Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Μια Λουκία στο Ψυχιατρείο


Διαμένω εδώ και χρόνια δίπλα στο Ψυχιατρείο.
Ένα μοροφίντο με χωρίζει από το ίδρυμα.
Γνωρίζω όλους τους τρόφιμους του και έχω κερδίσει την εκτίμηση και τον σεβασμό τους.
Μου λένε την (πονεμένη) ιστορία τους.
Τους δίνω συμβουλές και παρηγοριά αφιλοκερδώς με ένα και μόνο όρο.
Να μην υπερβαίνει η αφήγηση τα εφτά λεπτά.
Εξαίρεση έχω κάνει μόνο για τον Αντώνη ο οποίος έλαβε παράταση λόγω του συγκλονιστικού τρόπου της αφήγησης του.
Ουσιαστικά εξεχάστηκα και δεν τον διέκοψα με την παροιμιώδη μου ευγένεια.
Ο Αντώνης ήταν (και είναι) ένας από τους καλύτερους ξυλοτορναδόρους που έχω γνωρίσει στην πολυτάραχη ζωή μου.
Ζούσε στην Αθήνα όπου και αρραβωνιάστηκε με μια κοπέλα από το Μπουρνάζι.
Η κοπέλα τον πρόδωσε και τούφυγε πριν γίνει ο γάμος.
Ο Αντώνης το πήρε πολύ βαριά για Κερκυραίος και κρεμάστηκε.
Τονε πήγανε στον Ευαγγελισμό και έμεινε για μήνες σε κώμα .
Ο Αντώνης ήταν και πιο πριν σε κόμμα.
Είχε θητεύσει στο ΚΚΕ (μλ) για μερικά χρόνια.
Όταν συνήλθε είχε πάρει μια «σπονδή» και χρειάστηκε περαιτέρω ψυχιατρική υποστήριξη.
Τα κατάφερε και επανήλθε πλήρως στην φυσιολογική ζωή.
Έρχεται και στις διαδηλώσεις στην ώρα του, μαθημένος από την πειθαρχία του κόμματος και φωνάζει συνθήματα κατά του ιμπεριαλισμού.
Καθώς τον βλέπω σκέφτομαι ότι όταν φωνάζει «κάτω οι ιμπεριαλιστές» μάλλον εννοεί την μάνα της πρώην του που την κατηγορεί ότι αυτή έβαλε λόγια και τους χώρισε.
Άτυχος ο Αντώνης και αξιαγάπητος.
Πολλοί νομίζουν ότι η Κέρκυρα έχει αυτό το φημισμένο ψυχιατρείο εξαιτίας του ότι εδώ υπάρχουν πολλοί τρελοί.
Λάθος.
Οι περισσότεροι τρόφιμοι του ιδρύματος είναι από απέναντι.
Εκεί θερίζει η μανιοκατάθλιψη και η σχιζοφρένεια και δεν υπάρχουν (το κυριότερο) βαλβίδες αποσυμπίεσης.
Εδώ όποιος έχει το παραμικρό πρόβλημα βγαίνει αμέσως και το ανακοινώνει παντού.
Οι απέναντι το κρατάνε μέσα τους και τους τσακίζει.
Θυμάμαι τη Μαρία που έγραφε κασέτες με πονεμένα τραγούδια σε ερωτευμένους και προδομένους ηπειρώτες.
Δεν είχε ούτε έναν πελάτη Κερκυραίο.
Οι Κερκυραίοι γυρνάνε γύρω γύρω από το ψυχιατρείο αλλά μέσα δεν μπαίνουν.
Τελευταία η επιστήμη έχει κάνει τεράστια βήματα στον τομέα της ψυχιατρικής που έχουν προκαλέσει μεγάλη κοινωνική αναστάτωση .
Ο Πανέμορφος χώρος του ψυχιατρείου έχει μετατραπεί σε πάρκο αναψυχής και μια όαση ηρεμίας στο κέντρο της πόλης.
Κάθεσαι κάτω από τα δένδρα στο «καφέ Λουνάτικο» και η Γεωργία σε ρωτάει ήρεμα και ευγενικά:
«Καλημέρα κύριε Σταμάτη , τι θα πάρετε;»
«Γεια σου Γεωργία, Ένα καπουτσίνο παρακαλώ.»
«Με πάνα όπως πάντα;»
«Ακριβώς! Πως πάει το δόντι σου; Πέτυχε η απονεύρωση;»
«Πολύ καλά κύριε Σταμάτη , ευχαριστώ πολύ».
Όλοι έχουν μια απασχόληση και βγάζουν και το κάτιτίς τους .
Άλλος στα χωράφια και στο θερμοκήπιο, η άλλη μανάβισσα πουλαεί φρέσκα λαχανικά χωρίς φάρμακα, ο Ηλίας ταμίας στο Πάρκινγκ.
Μια όαση φυσιολογικών και ευγενικών ανθρώπων μέσα σε μια πόλη που κρατιέται με νύχια και με δόντια για να μην εκραγεί.
Πολιορκημένοι από ασκόπως περιφερόμενους ψυχασθενείς που κρατιούνται για να μην αρπαχτούν στη μέση του δρόμου για το τίποτα.
Πολιορκημένοι από διαφωνούντες που δεν σου λένε σε τι διαφωνούν .
Πολιορκημένοι από οργισμένους που δεν ξέρουν με ποιόν είναι οργισμένοι.
Πολιορκημένοι από μειλίχιους και εν δυνάμει βιαστές που σου χαμογελούν και ανατριχιάζεις.
Η Λουκία γέννησε μέσα στο ψυχιατρείο.
Εδώ αισθάνεται ασφαλής να μεγαλώσει τα παιδιά της.
Η Λουκία βγαίνει κάθε μέρα για τα προς το ζην.
Δεν ζητιανεύει.
Βρίσκει ότι θέλει στον διάσημο και δημοφιλή σκουπιδοτενεκέ της γωνίας Νίκου Μώρου και Αθανασίου Πολίτη.
Σκαρφαλώνει τον μαντρότοιχο με το φαί στο στόμα.
Πολλές φορές. Κάθε μέρα. Η ίδια διαδρομή.
Όταν βγαίνει στο δρόμο για το φαί των παιδιών της το βλέμμα της είναι αλαφιασμένο.
Φοβάται μην την πατήσει κανένα αυτοκίνητο και «τι θα απογίνουν τέσσερα κεφάλια γατιά».
Όταν επιστρέφει το βλέμμα της γαληνεύει.
Κοιμάται σε μια αποθήκη με φακέλους ψυχασθενών.
Τα βράδια, μόλις αποκοιμηθούν τα γατιά της, διαβάζει ιστορίες γεμάτες πόνο και δάκρυα ανθρώπων που δεν άντεξαν την λογική των λογικών.
Αμέτρητες ιστορίες ποστιασμένες σε τεράστιες στοίβες.
Ξέρει πολλά η Λουκία.


Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Ένας σκίουρος στο Ασκηταριό


Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τα δέντρα στην πλατεία μας φυτεύτηκαν τυχαία.

Λάθος.

Θα ήθελα να είχα γνωρίσει τον άνθρωπο που τα φύτεψε αλλά μάλλον είναι αδύνατον. 

Αυτά τα δέντρα ζουν αιώνες και εμείς ούτε που προλαβαίνουμε να τα δούμε έστω ως έφηβους.

Οι Βαλανιδιές, οι αγριοκαστανιές, τα Τήλια, οι Κοκκυκιές  είναι μερικά από τα  δέντρα που κυριαρχούσαν στην χλωρίδα  της Κέρκυρας πριν την δενδροφύτευσή της από τους Ενετούς.

Έτσι, που λέτε,  οι διαβάτες περνάνε κάτω από τα δέντρα με τα δικά τους ιντερέσα.

Ουδείς σκέφτηκε να βάλει μια πινακίδα που να μιλάει για αυτά τα μνημειακά μας εκθέματα.

Οι αγριοκαστανιές, βεβαίως, Δεν ενδιαφέρονται για την μουσειακή και ιστορική τους αποκατάσταση.
 
Συνεχίζουν την δουλειά τους  παρά την κυριαρχία του εξημερωμένου ελαιώνα.

Οι Νύμφες ήταν θεότητες των τρεχούμενων νερών και των καταρρακτών μέχρι που αντικαταστάθηκαν από άλλες θεότητες της υπηρεσίας ύδρευσης και αποχέτευσης.

Ωστόσο και αυτές συνέχισαν την δουλειά τους αδιαφορώντας για τα εφήμερα.

Έτσι περνούσαν τα χρόνια και την χλιδή των «Κορφού μπαι νάιτ» και του «μου κρατούσες το χέρι στα λασπόνερα» ήρθε να αντικαταστήσει η φτήνια των πανηγυριών.
Πανηγύρια «σαρδέλας» με ψητά αρνιά
Πανηγύρια κρασιού με Τζάκ Ντάνιελς από γκαζοντενεκέ. 
Πανηγύρια παραδοσιακά με φουσκωμένα μπαλόνια, μαλλί της γριάς, προτηγανισμένες πατάτες,  φωτεινά σπαθιά , τραγούδια με έκο που δεν τελείωναν ποτέ και θλιμμένα πρόσωπα.

Φτήνια!

Οι Αγριοκαστανιές αδιαφορούν για τα εφήμερα γιατί ξέρουν.

Το ασκηταριό Νυμφών είναι ένα μοναστήρι καλά κρυμμένο μέσα σε δάση από βαλανιδιές , αγριοκαστανιές , κοκκυκιές και τρεχούμενα νερά.
Παλιά δεν μπορούσες να πάς εκεί παρά μόνο αν άνοιγες δρόμο μέσα στο δάσος.

Ποιος να το κάνει και γιατί;
Για να πιει νερό;
Γιατί; Τέλειωσε το ουίσκι του Κορφού μπαι νάιτ;
Η για να συναντήσει ανύπαρκτες θεότητες που έζησαν μόνο στα παραμύθια άλλων εποχών;

Εκεί λοιπόν στα βάθη του δάσους χθες το βράδυ έγινε μια σύναξη απόκοσμη και πρωτοφανής.

Μέρες τώρα τα συνεργεία του χωριού καθάριζαν μια ρεματιά . Κόψανε τα πουρνάρια. Άνοιξαν δρόμο και έφτιαξαν ένα αμφιθέατρο στην καρδιά του δάσους με τραπέζια, καρέκλες, τραπεζομάντηλα και.. κεράκια.

Εκμεταλλεύτηκαν ακόμα και κοιλότητες των βράχων για μοναχικά τραπέζια ρομαντικών ζευγαριών.

Μαγείρεψαν με τα χεράκια τους εξαιρετικά φαγητά της κουζίνας μας για την περίσταση.

Πρόσεξαν και τον φωτισμό . Οι Πυρσοί αντικατέστησαν τους εκτυφλωτικούς προβολείς.

Η Ορχήστρα του Σπύρου του Βαλανίτη τοποθετήθηκε στο βάθος της ρεματιάς για να είναι η ακουστική τέλεια.

Νόμιζες ότι σου τραγουδούσαν στο αυτί.

Είπαν τραγούδια για μεγάλους έρωτες , για μεγάλους χωρισμούς , για ασήμαντα γεγονότα, για μικρά λουλούδια, για  πληγωμένα πουλιά.

Έτσι ταξιδεύαμε χτές το βράδυ και από πάνω μας χαμογελούσαν οι αγριοκαστανιές γιατί αυτές  ξέρουν.

Αναστατώθηκαν και τα ζώα του δάσους γιατί δεν γνωρίζουν τους ανθρώπους και τα ιντερέσα τους.

Ένας σκίουρος πήδησε πάνω στο τραπέζι μας κοίταξε τριγύρω με τα τρομαγμένα του μάτια.

Μύρισε το κοκκινιστό αλλά φαίνεται ότι οι σκίουροι αποφεύγουν τα καυτερά και τις σάλτσες.

Κάποιο παιδί πήγε να τον φωτογραφήσει.

Τρόμαξε.

Πήδηξε από το τραπέζι και χάθηκε στο Δάσος.

Αργότερα μπορεί να διηγείται την περιπέτεια του στα εγγόνια του.

Να κάθονται τα σκιουράκια γύρω του και να τους μιλάει για μια απόκοσμη σύναξη ανθρώπων μέσα στο δάσος με  πυρσούς , με μουσικές, με παράξενα φαγητά και με λάμψεις φωτογραφικών μηχανών που σε τυφλώνουν.

Τα σκιουράκια να ακούν με ανοιχτό το στόμα και να φαντάζονται ένα μαγικό δάσος όπου όλα μέσα σε αυτό ήταν δυνατόν να συμβούν.

Οι μεγάλοι σκίουροι να παρακολουθούν σοβαροί κουνώντας το κεφάλι τους.


Επάνω οι αγριοκαστανιές να χαμογελούν.

...

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Τα τίλια


Στα Τίλια έχω στηθεί αμέτρητες φορές .

Αν χρειαστούν οι επόμενες γενεές ένα επιπλέον άγαλμα θα προτιμούσα ένα άγαλμα μου στα Τίλια να περιμένω ματαίως.

Μόνο ο Τζόρτζιο δεν αργεί ποτέ.

Ο Τζόρτζιο είναι ένας Ιταλός Παιδίατρος με αριστερό παρελθόν και μεγάλη αγάπη για τα παιδιά και τα ζώα.

Καθημερινά εδώ και χρόνια ανοίγει την εξώπορτα του σπιτιού του και την ξανακλειδώνει απ΄έξω.

Εν συνεχεία ξεκλειδώνει το αυτοκίνητο.
Μετά ξεκλειδώνει την πόρτα του ιατρείου.
Ακολούθως ξεκλειδώνει την πόρτα του φωριαμού και βάζει την ιατρική του μπλούζα.
Το μεσημέρι κλειδώνει και ξεκλειδώνει ανάποδα.
 Πρώτα τον φωριαμό , ύστερα την πόρτα  και συνεχίζει μέχρι το σπίτι .

Τα κλειδιά του τα έχει με αυτήν την σειρά σε μια μικρή δερματίνη θήκη για να μην μπερδεύεται.

Τελευταία τονε πονάει ο αντίχειρας και  ξεκλειδώνει με το αριστερό.

«Γεράματα Σταμάτη! Γεράματα!» λέει αναστενάζοντας.

Όλα πήγαιναν καλά ώσπου μια μέρα κάτι τον «τσίμπησε» και χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα αμπαλάρισε τα ιατρικά του εργαλεία , ετοίμασε την βαλίτσα του, έδωσε και 6 μήνες άδεια με αποδοχές στην κατάπληκτη γραμματέα του και έφυγε.

Τον ξανάδα μετά έξη μήνες στα Τίλια.

Είχαμε το γνωστό ακριβές ραντεβού.

Είχε μείνει ο μισός.

Περπατήσαμε προς τον ΝΑΟΚ στην καθιερωμένη μας διαδρομή.

Ο Τζόρτζιο πήγε στην Κένυα με μια ανθρωπιστική οργάνωση γιατρών και εγκατέστησε το ιατρείο στο σχολείο ενός χωριού εκατό χιλιόμετρα βόρεια του Ναϊρόμπι.

Εκτός από τα παιδιά του χωριού ανέλαβε και τα γύρω χωριά.
Το κατακρεουργήσανε τα έντομα και αν δεν του δίνανε τα τοπικά γιατροσόφια θα πέθαινε από μια άγνωστης προέλευσης μόλυνση.
Κοιμότανε στο ιατρείο για περισσότερη ασφάλεια μέχρι που μια νύχτα σπάσανε την  πόρτα  ένοπλοι που δεν ήξερε αν ήταν αστυνομία , στρατός η συμμορία.

Τους έδειξε τα χαρτιά του υπό την απειλή των όπλων και τον αφήσανε.

Στα Κουρτελάτσα κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα.

Περπατήσαμε ως τον ανεμόμυλο και μου μιλούσε ασταμάτητα για την περιπέτειά του.

Κοιμότανε σαν λαγός . Μια ώρα ύπνος και μετά ξανά στο ποδάρι. Δεν κατάφερε ούτε μια νύχτα να κοιμηθεί συνεχώς. Η Τον ξυπνούσαν για κάποιον άρρωστο  η δεν τον άφηνε να κοιμηθεί η ζέστη .

Κάναμε στροφή στον Ανεμόμυλο και επιστρέψαμε.

Ποιος να το φανταζόταν!
Ο Τζόρτζιο ένας καλομαθημένος Ιταλός παιδίατρος με αριστερό παρελθόν στα βάθη της Αφρικής!

Στην επιστροφή από το χωριό προς το Ναϊρόμπι τον λήστεψαν.
Για την ακρίβεια τον σταμάτησαν σε ένα μπλόκο και του έκαναν έρευνα.
Μετά την έρευνα λείπανε τα τελευταία λεφτά που είχε μαζί του.
Οι συνάδελφοι του στο Ναϊρόμπι χρηματοδότησαν το ταξίδι της επιστροφής του Τζόρτζιο χωρίς καν να ρωτήσουν τι και πώς.

Στο άγαλμα του Σολωμού τον ρώτησα:

«Γιατί πουλί μου τα έκανες όλα αυτά:»

Με κοίταξε ερευνητικά και μάλλον αυστηρά.

«Την αλήθεια… από ψέματα και μισόλογα έχουμε χορτάσει» του λέω.

Γύρισε το κεφάλι προς την θάλασσα και μου είπε:

Το έκανα γιατί δεν αντέχω να μένω άπραγος μπροστά στην δυστυχία… μου έχει μείνει  από το Πιτσί (Κομμουνιστικό κόμμα Ιταλίας) όταν ήμουν φοιτητής της Ιατρικής.
Το έκανα διότι βαρέθηκα κάθε μέρα τα ίδια κλειδιά , τους ίδιους κωδικούς και την ίδια διαδρομή.
Το έκανα για να μπορώ να κοιμάμαι και τα βράδια σαν άνθρωπός.
Το έκανα επίσης για να εντυπωσιάσω την κόρη μου.

Επιστρέψαμε στα Τίλια μετά από δύο ώρες δρόμο με στάσεις.

Ήταν μαζεμένος κόσμος και κοιτούσε στην ρίζα ενός δέντρου.

Πλησιάσαμε .

Ένας Γκιώνης είχε τυφλωθεί από τον προβολέα του καφενείου έπεσε και καθόταν κουρνιασμένος στην ρίζα του δέντρου.
Μια  Αθηναία τουρίστρια τσίριζε σαν να είχε δει κάποιο αλλόκοτο τέρας.
Ο Γκιώνης είχε αγριέψει από τις φωνές και τον κόσμο και απειλούσε να ξεσκίσει όποιος θα τολμούσε να τον πλησιάσει.

«Έλα..» μου λέει ο Τζόρτζιο «..πάμε να τον πάρουμε είναι κρίμα να  τονε φάει κανένας γάτος.»

Έβγαλα τη φανέλα μου, σκέπασα τον Γκιώνη και το πήραμε στο πιο σκοτεινό σημείο της πλατείας.

Έβαλε ο Τζόρτζιο το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια μου και με σήκωσε στους ώμους του.

Αφήσαμε τον Γκίωνη πάνω στο δέντρο και γυρίσαμε.

Η Ομήγυρης είχε διαλυθεί.

Στην Ανουντσιάτα με ρωτάει:
«Τώρα αυτό γιατί το κάναμε;»

Ξέρω ότι μου την  φυλάει και ετοιμάζω τα λόγια μου .

«Το κάναμε διότι αγαπάμε τα ζώα.
Το κάναμε για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε το βράδυ.
Το κάναμε, τέλος,  για να εντυπωσιάσουμε την Αθηναία.»

Χαμογέλασε πονηρά και μου είπε:


«Υπάρχουν και άλλοι έξι λόγοι αλλά ας μην το συζητήσουμε τώρα» 

..

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Επτά μερόνυχτα με μια αγαπημένη και μανιοκαταθλιπτική γειτόνισσα



Υπάρχει μια βασική αρχή την οποία τηρώ πάντα και μου βγαίνει πάντα σε καλό.
Σύμφωνα με αυτήν την σοφή αρχή αν πηγαίνεις με το ρεύμα,  θα σε ξεβράσει πνιγμένο στη θάλασσα.

Έτσι , λοιπόν, όταν οι άλλοι  φεύγουν για τριήμερο εγώ έρχομαι.
Όταν οι άλλοι έρχονται ξεθεωμένοι από διακοπές εγώ πάω.
Όταν οι άλλοι τρώνε ψητό  αρνί εγώ τρώω κόκορο παστιτσάδο.
Όταν οι άλλοι πάνε στο βουνό εγώ πάω στην θάλασσα.

Επιδιώκω συνειδητά να είμαι στην απέναντι λωρίδα από τους «άλλους»  (που ως γνωστόν φταίνε για όλα) .

Οι «άλλοι» σιχαίνονται τους βατράχους.

Αυτός είναι και ο λόγος που βρίσκομαι καλοκαιριάτικα σε ένα νησάκι στη μέση μιας λούμπας που οι Γιαννιώτες την λένε «λίμνη».

Σε αυτό το νησάκι (χωρίς αυτοκίνητα), κάτω από τα πλατάνια βρίσκομαι μπροστά σε μια πιατέλα με τηγανιτά βατραχοπόδαρα , χέλια και καραβίδες του γλυκού νερού με συνοδεία παγωμένου ηπειρώτικου τσίπουρου.

Στην υπόλοιπη Ήπειρο τρώνε κοντοσούβλια και παϊδάκια πρωί μεσημέρι βράδυ.

Στη μέση τσι λούμπας ισχύουν άλλοι νόμοι.

Γι αυτό ήρθα.

Εδώ κόψανε το κεφάλι του Αλή Πασά και φαίνεται ότι από τότε έχει μείνει ως έθιμο να αποκεφαλίζουνε καρλάκους και να τηγανίζουνε τα ποδάρια τους.

Από μικρός είχα να φάω καρλακοπόδαρα. Ο Πατέρας μου τα έπιανε στο ποτάμι με πιρούνι (δεμένο σε καλάμι)  και μου τάψηνε σαν σουβλάκι.  Φοβερός μεζές. Τηγανισμένα με αλεύρι χάνουν πολύ. Ποιός κάθετε όμως να ψήνει;

Σκέφτομαι ότι μια καλή μπίζνα θα ήταν να φτιάξει κάποιος που έχει όρεξη μια ψαροταβέρνα στο Μέτσοβο.

Να τηγανίζει μαρίδες και να λέει ότι τις ψάρεψε στη γέφυρα της Μπαλτούμας.

Η ακόμα να ανοίξει ένα μαγαζί και να πουλάει είδη θαλάσσης  . 
Να γίνει, λέει,  μόδα στους ορεσίβιους και να βλέπεις να κάθονται στην πλατεία του Μετσόβου αρειμάνιοι μυστακοφόροι κτηνοτρόφοι με αγκλίτσες   που αντί για τα άβολα και χοντροκομμένα τσαρούχια τους να φοράνε βατραχοπέδιλα.

Τα Γιάννενα την Κυριακή του καλοκαιριού είναι μια πόλη φάντασμα . 
Οι  Ηπειρωτοπούλες λιάζονται με στρίγκ  στις αμμουδιές του Μούρτου και της Πρεβέζης (εκεί που ξέβρασε το κύμα τον Καρυωτάκη πριν αυτοκτονήσει στα αλήθεια).

Τις καλλίγραμμες Ηπειρωτοπούλες μοιραία ακολουθούν πειθήνια ιδρωμένοι Ηπειρώτες μεταφέροντας αγόγγυστα ομπρέλες καρεκλάκια καπέλα και ταπεράκια με κοντοσούβλια.

Λίγο πιο πέρα είναι η Αχερουσία λίμνη αλλά κανείς ζωντανός δεν θέλει να την σκέφτεται.

Άλλωστε η Αχερουσία λίμνη δεν υπάρχει πια. Μόνο στην μέση μια λίμνης με καλαμπόκια υπάρχει ένας λοφίσκος όπου οι αρχαίοι υμών πρόγονοι (λέμε τώρα) είχανε στήσει μια φοβερή μπίζνα.

Στην κορυφή του λόφου υπάρχει ένα «Ιερό» και από κάτω ένα πέτρινο και σκοτεινό υπόγειο.

Ερχότανε οι πλούσιοι Αρχαίοι κουτοαθηναίοι  και κλείνανε ένα ξύλινο και πανάκριβο μπαγκαλόους  στις πλαγιές του μικρού αυτού νησιού για να μιλήσουν με τους νεκρούς τους.

Τους αφήνανε είκοσι μέρες νηστικούς στην αναμονή και λίγο πριν αφήκουνε την αποξυλή τους εκεί τους κατεβάζανε στο σκοτεινό υπόγειο όπου  τους κερνούσαν ένα σφηνάκι νερό με μια άσπρη σκόνη μέσα.

Υπό αυτάς τα συνθήκας, όχι τους νεκρούς σου βλέπεις,  αλλά και το Χριστό φαντάρο.

Περιμένω καρτερικά  στην ουρά του ταμείου του μουσείου της Αχερουσίας.

Στο τζάμι είναι κολλημένο ένα χαρτί όπου με ενημερώνει ότι  το εισιτήριο κάνει δεκαπέντε ευρώ (εκτός από τα «μικρά παιδιά και τους άνω των εξήντα πέντε» όπου εκεί πέφτει όλο με μίας στα οχτώ).

Ζητάω εισιτήριο των οχτώ.
Με κοιτάει καχύποπτα.
-«Πόσο ετών είστε κύριε;»
-«Εξηναέξι» απαντώ.
-«Δεν φαίνεστε»
-»Μικροδείχνω»
Χαμογελάει  
-«Από πού είστε;»
-«Κερκυραίος»
-« ..Και ήρθατε από την Κέρκυρα καλοκαιριάτικα εδώ!;»
-« Να ξέρω το δρόμο… μην ψάχνουμε την τελευταία στιγμή.»
Βάζει τα γέλια  και μου δίνει εισιτήριο των οχτώ.
-«Παλιά για να περάσεις την Αχερουσία ήθελες έναν οβολό.  Πως ακρίβυνε έτσι η ζωή!» Μονολογώ και ο ταμίας συνεχίζει τα γέλια.

Όταν λέμε «κόντρα στο ρεύμα» το εννοούμε.

Έτσι ξεκίνησα να ανέβω τον Αχέροντα  με το σακίδιο μου  πάνω από το κεφάλι ωσάν τον Συλβέστερ Σταλόνε στο «Χαμηλό Βαρομετρικό».

Όλα πήγαινα καλά μέχρι που μουπεσε το κινητό στο νερό και αναγκάστηκα να ρίξω μακροβούτι.

Μέχρι και κάτι Σκανδιναβοί τουρίστες με κοιτάζανε με ανυπόκριτο θαυμασμό να βγαίνω  μελανιασμένος από τα παγωμένα νερά του Αχέροντα.

Στο Γλυκή είχε πανηγύρι το βράδυ και ο δρόμος ήτανε γεμάτος ψησταριές με κοντοσούβλια.

Έβαλα το κινητό μου στη σχάρα να στεγνώσει και παρήγγειλα καφέ.

Εκεί απέναντι στην Γέφυρα του Γλυκή τα παλιά χρόνια οι Σουλιώτες ειχανε στήσει μια χοντρή μπίζνα που καθιερώθηκε παντού μέχρι τις μέρες μας.

Σταματάγανε τα καραβάνια του Αλή Πασά που πηγαίνανε στα Γιάννενα φορτωμένα με εμπορεύματα και τους παίρνανε διόδια.

Ο Πόλεμος του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες έγινε λόγω της αύξησης των διοδίων.

Εκείνα τα χρόνια ο δρόμος ήταν Πάργα- Γλυκή- Παραμυθιά- Δωδώνη-Γιάννενα.  

Λίγο που τον εκλέβανε οι Παργινοί στο Τελωνείο. Λίγο που του τα παίρνανε χοντρά στα διόδια στο Γλυκή, ο Αλή Πασάς αντιμετώπιζε πρόβλημα αύξησης στις τιμές των προϊόντων χωρίς να φάει χωρίς να πιει.

Έτσι λοιπόν έκανε μια συμφωνία με τους Άγγλους τσι «Κέρκύραςμας». Ξαπόστειλε τσου Παργινούς τσου Κορφούς και εξασφάλισε επίσης να μην πουλήσουνε ούτε βόλι  οι Άγγλοι τσου Σουλιώτες.

Οι Σουλιώτες έχασαν τα διόδια και κατάντησαν να έρθουν και αυτοί τσου κορφούς και να κλέβουν κοτέτσια.

Αν έμπαινες τότες ντυμένος στο Αρβανιτοκάναλο,  έβγαινες από την άλλη μεριά ξεβράκωτος.

Τα παραμύθια με χορούς του Ζαλόγγου είναι για εθνικές επετείους.

Αν διαδοθεί τώρα στο Λιστόν ότι «έρχονται οι Τούρκοι να μας γαμήσουν» ,   πρώτες θα κατέβουν στη Σπηλιά να πιάσουν θέση οι μεταμοντέρνες Σουλιωτοπούλες που σουλατσάρουν με τον κώλο έξω τσι Κάρτελάκουες.

Στέγνωσε το κινητό. Ψηθήκανε και τα κοντοσούβλια. Βάζω την κάρτα και αρχίζει να τηλεφωνάει μόνο του.

Πάμε για άλλο κινητό .

Θα χάσω και τις πολύτιμες επαφές μου.

Το πανηγύρι μόλις αρχίζει.

Στην Ήπειρο παίζουν ένα είδος κλαρίνου (δική τους πατέντα μάλλον) που παίζει μόνο μινόρε.

Και το Τζάκ Πότ στο Λόττο να έχεις κερδίσει σούρχεται να βάλεις τα κλάματα.

Αυτή η αξιαγάπητη γειτόνισσα κλαίει ασταμάτητα υπάρχει δεν υπάρχει λόγος.

Κλαίει σε γάμους .
Κλαίει σε βαφτίσια .  
Κλαίει σε κηδείες.
Κλαίει σε πανηγύρια.
Κλαίει σε δεξιώσεις.
Κλαίει στο φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή.
Κλαίει όταν έχει λεφτά.
Κλαίει και αδέκαρη.


Δεν μοιάζουμε. Είναι αλήθεια. Αλλά δύσκολα την αντιπαθείς.

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Ο Κήπος της Ευτυχίας

Η Ευτυχία Ρωμανού παντρεύτηκε 20 χρονώ έναν νέο τραπεζικό υπάλληλο.
Ο Τραπεζικός υπάλληλος μιλούσε ελάχιστα , έβλεπε ακόμα λιγότερο και δεν άκουγε σχεδόν καθόλου.

Κάτω από  άλλες συνθήκες  θα έπρεπε να παίρνει αναπηρική σύνταξη αλλά τα χρόνια εκείνα (όπως και τα σημερινά άλλωστε) άμα δεν μιλάς , δεν βλέπεις και δεν ακούς  ανεβαίνεις ιεραρχικώς πολύ γρήγορα.

Ο Τραπεζικός υπάλληλος  αγόρασε μια δίχρονη Ζάξ πεντάρα όταν το ποδήλατο ήταν ακόμα πολυτέλεια.

Κάθε σαββατοκύριακο του καλοκαιριού η Κυρία Ευτυχία ετοίμαζε γεμιστά με κιμά και  κεφτεδάκια φορτώνανε την Ζάξ και φεύγανε.

Η Ζάξ με την καμπούλα που έβγανε, πρέπει να ήταν ορατή και από το διάστημα (μαζί με το Σινικό τείχος). 

Η Ευτυχία γύρισε όλη την Κέρκυρα με το μηχανάκι και  έχει να το λέει.
«Μέχρι την Κουλούρα με έφτακε ο Πίπης μου»

Μόλις ο Τραπεζικός υπάλληλος ανέβηκε μερικά σκαλιά της ιεραρχίας φύγανε από το Καμπιέλο και πήρε με δάνειο ένα ισόγειο διαμέρισμα στο Σαρόκο με ακάλυπτο από πίσω.

Ο ακάλυπτος ήταν κοινόχρηστος και εξ αδιαιρέτου αλλά η κυρία Ευτυχία τον θεωρούσε πάντα δικό της και κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει με κοτζάμ «Τραπεζικό». πόσο μάλλον με την Ευτυχία.

Κάνανε όλοι τα στραβά μάτια, τα χρόνια περνούσαν και ο ακάλυπτος έγινε «ο κήπος της Ευτυχίας».

Στην αρχή ο κήπος χρησίμευε μόνο για άπλωμα.
Μετά μπήκαν και δυο καρέκλες με ένα τραπεζάκι και ομπρέλα.
Προς την δύσιν γιόμησε λουλούδια και φυτά παντός τύπου.

Στην αρχή η Ευτυχία ήταν όλο Ζαξ χαρές και αθώα ψιλοτσιλιμπουρδίσματα.
Μετά ήρθε η σοβαρότης.
Προς την Δύσιν την ενοχλούσαν οι «Μούλοι του Λυκείου» που φιλιώντουσαν και τα μηχανάκια που περνάγανε από τον κήπο «της».

Στην αρχή οι Γιοί της Ευτυχίας  προοριζόταν για επιστήμονες.
Αργότερα εξαφανίστηκαν «για σπουδές».
Προς την δύσιν οι κακές οι γλάσσες λένε ότι ο ένας «εγίνηκε καλόγερος στο Αγιονόρος» και ο άλλος παντρεύτηκε μια ξεβράκωτη αγγλίδα που τηνε βρήκε στη Μυρτιώτησσα και ζει άνεργος στην Αγγλία.

Στην αρχή η Ευτυχία ήταν «ο Πίπης μου και ο Πίπης μου».
Μετά  έγινε «ο Σπύρος»
Προς την δύσιν τον αρχίνησε στις χριστοπαναγίες.

Κάποια στιγμή, εντελώς ξαφνικά,  ήρθε η «κατάρρευση του Πίπη».

Έτσι συμβαίνει συνήθως. Πρώτα καταρρέουν οι Πίπιδες και μετά οι Ευτυχίες.

Στην «μετά Σπύρο»  εποχή  κατά ένα ανεξήγητο τρόπο επιστρέφουμε στο «Ο Πίπης μου και ο Πίπης μου».

Τα χρόνια της μοναξιάς της Ευτυχίας ήρθαν μαζί με την οικονομική κρίση και η οικονομική κρίση έσερνε μαζί της και πολλές άλλες αρρώστιες.

Τίποτε δεν άρεσε της Ευτυχίας.
Άμα  είχε ήλιο «μας έκαψε»
Άμα έβρεχε «μας έπνιξε»
Άμα έκανε κρύο «μας θέρισε»

Τότε ήταν που η Ευτυχία ξεκίνησε τα έργα οχυρώσεων.

Ήθελε κλειδαριές , καδινάτσους, σιδεριές και πάνω απ όλα καινούργιο σιδερένιο φράχτη από ψηλά μασίφ σίδερα.
Φοβόταν «τσου αρβανούς», «τσου Γύφτους» «τσου βιαστές»,  «τσου λογιστές» και  προπάντων «τσου φυσιοθεραπευτές».

Οι πάντες ήταν ύποπτοι.

Η Ευτυχία κλείστηκε στο οχυρό της.
Μισή καλημέρα και αυτή πίσω από τα κάγκελα.

Πίστευε δε ότι εκεί μέσα ήταν η ελευθερία και απέξω η φυλακή.

Έτρεμε το Σαββατοκύριακο.

Αυτή που περίμενε τον Πίπη της πως και πώς να «ασκολάσει» για να πάνε εκδρομή τώρα έτρεμε μην φύγουν οι γειτόνοι και μείνει μόνη της στην πολυκατοικία.

Ενώ η κατάρρευση Πίπη προήλθε από χέσιμο, η μοιραία κατάρρευση της Ευτυχίας αρχίνησε από πέσιμο.

Τρείς γιατροί και δυό νοσοκόμες επιστρατεύτηκαν για να ξανα βιδώσουν το «Ισχύο» της Ευτυχίας.

Ένας κηπουρός  ανέλαβε την φροντίδα του κήπου και ένας φυσιοθεραπευτής ανέλαβε να επιβραδύνει την οριστική κατάρρευση της Ευτυχίας.
Ο Μηχανικός απεφάνθη ότι η Ζάξ είναι άχρηστη «κολήσανε τα εμβολοχυτώνια».
Ο Λογιστής ανέλαβε να καταθέσει τις πινακίδες και μια  οικογένεια «γύφτων» με αμέτρητα κουτσούβελα  και με γκαστρωμένη την κόρη, τη μάνα και τη γιαγιά ανέλαβε να  κουβαλήσει την Ζάξ για παλιοσίδερα.

Στην συνέλευση της πολυκατοικίας όλοι εξέφρασαν την λύπη τους για το «ισχύο» της Ευτυχίας ενώ οι πιο έμπειροι κατέληξαν και σε αντιφατικά πορίσματα ικανά να προκαλέσουν σύρραξη.


Οι τολμηρότεροι οραματιστές της Πολυκατοικίας της πλατείας Σαρόκου προφήτευσαν  μια νέα εποχή που ο κήπος της Ευτυχίας θα γίνει ξανά εξ αδιαιρέτου.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Ο Φριτόλος



Γνώρισα τον Μένιο δέκα μέρες πριν πεθάνει.

Ήταν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι του θαλάμου της χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου Κέρκυρας ανάσκελα ακίνητος και με ανοιχτό το στόμα.

Μερικές φορές που ξυπνούσε βόγκαγε και έλεγε δυνατά:

«Μάνα πεθαίνω!»

Πάγωνε όλος ο θάλαμος.

Τα απομνημονεύματα του Μένιου ανέλαβα να τα εκδώσω εγώ.

Μου τα εμπιστεύτηκε το βράδυ της εβδόμης Ιανουαρίου  του 2017.

Αρχίνισε να μου μιλάει με κόπο και με διακοπές  στις 11 το βράδυ και τελείωσε στις εφτά το πρωί.

Ο Μένιος γεννήθηκε κατά λάθος.

Η Μάνα του είπε: «Του πατέρα σου του ξαγλίστρησε» και έβαλε τα γέλια.

Ο Κατά λάθος γεννηθείς Μένιος εστάλθει να σπουδάσει  στο «Οικοτροφείον Κέρκυρας». Το λέγανε και «ορφανοτροφείο» ενώ παλιότερα το λέγανε «Πρεβαντόριο» .

Σήμερα το λένε «Το χαμόγελο του παιδιού» η κάπως έτσι .

Ο Πατέρας του Μένιου  ήταν δεξιός ψαράς και κομματάρχης   ολόκληρου του χωριού.

Τα χρόνια εκείνα ένας δεξιός κομματάρχης (που του ξαγλίστρησε) μπορούσε να στείλει το παιδί «στο οικοτροφείο στη χώρα να μάθει γράμματα».

Ο Μένιος  έβγαλε το οικοτροφείο «δια πυρός και σιδήρου».

Το να βγάλεις το οικοτροφείο Κέρκυρας τότε ζωντανός ήτανε απείρως πιο δύσκολο από το βγεις ζωντανός από το Μπέργκεν Μπέλσεν.

Ο Μένιος τέλειωσε τις σπουδές του με καμιά τριανταριά ράμματα στο κεφάλι.

Αμέσως μετά την αποφοίτηση ο Πατέρας του τον έστειλε για δουλειά σε έναν τηγανιστή ψαριών στην Πιάτσα που ήτανε του κόμματος.

Ο Μένιος έγινε «Φριτόλος»  ξακουστός και το ψευδώνυμο αυτό τον συνόδευσε όλη του τη ζωή.

Στην αρχή κοιμότανε σε μια αποθηκούλα πάνω σε σακιά.

Αργότερα  του βρήκε δωμάτιο ο Πατέρας του στην  Γαρίτσα.

Στο χωριό πάντως δεν ξαναγύρισε.

Κάθε πρωί τα ξημερώματα πήγαινε στο μαγαζί έπαιρνε την καρέτα  και κατέβαινε στα καΐκια.

Φόρτωνε μαζί με το αφεντικό τις κασέλες με τα ψάρια και ανέβαινε τον ανήφορο του Άγιαντωνιού.

Αν μου πεις εμένα να ανεβάσω την καρέτα φορτωμένη με ψάρια στην πιάτσα,  κάπου στον Άγιο Φραγκίσκο θα αφήκω την αποξυλή μου.

Ο Μένιος κουβάλαγε ψάρια , καθάριζε ψάρια, τηγάνιζε ψάρια, πουλούσε ψάρια , έκανε ντελίβερι και  έτρωγε και ξύλο καθημερινώς για να μην ξεσυνηθίσει.

Το χόμπυ του ήτανε να «μαζώνει χαρτιά» . 
Έβρισκε παλιά βιβλία και περιοδικά και τα αποθήκευε στο δωμάτιο του.
Έφτιαξε και «σκατζιές ογδοήντα πόντους από το πάτωμα  γιατί το δωμάτιο πλημύριζε όταν  έβρεχε πολύ».

Όταν  γύρισε από φαντάρος νοίκιασε ένα καλύβι έξω από την πόλη μαζί με ένα μικρό κήπο και το έκαμε «ψαροταβέρνα».

Στάθηκε στα πόδια του,  παντρεύτηκε και έκαμε δύο παιδιά.

Ο Φριτόλος σε ηλικία εικοσιπέντε χρονώ έθρεφε οικογένεια τηγανίζοντας μπραγάνια και μαρίδες  σε ένα καλύβι και τα σέρβιρε μόνος του στον κήπο κάτω από την απεργουλιά.

Δυό τρείς φορές πήγε στο χωριό του. 
Τη μία για να δει τη μάνα του που ήταν άρρωστη. 
Την άλλη στην κηδεία του πατέρα του και την Τρίτη όταν πέθανε η μάνα του.

Σε ηλικία πενήντα χρονώ     έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Ήθη και έθιμα της παλιάς Κέρκυρας». 
Είχε μαζεμένο υλικό από μικρός όταν έμενε στην Γαρίτσα.

Το βιβλίο εξέδωσε σε εκατό αντίτυπα ένας φίλος του τυπογράφος και τα μοίρασε δωρεάν  σε φίλους και γνωστούς. 

Βλέπεις καμιά φορά κάτι μαντραχαλους με κοντά παντελόνια και τρίχες στα πόδια να κάνουν σκειτμπορντ έξω από το Σαν Τζιάκομο  και δεν ξέρεις με ποιόν να κλάψεις . Με τον Μένιο που ανέβαινε με την καρέτα τον ανήφορο στον Αγιαντώνη  η με αυτούς.

Ο Μένιος εξήχθη από το νοσοκομείο και μερικές μέρες μετά πέθανε.

Καθώς πέρναγα από την πιάτσα είδα την αφισέτα.

«Το πολυαγαπημένο μας πατέρα κλπ κλπ
Μένιο Πανδή (Φριτόλο)

Θανόντα χθες κηδεύομεν αύριον.»