Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ένας Τούρκος στον Κοντογυαλό



Ο Φτύμιος δεν άντεχε τα καφενεία.
Δεν άντεχε τους  ψευτοπαληκαρισμούς  .
Δεν άντεχε τις μεγαλοστομίες .
Δεν άντεχε τα ψέματα.
Δεν άντεχε τις ρουφιανιές.
Δεν άντεχε την φτήνια.

Πήρε τα πράματά του και έφυγε για τον Κοντογυαλό.

Η γυναίκα του τον ξεπροβόδησε μέχρι έξω από το χωριό πιστεύοντας ότι ο άντρας της «εβουρλίστικε τέγια».

Οι Σιναραδίτες είχαν χτήματα στον Κοντογυαλό αλλά κανένας δεν επήγαινε εκεί . Ο δρόμος ήταν πολύς , νερό δεν είχε και ένα χτήμα στην άκρη στη θάλασσα ήταν σχεδόν άχρηστο.

Το μονοπάτι για τον Κοντογυαλό το έφτιαξε μόνος του ο Φτύμιος με τον «Τούρκο».

Ανεβοκατεβαίνανε τα γκρεμά δυό φορές την ημέρα για να κουβαλήσουνε εφόδια , εργαλεία και υλικά.

Ο «Τούρκος»  άντεχε τότε.

Ήταν ένας από τους καλύτερους γαιδάρους του χωριού.

Κανείς δεν ήξερε γιατί τον έβγαλε «Τούρκο» . Άλλος έλεγε γιατί ήταν ανθεκτικό ζώο και άλλος γιατί όταν θύμωνε δεν ήταν να τον πλησιάζεις.
Μόνο τον Φτύμιο άκουγε ο «Τούρκος».

Κουβάλησε πέτρες όταν ανοίξανε το πηγάδι και ανεβοκατέβηκε μαζί με τον Φτύμιο αμέτρητες φορές τα γκρεμά. 

Ο Φτύμιος πρώτα έφτιαξε το καλύβι του «Τούρκου» και μετά το δικό του.

Ήτανε  πολύ σκληρή εποχή και οι άνθρωποι έφτασαν να λένε: «Καλύτερα να σου πεθάνει ένα παιδί παρά να σου ψοφήσει το άλογο».

Ο Φτύμιος σε αυτή την εποχή ζούσε αλλά τον «Τούρκο» τον  αγαπούσε σαν τα  παιδιά του.

Έφτιαξε κήπους κοτέτσι, και αμπέλια στην ερημιά και κάθε βδομάδα δυό φορές ανέβαζε στο χωριό ότι χρειαζότανε το σπίτι. 
Είχε και μερικές κατσίκες.

Η γυναίκα του είχε να κάνει μόνο με τις ελιές που ήτανε κοντά στο χωριό.

Έτσι ο Φτύμιος με κόπους κατάφερε να επιβιώσει σε έναν τόπο που τον αγαπούσε και που ευτυχώς κανένας δεν ήθελε ούτε να τον δει. 
Οι περισσότεροι είχαν ξεχάσει ότι έχουν χτήματα εκεί κάτω.
Ήταν περήφανοι που εκεί κοντά, στον Πέλεκα,  είχε στήσει το παρατηρητήριο του ο Κάιζερ και το πρώτο πράμα που έβλεπε από εκεί ψηλά ήταν οι Σιναράδες . «Κάτι ήξερε κοτζάμ αυτοκράτορας» .

Ο Φτύμιος ήταν περήφανος που είχε φίλο τον «Μάκη» .

Ο Μάκης έλειπε χρόνια στην Αθήνα αλλά ερχότανε που και πού στο χωριό.

Πήγε στην Αθήνα «για να μονάσει» καθώς έλεγε του Φτύμιου γελώντας.

Κανένας , ευτυχώς, δεν ήξερε τον μπάρμπα Μάκη  στο χωριό  εκτός από τον Φτύμιο. 

Πήγαινε και στο Κοντογυαλό να τονε δεί και μιλάγανε για ώρες.

Του έδωσε και ένα χειρόγραφο με μερικούς στοίχους από την «Ωδή στον Κόρακα» .

Ο Φτύμιος το κορνιζάρισε και το είχε πάνω από το τραπέζι του.

Όταν πέθανε ο μπάρμπα Μάκης,  ο Φτύμιος έκατσε όλη νύχτα στην άμμο με τον «Τούρκο» δίπλα  του και με ένα μποτιλιόνι κρασί.

Η «Φάρμα» του Φτύμιου πρόκοψε εξαιτίας του πηγαδιού.

Το νερό δεν ήταν και το καλύτερο του κόσμου αλλά ήταν πολύ και κατάλληλο και για να πιείς και για να ποτίσεις.

Ένα πρωί άκουσε ποδοβολητά φωνές και γέλια  στο μονοπάτι και ξαφνικά εμφανίστηκαν πίσω από παυλοσουκιές οι πρώτοι μουσαφιρέοι .
Ρακένδυτοι με μακριά μαλλιά, που δεν ξεχώριζες τους άντρες από τις γυναίκες.
Ξεβρακωθήκανε φωνάζοντας και πέσανε ..στη θάλασσα.

Σκιάχτηκε ο Φτύμιος..

Εκείνα τα χρόνια στη θάλασσα πήγαινες η για ψάρεμα η για να πνιγείς.

Τους τηγάνισε αυγά  και πατάτες και τους έστρωσε το τραπέζι κάτω από την περγουλιά.

Με νοήματα του ζητούσαν να πληρώσουν.

Ντράπηκε. Τους είπε όχι. «Αλίμονο μας να πάρουμε λεφτά για ένα πιάτο φαί του αλλουνού που ήρθε από την άκρη του κόσμου στο σπίτι μας».

Τότε αρχίνισε το κακό.

Οι Χωριάτες από τα γύρω χωριά ανακάλυψαν τον Κοντογυαλό . Τα «Αυγά με πατάτες τηγανιτές» έγιναν Breakfast  και οι καλαμένιες καλύβες Room to let .
 Ήταν καιρός να τα «μαζεύει» ξανά  ο Φτύμιος.

Ο «Τούρκος»  είχε γεράσει και δεν μπορούσε άλλον να ανεβαίνει στο χωριό. 
Ο Φτύμιος τονε τάιζε στο καλαμένιο καλύβι του.
Του έβαλε και «νάυλα» από πάνω για να μην βρέχεται το χειμώνα.

Όταν είχε καλό καιρό ο «Τούρκος» έβγαινε τη βόλτα του στην άμμο.
Πήγαινε μέχρι την άλλη άκρη και ξαναγύριζε αργά στο καλύβι του.

Κάποια φορά κόντεψε να γίνει μεγάλο «πέτσο» με ένα γείτονα που είπε του Φτύμιου: «Τι τονε θέλεις και τονε ταίζεις αυτόν τον ψοφίτα».

Όταν επέθανε ο «Τούρκος» ο Φτύμιος φώναξε κάτι μαστόρους από μια οικοδομή , τους έδωσε ένα μποτιλιόνι κρασί και τον βοήθησανε  να τονε κηδέψει.

Δεν ήταν και άσχημα αν σκεφτεί κανείς  πόσο στοιχίζει σήμερα η κηδεία ενός υπαλλήλου της πολεοδομίας (ας πούμε) .

Γέρασε και ο Φτύμιος και  του κάναμε παρέα τα καλοκαίρια.  Μας έλεγε και ιστορίες από την ζωή του.

Είχε φτιάξει το καλύβι του με τουβλέτες. Είχε «καμπινέ μέσα»  και μπαλκονάκι με ξεχυτή.

Πιο πέρα ήτανε το πηγάδι και δίπλα στον κήπο ένα ξύλο μπηγμένο στο χώμα και καρφωμένη μια ξύλινη επιγραφή με μπογιά που έγραφε:  «Τούρκος 1934-1980.»

Του υποσχεθήκαμε να μην ξεχάσουμε και τον μπάρμπα Μάκη.

Κάποιο χειμώνα πήγαμε στους Σιναράδες με μια πέτρινη πλακέτα , μια μπαλαντέζα και ένα κρουστικό τρυπάνι.

Βρήκαμε το σπίτι του Μπάρμπα Μάκη . κάναμε στην άκρη κάτι απλωμένες «γκυλότες»  της γειτόνισσας και βιδώσαμε την επιγραφή.

«Στο σπίτι αυτό γεννήθηκε ο Γεράσιμος Σπαταλάς 1877- 1971) Συγγραφέας και ποιητής . Μέλος του σοσιαλιστικού ομίλου Κέρκυρας».