Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ένας Τούρκος στον Κοντογυαλό



Ο Φτύμιος δεν άντεχε τα καφενεία.
Δεν άντεχε τους  ψευτοπαληκαρισμούς  .
Δεν άντεχε τις μεγαλοστομίες .
Δεν άντεχε τα ψέματα.
Δεν άντεχε τις ρουφιανιές.
Δεν άντεχε την φτήνια.

Πήρε τα πράματά του και έφυγε για τον Κοντογυαλό.

Η γυναίκα του τον ξεπροβόδησε μέχρι έξω από το χωριό πιστεύοντας ότι ο άντρας της «εβουρλίστικε τέγια».

Οι Σιναραδίτες είχαν χτήματα στον Κοντογυαλό αλλά κανένας δεν επήγαινε εκεί . Ο δρόμος ήταν πολύς , νερό δεν είχε και ένα χτήμα στην άκρη στη θάλασσα ήταν σχεδόν άχρηστο.

Το μονοπάτι για τον Κοντογυαλό το έφτιαξε μόνος του ο Φτύμιος με τον «Τούρκο».

Ανεβοκατεβαίνανε τα γκρεμά δυό φορές την ημέρα για να κουβαλήσουνε εφόδια , εργαλεία και υλικά.

Ο «Τούρκος»  άντεχε τότε.

Ήταν ένας από τους καλύτερους γαιδάρους του χωριού.

Κανείς δεν ήξερε γιατί τον έβγαλε «Τούρκο» . Άλλος έλεγε γιατί ήταν ανθεκτικό ζώο και άλλος γιατί όταν θύμωνε δεν ήταν να τον πλησιάζεις.
Μόνο τον Φτύμιο άκουγε ο «Τούρκος».

Κουβάλησε πέτρες όταν ανοίξανε το πηγάδι και ανεβοκατέβηκε μαζί με τον Φτύμιο αμέτρητες φορές τα γκρεμά. 

Ο Φτύμιος πρώτα έφτιαξε το καλύβι του «Τούρκου» και μετά το δικό του.

Ήτανε  πολύ σκληρή εποχή και οι άνθρωποι έφτασαν να λένε: «Καλύτερα να σου πεθάνει ένα παιδί παρά να σου ψοφήσει το άλογο».

Ο Φτύμιος σε αυτή την εποχή ζούσε αλλά τον «Τούρκο» τον  αγαπούσε σαν τα  παιδιά του.

Έφτιαξε κήπους κοτέτσι, και αμπέλια στην ερημιά και κάθε βδομάδα δυό φορές ανέβαζε στο χωριό ότι χρειαζότανε το σπίτι. 
Είχε και μερικές κατσίκες.

Η γυναίκα του είχε να κάνει μόνο με τις ελιές που ήτανε κοντά στο χωριό.

Έτσι ο Φτύμιος με κόπους κατάφερε να επιβιώσει σε έναν τόπο που τον αγαπούσε και που ευτυχώς κανένας δεν ήθελε ούτε να τον δει. 
Οι περισσότεροι είχαν ξεχάσει ότι έχουν χτήματα εκεί κάτω.
Ήταν περήφανοι που εκεί κοντά, στον Πέλεκα,  είχε στήσει το παρατηρητήριο του ο Κάιζερ και το πρώτο πράμα που έβλεπε από εκεί ψηλά ήταν οι Σιναράδες . «Κάτι ήξερε κοτζάμ αυτοκράτορας» .

Ο Φτύμιος ήταν περήφανος που είχε φίλο τον «Μάκη» .

Ο Μάκης έλειπε χρόνια στην Αθήνα αλλά ερχότανε που και πού στο χωριό.

Πήγε στην Αθήνα «για να μονάσει» καθώς έλεγε του Φτύμιου γελώντας.

Κανένας , ευτυχώς, δεν ήξερε τον μπάρμπα Μάκη  στο χωριό  εκτός από τον Φτύμιο. 

Πήγαινε και στο Κοντογυαλό να τονε δεί και μιλάγανε για ώρες.

Του έδωσε και ένα χειρόγραφο με μερικούς στοίχους από την «Ωδή στον Κόρακα» .

Ο Φτύμιος το κορνιζάρισε και το είχε πάνω από το τραπέζι του.

Όταν πέθανε ο μπάρμπα Μάκης,  ο Φτύμιος έκατσε όλη νύχτα στην άμμο με τον «Τούρκο» δίπλα  του και με ένα μποτιλιόνι κρασί.

Η «Φάρμα» του Φτύμιου πρόκοψε εξαιτίας του πηγαδιού.

Το νερό δεν ήταν και το καλύτερο του κόσμου αλλά ήταν πολύ και κατάλληλο και για να πιείς και για να ποτίσεις.

Ένα πρωί άκουσε ποδοβολητά φωνές και γέλια  στο μονοπάτι και ξαφνικά εμφανίστηκαν πίσω από παυλοσουκιές οι πρώτοι μουσαφιρέοι .
Ρακένδυτοι με μακριά μαλλιά, που δεν ξεχώριζες τους άντρες από τις γυναίκες.
Ξεβρακωθήκανε φωνάζοντας και πέσανε ..στη θάλασσα.

Σκιάχτηκε ο Φτύμιος..

Εκείνα τα χρόνια στη θάλασσα πήγαινες η για ψάρεμα η για να πνιγείς.

Τους τηγάνισε αυγά  και πατάτες και τους έστρωσε το τραπέζι κάτω από την περγουλιά.

Με νοήματα του ζητούσαν να πληρώσουν.

Ντράπηκε. Τους είπε όχι. «Αλίμονο μας να πάρουμε λεφτά για ένα πιάτο φαί του αλλουνού που ήρθε από την άκρη του κόσμου στο σπίτι μας».

Τότε αρχίνισε το κακό.

Οι Χωριάτες από τα γύρω χωριά ανακάλυψαν τον Κοντογυαλό . Τα «Αυγά με πατάτες τηγανιτές» έγιναν Breakfast  και οι καλαμένιες καλύβες Room to let .
 Ήταν καιρός να τα «μαζεύει» ξανά  ο Φτύμιος.

Ο «Τούρκος»  είχε γεράσει και δεν μπορούσε άλλον να ανεβαίνει στο χωριό. 
Ο Φτύμιος τονε τάιζε στο καλαμένιο καλύβι του.
Του έβαλε και «νάυλα» από πάνω για να μην βρέχεται το χειμώνα.

Όταν είχε καλό καιρό ο «Τούρκος» έβγαινε τη βόλτα του στην άμμο.
Πήγαινε μέχρι την άλλη άκρη και ξαναγύριζε αργά στο καλύβι του.

Κάποια φορά κόντεψε να γίνει μεγάλο «πέτσο» με ένα γείτονα που είπε του Φτύμιου: «Τι τονε θέλεις και τονε ταίζεις αυτόν τον ψοφίτα».

Όταν επέθανε ο «Τούρκος» ο Φτύμιος φώναξε κάτι μαστόρους από μια οικοδομή , τους έδωσε ένα μποτιλιόνι κρασί και τον βοήθησανε  να τονε κηδέψει.

Δεν ήταν και άσχημα αν σκεφτεί κανείς  πόσο στοιχίζει σήμερα η κηδεία ενός υπαλλήλου της πολεοδομίας (ας πούμε) .

Γέρασε και ο Φτύμιος και  του κάναμε παρέα τα καλοκαίρια.  Μας έλεγε και ιστορίες από την ζωή του.

Είχε φτιάξει το καλύβι του με τουβλέτες. Είχε «καμπινέ μέσα»  και μπαλκονάκι με ξεχυτή.

Πιο πέρα ήτανε το πηγάδι και δίπλα στον κήπο ένα ξύλο μπηγμένο στο χώμα και καρφωμένη μια ξύλινη επιγραφή με μπογιά που έγραφε:  «Τούρκος 1934-1980.»

Του υποσχεθήκαμε να μην ξεχάσουμε και τον μπάρμπα Μάκη.

Κάποιο χειμώνα πήγαμε στους Σιναράδες με μια πέτρινη πλακέτα , μια μπαλαντέζα και ένα κρουστικό τρυπάνι.

Βρήκαμε το σπίτι του Μπάρμπα Μάκη . κάναμε στην άκρη κάτι απλωμένες «γκυλότες»  της γειτόνισσας και βιδώσαμε την επιγραφή.

«Στο σπίτι αυτό γεννήθηκε ο Γεράσιμος Σπαταλάς 1877- 1971) Συγγραφέας και ποιητής . Μέλος του σοσιαλιστικού ομίλου Κέρκυρας».

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Ο ξαφνικός θάνατος της σιόρα Βερόνικα Δαλιέτου



Η σιόρα Βερόνικα γεννήθηκε μεγάλωσε και πέθανε  στο ίδιο δωμάτιο.

Το παράθυρο της «έβλεπε» από μια γωνία λίγη θάλασσα και ένα κομμάτι από το Βίδο.

Το όνειρό της πάντα ήταν ένα σύγχρονο διαμέρισμα που να καθαρίζεται εύκολα. Με γυαλιστερά πατώματα , κάτασπρους τοίχους και μπετονένιο ταβάνι.

Το σπίτι στα μουράγια ήταν μεγάλο αλλά χωρίστηκε σε τέσσερα κομμάτια . Ένα για κάθε παιδί.

Η Βερόνικα πήρε σαράντα πέντε τετραγωνικά. Εκεί παντρεύτηκε και εκεί μεγάλωσε τρία παιδιά.

Τα μοροφίντα του σπιτιού άλλαξαν τρείς φορές.

Την μία όταν  παντρεύτηκε.

Την άλλη όταν ήταν γκαστρωμένη στο δεύτερο παιδί και την τρίτη στο τέλος που έμεινε μόνη της.

Θυμάμαι που μου έδειχνε τα σημάδια από τα χωρίσματα και μου εξηγούσε λεπτομερώς την διαρρύθμιση του σπιτιού ανά εποχή.

Η Βερόνικα Δαλιέτου αισθανόταν πάντα ενοχές διότι παντρεύτηκε «έναν τιποτένιο».

Κυρίως τα είχε με τον εαυτό της και απορούσε για την ανοησία της να τον παντρευτεί.

Η αλήθεια είναι ότι είχε δίκιο.

Δεν ξέρω αν ο άντρας της ζει ακόμα. Έχω καιρό να τονε δώ. Όταν όμως τον  έβλεπα να σουλατσάρει στην πιάτσα με τις παρέες του μου γυρίζανε τα άντερα.
Έτσι και αλλιώς ποτέ δεν με ενδιέφερε να του πω ούτε καλημέρα.

Η Βερόνικα Δαλιέτου κράτησε το πατρικό όνομα και το πατρικό της σπίτι και συνέχισε την ζωή της.

Δούλευε χρόνια δημοτικός υπάλληλος μέχρι που πήρε την σύνταξή της.

Με ένα μισθό κατάφερε και μεγάλωσε τα παιδιά της με απίστευτες στερήσεις.

Σε μια εποχή που η Κέρκυρα «έβγαζε πολλά λεφτά» , η Βερόνικα μετρούσε δεκάρες για να τα βγάλει πέρα αξιοπρεπώς. 
Μιλάμε για απίστευτους οικογενειακούς προϋπολογισμούς που ακόμα και εγώ που είμαι πάμφτωχος δεν  θα τους  είχα διανοηθεί.

Η Βερόνικα Δαλιέτου πέρασε την ζωή της δίπλα σε ένα παράθυρο που έβλεπε από μια γωνία την θάλασσα.

Δεν χρειαζόταν να κοιτάει το ρολόι στον τοίχο. Καταλάβαινε την ώρα από τα φέρυ που περνούσαν.
Την ρώταγες «τι ώρα είναι»  και σου απαντούσε αμέσως χωρίς να κοιτάξει ρολόι.

Κάποια φορά πήγε και στην αδελφή της που είναι παντρεμένη στην  Αγγλία  και όλο έλεγε για αυτό το ταξίδι.
Όποια συζήτηση και να είχατε θα  στο γύριζε στο ταξίδι στην Αγγλία.

Κάποια στιγμή τα παιδιά έφυγαν και ακολούθησε το καθένα τον δρόμο του.
Η Βερόνικα Δαλιέτου έμεινε μόνη στο πατρικό της σπίτι στα μουράγια για πρώτη φορά στην ζωή της.

Ήταν τότε που άλλαξε για τρίτη φορά τα μοροφίντα.

Τώρα το σπίτι είχε μια μονοκόμματη και σχετικά ευρύχωρη κουζίνα-τραπεζαρία με το δωμάτιο προς την θάλασσα, ένα μικρό υπνοδωμάτιο πίσω και το μπάνιο.

Όταν η Βερόνικα Δαλιέτου αρρώστησε μαζεύτηκαν παιδιά και αγγόνια στο νοσοκομείο.

Μπροστά της ήταν όλο λόγια παρηγοριάς.

Στο διάδρομο όμως τα βλέμματα γινόταν ανήσυχα.

Αγαπούσαν την μάνα τους αλλά τώρα άρχιζαν τα δύσκολα.

Αν αργήσει να πεθάνει ποιος θα την αναλάβει και έναντι ποίου ανταλλάγματος.

Δεν το λέγανε έτσι αλλά αυτό ήταν.

Η Βερόνικα Δαλιέτου ήξερε καλά τι γινόταν στους διαδρόμους του νοσοκομείου . Αυτή τα γέννησε.

Σε λίγες μέρες ήρθε το εξιτήριο και η «Μάμα» ξαναγύρισε στο σπίτι. 

Το πρώτο πράμα που έκανε ήταν να καθίσει στην ψάθινη καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και να τους ζητήσει ένα ποτήρι νερό.

Κοιτάχτηκαν ανήσυχα,  γιοί νύφες και γαμπροί . «Αυτή δεν ζήταγε ποτέ τίποτα».  «Τι συμβαίνει;»

Τις επόμενες μέρες κατέληξαν σε συμφωνία.

Θα την αναλάμβανε ο μικρότερος  και όταν θα πέθαινε θα έπαιρνε το σπίτι.

Της ανακοίνωσαν την απόφαση και επειδή «οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους» έμενε να γραφτεί  η διαθήκη για να είναι σχετικά εξασφαλισμένος ο «μικρός» και να υπογράψουν και δήλωση στον συμβολαιογράφο οι υπόλοιποι ότι «ουδεμίαν απαίτησιν έχουν».

Αρνήθηκε. «Δεν έχω ανάγκη από νοσοκόμο». Είπε γελώντας για να μην βαρύνει το κλίμα.

Τους είπε και ένα ανέκδοτο και γέλασαν όλοι.

Αναρωτήθηκε και «Τι να μαγειρέψω για αύριο;» και τους καληνύχτισε.

Η Βερόνικα Δαλιέτου πέθανε μετά από δύο χρόνια καθώς ανέβαινε την ξύλινη εσωτερική σκάλα του σπιτιού.


Είχε κατέβει στην πιάτσα να πάρει την σύνταξη και στο γυρισμό πήρε και μια τυρόπιτα.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Τα Μουρόνια


Στην αρχή είπαν ότι την αρρώστια την έφεραν οι άνεμοι από τις μακρινές στέπες  της Μογγολίας.

Άλλοι έλεγαν ότι την έφεραν οι σταυροφόροι.

Οι περισσότεροι πίστευαν ότι ήταν έργο του διαβόλου η , ακόμα, δοκιμασία του θεού .

Κανείς δεν ήταν σίγουρος.

Οι αρχές επέβαλαν καραντίνα στα εμπορικά πλοία.

Θα έμεναν δεμένα για σαράντα μέρες αρόδου και ύστερα θα έπαιρναν άδεια για να δέσουν στο λιμάνι και να ξεφορτώσουν .
Quaranta Giorni” λέγανε την  απαγόρευση.

Αλχημιστές έριξαν στην αγορά  φάρμακα με ιδιότητες μαγικές .

Οι παπάδες έκαναν καθημερινά δεήσεις.

Κατηγορήθηκαν μάγισσες ως υπαίτιες για την συμφορά και οδηγήθηκαν στην πυρά.

Φτωχοί και πλούσιοι κατηγορούσαν τους διπλανούς τους ως αμαρτωλούς φορείς της αρρώστιας και πλήρωναν αδρά για τον αφορισμό τους.

Οι πρωτοπαπάδες αφόριζαν νυχθημερόν αρκεί να καταβαλλόταν το αντίστοιχο ποσόν.

Κάθε εκκλησία είχε το δικό της τιμοκατάλογο.

Άλλες οι τιμές στους μητροπολιτικούς ναούς και άλλες στα ξωκλήσια.

Παρόλα αυτά η αρρώστια συνέχιζε το  έργο της.

Ολόκληρες πόλεις και χωριά ερήμωσαν και όσοι απέμειναν τριγυρνούσαν απελπισμένοι στους δρόμους ικετεύοντας για ένα κομμάτι ψωμί.

Άρχοντοι  και φτωχοί κλείστηκαν στα σπίτια τους για μήνες και απέφευγαν οποιαδήποτε επαφή ακόμα και με τους συγγενείς τους .

Η λέσχη των ευγενών έκλεισε επ αόριστο και στις ταβέρνες των συνοικιών δεν πλησίαζε κανείς.

Όλοι ήταν ύποπτοι ως φορείς της αρρώστιας.

Όλοι ήταν εχθροί όλων.

Ο καθένας στο σπίτι του μέχρι να περάσει το κακό.

Τότε κάποιος είπε ότι η μόνη λύση είναι «τα μουρόνια».

Τοχε  δει με τα μάτια του σε κάποιο μακρινό τόπο.

Η λύση ήταν πολύ ακριβή και μόνον οι οικογένειες των ευγενών μπορούσαν να πληρώσουν τόσα λεφτά .

Έβαλαν ειδικούς τεχνίτες να σκαλίσουν φοβερά πέτρινα πρόσωπα ανύπαρκτων ανθρώπων που να μην μοιάζουν σε κανέναν και τα εντοίχιζαν στις εισόδους των σπιτιών .

 Η αρρώστια θα πέρναγε απέξω και θα συνέχιζε την πορεία της για το επόμενο σπίτι.

Το θανατικό  συνέχιζε το μακάβριο έργο του.

Μερικοί γεροντότεροι έλεγαν  ότι αυτή η κατάρα είναι η  τιμωρία του θεού επειδή μαζεύτηκαν πολλοί στην πόλη και εγκατέλειψαν την ζωή στα χωράφια.

Άλλοι προφήτευαν ότι την τελευταία στιγμή θα στείλει ο θεός τους αγγέλους του και θα εξόντωναν το κακό.

Η ανθρωπότητα θα έβγαινε ξανά στο φώς και μια αιώνια  εποχή ευτυχίας θα άρχιζε μετά από αυτή την θεϊκή δοκιμασία.

Πέρασαν χρόνια και πράγματι το κακό πέρασε και οι άνθρωποι ξαναβγήκαν στους δρόμους .

Η λέσχη των ευγενών ζωντάνεψε.

Ξανάρχισαν οι εμπορικές συναλλαγές και τα πανηγύρια.

Στις εκκλησίες περίμεναν στην σειρά τα ζευγάρια για να παντρευτούν.

Γέμισαν οι γειτονιές παιδιά που έπαιζαν ανέμελα.

Όλοι ήταν πλέον σίγουροι ότι οι άγγελοι είχαν διώξει για πάντα το κακό και μια φορά το χρόνο γινόταν μια μεγάλη γιορτή για να τιμήσουν αυτούς τους αποστόλους του θεού που με τα πύρινα σπαθιά τους έσωσαν την πόλη.

Έμειναν τα μουρόνια στους τοίχους να κοιτούν με τα φοβερά τους πρόσωπα τους περαστικούς.

Κανείς δεν πίστευε ότι θα χρειαστούν ξανά αλλά και κανείς δεν τα έβγαζε από τους τοίχους.

Πέρασαν τα χρόνια. Άλλαξαν οι εποχές και κανείς δεν ήξερε πλέον για ποιο λόγο οι  παλαιότεροι είχαν εντοιχίσει αυτά τα φοβερά πρόσωπα μπροστά στις εισόδους των σπιτιών.

Ούτε καν οι ξεναγοί δεν μπορούσαν να δώσουν μια πειστική απάντηση στις ερωτήσεις των τουριστών και εφεύρισκαν διάφορες πρόχειρες εξηγήσεις όπως: «Πρόκειται για προτομές των ιδιοκτητών μιας άλλης μακρινής εποχής…».

Περνούσαν τα χρόνια και οι αιώνες για τους ανθρώπους αλλά για τα μουρόνια δεν ήταν παρά λίγες στιγμές.

Τις βροχερές νύχτες του χειμώνα αν περάσεις από κάτω και τα κοιτάξεις επίμονα φαίνεται σαν να χαμογελάνε .

Σαν να διέκοψαν την κουβέντα τους περιμένοντας να περάσεις.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

ΓΝΚ Θάλαμος 521


Aνοίγω τα μάτια μου και βλέπω στο ταβάνι κάτι μαύρα ζωύφια που μοιάζουν με μοστερίτσες με κοντή ουρά … μάλλον με γυμνοσάλιαγκες .
Τα παρατηρώ αδιάφορα να διασχίζουν το ταβάνι αργά αργά 
 Κλείνω τα μάτια μου και το ταβάνι γίνεται ένα κόκκινος συννεφιασμένος ουρανός .
Αλήθεια αν μέναμε στον Άρη και ο (φυσιολογικός) ουρανός ήταν κόκκινος πως θα μας φαινόταν ένας μπλε ουρανός;
Κουράζομαι και ξανανοίγω τα μάτια . Ξανά τα σκαθάρια στο ταβάνι.
Ο Νοσηλευτής μου ετοιμάζει τους ορούς . Στο ταβάνι πάνω από το κεφάλι του περπατάει ένα μαύρο σκαθάρι.
«Πρόσεχε του λέω θα σου πέσει στο κεφάλι» 
«Ποιος;» μου λέει .
«Το σκαθάρι» του λέω και του δείχνω με τα μάτια το ταβάνι.
Κοιτάει επάνω.
«Κατάλαβα…. πρέπει να σου αλλάξω το παυσίπονο …μερικούς τους πειράζει αυτό το συγκεκριμένο».
Χαλαρώνω , μάλλον με παίρνει ο ύπνος. Ξαφνικά μια τρομερή έκρηξη με συνταράσσει. Ρωτάω τι γίνεται . Κανένας δεν φαίνεται να έχει ανησυχήσει . Περίεργο. Τελικά η «έκρηξη» ήταν μια πόρτα κομοδίνου κάπου στο βάθος.
Δεν θυμάμαι πόσες ώρες κοιμόμουν . Το χειρουργείο μου είπαν κράτησε τριάμισι ώρες.
Κουνάω το πόδι μου και πονάω. Ανασαίνω και πονάω . Φοβάμαι ότι αν βήξω θα διαλυθώ.
Η πρώτη βραδιά πέρασε με παραισθήσεις και χωρίς να καταλαβαίνω που βρίσκομαι. Άκουγα παντού γύρω μου βογγητά και ακατάληπτες συζητήσεις .
Ξημέρωσε η δεύτερη (άγια) μέρα και ήμουν λίγο καλύτερα . Φοβόμουν ότι όταν θα νυχτώσει θα ξαναρχίσουν τα βογγητά.
Βογκούσαν και την ημέρα αλλά το βράδυ γινόταν ανυπόφορο.
Προσανατολίζομαι στον θάλαμο με την άκρη του ματιού μου .
Απέναντί μου ένας γέρος αλευκιμιώτης με ανοιχτό το στόμα κοιτάει στο νταβάνι ακίνητος . 
Δίπλα του συνοδοί διαδοχικά ο γιός , η κόρη , η εγγονή, και η γυναίκα του.
Τυπική αγροτική οικογένεια της Λευκίμμης . 
Ο κάθε ένας στέκεται στη βάρδιά όρθιος σαν φρουρός μπροστά στο κρεβάτι πρόθυμος να εξυπηρετήσει τον ασθενή «αφέντη» .
Η πρώτη εντύπωση είναι ότι τον αγαπούν πολύ. Δεν είναι λάθος . Δεν είναι όμως και όλη η αλήθεια. Τα συναισθήματα τέτοιες ώρες εναλλάσσονται και αυτό φαίνεται πιο πολύ στον μεγάλο γιό και στην μάνα.
Η Αλευκιμιώτισσα είναι μια τυπική αγρότισσα της Λευκίμμης , αδύνατη , ξερακιανή με χέρια σκασμένα από τα χωράφια και τα πλυσίματα που τα περιπλέκει αμήχανα καθώς μου μιλάει.
Φοράει μια μαύρη πλεχτή ζακέτα και μια φούστα σκουρόχρωμη. 
Μου μιλάει για την εποχή που δούλευε με τη δίκοπη μέχρι τη νύχτα για να πάρει ένα κομμάτι γης που μαζί με το δικό της θα γινόταν μια επαρκής προίκα για την παντρευτεί ο «Αφέντης».
Μου μίλαγε για τις δουλείες που έκανε για να κρατήσει την οικογένεια αξιοπρεπώς και να μεγαλώσει τα παιδιά και για τα «δικά του τα καμώματα».
Κάποια στιγμή την βλέπω να ψαχουλεύει το χειριστήριο του κρεβατιού του άντρα της. 
Πατάει ένα κουμπί στην τύχη και το κρεβάτι του ανήμπορου αλευκιμμιώτη αρχίζει να μαζεύει προς τα πάνω σε σχήμα τάμπλιγιου.
Η Αλευκιμμιώτησσα κοιτάει γύρω της με ύφος «ξέρω και από τεχνολογία» αλλά δεν λέει να αφήσει το κουμπί .
Τα πόδια του αλευκιμιώτη φτάσανε στη μύτη του.
Τέτοια στάση δεν είχε καταφέρει ούτε η Άννα Παύλοβα στο Dying Swan .
Ευτυχώς πρόλαβαν και τον απεγκλώβισαν οι ψυχραιμότεροι των διπλανών κρεβατιών.
Η Νύχτα μετά την αναστάτωση συνέχιζε την πορεία της με τα συνήθη βογγητά και μαζί με την νύχτα συνέχιζαν την πορεία τους και οι γυμνοσάλιαγκες του ταβανιού.
Κάποια στιγμή , που δεν ξέρεις αν είναι δέκα η ώρα η τρείς τα ξημερώματα , μια παράξενη πομπή μπαίνει αργά και τελετουργικά στον θάλαμο.
Μεταφέρουν μια τεράστια μπάλα και την τοποθετούν με προσοχή στο μεσαίο κρεβάτι σαν αρχαίο τοτέμ.
Στην αρχή νόμιζα ότι είναι κάποια νυχτερινή παραίσθηση από τα ισχυρά παυσίπονα. Σύντομα όμως μαθαίνω ότι η «μπάλα» είναι ένα Γερμανός που δεν κρατιότανε και έφαγε «κατιτίς» παραπάνω στις γιορτές.
Οι Ειδικοί απεφάνθησαν ότι ο τυμπανισμός του Γερμανού έπρεπε να αντιμετωπισθεί σε δυο φάσεις.
Την πρώτη φάση δεν την γνωρίζουμε και δεν μας αφορά .
Η Δεύτερη όμως ήταν το κλασικό κλύσμα που στην συγκεκριμένη περίπτωση θα έπρεπε να γίνει στο κατάλληλο χώρο . Να μεταφερθεί ο γερμανός (ας πούμε) στον βιολογικό σταθμό καθαρισμού.
Το κλύσμα έγινε επάνω στο κρεβάτι και ο Θάλαμος 521 «μετετράπει εις κόλασιν του Δάντη».
Έντρομος σηκώνομαι από το κρεβάτι του πόνου κρατώντας το στάντ με τους ορούς μου και σαν τον Μωυσή ανοίγω δρόμο στην ερυθρά θάλασσα και οδηγώ το ποίμνιο μου του θαλάμου 521 προς την σωτηρία.
Καταφεύγουμε μέσα στην νύχτα σε διπλανούς θαλάμους και περιμένουμε να περάσει το «κακό».
Ας ελπίσουμε ότι δεν θα πάθει μέσα στο επόμενο σαββατοκύριακο κανένα τυμπανισμό η Γερμανία και φτάσουν τα σκατά μέχρι την Αίγυπτο.
Με τόσα που έχουνε δει τα μάτια μας πρέπει να είμαστε έτοιμοι για όλα.
Ξημέρωσε και γυρίσανε στη φωλιά τους οι μαύροι γυμνοσάλιαγκες του ταβανιού.
Το καλοκαίρι θα κατέβω στην Λευκίμμη να βρω την οικογένεια του κρεββατιού νο 1 .
Θα τους πάρω και λίγους μπολσεβίκους από του Βουλισμά.
Ο Μεγάλος γιός όταν πήγαινα στην τουαλέτα μου έστρωνε το κρεβάτι και με βοηθούσε να ξαπλώσω.
Δεν ήθελε και να του λέω «ευχαριστώ».
Κάτι τέτοια δεν ξεχνιούνται.