράμ.

Μου κορνάρουν από δεξιά .

Μάλλον έχουν προτεραιότητα.

Θέλει προσοχή .

Αν δεν περάσεις από την σωστή γέφυρα μπορεί αντί για την Νέα Σμύρνη να βρεθείς  στην Νέα Γουινέα.

Κάποια φορά είπα να δοκιμάσω την τύχη μου στο κυνήγι.
Πήρα το ντουφέκι του πατέρα μου και βρέθηκα κάτω από το Σωκράκι μέσα σε  ένα δάσος με αγριοκαστανιές και πανύψηλες αιωνόβιες βαλανιδιές.

Το τοπίο δεν έμοιαζε με την σημερινή Κέρκυρα . 
Λένε ότι πριν φυτευτούν οι ελιές , έτσι ήταν όλη η Κέρκυρα. Γεμάτη με άγρια δέντρα.

Ξαφνικά ακούω ένα δυνατό φτερούγισμα να περνάει πάνω από το κεφάλι μου.
Σηκώνω το ντουφέκι και ρίχνω στο τυφλά.

Η δεκαοχτούρες δεν τρώγονται. Είναι γκρίζα αγριοπερίστερα με ένα κολάρο στον λαιμό . 
Δεν ζουν σε κοπάδια. 
Πηγαίνουν πάντα ανά ζεύγη.

Η δεκαοχτούρα έπεσε λίγα μέτρα μπροστά μου. 
Η άλλη σταμάτησε για λίγο σε ένα κλαρί και συνέχισε μόνη της .

Κρέμασα το ντουφέκι για πάντα ..ελπίζω.

Κατηφορίζω ένα δάσος με αγριοκαστανιές και ξαφνικά μπροστά μου  η φοβερή πλατεία Νέας Σμύρνης.

Να μην ξεχάσω να βάλω βενζίνα.

Ιδρώνω μέσα στο κράνος.

Σταματάω να πάρω τσιγαρόχαρτα.

Ένα ζευγάρι δεκαοχτούρες ψάχνουν το πεζοδρόμιο.

Γέμισε ο κόσμος δεκαοχτούρες.

Τι γυρεύουν το κατακαλόκαιρο στην Αθήνα.

Παίρνω και ένα κουτί μπισκότα τα τρίβω και τους  ρίχνω.

Δεν πιστεύουν στα μάτια τους.

Μια ταλαιπωρημένη γυναίκα έρχεται μάλλον από δουλειά είναι σκυθρωπή και κοιτάει χαμηλά .

Φοβάμαι αδικαιολόγητα ότι θα πατήσει τις δεκαοχτούρες και της λέω να προσέξει.

Με κοιτάει με ύφος τρομαγμένο και απομακρύνεται βιαστικά.

Κάθομαι στο πεζούλι και ανάβω τσιγάρο.

Κάτι μου λέει ένα πρεζόνι αλλά δεν καταλαβαίνω.

Χτυπάει το τηλέφωνο.

Με περιμένει στην  Πατησίων.

Στην στροφή Νέας Σμύρνης μπαίνω στην Συγγρού και ανεβαίνω προς του Φίξ.

Πώς ξεριζώσανε , αλήθεια, τόσα εκατομμύρια βαλανιδιές!

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Οι οχιές του Μέγα Κάμπο


Το πρωί στην είσοδο η αφίσα για τον θάνατο της κυρίας Ουρανίας.

«Πέθανε από καρκίνο»  λένε.
«Ήρθαν και οι λογαριασμοί της ΔΕΗ»
«Μπήκαν διαρρήκτες στο φαρμακείο»
«Έσπασε ο αγωγός και θα μείνουμε χωρίς νερό»

Σφίγγεις τα δόντια και συνεχίζεις.

«Θα ρίξει κατακλυσμό… θα μας πνίξει»
«Μειώνουν τις συντάξεις»
«Ακόμα να πάρουν τα σκουπίδια… θα βρωμέψουμε»
«Όλοι πουλημένοι είναι»

Αντέχεις ακόμα.

Κάνεις ελιγμούς για να αποφύγεις τι κακοτοπιές και να φτάσεις  στο μεσημέρι.

Το μυαλό σου φεύγει στο Μέγα Κάμπο.

Πολύ παλιά.  Τόσο που τα πάντα έχουν ξεθωριάσει και κανείς δεν είναι πλέον σίγουρος εκεί έζησε για λίγα χρόνια ένας φρουρός Μαδραΐτης που μιλούσε λίγο και ήταν πάντα σοβαρός.

Το έστειλαν  από το Σκριπερό με ένα άλογο φορτωμένο με τα πράματα του.

Αργότερα γνώρισε μια κοπέλα από την Πυλίδα που ο πατέρας της είχε στάνη και παντρεύτηκε.

Φέρανε και παππά από τους Χωροεπισκόπους.

Κάποια μέρα γύρισε στο Κάμπο από το όρος και  τους βρήκε όλους σκοτωμένους . Την γυναίκα του και τους ακρίτες.

Πήρε όσα πράματα μπορούσε και έφυγε.

Τον δεχτήκανε σε ένα μοναστήρι και έζησε εκεί τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του αμίλητος.

Η πλάκα στο νεκροταφείο του μοναστηριού  είναι σχεδόν σβησμένη . Ελάχιστα γράμματα θυμίζουν το πέρασμα του από εδώ.

Αλώστε οι τουρίστες δεν μπαίνουν στα νεκροταφεία και ούτε κανένας ενδιαφέρεται για μια τόσο συνηθισμένη ιστορία.

Τίποτα δεν έχει μείνει από τον Καταυλισμό  στο Μέγα Κάμπο . 
Υποθέτεις μόνο την θέση της βίγλας και το μέρος που θα έπρεπε να είχαν στήσει  τις καλύβες τους.

Το μέρος είναι σε τέτοια θέση που το έκαναν παρατηρητήριο και οι Ενετοί αλλά ούτε από αυτόν τον καταυλισμό έχει μείνει κάποιο σημάδι.

Κανένας δεν ανεβαίνει πλέον στο Μέγα Κάμπο.

Ακόμα και οι τουρίστες περιπατητές περνάνε αδιάφοροι από δίπλα και συνεχίζουν ψηλά για το Σωκράκι.

Τέτοιες μέρες της ανοίξεως ζωντανεύει ξανά το παρατηρητήριο.

Οι οχιές του Μέγα Κάμπο βγαίνουν από  τις φωλιές τους και στέκουν ακίνητες σαν αρχόντισσες στο μπαλκόνι τους.

Αγναντεύουν την θάλασσα.

Ανασαίνουν όλες τις μυρωδιές του κόσμου.

Βλέπουν μακριά μέχρι τους Οθωνούς την Ερείκουσσα και το Μαθράκι.

Αν βάλει μαΐστρο βλέπουν και το μακρινό Ότραντο.

«Άραγε ζει η σινιόρα Λουτσία με τις μυδομακαρονάδες της η έχουνε αναλάβει την Τρατορία οι θυγατέρες της;»

Μπορεί… Αλλά πόσο μπορεί να ενδιαφέρουν τέτοια θέματα μια οχιά του Μέγα Κάμπο;

Άλλωστε, είναι γνωστό,  ότι οι ουδέποτε τους άρεσαν οι μυδομακαρονάδες.

Μεσημεριάζει.


Είναι ώρα να κατέβουν στο «Κρύο νερό» να πιουν και να κουτσομπολέψουν.