Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2019

Αδελφοί Μανέτα



Το Μηχανουργείο του Παύλου Μανέτα ήταν «κοφτήριο».

Εκείνα τα χρόνια το επάγγελμα του Τορναδόρου-φρεζαδόρου ήταν σαν να πούμε σήμερα «πυρηνικός φυσικός».

Τα πάντα εξαρτιόταν από ένα σιδερένιο εξάρτημα που μπορούσε να το κατασκευάσει από ένα κομμάτι ατσάλι μόνον ένας  έμπειρος τορναδόρος.
Ένα Καΐκι , ένα Λουτρουβιό, μια Μπορτόζα , ένα αυτοκίνητο , τα πάντα χρειαζόταν ένα εξάρτημα που δεν υπήρχε πουθενά.

Ο μόνος τρόπος για να μην αχρηστευτεί ένα μηχάνημα του εργοστάσιου, η μηχανή του πλοίου , η ένας πανάκριβος εκσκαφέας ήταν να πάς στον τορναδόρο να σου φτιάξει μια βίδα που να ταιριάζει εκεί που την ήθελες.

Ο Παύλος Μανέτας γεννήθηκε στο Μαντούκι μετά τον πόλεμο.

Το Μαντούκι τότε ήταν το φτωχότερο προάστιο της Κέρκυρας.
Τρώγανε όλη τη βδομάδα αγριολάχανα με ελάχιστο λάδι και χύμα μακαρόνια δευτέρας διαλογής από του Ζαφειρόπουλου. Που και πού τρώγανε κανένα ψάρι και μια φορά το χρόνο είχε μοσχάρι παστιτσάδο.
Η αδενοπάθεια θέριζε.

Τον Παύλο τον έβαλε μιτσό ο πατέρας του σε μηχανουργείο στου Βόγγολη.
Ήταν σαν να τον έστελνε στο Χάρβαντ.

«Βόγγολη» λεγανε μια περιοχή στην αρχή του Μαντουκιού που τα πολύ παλιά χρόνια είχε την καλύβα του και έδενε την βάρκα του ένας μοναχικός ψαράς.

Έβγαζε Γυαλιστερές , Στρούδια και Κυδώνια και γύρναγε με το κοφίνι ξυπόλητος στο Καμπιέλο και στην Πόρτα Ρεμούντα φωνάζωντας «Βόγγοληηηη!».

Έτσι του μείνε το παρατσούκλι «Βόγγολης».

Η Βόγγολη είναι ένας εξαιρετικός μεζές που γίνεται στο τηγάνι με μυρωδικά και λάδι και κάνει ένα σούγο που μυρίζει θάλασσα .

Οι Κερκυραίοι λόγω φτώχιας  έκαναν  την Βόγγολη με αυτό το μιξ οστρακοειδών ενώ η κανονική Βενετσιάνικη Βόγκολη γίνεται μόνο με κυδώνια.

Χάθηκε και ο Βόγγολης , μπαζώθηκε η θάλασσα και η περιοχή «Του Βόγγολη» γίνηκε «βιομηχανικό πάρκο» από άθλιες τριτοκοσμικές λαμαρινοκατασκευές.
  
Στο μηχανουργείο που έπιασε δουλειά ο Παύλος φτιάχνανε εξαρτήματα για καΐκια και επιδιορθώνανε και προπέλες.

Έφαγε πολύ ξύλο ο Παύλος εκεί  μέχρι «να γίνει μάστορας».

Το  75  άνοιξε δικό του Μηχανουργείο στην Πλατυτέρα.

Αγόρασε μεταχειρισμένο τόρνο , δράπανο, τροχό και πάγκο με εργαλεία που τα αγόρασε με δανεικά.

Εν τω μεταξύ ο αδελφός του ο Λευτέρης  είχε πάει στη Γερμανία μετανάστης και σχεδόν δεν έζησαν μαζί  εκτός από τα παιδικά τους χρόνια.

Το Μηχανουργείο του Μανέτα πήγαινε καλά. Ο Παύλος έφτιαξε το πατρικό του στο Μαντούκι και έχτισε  και  στο Κεφαλομάντουκο  «εξοχικό».

Πάντα πίστευε ότι το επάγγελμα του Τορναδόρου είναι σαν του νεκροθάφτη . Θα έχει πάντα δουλειά διότι «πάντα κάτι θα χαλάει» .

Ώσπου ήρθε η εποχή που ο Παύλος έφευγε και μαζί του έφευγε και το επάγγελμα.

Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι τα μηχανουργεία, τα τυπογραφεία και τόσα άλλα επαγγέλματα θα εξαφανιζόταν μέσα σε μια δεκαετία.

Δεν το δέχθηκε ποτέ.

Στην αρχή έβγαλε το συμπέρασμα ότι «οι νέοι είναι τεμπέληδες και κακομαθημένοι και δεν θέλουν να μάθουν τη δουλειά».

Αργότερα πήρε τα εργαλεία στο σπίτι στο Κεφαλομάντουκο και τα αποθήκευσε σε μια παράνομα χτισμένη αποθήκη στην πίσω αυλή.
Δεν τα πούλησε όσο ήταν νωρίς και μετά του τα ζητάγανε για παλιοσίδερα οι γύφτοι.

Ούτε που το συζητούσε.

Είχε μεγάλο καημό με τα εργαλεία του.

Όταν μιλούσε για αυτά νόμιζες ότι ήταν ζωντανά. Ότι είχαν αξία από μόνα τους. Σου φαινόταν ότι μιλούσε για τα παιδιά του.

Θύμωσε όταν του είπα ότι σήμερα μπορεί να εκτυπωθεί μια βίδα η και ακόμα πολύ πιο πολύπλοκα εξαρτήματα από ένα μηχάνημα που «το διατάζει ένας υπολογιστής».

Κοίταγε αλλού θυμωμένος .

Μου πόνεσε και δεν του ξανάπα κουβέντα.

Λένε ότι όταν γερνάει ο άνθρωπος γυρνάει πίσω. Σαν να προσπαθεί να γαντζωθεί από ένα ανύπαρκτο πλέον παρελθόν το οποίο μάλιστα προσπαθεί να το φέρει στα μέτρα του.

Σαν να προσπαθεί να φτιάξει ένα καλύτερο παρελθόν και να ζήσει ξανά μέσα σε αυτό.

Τριγυρνάει στους τόπους των παιδικών του χρόνων και αναζητεί τα εναπομείναντα σημάδια.

Ο Παύλος γύρισε στο σπίτι του στο Μαντούκι.

Το καμάρι του, την «Βίλλα» στο Κεφαλομάντουκο, την νοίκιασε.

Εν τω μεταξύ γύρισε και ο αδελφός του.

Κάθε  πρωί και κάθε απόγευμα βγάζουν καρέκλες στο καντούνι και κάθονται χωρίς να μιλούν .

Αν ανοίξει κάποιος από τους δύο το στόμα του είναι σίγουρο ότι στο τέλος θα τσακωθούν.

Ο Λευτέρης έγινε στέλεχος του ΚΚΕ στην Γερμανία.
Ακόμα και για το φαί να μιλήσουν ο Λευτέρης θα το γυρίσει στο «Κόμμα».
-       «Αν δεν ήτανε το  Κόμμα….»
-       «Τι μαλακίες μου λες… ας μην είχα εγώ τον τόρνο μου να δούμε ποιος θα μας τάιζε».

Προχτές τους είδα να κάθονται στις καρέκλες τους κοιτάζοντας μπροστά σοβαροί και αμίλητοι.

Είπα να σταματήσω να πω μια καλημέρα αλλά συνέχισα.

Σκέφτηκα μια δικαιολογία.

«θάχανα το φέρυ μπώτ» .

Έτσι, που λέτε,  έγινε φετίχ το μέσο και ξεθώριαζε ο σκοπός.