Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Royal Palace



(στην μνήμη του Τάσου Κατιντσάρου)

Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένας βασιλιάς που έμενε σε ένα τεράστιο παλάτι.
Για κάποιο λόγο που αδυνατούμε εμείς οι ταπεινοί να κατανοήσουμε, το παλάτι δεν τόνε χώραγε και έβαλε να του χτίσουν και δεύτερο.

Δεν τονε χώραγανε ούτε τα δύο παλάτια  και συνέχισε να βάζει  μαστόρους να του χτίζουν παλάτια.

Ήθελε ένα παλάτι που να βλέπει την Ανατολή , ένα την Δύση, ένα στα βουνά , ένα στη Θάλασσα, ένα στην Πόλη , ένα σε χωριό.

Δεκάδες παλάτια χτίστηκαν επί των ημερών του όλα ευάερα και ευήλια,  μα και πάλι,  ησυχία δεν εύρισκε η ψυχή του.

Κάποτε γύρισαν οι άνεμοι και ο Βασιλιάς εκθρονίστηκε.

Έτσι συμβαίνει , άλλωστε,  πάντα με τους βασιλιάδες.

Κατέληξε σε ένα στενό και σκοτεινό διαμέρισμα στο βροχερό Λονδίνο να κοιτάει την βροχή πίσω από το τζάμι, άγνωστος μεταξύ αγνώστων.

Οι γνώμες των Ιστορικών για τον Βασιλιά διίστανται.

Άλλοι λένε ότι «ήταν λίγο μαλάκας» .

Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ήταν απλά «ένας συνηθισμένος μαλάκας».

Υπάρχει και μια μικρή μειοψηφία ακραίων ιστορικών που πιστεύει ότι «ήταν πολύ μαλάκας».

Επί των ημερών του είχε ένα παλάτι στην Κέρκυρα το οποίο ονόμαζε «Μον Ρεπό» και το οποίο ήταν χτισμένο στην μέση ενός τεράστιου δάσους με αιωνόβια δένδρα , δίπλα στην θάλασσα.

Είχε και κρυφή, μικρή προσωπική βασιλική παραλία την οποία ανακάλυψα και κάνω το μπάνιο  μου γυμνός εγώ  καθώς και άλλοι Αναρχοκομμουνισται, Εαμοβούλγαροι και Ληστοκομμουνιστοσυμμορήται.

Τα χρόνια της παντοδυναμίας του Βασιλέως οι πάντες ήθελαν να είναι δίπλα του η σχετικά κοντά του.

Να φαντασθείτε ότι πολλοί αριστεροί  καμάρωναν ακόμα και αν  κατάφερναν να βρεθούν ανάμεσα στο πλήθος για να τον δουν με τα μάτια τους να περνάει πάνω στο άσπρο του άλογο.

Ήξερα έναν  αριστερό ταπετσιέρη που μιλάει ακόμα με δέος για τον θρόνο του βασιλιά που «του άλλαξε την ταπετσαρία αυτός με τα ίδια του τα χέρια».

Αριστερούς μαραγκούς , αριστερούς μανάβηδες «προμηθευτές της βασιλικής αυλής», αριστερούς τρομπετίστες που έπαιξαν για χάρη του. 

Μιλάμε για μια  ολόκληρη γενιά αριστερών που ονειρευόταν έναν «βασιλευόμενο κομμουνισμό».

Να φαντασθείτε ότι βαφτίζανε και τα παιδιά τους με βασιλικά ονόματα όπως «Όργα», «Λισάβω», «Φρειδερίκη», «Αμαλία» κλπ.  

Με το που έφυγε , λοιπόν, ο Βασιλιάς συνέβησαν δύο τινά.

Πρώτον μετατέθηκαν όλες οι εξουσίες του παλατιού στον «Πεζόδρομο» και…
Δεύτερον η πλαζ του Μον Ρεπό δόθηκε στον λαό, το παλάτι έγινε μουσείο και το δάσος χώρος περιπάτου.

Ας τα όμως πάρουμε ένα-ένα.

Ο «Πεζόδρομος»  βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και είναι πλήρης από τραπεζοκαθίσματα με μεζέδες, τσάγια, καφέδες και απεριτίφ κάθε γούστου.

Εδώ συχνάζει η εξουσία καθώς και η κρατική γραφειοκρατία κάθε πρωί.

Εδώ κλείνονται συμφωνίες, καταβάλλονται  «λαδώματα» και λαμβάνονται οι  αποφάσεις των συμβουλίων  της μικρής μας δημοκρατικής πολιτείας.

Τα τελευταία χρόνια μάλιστα στον «πεζόδρομο»  εγκαταστάθηκε και η αριστερά  λόγω του ότι θεωρείται «πιο υπεύθυνος χώρος διεργασιών».

Έτσι η «Αριστερά του πεζοδρομίου» μετετράπη ανεπαισθήτως σε «Αριστερά του Πεζόδρομου».

Γνώρισα δε και έναν Αριστερό του Πεζόδρομου που είχε βαφτίσει το γιό του «Βλαδίμηρο!!» για ξεκάρφωμα.

Ακούς εκεί «Βλαδίμηρο» !

Μόλις , λοιπόν, η Αριστερά του Πεζόδρομου πήρε αναίμακτα την εξουσία της μικρής μας δημοκρατικής πολιτείας έδωσε σε έναν επιχειρηματία την πλάζ του Μον Ρεπό ως «προβληματική».

Ο αναγνώστης εδώ θα πρέπει να υποστεί μια αναγκαστική επιστροφή στο χρόνο προκειμένου να αντιληφθεί  πλήρως την σημασία της εν λόγω πλάζ.

Όταν ο Βασιλιάς που λέγαμε έφυγε για το Λονδίνο ο Λαός  εισέβαλε στο Μον Ρεπό και το κατέλαβε «δια παντός».

Στην κατάληψη συμμετείχε και ένα σμήνος σπάνιων και τεράστιων Πελεκάνων που μοιάζουν με προϊστορικά πτηνά και οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο πυκνό δάσος όπου και έχτισαν φωλιές μεγέθους γκαρσονιέρας.

Η Πλάζ έγινε  ο παράδεισος των παιδιών και συνδέθηκε με τις καλύτερες στιγμές από τα παιδικά χρόνια ολόκληρων γενεών.

Μετά τον εφιαλτικό χειμώνα των τριτόκλιτων, της περισπωμένης, της δασείας  και των εξισώσεων ακολουθούσε το καλοκαίρι του Πόντε.

«Πόντε», αγαπητοί κοντοχωριανοί,  λέμε την εξέδρα  της θάλασσας (η την γέφυρα του ποταμιού) .  

Μιλάμε για θρυλικούς διαγωνισμούς «μπόμπας» που οι νικητές τους καμαρώνουν ακόμα μετά από σαράντα χρόνια.

Παίρνανε φόρα  και υπό τις επευφημίες και παροτρύνσεις του πλήθους της πιτσιρικαρίας πηδούσαν από την άκρη του Πόντε  μαζεμένοι σαν μπάλα με σκοπό να σηκώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο νερό κατά την πρόσκρουσή τους με το υγρό στοιχείο.

Ήταν, βέβαια, μια εποχή που τα παιδιά ήταν ακόμα αδύνατα και τα σκόρ ήταν πολύ χαμηλά. 

Εκείνη την εποχή, λοιπόν,  το Μον Ρεπό ήταν και ο τόπος  των μεγάλων ερώτων του καλοκαιριού.

Πολλές σημερινές μαμάδες εγκαστρώθηκαν  στα πυκνά δάση πέριξ της αμμουδιάς.

Ακολουθούσε η γνωστή τελετή με τα φρεσκοπλυμένα και ανθοστόλιστα αυτοκίνητα να κορνάρουν στα Κουρτελάτσα και η οδυνηρή (ως συνήθως) συνέχεια του έγγαμου βίου.

Πάντα όμως, ιδιαίτερα στις μεγάλες δυσκολίες,   το μυαλό κατέφευγε σε εκείνα τα καλοκαίρια του έρωτα και της ανεμελιάς και στο μικρό παράδεισο των παιδικών χρόνων.

Επιστρέφουμε.

Φέτος η πλάζ του Μον Ρεπό ξανάγινε «βασιλική».

Το “Royal Palace  έχει καλοντυμένους και βλοσυρούς υπαλλήλους υποδοχής, Μπάρ, Αναπαυτικά ανάκλιντρα με  αραχνούφαντα ριχτάρια, σερβιτόρους και πλαστικό χορτάρι.

Το πιο εντυπωσιακό , όμως είναι οι πολυέλαιοι με αισθητική ¨Τζάμπο¨ που είναι κρεμασμένοι από τα δέντρα.

Οι σημερινές μαμάδες (που εγκαστρώθηκαν στην λαϊκή πλαζ του Μον Ρεπό)  εκτοπίστηκαν σε μια διπλανή λωρίδα που άμα δεν προσέξεις βγαίνοντας από τη θάλασσα σε πατάνε τα αυτοκίνητα.

Οι δε Πελεκάνοι μη αντέχοντας την κακογουστιά κατέφυγαν στα βάθη του δάσους και διέκοψαν κάθε επαφή με το ανθρώπινο είδος.

Έτσι, εξ ανάγκης, προέκυψε το κίνημα των μαμάδων της Γαρίτσας.

Στην αρχή αντάλλασσαν  είδη για τα παιδιά μέσω του Φέιςμπούκ.
Καμαριέρες και σερβιτόρες που δεν μπορούσαν να το διανοηθούν βρεθήκαν με καροτσάκια αεροδυναμικά , παπουτσάκια  φιρμάτα και χειμωνιάτικα παιδικά μπουφάν για πολικές θερμοκρασίες.

Στη συνέχεια οργάνωσαν  και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας για να ξανανοίξει το Μον Ρεπό.  

Θέλανε πίσω την Πλάζ για να έχουν και τα παιδιά τους «παιδικά χρόνια».


Νόμισαν ότι θα τις βοηθήσει και ο «κομμουνισμός»,  μέχρι που κατάλαβαν ότι έπινε ούζα στον «Πεζόδρομο» η  μόναζε στο  μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου.

Έτσι , ανεπαισθήτως, χωρίς να ξέρουν,  έγινα αυτές «ο Κομμουνισμός» και ας μην είχαν διαβάσει ακόμα ούτε μια γραμμή από το: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι».

Το διήγημα αυτό το αφιερώνω στην μνήμη του Τάσου Κατιντσάρου που τον αγαπούσα πολύ και θα τον χρειάζομαι  πάντα.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Όσα παίρνει ο άνεμος




Αυτήν την εποχή ο άνεμος παίρνει σκουπίδια.
Αν παρατηρήσεις δε και την φορά κατά την οποία σκορπίζονται τα σκουπίδια στις άκρες των δρόμων μπορείς να καταλάβεις και την κατεύθυνση του ανέμου .
Εκτός από σκουπίδια ρίχνει και τα φύλλα στην λεωφόρο Αλεξάνδρας, όπως σε όλη την Κέρκυρα άλλωστε .
Αυτό για άλλους είναι καλό και για άλλους κακό.
Για τον Ευριπίδη τον Ποιητή των πεζοδρομίων της Λεωφόρου Αλεξάνδρας είναι καλό διότι βλέπει: «Ένα τρελό βάλς , στην αγκαλιά τ' ανέμου» .
Για τον Λάμπρο τον καφετζή είναι μια ακόμη ευκαιρία να βρίσει εκείνο το Δήμαρχο « ..που να μπει ο διάολος μέσα του, που δεν εφύτεψε παυλοσουκιές να τρώμε και κανένα παυλόσουκο.»
Για τον Σπύρο τον οδοκαθαριστή είναι σαν να ξαναγεννήθηκε διότι έτσι ενισχύονται οι ελπίδες του για την ανανέωση της εξάμηνης σύμβασής του.
Αν , για παράδειγμα, εκεί που περπατάς στον δρόμο , και πιστεύεις ότι θα ζήσεις για πάντα , νοιώσεις έναν πόνο στο στομάχι και ο γιατρός αποφανθεί ότι σου μένουν έξι μήνες ζωής , οι έξι αυτοί μήνες θα σου φανούν ως ένα κλάσμα του δευτερολέπτου  . Αν, όμως, είσαι θανατοποινίτης και εκεί που πας για εκτέλεση σου δώσουν έξι μήνες παράταση ζωής, αυτοί οι έξι μήνες θα σου φανούν ως μία αιωνιότητα.
Εδώ , άλλωστε, επιβεβαιώνεται και η ειδική θεωρία της σχετικότητος του Αλβέρτου Αϊνστάιν καθώς επίσης και η ταινία του Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα».
Πρόκειται για μια πολύωρη ταινία την οποία σχεδόν υποχρέωσα το Σπύρο να τηνε δει προκειμένου να του ανέβει το ιδεολογικοπολιτικό του επίπεδο.
Με απογοήτευε όταν μου είπε : «αυτήν την ταινία θέλεις μια μέρα για να τη δεις και μία αιωνιότητα για να την καταλάβεις».
Επιστρέφουμε άρον-άρον στα πεζοδρόμια της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Σε αυτήν εδώ την πολυκατοικία , λίγο πιο κάτω από το φούρνο, μένει ο «Μπακαλάρος» .
Ο Μπακαλάρος επέστρεψε στην Κέρκυρα μετά από τις σπουδές του σε πανεπιστήμιο της Ιταλίας .
Άλλοι λένε ότι άργησε νάρθει γιατί έπαιζε τις καθυστερήσεις και μάλιστα έκατσε και για τα πέναλτι.
Οι κακές οι γλώσσες λένε ότι στα πέναλτι πλήρωσε τον τερματοφύλακα και έτσι έβαλε το γκολ που του χάρισε την πρόκριση και πήρε το πτυχίο του.
Εγώ που τόνε ξέρω καλά πιστεύω ότι έγινε το δεύτερο ,αλλά δεν θα τα χαλάσουμε εδώ.
Τον πρώτο καιρό στην Κέρκυρα καταπιάστηκε με την «Επανάσταση» και μάλιστα με τόσο ζήλο που σου έδινε την εντύπωση ότι σε κάνα δύο βδομάδες το πολύ η ανθρωπότητα θα πρέπει να έχει ξεμπερδέψει.
Αν μάλιστα άκουγε και καμιά κουβέντα πέραν των επιτρεπομένων ήταν ικανός να οδηγήσει στην λαιμητόμο τον κάθε αιρετικό.
Ο Μπακαλάρος κατ΄ αρχήν έπιασε δουλειά σε ένα εμπορικό κατάστημα που εμπορευόταν μπακαλάρους παστούς , ρέγγες και στακοφίσια .
Επειδή δεν με διαβάζουν μόνο Κερκυραίοι αλλά και πολλοί από το εξωτερικό είμαι υποχρεωμένος να εξηγήσω ότι το Στακοφίσι είναι μπακαλάρος αποξηραμένος.
Μοιάζει με ένα κομμάτι ξύλο. Μάλιστα για να τονε κόψεις σε κομμάτια χρειάζεσαι πριόνι.
Τον βάζεις στο νερό να αμολάρει , τον δένεις με σπάγκους να μην διαλυθεί , τόνε βάζεις στην κατσαρόλα με πατάτες και μαύρο πιπέρι και τονε κάνεις μπιάνκο.
Βγάζει ένα φοβερό σούγο που εμείς οι ντόπιοι το θεωρούμε κορυφαίο.
Νάναι καλά οι Ιγκλέζοι που μας τον εφέρανε.
Το λέγανε «Stock Fish” αλλά είναι γνωστό ότι δεν τα αντέχουμε τα πολλά σύμφωνα και το κάναμε «Στακοφίσι» .
Την ίδια τύχη είχαν και άλλες Ιγγλέζικες λέξεις όπως για παράδειγμα : Πικινίκι ( το Πικ Νικ), Μέτελας (Ο Άγγλος Αρμοστή Μαίτλαντ ) κλπ.
Ο Μπακαλάρος λοιπόν πίστευε ότι ήταν προορισμένος για «μεγάλα πράματα» και σύντομα προσελήφθη ως «υπάλληλος τραπέζης».
Άλλοι λένε ότι «το άξιζε»
Άλλοι λένε ότι τον έβαλε μια γνωστή του από το κόμμα που την έβαλε υποψήφια δήμαρχο και του είχε υποχρέωση.
Εγώ που τόνε ξέρω καλά πιστεύω ότι έγινε το δεύτερο ,αλλά δεν θα τα χαλάσουμε εδώ.
Τότε ήταν που έκανε μια μικρή διακοπή στην «Επαναστατική πάλη» η οποία διήρκεσε τριάντα οχτώ χρόνια.
Η Ανέλιξη του στην ιεραρχία του τραπεζικού συστήματος υπήρξε ραγδαία.
Πολλοί πιστεύουν ότι τα κατάφερε εξαιτίας του ότι το χόμπι του ήταν οι αναρριχήσεις στα βουνά. «Τι διάολο! Δεν θα τα κατάφερνε να ανέβει από τον ένα όροφο στον άλλο».
Ο Μπακαλάρος συνταξιοδοτήθηκε μετά από 38 έτη υπηρεσίας.
Την ημέρα που του κατατέθηκε στον λογαριασμό η πρώτη σύνταξη τόνε ξανάπιακε το επαναστατικό του και έβαλε σκοπό να αλλάξει τον κανονισμό της πολυκατοικίας του σε «προοδευτική κατεύθυνση προς όφελος του λαού» .
Έτσι έβαλε υποψηφιότητα για διαχειριστής.
Έβγαλε και πρόγραμμα με «τέσσερις άξονες» .
Επρόκειτο για «άξονες» που τους θυμότανε από το πρόγραμμα του κόμματος .
Στη φούρια του δεν πρόσεξε ότι τα πράματα δεν ήταν όπως παλιά που και αύξηση να έκανες στα κοινόχρηστα δεν το έπαιρνε κανείς είδηση.
Σύντομα ο Μπακαλάρος , παρά τις επαναστατικές του περγαμηνές βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου στην είσοδο της πολυκατοικίας της οδού Λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Τους εκόψανε το ρεύμα της πολυκατοικίας και ένας δεξιός του τετάρτου εσακατεύτηκε μέσα στα σκοτάδια.
Τους έφυγε και η καθαρίστρια γιατί ήτανε τέσσερις μήνες απλέρωτη και τα φύλλα είχανε σαπίσει μπροστά στην είσοδο.
Εκεί ήτανε που σακατεύτηκε ο τροτσκιστής γιατρός που μένει στο ισόγειο.
Έτσι καθώς περνούσα απέξω τους βλέπω να συνεδριάζουνε και πιάνω ορισμένες φράσεις όπως «ανίκανε, τυχοδιώχτη, ρεμάλι, κρατήστε με να μην τονε βαρήσω»
Λίγο παρακάτω βρίσκω τον Σπύρο με τη σκούπα και το καρότσι του.
«Χαλάει ο καιρός Σπύρο!»
«Το βλέπω… μέχρι αύριο θα πέσουνε πάλι τα φύλλα»
«Μωρέ , καθώς φαίνεται, θα πέσουνε και μπακαλάροι!»
Σταματήσαμε στου Λάμπρου για ένα εσπρεσάκι.

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

Βαγγέλης



Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται  εφτά χρόνια  απουσίας του Βαγγέλη.

Μου  λείπει.

Γι αυτό γράφω σήμερα.

Ο Βαγγέλης έψηνε το χειμώνα κάστανα στο Σαρόκο. Το καλοκαίρι το γύριζε σε αστάκια και κατηφόριζε με το καρότσι του στα Κουρτελάτσα.

Τα παλιά χρόνια , καθώς λέει η σιόρα Βιτόρια (που τα ξέρει όλα) δούλευε στου «Σαντάφη… μπορτνοζιέρης.. και έκανε δρόμους και αεροδρόμια στην έρημο τσι Σαχάρας».

Στην αρχή νόμιζα ότι επρόκειτο για κάποια άγνωστη τεχνική εταιρεία ώσπου κατάλαβα με κόπο ότι αναφερότανε στον… Καντάφι.

Ο Βαγγέλης μετά τον «Σαντάφι», λοιπόν,  δεν ξαναγύρισε στην Ήπειρο, ήρθε στην Κέρκυρα και έγινε πασίγνωστος ψήστης Καστάνων και καλαμποκιών.

Έβαλε και ταμπέλα σε χαρτόνι που έγραφε ότι «τα δικά του αστάκια δεν είναι … μαιταλαγμένα».

Τον είχανε στην μπούκα οι υπόλοιποι ψήστες.

Σε κάποια συνέλευση της πολυκατοικίας οι «διοκτήτες» τον ανακηρύξαν πανηγυρικώς διαχειριστή ένεκα του ότι κανένας δεν δεχότανε την θέση.

Η πλειοψηφία του σώματος των «διοκτητών» ήταν Πασόκοι αλλά προκειμένου να  λυθεί το πρόβλημα της εξεύρεσης διαχειριστού ψηφίσανε  με πόνο ψυχής τον δεξιό Βαγγέλη.

Οι ανακοινώσεις του Βαγγέλη στην είσοδο της πολυκατοικίας αφήσανε εποχή.

Έχω ολόκληρο αρχείο.

Θυμάμαι μια φορά  που έβγαλε ανακοίνωση διότι οι «φυτίτριες  του δεφτέρου φονάζουνε όλι νήχτα και κάνουνε όργια».

Η αλήθεια ήταν ότι κάποια φοιτήτρια ήταν αρκετά «εκδηλωτική» κατά την διάρκεια της σεξουαλικής πράξης.

Κατά  ένα περίεργο τρόπο αυτό ενοχλούσε αφάνταστα μόνο το εκλογικό σώμα των ηλικιωμένων και τους ένωνε σε έναν ανίερο διακομματικό συνασπισμό.

Ο Βαγγέλης με πίεζε να πάρω θέση.

«Ρε Βαγγέλη μου δεν γίνεται όποιος σταμάτησε να  γαμεί να υποχρεώσει και τους άλλους να σταματήσουν».

Ο Αστυνομικός που ήρθε βρέθηκε σε δύσκολη θέση.

Αφού ανέκρινε την «φυτίτρια» ανακοίνωσε ότι δεν μπορεί να ασκηθεί δίωξη διότι  «δεν υπάρχει νόμος που να ορίζει πόσο πρέπει να φωνάζει κανείς  κατά την διάρκεια του σέξ».

Ευτυχώς η θερμή «Φυτίτρια» μετακόμισε και ησυχάσανε τα πνεύματα .

Η επιχείρηση για την «αποκατάσταση της τάξεως» όμως συνεχίστηκε με αφορμή το «Πόμολο».

Το Πόμολο της εξώπορτας κάποια στιγμή άρχισε να κουνάει.

Σκέφτηκα να το φτιάξω αλλά όλο το ανέβαλα ώσπου καποιανού τουμεινε στο χέρι.

Το άφησε κάτω,   το είδε ο Βαγγέλης και έγινε έξαλλος.

«Αυτό το κωλόπαιδο το έκανε.  Αλλά δεν φταίει αυτό.  Φταίει η μάνα του η πουτάνα που τόχει κακομαθημένο. Τώρα θα του δείξω εγώ»

Ανεβαίνει επάνω να ενημερώσει την φράξια των ηλικιωμένων του Τρίτου και Τέταρτου που όταν αγοράσανε τα διαμερίσματα πίστευαν ότι θα μείνουν για πάντα νέοι.

Ώσπου να τους κατεβάσει να «δούνε τα χάλια μας» είχα πάρει ένα κατσαβίδι και ξαναβίδωσα το πόμολο.

Κατέβηκαν με μπαστούνια, πί , και πατερίτσες σαν φαντάροι του Ελληνοιταλικού μετώπου.

Μόλις είδανε ότι το πόμολο ήταν στη θέση του κοιταχτήκανε.  «Πάει τάχασε. Είναι να ψάχνουμε για άλλο διαχειριστή».

Ανεβήκανε ξανά όλοι μαζί ξανά με τον Βαγγέλη να προσπαθεί να τους πείσει ότι το πόμολο πριν λίγο ήταν βγαλμένο.

Ώσπου να πάρει το σακί με τα αστάκια ο Βαγγέλης και να ξανακατέβει είχα ξαναβγάλει το πόμολο και το άφησα κάτω.

Κόντεψε να πάθει συμφόρηση.

Άρχισε να βρίζει ξανά το «κωλόπαιδο» και την «πουτάνα την μάνα του» και εκείνη ακριβώς την στιγμή εμφανίζεται το «κωλόπαιδο» με την παρέα του και του δίνει ένα φούσκο.

Ο Βαγγέλης αρχίζει να φωνάζει «βοήθεια με σκοτώνουνε». 

Ακούει η αστυνομία «βοήθεια με σκοτώνουνε» και έρχεται με πολυβόλα.

Ανέλαβα να τους εξηγήσω πως έχουν τα πράγματα και τα στρατεύματα της τάξεως αποχώρησαν αφού συμβούλευσαν τα εμπλεκόμενα μέρη να υποβάλουν μηνύσεις.

Ήταν τόσο αποφασιστική η παρέμβασή μου ώστε ανέβηκα πολύ στα μάτια του «Κωλόπαιδου» …. Συγνώμη… του Παναγιωτάκη , τόσο που με κάλεσε και στο επεισοδιακό πάρτυ Χιπ Χοπ που έκαναν στο σαλόνι της «πουτάνας» …συγνώμη… της μάνας του.

Πέρασαν τα χρόνια και ο Βαγγέλης συγκάλεσε έκτακτη συνέλευση. 

Κατέβηκε αργά τα σκαλιά  προς την είσοδο που είμαστε μαζεμένοι.

Φορούσε μια ρόμπα γκρενά των έξι ευρώ που την έβλεπα κάθε μέρα στη βιτρίνα του κινέζικου της Πολυχρονίου Κωνσταντά και ένα ζευγάρι παντόφλες με τον Μίκυ Μάους  που κάπου τις βρήκε.

Υπέβαλε την παραίτηση του δηλώνοντας ότι «η κατάσταση δεν διορθώνεται με τίποτα».

Η αλήθεια ήταν ότι είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση.

Προχθές γύρναγα σπίτι μου αργά.

Καθώς πέρναγα από την έρημη πλατεία τόνε θυμήθηκα.

Τον είχα δει ένα βράδυ αργά,  μόνο,  με εκείνο το ραδιοφωνάκι με την δερμάτινη θήκη και το λουρί να χορεύει ηπειρώτικα στη μέση του Σαρόκου με τα χέρια απλωμένα και το βλέμμα του ψηλά.

Αξέχαστος!

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Βίοι Αγίων



Κάθε χρόνο , τέτοιες μέρες, αρχίζουν τα πανηγύρια των Αγίων της χριστιανοσύνης.
Κάθε χωριό έχει και τον προστάτη του τον οποίο και τιμά με ένα «Μεγάλο παραδοσιακό πανηγύρι» συνοδευόμενο απο λιτανεία , ψητά αρνιά , κοντοσούβλια , κοκορέτσια, πλαστικές καρέκλες , πλαστικά πιάτα , πλαστικά πιρούνια ,πλαστικά τραπεζομάντηλα και πλαστική μουσική με έκο.
Το χωριό μου κάνει πανηγύρι «του Θωμά ».
Ο Άγιος Θωμάς στην παιδική του ηλικία υπήρξε ο μοναδικός μαθητής του μικρού μας σχολείου που τελείωσε το δημοτικό «με το πέντε» και «διαγωγή κοσμιωτατη».
Η Πραότητα του χαρακτήρα του υπήρξε παροιμιώδης και απο τότε συνηθίζεται να λένε ακόμη και σήμερα: «Να γίνεις παιδί μου σαν τον Θωμά».
Τις ελεύθερες ώρες του ο Θωμάς ανέβαινε στις σκεπές και τσάκιζε κεραμίδια ενώ τα μεσημέρια του καλοκαιριού γύρναγε τσου τράφους και μάζευε με μια μπόχα καρλάκους τους οποίους και εσταύρωνε σε μικρούς ξύλινους σταυρούς με πρόκες που έκλεβε απο τον τζαγκάρη.
Εξαιτίας αυτής της παροιμιώδους πραότητος του χαρακτήρος του οι χωριανοί τον ονόμασαν «Μπαντίδο» και η εκκλησία τον «άσκωσε άγιο».
Αργότερα οι δικοί του τονε πήρανε στην Αμερική όπου επειδή του άρεσε να ανεβαίνει ψηλά κατατάχθηκε στην πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ και εξειδικεύθηκε στην καύση αλλόθρησκων και κομμουνιστοσυμμοριτών δια της μεθόδου της ρίψεως βομβών ναπάλμ.
Έκτοτε, μια φορά το χρόνο, «του Θωμά του Μπαντίδου» , σύσσωμο το χωριό τιμά τον προστάτη του με κωδωνοκρουσίες και περιφορά ενός τεράστιου λαβάρου που ντένει στα καλώδια της ΔΕΗ.
Παρόμοιους άγιους έχουν όλα τα χωριά , ακόμα και οι μικρότεροι οικισμοί.
Το μέγεθος του χωριού δεν είναι απαραίτητο να είναι ανάλογο του μεγέθους του Αγίου.
Οι Κουναβάδες , για παράδειγμα, είναι ένα χωριό που έχει τριάμισυ σπίτια , δέκα καλύβους, πέντε εκκλησιές και δύο μοναστήρια.
Ο Αι Λιάς ο Γκρίνιαρης (που είναι ο προστάτης τους) γιορτάζει κάθε χρόνο στις 20 του Ιουλίου και στο πανηγύρι συρρέουν πλήθος σαρκοφάγων πιστών με 300 χοληστερίνη απο όλη την Κέρκυρα.
Ο Άι Λιάς ο Γκρίνιαρης παλιότερα έμενε στους Μαγουλάδες αλλά δεν την μπορούσε την πολυκοσμία και μετακόμισε απέναντι στους ταπεινούς Κουναβάδες όπου και διέπρεψε ως έμπορος φρούτων και λαχανικών.
Είχε δε την έμπνευση να μην διαλαλεί τα προϊόντα του αλλά να διαβάλλει τα προϊόντα των άλλων .
Δια αυτής την μεθόδου κατάφερε να μην του μιλάει κανένας στα γύρω χωριά και να ακολουθήσει έτσι τον μοναστικό βίο όπως ήταν το θέλημα του Κυρίου.
Αργότερα έκανε κοπάδι με κατσίκες αλλά ήταν πλέον γέρος και ανήμπορος και δεν μπορούσε να το κουμαντάρει.
Έτσι ξέσπασε αιματηρός πόλεμος ανάμεσα στους Τράγους .
Ο κάθε τράγος πήρε μαζί του όσες κατσίκες τον ακολούθησανε και έφυγε όπως έγινε άλλωστε και στην δεύτερη εικονομαχία στην Κωσταντινούπολη.
Για κάποιο λόγο και μέσω κάποιου μηχανισμού που αγνοώ, ο Άι Λιάς έγινε το μεγαλύτερο πανηγύρι στον Βορρά και ένα απο τα μεγαλύτερα στην Κέρκυρα.
Τα χρόνια τα παλιά συνέρρεαν πλήθη πιστών κατα κανόνα ξυπόλητων.
Είναι απαραίτητο να αναφέρω ότι τα χρόνια εκείνα οι άνθρωποι περπατούσαν ξυπόλητοι. Τα παπούτσια τα κρεμούσαν από το λαιμό με τα κορδόνια για να μην τα χαλάσουν.
Στις πατούσες τους είχε δημιουργηθεί μια φυσική δερμάτινη επαναφορτιζόμενη σόλα μεγάλης αντοχής.
Τα παπούτσια τα είχανε για πρεστίζ στο πανηγύρι . Μετά τα βγάζανε και γυρνάγανε στο χωριό τους ξυπόλητοι.
Αν επιχειρήσουν να κάνουν το ίδιο οι σημερινοί προσκυνητές θα πρέπει να έχουν σταντ μπάυ ένα ελικόπτερο του ΕΚΑΒ και την εντατική του νοσοκομείου.
Οι γνώμες των μελετητών για το παρατσούκλι του Αι Λιά διίστανται.
Άλλοι λένε ότι τον ονομάσανε «Γκρίνιαρη» επειδη τσακωνότανε με όλο τον κόσμο.
Άλλοι πάλι λένε ότι κάθε χρόνο σαν από έθιμο στο πανηγύρι γινότανε ο χαμός από τσακωμούς.
Σαν να μαζεύανε όλο το χρόνο για να τσακωθούνε μια και καλή στον Άι Λιά .
Κάτι ανάλογο με τους σημερινούς οικογενειακούς πασχαλινούς καυγάδες αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα και πολύ αγριότερους.
Έτσι λοιπόν χτές το βράδυ κατηφόρισα με το παπί μου προς τους Κουναβάδες και το πανηγύρι του Άι Λιά του Γκρίνιαρη μιας και δεν είχα να πάω σε κανέναν καλύτερο άγιο.
Πράγματι το πανηγύρι ήταν τόσο πολυπληθές όσο μου είχαν πεί.
Δεκάδες ψησταριές κρεοπωλείων, ποδοσφαιρικών ομάδων, οίκων ανοχής, ιερών μονών και πολιτιστικών συλλόγων.
Ρομά με φωτεινά μπαλόνια, αφρικάνοι με παπούτσια Νάικ, Σλάβοι του Δούναβη με παράξενα γλυκά, χαλβάς φαρσάλων απο την Κόρινθο , κοσμήματα απο ατόφιο χρυσάφι και ασήμι .
Μέχρι και γύρο του Θανάτου είχε.
Μερικοί τουρίστες , μάλιστα, νομίζανε ότι ήταν γύρος απο σουβλάκια και πήγανε στο ταμείο για να παραγγείλουνε.
Χαμός.
Μπήκα στην μικρή εκκλησιά του Άι Λιά του Γκρίνιαρη.
Κοίταζα τις αγιογραφίες.
Ο Παπάς με πλησίασε και μου έδωσε άρτο για να μου πιάσει την κουβέντα.
Πολλοί οι πιστοί αλλά ελάχιστοι μπαίνανε στην εκκλησιά.
«Έρχεσαι από μακριά» μου λέει.
«Ναι πάτερ ... από μακρυά»
« Είναι νωρίς ακόμα , αργότερα θα ανάψει το γλέντι»
«Δεν ήρθα για το γλέντι πάτερ, ήρθα για ...κάτι υπόθεσες πνευματικές»
Με κοίταξε με απορία .
Βγήκα έξω και κάθισα παράμερα σε μια καρέκλα να συνηθίσω την φασαρία.
Δίπλα μου καθότανε μια τυπική οικογένεια με στρωμένο το τραπέζι.
Κουβεντιάζανε για τις περικοπές.
Η συζήτηση είχε ανάψει.
Ο Πιτσιρικάς μπήκε κάτω απο το τραπέζι και πάλευε να το αλιμπαρτάρει για να του δώσουνε σημασία.
Τον άρπαξε η μάνα του . Τον καθήλωσε σε μια διπλανή καρέκλα και του κόλλησε και ένα τάμπλετ στα μούτρα .
«Ησύχασε το παιδί».
Αφού φάγανε ένα τραπέζι κρεατικά γυρίσανε την συζήτηση σε αρρώστιες και εξετάσεις.
Μετά τους βγήκε μια νοσταλγία για τα χρόνια εκείνα τα παλιά και τα πανηγύρια «που άφησαν ιστορία».
«Τότε που δεν υπήρχε άγχος και χοληστερίνη.
Τα χρόνια της ανεμελιάς και της αγνότητας που όλοι τραγουδούσαν μέρα νύχτα.
Που μπορούσε να γίνει και κανένα φονικό απο ζήλεια η απο έρωτα.»
Συνέχισαν να σχεδιάζουν το παρελθόν ώσπου τους σήκωσε ο πιτσιρικάς να τονε πάνε για χέσιμο.
Δεν φαίνεται ότι θα τσακωθούν σήμερα.
Θα το φυλάνε για το Πάσχα .
Απογοητευτηκα. 
Το άλλο σαββατοκύριακο λέω να πάω σε άλλο άγιο.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

329 μοίρες


Απόψε έχει προβολή ταινίας στην πλατεία.
Βγάζουν καρέκλες απο το σχολείο , στήνουν και τον βιντεοπροτζέκτορα και έτοιμος ο σινεμάς.
Η Προβολή γινεται στον τοίχο του Αγίου Ιακώβου, του μοναδικού αγίου σινεφίλ ο οποίος με τόσες ταινίες που έχει δεί στο τέλος θα κάνει και κριτική κινηματογράφου στην ΕΤ 2.
Κάθομαι και προσπαθώ να μπώ στο νόημα.
Εγκαταλείπω κατα τις έντεκα και πάω για ύπνο.
Ξύπνησα στις οχτώμιση μαζι με τα χελιδόνια και τις Αθηναίες παραθερίστριες που σέρνουν τους σκύλους τους για χέσιμο έξω απο το χωριό.
Παλιά οι σκύλοι φυλάγανε πρόβατα η σέρνανε έλκυθρα
Στην εποχή του Μεταμοντέρνου ανέλαβαν άλλα καθήκοντα έναντι αμοιβής μιας κονσέρβας των 0,48 λεπτών ημερησίως.
Διαβλέπω στο μέλλον να σέρνουμε πρωί πρωί εμβολιασμένες κατσίκες με πτυσόμενο λουράκι και κούρεμα Κανίς.
Συμφέρει.
Τρώει τις αγριάδες και το βράδυ την αρμέγεις και έχεις και ένα ποτηρι γάλα της προκοπής.
Το μόνο μείον είναι που θα πρέπει να μαζέυεις τις καβαλλίνες μία μία .
Φορτώνω το παπί μου και φεύγω για τα δροσερά νερά του βορρά.
Μου το είχε δώσει πριν απο πολλά χρονια κάποιος που του έφτιαξα μια πέργολα και δεν είχε να με πληρώσει σε χρήμα .
Έκτοτε με πάει παντου αδιαμαρτύρητα φτάνει να του αλλάζω που και πού κανένα μπουζί.
Βάζω πλώρη για Αι Γιώργη των Πάγων .
Ανηφορίζω προς Δροσάτο.
Παλιότερα είχε την αρχαιοπρεπή ονομασία «Μαλακιοί» αλλά απο τότε που στην ελληνική γλώσσα κυριάρχησε η λέξη «μαλάκας» το αλλάξανε για ευνόητους λόγους.
Θυμάμαι εδώ ειχα βρεθεί σε μια κηδεία του πατέρα ενός φίλου μου. Δεν ήξερα ότι ο πατέρας του ήταν ακροδεξιός και βρέθηκα μες στη μέση να με κοιτάνε όλοι καλά καλά.
Αυτό το να βρίσκομαι «στο λάθος σημείο» τόχω κληρονομήσει απο τον πατέρα μου μαζί με την τεράστια περιουσία του και τις νευροφυτικές του διαταραχές.
Μια φορά στην Αθήνα αν και άθεος αποφάσισε να πάει για πρώτη φορά στον επιτάφιο.
Αγόρασε κερί και στηθηκε στην εξώπορτα.
Μόλις ήρθε η πομπή μπήκε απο πίσω.
Κάτι όμως δεν του πήγαινε καλά .
Δεν καταλάβαινε τα λόγια του Παπά.
Ρώτησε και τούπανε ότι ο επιτάφιος ήταν Αρμένικος.
Ακολούθησε την πομπή μέχρι τέλους.
Είχε τέτοιο καημό να πάει που ακόμα και οι Τροτσκιστές να βγάζανε επιτάφιο θα ακολουθούσε.
Κοιτάω ανάμεσα στις Ελιές .
Κάπου εδώ είναι ακόμα το παλιό πριονιστήριο.
Παλιά ζούσαν τρεις τέσσερις οικογένειες απο αυτό.
Αργότερα ανακαλύφθηκαν τα αλυσοπρίονα και τσακωθήκανε .
Ο καθε ένας έκανε δικό του κόμμα ώσπου στο τέλος έμεινε ο καθένας με το αλυσοπρίονο του και με ένα σκύλο με λουρί.
Φτάνω στον Αγρό. Εδώ επισκέπτομαι πάντα το μοναδικό και σπουδαιότερο αξιοθέατο του χωριού, το μαγαζί του «Μπίου».
Στον βορρά είναι γνωστότερος απο τα Μάρξ εντ Σπένσερ η τα Ιντιμίσιμι και μάλιστα χωρίς καμιά απολύτως προβολή.
Το πλεονεκτημά του είναι ότι πουλάει τα πάντα.
Όταν λέμε «τα πάντα» κυριολεκτούμε.
Η «Μπίος Γενικόν Εμπόριο» πουλάει ότι μπορείς να φανταστείς .
Κυρίως όμως πουλάει ότι δεν μπορείς να φανταστείς .
Απο τσαπιά μέχρι «γκυλότες» και από γραβιέρα Όρους μέχρι βαλβολίνες.
Μια φορά είχα αγοράσει απο τον Μπίο μισό κιλό τυρί χωριάτικο, ένα πακέτο μακαρόνια «Ήλιος» και ένα σετ μπουζοκαλώδια για Ρενώ σούπερ πέντε μοντέλο 92.
Εάν του ζητούσα καί χιονοδρομικά πέδιλα είμαι σίγουρος ότι θα είχε.
Στην Δάφνη σταματάω στης «Αγγελικής» για σπανακόπιτα.
Η νεαρή υπάλληλος με κοιτάει στα μάτια επίμονα.
«Μη με κοιτάς έτσι ...με μαγνητίζεις» της λέω.
«Να σε μαγνητίσω ...γιατί να μην σε μαγνητίσω» μου απαντά.
«Βέρα Κερκυραία» σκέφτομαι.
Η Σπανακόπιτα της Αγγελικής μόλις έχει βγεί απο το φούρνο.
Σε λίγο θα βγεί και η κολοκυθόπιτα.
Δεν έχει καμιά σχέση με αυτές με το έτοιμο φύλλο που τρίβεται.
Εδώ μιλάμε για ορίτζιναλ καταστάσεις.
Λεπτή ζύμη απο κάτω και απο πάνω και στη μέση πλούσιο μιξ απο φρέσκο κρεμμύδι,μάλαθρο,και καλοβρασμένο σπανάκι.
Παραγγέλνω να μου κρατήσει και μια κολοκυθόπιτα για μετά και κατηφορίζω μαγνητισμένος προς τους Πάγους.
Οι Πάγοι χτίστηκαν σε μια εποχή που κινδύνευαν απο την εισβολή των βαρβάρων απο θαλάσσης και για το λόγο αυτό το χωριό είναι χτισμένο πίσω απο τους λόφους.
Οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι δεν μπορούσαν όμως να προβλέψουν ότι σε κάποιο μακρυνό μέλλον η εισβολή των βαρβάρων θα γίνεται απο το αεροδρόμιο.
Εκεί την πατήσανε.
Οι περισσότεροι πιστευουν ότι ονομάστηκαν «Πάγοι» εξαιτίας των παγωμένων νερών της παραλίας του Άι Γιώργη.
Λάθος μέγα.
Η Ονομασία τους είναι αρχαία και στην δωρική διάλεκτο «Πάγους» ονόμαζαν τους βράχους που δεσπόζουν του μαρτυρικού αυτού χωριού.
Η Ώρα πήγε έντεκα.
Φυσάει απο βόρεια προς βορειοδυτικά γύρω στις 330 μοίρες .
Ούτε μαίστρος , ούτε τραμουντάνα . Κάπου ανάμεσα.
Η Θάλασσα λάδι.
Να μπώ όσο είναι καιρός , πριν καταφθάσουν οι ορδές των Βησιγότθων.
Το βράδυ στο χωριό συνεχίζονται οι προβολές ταινιών .
Μπορεί να προβάλουν τον αγαπητικό της Βοσκοπούλας.
Έστω.
Έχω ακούσει για ένα χωριό στην Ιταλία που εδώ και πενήντα χρόνια , κάθε Σάββατο ,προβάλουν το Θωρηκτό Ποτέμκιν.