Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2019

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες



Λόγω των επερχόμενων  εορτών της Χριστιανοσύνης  γράφω το παρακάτω αφήγημα  ως δώρο στους αναγνώστες μου, φίλους και συγγενείς, εξαιτίας του ότι αδυνατώ να  ξοδέψω χρήματα.
Μόλις πλήρωσα τον ΕΝΦΙΑ και τα τέλη κυκλοφορίας και ευρίσκομαι σε οριακή, θα έλεγα, οικονομική θέση. 

Το παρακάτω αφήγημα , η όπως αλλιώς μπορεί να το ονομάσει κανείς, είναι δημιούργημα της καλπάζουσας φαντασίας μου και  δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με την (πεζή) πραγματικότητα που ζούμε. 

Χρειάζεται να το υπογραμμίσω αυτό προκειμένου να μην έχω την τύχη του Ντοστογιέφσκι που τράβηξε τον παθών του τον τάραχο  όταν ο κάθε παίκτης της Ρωσίας (και όχι μόνον)  θεώρησε  ότι ο «Παίχτης» γράφτηκε για αυτόν.
Είναι ολοφάνερο ότι ζούμε στην εποχή των διαιρέσεων.

Πάντοτε υπήρχαν οι διαιρέσεις αλλά υπήρχαν παράλληλα και οι προσθέσεις και οι αφαιρέσεις και οι πολλαπλασιασμοί με αποτέλεσμα να υπήρχε  μια σχετική ισορροπία στην αριθμητική.

Θυμάμαι , πι χί, παλαιότερα τις πολιτικές διαιρέσεις όπου σε κάθε Ελληνική πόλη  ο ένας ήταν μαοϊκός,  ο άλλος ήταν με τον Ενβέρ Χότζα, κάποιος άλλος ήταν με την χήρα του Μάο  ώσπου φτάσαμε να έχει φανατικούς οπαδούς μέχρι ο μπατζανάκης του Τεγκ Χσιάο Πίγκ  και η γκόμενα του Μεχμέτ Σέχου.

Ωραία χρόνια!

Σήμερα τα πράματα έχουν αλλάξει διότι έχουν βγει στην παρανομία οι υπόλοιπες πράξεις της αριθμητικής που ξέραμε με αποτέλεσμα να διαιρούνται τα πάντα.

Ο Τράμπ μαλλιοτραβιέται με τον Μακρόν μπροστά στις κάμερες για τις εμπορικές σχέσεις.
Ο Πούτιν  τσακώνεται με τον Ερντογάν για τη Συρία.
Ο Δημήτρης ο περιπτεράς τσακώνεται με την Ελισάβετ  του πρώτου  γιατί απλώνει πάνω από το περίπτερό του και δεν αντέχει να ακούει να στάζουν οι «γκιλότες» της  στο ταβάνι του.

Όλοι εναντίων όλων.

Ακόμα και οι ομοφυλόφιλοι-ες (προσέξατε το «-ες», φαντάζομαι;)  έχουν χωριστεί σε άπειρες υποδιαιρέσεις όπου αδυνατώ πλέον να παρακολουθήσω.

Φαίνεται σαν να δικαιώνονται οι αναρχομηδενιστές του προπροηγούμενου αιώνα που θεωρούσαν ως μοναδική αξία το μηδέν .

Ως γνωστόν το μηδέν είναι ά-τομον, δηλαδή δεν διαιρείται.
Επομένως,  αφού στον πλανήτη κατοικούν ά-τομα,  αν  σε καταπιέζει το αφεντικό σου  είναι απλό,  αγοράζεις ένα πιστόλι , τον σκοτώνεις, σε παίρνουν στο κυνήγι και η επανάσταση τελειώνει μόλις σου τελειώσουν οι σφαίρες.

Από την εποχή της γενικευμένης διαίρεσης δεν γλυτώνει ούτε αυτή  η μονολιθική ορθόδοξη εκκλησία.
Στην ενορία μας  , για παράδειγμα, ζουν  τρείς παπάδες .
Ας μιλήσουμε για αυτούς μιας και έρχονται και οι άγιες μέρες  των Χριστουγέννων.

Ο Πρώτος παππάς , ο Παπαγιώργης,  είναι πολύτεκνος, φιλόδοξος και λαίμαργος . Δεν μπορεί να κρατηθεί. Ωστόσο είναι θεματοφύλακας των αξιών και των παραδόσεων της εκκλησίας . Διακηρύσσει την εγκράτεια, την αποχή από τις ηδονές , τα πλούτη  και την δόξα.
Αυτή η περίπτωση δεν μας κεντρίζει το ενδιαφέρον διότι είναι μια συνηθισμένη φιγούρα. 

Ο Δεύτερος παππάς έχει περισσότερο ενδιαφέρον.

Ο Παπαχρήστος  πριν από χρόνια ζήτησε μετάθεση για..Άμστερνταμ και έγινε ιερέας στην εκεί κοινότητα των Ορθόδοξων χριστιανών.
Εκεί διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι ορθόδοξοι χριστιανοί του Άμστερνταμ  είναι μονίμως μαστουρωμένοι . Παρόλα αυτά συνέχισε το θεάρεστο έργο του.
Ωστόσο πήρε μια σπονδή από το όλο περιβάλλον με αποτέλεσμα να μην έχει γένια , να μην φοράει ράσα και το καλοκαίρι (που μας έρχεται)  να εμφανίζεται στην πιάτσα με κοντό παντελονάκι , σαγιονάρα και ύφος μπλαζέ.

Ο Τρίτος παππάς έχει, κατ εμέ, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Ο Παπαδημήτρης ήρθε στην ενορία μας ως νέος παππάς με μεγάλη όρεξη.
Η συμπεριφορά τους σκανδάλισε από την αρχή τους πιστούς.
Τραγουδούσε στο δρόμο μοναχός του διάφορα λαϊκά άσματα όπως «Έφυγε η αγάπη μου και πήγε για τα ξένα» η «Ο Φτύμιος μου νάναι καλά και απ΄άλλο χρόνο πάω» κλπ.
Ερχόταν τακτικά στον θερινό μας σινεμά. Μια φορά θυμάμαι στην προβολή της  La strada  όταν άνοιξαν τα φώτα τα μάτια του ήταν δακρυσμένα.
Έκανε κούνια μοναχός του στην παιδική χαρά και έπαιζε με τα παιδιά κυνηγητό έξω από την εκκλησιά.
Ήταν φανατικός οπαδός της τοπικής μας ομάδας ποδοσφαίρου.
Το χειρότερο  όμως ήταν η παπαδιά του η οποία κυκλοφορούσε με  μια κοντή φουστίτσα που δεν τολμούσαν να βάλουν ούτε 18χρονες.
Ήθελε να χωρίσει , όχι για το ακραία προκλητικό  ντύσιμο της παπαδιά αλλά για λόγους ασυμφωνίας χαρακτήρων. Η Εκκλησία ως γνωστόν απαγορεύει τον χωρισμό οπότε ο Παπαδημήτρης ήταν καταδικασμένος να ζήσει για πάντα μαζί της.

Το ποίμνιο ήταν αναστατωμένο και παρόλο που η κοινωνία μας είναι πολύ ανεκτική δεν ήταν λίγοι αυτοί που κινήθηκαν παρασκηνιακά για να τον διώξουν. 

Το μέλλον του Παπαδημήτρη διαγραφόταν αβέβαιο ώσπου συνέβη και το αδιανόητο.

Την Κυριακή στο μεγάλο ντέρμπυ της χρονιάς πήδησε τα κάγκελα του γηπέδου  και πήρε στο κυνήγι τον διαιτητή.

Οι γεροντότεροι τον πήγαν στον δεσπότη συνοδεία.
Ο Δεσπότης του είπε: «Πάτερ Δημήτριε , είναι σωστά πράματα αυτά;» και ο Παπαδημήτρης του απάντησε: «Μα δέσποτά μου αφού μας αδίκησε!».

Ποιος ξέρει που θα κατέληγε ο ξουρισμένος παππάς μας αν δεν έγραφα ένα μακροσκελές και επαινετικό σχόλιο  για αυτόν.
Το  διάβασε κάποιος συντάκτης μια μεγάλης και δεξιάς εφημερίδας και το αναδημοσίευσε.
Κολακεύτηκαν οι πιστοί και η εκκλησία τον ανέχτηκε.
Είχε να το λέει. «Ένας άθεος μου συμπαραστάθηκε».

Πέρασε καιρός και μια των ημερών μου είπε ότι θα πάει να βαφτιστεί στον Ιορδάνη ποταμό.
«Τι να σου πώ Παπαδημήτρη μου , δεν μου πέφτει  λόγος».
Γύρισε από την βάφτιση και μου ζήτησε να δημοσιεύσω στο διαδίκτυο  μια φωτογραφία του στον Ιορδάνη.
«Ευχαρίστως»  του λέω.
Μου φέρε την φωτογραφία.
Ήταν όρθιος μέσα στο ποτάμι ,μόλις είχε βγει από το νερό, και φορούσε κατά το έθιμο  ένα  μακρύ κάτασπρο τισέρτ κολλημένο απάνω του.

Ταράχτηκα.

«Ρέ παπαδημήτρη!  Αυτή τη φωτογραφία θέλεις να ανεβάσω;  Εδώ φαίνονται τα αρχίδια σου!»
«Και τι έχουνε τα αρχίδια μου;»
«Εντάξει. Μην παρεξηγηθείς κιόλας!»

Τον έστειλα και μούφερε μια φωτογραφία ντυμένος από μια βράβευση και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν.

Οι τρείς αυτές τάσεις της ορθοδοξίας ενίοτε συναντούνται και τσακώνονται.
Αυτό το καλοκαίρι ξανασυναντήθηκαν όπως πάντα.
Περπατούν στους δρόμους και μαλώνουν για πράματα που δεν αφορούν κανέναν.

Σταμάτησαν κάτω από το παράθυρο μου την ώρα που έβλεπα ξαπλωμένος για ακόμα μια φορά το «Διαζύγιο αλλά Ιταλικά».

Βγήκα στο παράθυρο με το σώβρακο.
«Εεεε! Δεν πάτε παρακάτω να τσακωθείτε;»
Βγήκε και ο Νώντας ο πυροσβέστης από απέναντι που γύρισε πεθαμένος από την κούραση .
Έλαβε και η Ελισάβετ το λόγο  που «παίρνει χάπια και δεν μπορεί» και  αυτό ήτανε!
Η σύγκρουση γενικεύτηκε

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

Ταξίδια



Τα τελευταία τριάντα χρόνια ταξιδεύω  αδέκαρος.
Υπήρχε τα παλιά χρόνια  μια φυλή νεαρών που ταξίδευαν αδέκαροι και ρακένδυτοι από ..άποψη .
Ήξερα έναν από δαύτους που ενώ είχε λεφτά ο πατέρας του,  αυτός  ταξίδευε  ως αλήτης, αξούριστος , άπλυτος και πεινασμένος  διότι , λέει ,  ..ήταν κατά του καταναλωτισμού.
Εγώ  ταξιδεύω έτσι εξ ανάγκης.
Οι συνομήλικοι μου ταξιδεύουν συνήθως για δουλειές , για διακοπές , για κηδείες η για γάμους.
Εγώ ταξιδεύω για να λάβω μέρος σε ατελείωτες επαναστατικές συζητήσεις που τις περισσότερες φορές μου πλακώνουν την ψυχή  και με κάνουν να επιστρέφω ράκος στην μητέρα πατρίδα. 
Όλοι οι γνωστοί μου πίστευαν πάντα ότι είμαι μαζοχιστής.
Μάλιστα ένας από αυτούς που  τα κονομάει χοντρά ως ψυχαναλυτής, προσφέρθηκε να με εξετάσει δωρεάν διότι , καθώς μου είπε , η περίπτωσή μου είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Δεν έχω καταλήξει ακόμα τι είναι αυτό που με κινεί να περιπλανιέμαι από πόλη σε πόλη  χωρίς κανένα  εμφανές αποτέλεσμα εδώ και τριάντα τόσα χρόνια.
Συνήθως οι επαναστάσεις κρατάνε  μερικές μέρες και οι συμμετέχοντες σε αυτές  επέστρεφαν στην καθημερινότητα η πέρναγαν στην ανυπαρξία με μια σφαίρα στο κούτελο  σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.
Εγώ τι αμαρτίες πληρώνω; 
Μια φορά, θυμάμαι, πήγα να μιλήσω στη Λευκάδα.
Στην Ηγουμενίτσα δεν είχε λεωφορείο για την Λευκάδα. Βρήκα έναν γνωστό οικοδόμο και μούδωσε ένα φορτηγό της δουλειάς φορτωμένο σωλήνες εργαλεία και σκόνη .
Έφτασα στη Λευκάδα άσπρος από την μαρμαρόσκονη , συνοδεία τροχονόμου και η πόλη ήταν γεμάτη πανό και αφίσες που  ανήγγειλαν τον ερχομό μου λες και ήμουν ο μεσσίας.
Με πήγανε σε ένα σπίτι να πλυθώ και να τινάξω τα ρούχα μου.
Μια άλλη φορά ταξίδεψα για Αθήνα μέσα σε ένα φορτηγό ενός θεσσαλονικιού που μετέφερε πακέτα με ρύζι.
Με είδε στην διασταύρωση Πρέβεζας-Αρτας να περιμένω μέσα στη βροχή ενώ γύρω πέφτανε κεραυνοί. Με λυπήθηκε και με πήρε.
Τούπα  ότι ταξιδεύω γιατί πέθανε η μάνα μου στην Αθήνα και πάω στην κηδεία.
Αν τούλεγα την αλήθεια θα με άφηνε στο Δαφνί.
  
Στο  χειρότερο ταξίδι μου ταξίδευα με άλλους τέσσερις με ένα αυτοκίνητο της δεκαετίας του εξήντα και τρακάραμε  στην φοβερή  Πατρών –Κορίνθου στο ύψος του Ξυλόκαστρου.
Έφτασα στην Κόρινθο με νοσοκομειακό και από κει με λεωφορείο στην Αθήνα.  Παρακολούθησα  δώδεκα και δώδεκα εικοσιτέσσερις ώρες ομιλίες   και έφυγα τρέχοντας για τον Κηφισό  να προλάβω το βραδινό λεωφορείο για Κέρκυρα με ένα μπαγιάτικο σάντουιτς στο χέρι από το κυλικείο.
Φρίκη.
Να μην περάσει άθρωπος τα πάθη μου.΄
Τι να πρωτοθυμηθώ. 
Είναι καλύτερα να γράψω για το τελευταίο ταξίδι μου στην Αθήνα.
Όλα έδειχναν ότι θα ήταν το ανετότερο όλων.
Μπορούσα να πάρω το αεροπλάνο  και να  πάω χωρίς προβλήματα.
Την τελευταία στιγμή  με έπεισαν να πάω οδικώς.
Το σενάριο είχε ως εξής:
Θα πήγαινα με το αυτοκίνητό μου στην Λευκάδα.
Θα τα πίναμε το βράδυ σε παραδοσιακό ταβερνάκι.
Θα φεύγαμε το πρωί για Πάτρα.
Θα συναντούσαμε και κάποιους άλλους και όλοι μαζί  χαρούμενοι και καλοκαρδισμένοι θα πηγαίναμε στην Αθήνα.
Αμ δε!
Μόλις έφτασα στην Λευκάδα , σούρουπο,  μου ανακοίνωσαν ότι φεύγουμε για «εξόρμηση» στο Νυδρί.
Μοιράσαμε προκηρύξεις  μέσα στα σκοτάδια σε καφενεία με αλβανούς που δεν ξέρουν να διαβάζουν Ελληνικά.
Μόλις τελειώσαμε με πήγαν και στο Πνευματικό Κέντρο Λευκάδος  όπου γινόταν μια σημαντική σύσκεψη για τους Υδρογονάνθρακες .
Εκεί έμαθα ότι στην Λευκάδα υπάρχουν πολλοί τρανσέξουαλ διότι στην σύσκεψη ετέθη το ζήτημα ότι για να μπει κάποιος στο κίνημα κατά της εξόρυξης υδρογονανθράκων στο Ιόνιο Πέλαγος θα πρέπει να είναι και υπέρ των τρανσέξουαλ.
Μας πήρε λίγη ώρα μέχρι να καταλάβω τι είναι οι τρανσέξουαλ αλλά κατά τα άλλα η σύσκεψη ολοκληρώθηκε ομαλά  μετά τα μεσάνυχτα.
Με πήγανε σε ταβέρνα με κατεψυγμένα σουβλάκια και νάιλον πατάτες.


Μου εξηγούσαν τα επόμενα βήματα της επανάστασης ενώ εγώ τάιζα αφηρημένος έναν μονόφθαλμο γάτο,  θύμα προφανώς, ενός ανεκπλήρωτου έρωτα με κάποια Λευκαδίτισσα γάτα που δεν σήκωνε πολλά πολλά.

Τα χαράματα ξεκινήσαμε για Πάτρα.
Στο δρόμο το αυτοκίνητο του Λευκαδίτη δεν «τράβαγε».
Βγήκαμε στην Ιόνια οδό με εβδομήντα χιλιόμετρα την ώρα.
Κοντέψανε να μας πατήσουν οι νταλίκες.
Φτάσαμε καθυστερημένοι στην Πάτρα.
Εκεί έμαθα ότι ο Λευκαδίτης είχε και κάτι δουλειές να κάνει.
Οι Πατρινοί βιαζόντουσαν γιατί δεν θα προλαβαίναμε. 
Με την ψυχή στο στόμα βγήκαμε στην Πατρών Κορίνθου με το αυτοκίνητο έτοιμο να μας αφήσει στη μέση του δρόμου η να ανατιναχτεί.
Η πίεση μας είχε φτάσει δεκάξι με δώδεκα (η μικρή).
Φτάσαμε στην Κάνιγγος  εν μέσω διαδηλωτών , μπάτσων, πρεζονιών και πουτανών και πιάσαμε αμέσως δουλειά. 

Σε δύο μέρες είχε τελειώσει η συνέλευση και  παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής.

Στην Πάτρα αλλάξαμε την βουλωμένη εξάτμιση του Λευκαδίτη και την επομένη γυρίσαμε στην Λευκάδα.

Έφτασα στην Ηγουμενίτσα πέντε λεπτά πριν φύγει το “ Αγία Θεοδώρα» (μεγάλη η χάρη της).
Έφαγα δύο σάντουιτς στο καράβι και μια παγωμένη μπύρα.
Έπεσα για ύπνο κατάκοπος. 

Ξύπνησα στις  τρείς τα ξημερώματα κάθιδρος.

Είδα στον ύπνο μου ότι τελικά έγινε η επανάσταση αλλά  εν τω μεταξύ με διαγράψανε από το κόμμα.

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2019

Αδελφοί Μανέτα



Το Μηχανουργείο του Παύλου Μανέτα ήταν «κοφτήριο».

Εκείνα τα χρόνια το επάγγελμα του Τορναδόρου-φρεζαδόρου ήταν σαν να πούμε σήμερα «πυρηνικός φυσικός».

Τα πάντα εξαρτιόταν από ένα σιδερένιο εξάρτημα που μπορούσε να το κατασκευάσει από ένα κομμάτι ατσάλι μόνον ένας  έμπειρος τορναδόρος.
Ένα Καΐκι , ένα Λουτρουβιό, μια Μπορτόζα , ένα αυτοκίνητο , τα πάντα χρειαζόταν ένα εξάρτημα που δεν υπήρχε πουθενά.

Ο μόνος τρόπος για να μην αχρηστευτεί ένα μηχάνημα του εργοστάσιου, η μηχανή του πλοίου , η ένας πανάκριβος εκσκαφέας ήταν να πάς στον τορναδόρο να σου φτιάξει μια βίδα που να ταιριάζει εκεί που την ήθελες.

Ο Παύλος Μανέτας γεννήθηκε στο Μαντούκι μετά τον πόλεμο.

Το Μαντούκι τότε ήταν το φτωχότερο προάστιο της Κέρκυρας.
Τρώγανε όλη τη βδομάδα αγριολάχανα με ελάχιστο λάδι και χύμα μακαρόνια δευτέρας διαλογής από του Ζαφειρόπουλου. Που και πού τρώγανε κανένα ψάρι και μια φορά το χρόνο είχε μοσχάρι παστιτσάδο.
Η αδενοπάθεια θέριζε.

Τον Παύλο τον έβαλε μιτσό ο πατέρας του σε μηχανουργείο στου Βόγγολη.
Ήταν σαν να τον έστελνε στο Χάρβαντ.

«Βόγγολη» λεγανε μια περιοχή στην αρχή του Μαντουκιού που τα πολύ παλιά χρόνια είχε την καλύβα του και έδενε την βάρκα του ένας μοναχικός ψαράς.

Έβγαζε Γυαλιστερές , Στρούδια και Κυδώνια και γύρναγε με το κοφίνι ξυπόλητος στο Καμπιέλο και στην Πόρτα Ρεμούντα φωνάζωντας «Βόγγοληηηη!».

Έτσι του μείνε το παρατσούκλι «Βόγγολης».

Η Βόγγολη είναι ένας εξαιρετικός μεζές που γίνεται στο τηγάνι με μυρωδικά και λάδι και κάνει ένα σούγο που μυρίζει θάλασσα .

Οι Κερκυραίοι λόγω φτώχιας  έκαναν  την Βόγγολη με αυτό το μιξ οστρακοειδών ενώ η κανονική Βενετσιάνικη Βόγκολη γίνεται μόνο με κυδώνια.

Χάθηκε και ο Βόγγολης , μπαζώθηκε η θάλασσα και η περιοχή «Του Βόγγολη» γίνηκε «βιομηχανικό πάρκο» από άθλιες τριτοκοσμικές λαμαρινοκατασκευές.
  
Στο μηχανουργείο που έπιασε δουλειά ο Παύλος φτιάχνανε εξαρτήματα για καΐκια και επιδιορθώνανε και προπέλες.

Έφαγε πολύ ξύλο ο Παύλος εκεί  μέχρι «να γίνει μάστορας».

Το  75  άνοιξε δικό του Μηχανουργείο στην Πλατυτέρα.

Αγόρασε μεταχειρισμένο τόρνο , δράπανο, τροχό και πάγκο με εργαλεία που τα αγόρασε με δανεικά.

Εν τω μεταξύ ο αδελφός του ο Λευτέρης  είχε πάει στη Γερμανία μετανάστης και σχεδόν δεν έζησαν μαζί  εκτός από τα παιδικά τους χρόνια.

Το Μηχανουργείο του Μανέτα πήγαινε καλά. Ο Παύλος έφτιαξε το πατρικό του στο Μαντούκι και έχτισε  και  στο Κεφαλομάντουκο  «εξοχικό».

Πάντα πίστευε ότι το επάγγελμα του Τορναδόρου είναι σαν του νεκροθάφτη . Θα έχει πάντα δουλειά διότι «πάντα κάτι θα χαλάει» .

Ώσπου ήρθε η εποχή που ο Παύλος έφευγε και μαζί του έφευγε και το επάγγελμα.

Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι τα μηχανουργεία, τα τυπογραφεία και τόσα άλλα επαγγέλματα θα εξαφανιζόταν μέσα σε μια δεκαετία.

Δεν το δέχθηκε ποτέ.

Στην αρχή έβγαλε το συμπέρασμα ότι «οι νέοι είναι τεμπέληδες και κακομαθημένοι και δεν θέλουν να μάθουν τη δουλειά».

Αργότερα πήρε τα εργαλεία στο σπίτι στο Κεφαλομάντουκο και τα αποθήκευσε σε μια παράνομα χτισμένη αποθήκη στην πίσω αυλή.
Δεν τα πούλησε όσο ήταν νωρίς και μετά του τα ζητάγανε για παλιοσίδερα οι γύφτοι.

Ούτε που το συζητούσε.

Είχε μεγάλο καημό με τα εργαλεία του.

Όταν μιλούσε για αυτά νόμιζες ότι ήταν ζωντανά. Ότι είχαν αξία από μόνα τους. Σου φαινόταν ότι μιλούσε για τα παιδιά του.

Θύμωσε όταν του είπα ότι σήμερα μπορεί να εκτυπωθεί μια βίδα η και ακόμα πολύ πιο πολύπλοκα εξαρτήματα από ένα μηχάνημα που «το διατάζει ένας υπολογιστής».

Κοίταγε αλλού θυμωμένος .

Μου πόνεσε και δεν του ξανάπα κουβέντα.

Λένε ότι όταν γερνάει ο άνθρωπος γυρνάει πίσω. Σαν να προσπαθεί να γαντζωθεί από ένα ανύπαρκτο πλέον παρελθόν το οποίο μάλιστα προσπαθεί να το φέρει στα μέτρα του.

Σαν να προσπαθεί να φτιάξει ένα καλύτερο παρελθόν και να ζήσει ξανά μέσα σε αυτό.

Τριγυρνάει στους τόπους των παιδικών του χρόνων και αναζητεί τα εναπομείναντα σημάδια.

Ο Παύλος γύρισε στο σπίτι του στο Μαντούκι.

Το καμάρι του, την «Βίλλα» στο Κεφαλομάντουκο, την νοίκιασε.

Εν τω μεταξύ γύρισε και ο αδελφός του.

Κάθε  πρωί και κάθε απόγευμα βγάζουν καρέκλες στο καντούνι και κάθονται χωρίς να μιλούν .

Αν ανοίξει κάποιος από τους δύο το στόμα του είναι σίγουρο ότι στο τέλος θα τσακωθούν.

Ο Λευτέρης έγινε στέλεχος του ΚΚΕ στην Γερμανία.
Ακόμα και για το φαί να μιλήσουν ο Λευτέρης θα το γυρίσει στο «Κόμμα».
-       «Αν δεν ήτανε το  Κόμμα….»
-       «Τι μαλακίες μου λες… ας μην είχα εγώ τον τόρνο μου να δούμε ποιος θα μας τάιζε».

Προχτές τους είδα να κάθονται στις καρέκλες τους κοιτάζοντας μπροστά σοβαροί και αμίλητοι.

Είπα να σταματήσω να πω μια καλημέρα αλλά συνέχισα.

Σκέφτηκα μια δικαιολογία.

«θάχανα το φέρυ μπώτ» .

Έτσι, που λέτε,  έγινε φετίχ το μέσο και ξεθώριαζε ο σκοπός.