Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Η Κικηκόπιτα



Ήτανε μια εποχή που η Κικηκόπιτα ήταν ιδανικό.
Ένα όνειρο  του κάθε στερημένου.
Αντικείμενο του πόθου.
Αιτία για να βρεθείς φυλακισμένος στην απομόνωση σε ένα υγρό   και σκοτεινό   καταγώγιο .

Μπορούσε να ανταγωνιστεί επαξίως την εικόνα μιας γυναίκας με μπουρνούζι που μόλις είχε βγει από την κατάλευκη και αχνίζουσα μπανιέρα.

Ας πάρουμε τα πράματα όμως από την αρχή.

Η Κικηκόπιτα έχει ως βάση μια στρώση τηγανισμένες πατάτες σε ροδέλες.
Από πάνω ακολουθεί μια στρώση από πιπεριές διαφόρων χρωμάτων.
Στην συνέχεια χτυπιούνται ανηλεώς τα αυγά μαζί με καυτερό μπούκοβο και διάσπαρτα κομματάκια χωριάτικο τυρί.
Το εκρηκτικό μείγμα περιχύνεται εντέχνως πάνω στις τηγανισμένες πατάτες και τις πιπεριές και το ταψί εισάγεται τελετουργικώς στον μαντεμένιο φούρνο με τα ξύλα να σιγοκαίνε.

Πρέπει να υπάρχει κάποιο επιπλέον μυστικό διότι κανείς δεν μπορούσε να την πετύχει όπως η κυρία Κική.

Η Κυρία Κική ήταν μια μαυροφορεμένη ηπειρώτισσα που κανείς δεν εγνώριζε την αιτία του πένθους της και κανείς δεν την έμαθε ποτές.

Έγιναν άπειρες εικασίες για το πένθος της Κυρίας Κικής.

Ο Άντρας της ζούσε . Τα αδέλφια της επίσης . Τα παιδιά της είχαν μετακομίσει στα Γιάννενα αλλά αυτός δεν θα μπορούσε να ήταν λόγος για να βάλει μαύρα.

Οι πιο ευφάνταστοι υπέθεσαν ότι ένας επαρκής λόγος θα μπορούσε να ήταν ένας μεγάλος και ανικανοποίητος έρωτας των νεανικών της χρόνων .

Κατόπιν προτάσεώς μου συμφωνήσαμε σιωπηρώς στο συμπέρασμα   ότι η Κυρία Κική  πενθούσε γενικώς κατά τον τρόπο και τα έθιμα των Ηπειρωτών που δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για να πενθεί κανείς.

Η Πενθούσα (και συμπαθεστάτη)  Κική μετέτρεψε ένα  σταύλο που κλερονόμησε  σε ταβέρνα απέναντι από το στρατόπεδο.

Στην αρχή η ταβέρνα  είχε τα πάντα.

Τελικά η «αγορά»  την υποχρέωσε να κάνει μοναχά Κικηκόπιτες , πατάτες τηγανιτές και τυρί χωριάτικο με λάδι  ρίγανη και πιπέρι μαύρο.

Ο κόσμος του στρατοπέδου ήταν χωρισμένος ταξικά ως εξής.

Οι εξαθλιωμένοι δεν μπορούσαν ούτε να πατήσουν το ποδάρι τους «στης Κικής».

Οι φτωχοί τρώγανε μία πατάτες.

Η μεσαία Τάξη έπαιρνε και τυρί .

Η «Πλουτοκρατία»   έτρωγε από μια Κικηκόπιτα και πάνω με τυρί χώρια και κρασί χωριάτικο.

Οι σημαντικότεροι οραματιστές της Κικηκόπιτας κατοικούσαν στο ακριβώς απέναντι μου κρεβάτι.

Επάνω κοιμότανε ο Πατρινός  και από κάτω ένας μυστήριος τύπος από  την Καρδίτσα που ότι του ζητούσες το βρίσκε.

Ο Πατρινός ήταν τελείως απείθαρχος και ακατάστατος .

Ο Καρδιτσιώτης ήταν σχολαστικός  νοικοκυρεμένος  και πειθαρχημένος.

Ήταν σχεδόν αδύνατο να τους δεις χώρια . Όπου έβλεπες τον  ένα,  σίγουρα σε πολύ μικρή απόσταση, θα έβρισκες και τον άλλον.

Ήταν συνέχεια τσακωμένοι και συνέχεια μαζί. Σαν να τους έτρεφαν οι καυγάδες τους .
Το μοναδικό κοινό τους σημείο ήταν η Κικηκόπιτα . Σε όλα τα άλλα διαφωνούσαν. Παρόλα αυτά ήταν το πιο αχώριστο ζευγάρι του στρατοπέδου.
Τα βράδια ο Καρδιτσιώτης  αφηγούνταν όνειρα με Κικηκόπιτες  και έκανε διάφορες υποθέσεις για την πολυτάραχη ιστορία της κυρίας Κικής.

Ο Πατρινός  δεν έλεγε πολλά αλλά μετά το «σιωπητήριο» πήγαινε δήθεν για κατούρημα και τον χάναμε.

Είχε ανοίξει μια τρύπα με πένσα στο συρματόπλεγμα του στρατοπέδου , λάδωνε και τον φρουρό με κανένα τσιγάρο και κατέληγε στην Κικηκόπιτα.
Τονε φέρνανε τα «Καρακόλια» αλλά μπρατσάντε και το πρωί στην αναφορά ο διοικητής τον έστελνε  στο πειθαρχείο.

Διέσχιζε το προαύλιο συνοδευόμενος από τον επιλοχία ευθυτενής , αγέρωχος, περήφανος και σοβαρός σαν τον Στήβ Μακ Κουήν στην Μεγάλη απόδραση.

Έλεγε ότι δεν τον ενδιέφερε η άδεια. Του αρκούσε μια δίωρη. Ίσα για να πεταχτεί απέναντι στης Κικής.

Η Πάτρα «ήταν μακριά»  και το χειρότερο,  έπρεπε μετά το κουραστικό ταξίδι να περάσει και απέναντι με το φέρυ μπώτ που τονε «χάλαγε» και έφτανε τελικά στο σπίτι του ξερνοβολώντας Κικηκόπιτες.

Το  δεύτερο όραμα του μετά την Κικηκόπιτα ήταν να γίνει μια γέφυρα Ρίο - Αντίριο.

Τον κοίταγαν όλοι και κουνούσαν το κεφάλι τους.

«Γίνονται τέτοια πράματα;»

Ο Μόνος που τον καταλάβαινε κάπως ήταν ο Καρδιτσιώτης.
«Μην είσαστε μαλάκες ρε … Θα γίνει κάποτε αλλά δεν θα γίνει επειδή  το θέλουνε οι Πατρινοί. Θα γίνει όταν μπορεί να γίνει»

Προχτές είπα να δοκιμάσω ξανά.

Πήρα όλα τα υλικά και ξεκίνησα να φτιάξω μια Κικηκόπιτα.

Όσο την ετοίμαζα ήμουν σίγουρος ότι επιτέλους τώρα θα τα καταφέρω.

Τίποτα.

Ξανά η απογοήτευση.

Η Κικηκόπιτα μπορεί να  είχε κάποιο μυστικό που το πήρε μαζί της η Κική.
Μπορεί πάλι τα σημερινά υλικά να είναι άχρηστα.
Υπάρχει και η περίπτωση να πεινάγαμε πολύ τότε.

Μπορεί να συμβαίνουν και όλα μαζί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: