Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

….και άλλες Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες.



 Η Πυτζάμα δεν είναι η μόνη  Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Αγόρασα και ένα πακέτο σλιπάκια «από γύφτο».
Πέντε ευρώ τα δέκα.
Σε συσκευασία σελοφάν.

Σκέφτηκα…. ότι και νάναι … και δυο τρεις φορές να τα φορούσα, πάλι κερδισμένος θα ήμουν.

Το προηγούμενο Σάββατο μετά το μπάνιο φόρεσα το πρώτο.

Καλό φαινόταν.

Στο δρόμο , όμως, κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Το αισθανόμουν να με «τραβάει» κατά την αριστερή πλευρά.

Ώσπου να φτάσω  στο Σαρόκο είχε πάει όλο από την μία μεριά.

Δεν θέλω να γίνω περισσότερο περιγραφικός γιατί μας διαβάζουν και μικρές ηλικίες αλλά …πώς να το πω…. Τα πάντα  πλέον, μπρός και πίσω ,  ήταν εκτός σλιπ.

Γύρισα σπίτι να λύσω το μυστήριο.

Το μέτρησα από δω,  το μέτρησα από κει.

 Ήταν  στραβοκομμένα από το εργοστάσιο. Τάχανε πετάξει ,τα πήρε ο γύφτος και τα πουλούσε.

Μονολογώντας και καθυβρίζοντας ,τον συμπαθή κατά τα άλλα, μικροαπατεώνα πήγα στον  κάδο να τα πετάξω.

Με άκουσε ο Κώστας από το μπαλκόνι του πρώτου (συνταξιούχος ναυτικός)και με ρωτάει:
-«Τι έγινε ρε  φίλε;»
-«Το και το» του εξηγώ.
-«Αυτό δεν είναι τίποτα . Μια φορά πηγαίναμε με ένα γκαζάδικο στον περσικό κόλπο. Στην διώρυγα του Σουέζ ανέβηκαν πάνω στο καράβι μικροπωλητές  Αιγύπτιοι και πουλούσαν φανέλες σε πακέτα. Αγοράσαμε όλοι γιατί παρακάτω που έκανε πενήντα βαθμούς ζέστη  αλλάζαμε φανέλες κάθε μια ώρα.
Πήρα πενήντα  φανέλες  με πέντε δολάρια.

-«..και τι έγινε …ήταν στραβοκομμένες;»
-«Ακόμα χειρότερα… Μόλις άνοιξα το σελοφάν και έβγαλα την πρώτη …τι να δω  Δεν είχε πίσω μέρος. Ήταν μόνο το μπροστά».

Θυμήθηκα το πάθημα μου με τις πατάτες.
Είχα αγοράσει  «από γύφτο» ένα σακί πατάτες. Φαινόντουσαν καλές. «Εδώ είπα δεν μπορεί να με κοροϊδέψει …φαίνονται   εντάξει.
Πάω σπίτι και ανοίγω το σακί.
Γύρω-γύρω είχε μεγάλες και στην μέση μικρές.
Έσπαγα το κεφάλι μου να φαντασθώ   πώς κατάφερε να βάλει εξωτερικά τις μεγάλες και στην μέση τις μικρές.

Μου το εξήγησε ο Κώστας που ήτανε «παθός».

Γυρνάνε ένα χαρτόνι κυλινδρικά και το κολλάνε με ταινία.
Τον χαρτονένιο κύλινδρο τόνε βάζουνε στο άδειο σακί.
Γύρω από τον χαρτονένιο κύλινδρο βάζουνε μεγάλες πατάτες και στην μέση του κυλίνδρου βάζουν τις μικρές.
Τραβάνε το χαρτόνι και έτοιμο το σακί για ράψιμο .

Είναι μπροστά οι άνθρωποι!

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Η Πυτζάμα των Χριστουγέννων



Είπα να πάω και εγώ για ψώνια μέρες που είναι.

Περπατάω στους δρόμους της πόλης. Τα φώτα είναι στη θέση τους.
Πίστεψα για μια στιγμή ότι, λόγω κρίσης,  δεν θα στολίζανε τα δέντρα της  Γεωργίου Θεοτόκη.
Δεν θα το άντεχα . Τα έχω συνηθίσει.
Τα έριξαν απελητά την τελευταία στιγμή.

Μου ζητάει ο Γιάννης ένα ευρώ.
Είναι ντυμένος κάτι μεταξύ τάρανδου με κόκκινα κέρατα και αϊ Βασίλη.
Στο πέτο έχει καρφιτσωμένη μια τεράστια κόκκινη καρδιά με παραμάνα.
Πρόκειται μάλλον για μαξιλαράκι σαλονιού σε σχήμα καρδιάς .
Την 21 Απριλίου ντύνεται χουντικός.
Στις 25 Μαρτίου τσολιάς.
Στις 28 Οκτωβρίου ανθυπολοχαγός του αλβανικού μετώπου.
Το καλοκαίρι  τουρίστας.

Μου εύχεται  «να χαίρομαι την οικογένεια μου».
Λίγο παρακάτω δίνει το ευρώ που του έδωσα σε μια γυναίκα που ζητιανεύει έξω από το Σούπερ Μάρκετ.

Από το βάθος έρχεται η Μπαντίνα του Μάντζαρου μαζί με ένα τεράστιο πλήθος πιτσιρίκια. Μοιάζουν με  πορεία διαμαρτυρίας.  Κόκκινα καπελάκια.  Παίζουν τα κάλαντα.

Η Κυρία Λισάβετ ψάχνει για χωριάτικα αυγά. Αύριο θα φτιάξει αυγολέμονο. Τα αυγά του Σούπερ Μάρκετ της μυρίζουν ψαρίλας.

Ο Σπύρος ο πιτσικαμόρτης περνάει αγχωμένος με ένα αρνί στην πλάτη.

Ο Θόδωρος μοιράζει λαχνούς του εμπορικού συλλόγου έξω από του «Γερμανού» ντυμένος άι Βασίλης. Τρόμαξα να τον γνωρίσω.

Χαιρετώ  γνωστούς και φίλους.

Ελάχιστα ψώνια.

Σκυθρωπά πρόσωπα.

Μπαίνω στο Σούπερ Μάρκετ.

Στο  ράφι με τα ρούχα έχει μείνει μόνο ένα ζευγάρι πυτζάμες .
Είναι διαφορετικού χρώματος .
Έχουν περισσέψει.

Ρωτάω την ταμία πόσο θα μου τις αφήσει.
-« Τρία ευρώ … αλλά είστε σίγουρος ότι την θέλετε ;»
-«Στο σπίτι θα την φοράω ποιος θα  ασχοληθεί με την διαφορά του χρώματος;» απαντώ.
-«Δεν καταλάβατε – μου λέει- δεν έχουν μόνο διαφορετικό χρώμα ….  Είναι και διαφορετικού μεγέθους.»

Τις πήρα.

Αυτή τη στιγμή που σας μιλάω τις έχω φορέσει.

Από πάνω είμαι σαν τον Μπάτμαν και από κάτω σαν τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Το τσαπί…



…αυτή είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη όλων των εποχών.
Ουδέποτε , μέχρι τώρα υπήρξε μια ανακάλυψη που να πλησιάζει έστω και κατ’ ελάχιστον  την ανακάλυψη του τσαπιού.
Ματαίως  θα γίνουν οι συγκρίσεις με την ανάγνωση του DNA, με το ταξίδι στην σελήνη η με τις ανακαλύψεις στην βιοτεχνολογία.

Η ανακάλυψη του τσαπιού άλλαξε άρδην  την  φύση  του ανθρώπου.

Δεκάδες τάφοι γυναικών της νεολιθικής εποχής ανακαλύφθηκαν στην κοιλάδα του Ιορδάνη και στην Μεσοποταμία. Όλοι είχαν μέσα και τα γεωργικά εργαλεία τους.

Τότε, λοιπόν,   έγινε και το μεγαλύτερο πραξικόπημα όλων των εποχών.

Μέχρι τότε ο κόσμος ήταν τελείως διαφορετικός από ότι φανταζόμαστε η μάλλον, θέλουν να μας κάνουν να φανταζόμαστε.

 Οι ουτοπίες των αρχαίων μύθων και των θρησκειών , της Περσικής Paraidaezza, του χριστιανικού Παράδεισου, των λιβαδιών του μεγάλου Μανιτού, του κήπου των Εσπερίδων, της χώρας των Υπερβορείων, των νησιών των Μακάρων,  ίσως να μην είναι “ένας κόσμος όπως θα τον θέλαμε”, αλλά να είναι η συλλογική νοσταλγία και ανάμνηση από έναν κόσμο ο οποίος υπήρξε.

Όπως αναφέρει στο βιβλίο του «Η Πατριαρχία» ο Ernest Borneman  “Δεν ήταν ένας  ευτυχισμένος κόσμος  γιατί η ευτυχία μπορεί να νοηθεί μόνο ως αντίθεση της δυστυχίας, και η δυστυχία δεν είχε  διεισδύσει ακόμα στη συνείδηση αυτής της  σχεδόν ολότελα αδιαφοροποίητης κοινότητας. Γι’ αυτό δεν υπήρχε ούτε εξουσία ούτε αρχομανία, ούτε τάξη, ούτε υποταγή, ούτε διαταγές, ούτε υπακοή.
Ήταν ένας αδιαίρετος κόσμος, χωρίς φτωχούς και πλούσιους, πιστωτές και οφειλέτες, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευομένους. Ένας κόσμος που δεν γνώριζε την τσιγκουνιά, αλλά ούτε και την σπατάλη, όπου δεν υπήρχε ούτε δίνω ούτε παίρνω, όπου δεν υπήρχε φθόνος αλλά ούτε λόγος να φθονεί κανείς .”

Η ανακάλυψη από την γυναίκα της γεωργίας και η δημιουργία των πρώτων αποθεμάτων τροφής.

Η συνειδητοποίηση από την κοινότητα  της συμβολής του αρσενικού στην γονιμοποίηση του θηλυκού και η εμφάνισης, ως εκ τούτου, του πατέρα (που η έννοια του ως τότε ήταν άγνωστη).

Η διεκδίκηση από τον πατέρα της αναγνώρισης της θέσης του και των δικαιωμάτων του επί των αποθεμάτων και των παιδιών.

Ακόμα και η ανακάλυψη από τον άνδρα της συζυγικής αγάπης, της αγάπης δηλαδή που συνδέεται αυτοδικαίως με τη σεξουαλική πράξη, δεν ήταν τίποτα περισσότερο παρά ένα από τα μέσα που χρησιμοποίησε ο άνδρας για να εισχωρήσει στο “βασίλειο” της γυναίκας και να γίνει ο αποκλειστικός και “νόμιμος   συνέταιρος-συνιδιοκτήτης».

Η ζήλια εμφανίζεται και εισχωρεί στην ζωή της οικογένειας όχι ως ένα ανεξήγητο και μυστηριώδες  “ανθρώπινο” συναίσθημα αλλά ως αποτέλεσμα της κοινωνίας της ατομικής ιδιοκτησίας όπου ακόμα και ο ένας πλέον ανήκει του άλλου.

Η  Ιστορία  δεν είναι μόνον «η Ιστορία της πάλης των τάξεων» .
Η Ιστορία είναι «Η Ιστορία της πάλης των τάξεων και  της πάλης των φύλων».

-Γιατί η γυναίκες (κατά κανόνα) οδηγούν με το τιμόνι αγκαλιά;

-Γιατί οι γυναίκες (κατά κανόνα) δεν μπορούν να προσανατολισθούν;

-Γιατί οι γυναίκες (κατά κανόνα) κουτσομπολεύουν και δολοπλοκούν;

 «Η Πατριαρχία» του   Ernest  Borneman  (Έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης) είναι ένα έργο που απαντάει σε ερωτήματα αναπάντητα και μυστηριώδη μέχρι σήμερα.
Ο Έγκελς στο βιβλίο του «Η Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» έκανε ένα πρώτο και σημαντικό βήμα. Παρόλο που δεν είχε την  δυνατότητα της επιστημονικής τεκμηρίωσης που υπάρχει σήμερα , δεν έπεσε έξω. Για λόγους σκοπιμότητας, όμως, φαντάζομαι,  έβαλε τον τόνο μόνον στην μια πλευρά.

«Η Πατριαρχία» , νομίζω ότι είναι η  πιο ολοκληρωμένη συνέχεια.

Είναι αρκετά μεγάλο βιβλίο αλλά διαβάζεται εύκολα.

Οι πιο απαιτητικοί μπορούν να διαβάσουν παράλληλα και το βιβλίο του  Jacque Cauvin «Η Γέννηση των Θεοτήτων. Η Γέννηση της Γεωργίας  και η Επανάσταση των Συμβόλων  στην νεολιθική εποχή».

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Το βράδυ της 21/12/2012



 Τρείς μήνες πριν.

Ο  Il Τrovatore , ένας  ιστορικός  ερευνητής και σεσημασμένος μυθομανής  τα πίνει με έναν παράξενο γέροντα  σε ένα καπηλειό στην Καζαμπλάνκα.
Ο γέρος του παραδίδει το κώδικα για την ανάγνωση ενός εξαιρετικά σημαντικού   εγγράφου των Μάγια.
Αμέσως μετά  πέφτει ο σιδερένιος ανεμιστήρας της οροφής και αποκεφαλίζει τον γέροντα.
 Είχανε να τον αλλάξουνε από την εποχή του Χάμφρευ Μπόγκαρτ.

Ο Τροβατόρε φεύγει από την Καζαμπλάνκα με ένα παλιό δικινητήριο αεροπλάνο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου με κατεύθυνση την Δρέσδη της Γερμανίας.

Στην βιβλιοθήκη της Δρέσδης, μέσα στα σκονισμένα ράφια φυλάσσεται το έγγραφο των Μάγια.

Σε  μια μπυραρία της Δρέσδη γνωρίζει μια όμορφη γκαρσόνα ντυμένη κουνέλι. Είναι βιβλιοθηκάριος στην δημοτική βιβλιοθήκη αλλά κάνει και δεύτερη δουλειά για να τα βγάλει πέρα.

Κουβέντα στην κουβέντα μαθαίνει ότι η γκαρσόνα-βιβλιοθηκάριος είναι η τελευταία απόγονος του Τσαλάμ Μπαλάμ , του μάγου των Μάγια και συγγραφέα του εν λόγω εγγράφου.
Μόλις κλείνει η μπυραρία πάνε κρυφά στην βιβλιοθήκη και  διαβάζουν το μυστηριώδες έγγραφο.
Σύμφωνα με τον Τσαλάμ Μπαλάμ , η καταστροφή του κόσμου θα συμβεί  το βράδυ στις 21/12/2012.
Εκείνο το βράδυ θα ευθυγραμμιστεί πλήρως  ο Σαμαράς με την Μαύρη Τρύπα στο κέντρο της Γερμανικής οικονομικής  πολιτικής ( που ως γνωστόν ρουφάει τα πάντα).
  
Η Ελλάδα θα πτωχεύσει επισήμως και θα συμπαρασύρει τον νότο, την Ευρώπη, την Κίνα, την Αμερική, τον Άλφα του Κενταύρου και την Ανδρομέδα.

Ο  Στουρνάρας ,σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποτρέψει την καταστροφή του κόσμου,  συγκροτεί άγημα της Υπηρεσίας Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος και  γυρνάει τις νύχτες με πυρσούς από πολυκατοικία σε πολυκατοικία .

Εισβάλει στα σπίτια των συνταξιούχων και τους παίρνει από το κομοδίνο τα τρακόσια ευρώ δώρο,  ως προκαταβολή για το χαράτσι της ΔΕΗ.
Ξαπλώνει  τον συνταξιούχο σε ένα πτυσσόμενο φορμάικα τραπεζάκι , του κάνει μια επώδυνη τομή με ένα πέτρινο μαχαίρι  των Μάγια και ξεριζώνει με τα χέρια του τον διογκωμένο προστάτη.


Εγκαταλείπει απροστάτευτο τον συνταξιούχο και συνεχίζει στο επόμενο διαμέρισμα.

Εν τω μεταξύ ο Κατσιδιάρης ,με ένα παλούκι στο χέρι,  καταδιώκει τον Παπαδημούλη γύρω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο της πλατείας συντάγματος

  Η Νύχτα απόψε θα είναι πολύ μεγάλη.

Ο Τροβατόρε διαβάζει και ένα ρίγος τον διαπερνά.
Η δισέγγονη του Τσαλάμ Μπαλάμ έχει ακουμπήσει το λεμονάτο στήθος της στον ώμο του.
Την φιλάει με πάθος.
Γδύνονται και κάνουν έρωτα πάνω στον πάγκο της Δημοτικής βιβλιοθήκης της Δρέσδης.

Ακούει τα βογγητά τους ο φύλακας και  ξυπνάει.

Με προσωπική εντολή της Μέρκελ ξεκινάει μια άγρια καταδίωξη του Τροβατόρε.

Φτάνει , καταδιωκόμενος μέσα από τα δάση , στα σύνορα Γερμανίας Γαλλίας……..

Την συνέχεια θα την δείτε στο βιντεάκι που ετοίμασα.

Μην το χάσετε. 


video

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Το ταξίδι της Ροντινέλα


Η Ροντινέλα έμεινε για πάντα στην Τυνησία.

 Ένοιωθε ότι δεν θα προλάβαινε να κάνει ένα τέτοιο ταξίδι.

Έτσι συμβαίνει με τα χελιδόνια εδώ και εκατομμύρια χρόνια.

Ήρθε όμως η θυγατέρα της μαζί με  έναν ανεπρόκοπο νεαρό που πετούσε άτσαλα  όλο το καλοκαίρι και κινδυνεύαμε να μας βγάλει τα μάτια.

Ευτυχώς, για κάποιο λόγο , χτίσανε τη φωλιά τους στον  απέναντι  μπότζο και γλύτωσα από τις κουτσουλιές.

Προσπάθησα να της πιάσω την κουβέντα. Της είπα ότι όταν ήταν μικρή και έκανε την πρώτη απόπειρα να πετάξει, έπεσε και την γλύτωσα την τελευταία στιγμή  από του γάτου τα δόντια.

Δεν είχε την ευγένεια της μάνας της.

Μου είπε απότομα : «..και τι θέλεις τώρα, να σούχουμε υποχρέωση;»

Έκανα πως δεν άκουσα και συνέχισα.

Την ρώτησα για το ταξίδι .

Μου έλεγε ότι περάσανε απέναντι στο Σαλέντο και κατέβηκαν άκρη- άκρη τις ακτές μέχρι τον  Ασπρομόντε .
 Δεν πήγαν προς τα βουνά  της Καλαβρίας γιατί κάνει κρύο το φθινόπωρο και  είναι  κουραστικό να ανέβουν σε τέτοιο υψόμετρο.

 Έμειναν μερικές μέρες στον Βούα  να πάρουν δυνάμεις και συνέχισαν  μέχρι την  Σικελία όπου έμειναν λίγες μέρες , άλλοι στην Άβολα και άλλοι στο  Λίντο ντι Νότο.

Μου είπε ότι από την Μάλτα και μετά ,που ήτανε τα δύσκολα,  την κουβαλούσανε στην πλάτη. Είχε χαμηλό αιματοκρίτη και κουραζότανε εύκολα.

Την άκουγα με ενδιαφέρον.

«Φαντάζομαι  ότι  θα είναι  πολύ ωραίο ένα τέτοιο ταξίδι .»  της είπα.

«Δεν ταξιδεύουμε για λόγους αναψυχής…. αν μείνουμε εδώ το χειμώνα με τους κοτσυφούς θα μας θερίσει το κρύο…. για μας το ταξίδι είναι μια μεγάλη δοκιμασία και πρέπει να ακολουθήσουμε μια  αυστηρά καθορισμένη τακτική για να φτάσουμε ζωντανοί  στον προορισμό μας ..» μου είπε εκνευρισμένη και συνέχισε «… το ξέρεις ότι στη Μάλτα μείναμε είκοσι μέρες μέχρι να γυρίσει σιροκολέβαντο για να περάσουμε απέναντι ;».

Την άκουγα σιωπηλός.

Όταν ζεστάθηκε κάπως η ατμόσφαιρα με ρώτησε:
-«Εσείς  που ταξιδεύετε όταν χειμωνιάσει;»

-«Πουθενά δεν πάμε. Μένουμε εδώ και καίμε ξύλα για να ζεσταθούμε.» της λέω.

-«Και γιατί έτσι;» ερωτά η αφελής και εκνευρισμένη  χελιδόνα.

-«Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε..» απαντώ

-«Δηλαδή;»  μου λέει απορημένη.

-«Να… άλλοι λένε ότι ο προορισμός δεν έχει σημασία, σημασία έχει το ταξίδι.
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ,ακόμα και αν ξεκινήσουμε,  να μην ξέρουμε που πάμε.
‘Άλλοι πάλι  λένε ότι δεν έχει σημασία το ταξίδι αλλά ο προορισμός.
 Αυτό πάλι έχει σαν αποτέλεσμα να μην ξεκινάμε ποτέ.»

Με ακούει με ανοιχτό το στόμα.

-«Δηλαδή , είχε δίκιο η μάνα μου!» μου λέει έκπληκτη.

-«Τι σου λέγε  η μάνα σου;» ρωτάω

-«Απορούσε και έλεγε: «Μας πως καταφέρανε αυτοί οι μαλάκες και γίνανε τα αφεντικά του πλανήτη;».


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

ΨΙΛΟΒΡΕΧΕΙ ΣΤΗ ΛΕΜΟΝΙΑ


Κάνει κρύο και ψιλοβρέχει τη νύχτα στη Λεμονιά.

Δεν υπάρχει ψυχή στην μικρή πλατεία.
Ερημιά.
Στέκομαι στη μέση .

Απέναντι θα πρέπει να ήταν  οι «ρετσίνες του Θύμη» και από πάνω το Μπορντέλο της Πολυξένης.
Δίπλα , το γραφείο κηδειών του Μακροπόδη  «η μετανάστευσις» και από πάνω το Μπορντέλο της Βαγγελιώς της Κουλοχέρως .
Στη γωνία το καφενείο της κυρίας Κούλας  και δίπλα το τσαγκάρικο του κυρ Βασίλη.
Απέναντι η Παναγία η ευαγγελίστρια και πιο δίπλα η ταβέρνα του «Μαύρου».

Υπήρχε τότε άλλο ένα Μπορντέλο …  κοντά στους Άγιους Πατέρες … της Σταμάτως.

Φαίνεται ότι η χωροταξία δεν ήταν τυχαία. Ο  τόπος της αμαρτίας , ο τόπος της λησμονιάς , ο τόπος της εξιλέωσης και αμέσως μετά ο «Μακροπόδης» με το «ταξιδιωτικό του γραφείο».

Κάνει κρύο και ψιλοβρέχει τη νύχτα στη Λεμονιά.

Θυμάμαι  τον κύριο Πατούνη. Μου μίλαγε  με υπερηφάνεια για τον φίλο του  Νίκο Καββαδία. Συναντιόταν εδώ , σε αυτήν την μικρή , αόρατη και κακόφημη πλατειούλα όταν το καράβι του ποιητή έδενε στην Κέρκυρα.
Ακολουθούσε μια δαιδαλώδη διαδρομή για να φτάσει στην πλατεία .
 Ο Κύριος Πατούνης ήταν ένας  αξιοσέβαστος  αστός  και  ιδιοκτήτης  του γνωστού εργοστασίου παραδοσιακού σαπουνιού.
Δεν έπρεπε να τον σχολιάσουν βλέποντάς τον να κατευθύνεται στην κακόφημη πλατειούλα.
Με ρωτούσε τι να σημαίνει «Νερό καλάρει το  Fore Peak, νερό και τα πανιόλα».

Κάνει κρύο και ψιλοβρέχει τη νύχτα στη Λεμονιά.

Δίπλα στον Άγιο Φραγκίσκο , εκεί πουν τώρα είναι το Πέμπτο δημοτικό, ήταν  το Αρσάκειο. 
Λίγοι ξέρουν ότι εκεί ,στον Άγιο Φραγκίσκο , λειτούργησε  το  1798 το πρώτο δημόσιο και δωρεάν σχολείο των Βαλκανίων . 
Το έφτιαξαν οι Γάλλοι Δημοκρατικοί με χρήματα  από την δημευμένη εκκλησιαστική περιουσία.
«Άθεους»  τους  ανέβαζαν, «άθεους»  τους κατέβαζαν  οι αρχόντοι και  οι παπάδες.
Για πρώτη φορά τα παιδιά των φτωχών μπορούσαν να μαθαίνουν  γράμματα και επί πλέον να τρώνε  πρωί και μεσημέρι στο συσσίτιο του σχολείου.
Ανήκουστα πράματα!

Κάνει κρύο και ψιλοβρέχει τη νύχτα στη Λεμονιά.

Δεξιά μου θα πρέπει να ήταν ο φούρνος του Μαρτζούκου  και πιο κάτω οι τζιτζιμπίρες του Σαγιαδινού.
Αριστερά μου η ταβέρνα του κυρ Αλέκου του Κουτσού  και παρακάτω οι «κατουρίστρες του  Σγούμπου».

Αυτή η πλατειούλα έβγαλε μεγάλα  και ιστορικά ονόματα του ποδοσφαίρου μας . Εδώ πρωτόπαιξαν ο Μιχάλης Ψάιλας , ο Βίκυς ο Παργινός και ο Σπύρος ο Μπόρτζ.

Προσπαθώ να μαντέψω που θα είχαν βάλει τα «τέρματα»  οι  πιτσιρικάδες που έπαιζαν μπάλα στην πιατσέτα της Λεμονιάς.

Όταν ερχόταν οι  Αμερικάνοι ναύτες  και ψάχνανε τα Μπορντέλα ,  οι πιτσιρικάδες τους έστελναν στα σπίτια των πιο μισητών γειτόνων . 
Περιμένανε οι ναύτες στη σειρά στη σκάλα και χτυπούσαν την πόρτα.

Κάνει κρύο και  ψιλοβρέχει τη νύχτα στη Λεμονιά.

Θα θελα , λέει, να μπορούσα να ταξιδέψω  ένα βράδυ με μια χρονομηχανή  και να κοιτάξω μέσα από τα θολά τζάμια  της ταβέρνας του «Μαύρου» , να μπω στο μπακάλικο του Πολυχρόνη, και να μου κάνει ένα ζεστό τσάι η Βαγγελιώ η Κουλοχέρω.

Θα θελα να περιπλανηθώ στην «άλλη»  Κέρκυρα. Πίσω  «..από τους λερούς και ασήμαντους δρόμους , με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους .» 

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Οι τελευταίες ημέρες του Σουλίου.



 Υπάρχει μια μικρή μαρμάρινη εντοιχισμένη επιγραφή στον τοίχο του «Μαύρου Γάτου»  στο παλιό λιμάνι της Κέρκυρας που λίγοι  έχουν προσέξει.
Γράφει:  «Ενταύθα εδολοφονήθη υπό Τουρκαλβανών ο Φώτιος Τζαβέλλας και εξέπνευσε εις τας χείρας  του Νότη Μπότσαρη μετά του οποίου συνεκάθητο. Ο τάφος αυτού ευρίσκεται εις την ενταύθα μονήν της  Πλατυτέρας.»

Δεν  είναι ώρα τώρα να αναφερθώ στις  μυστικές και φανερές διαβουλεύσεις που γινόταν τα χρόνια εκείνα  ανάμεσα στις Σουλιώτικες φάρες   και στους  Ρώσους του Ουζάκωφ, τους Γάλλους αυτοκρατορικούς και τους Άγγλους αργότερα.  Βαριέμαι να τσακώνομαι με  ανορθόγραφους πατριδολάγνους.

Υπάρχει και μια χαμένη όπερα του Giovanni Batista Ferrari  με τίτλο «Οι τελευταίες μέρες του Σουλίου»  (Ultimi giorni di Suli).
Το 1856 ανέβηκε στο μεγάλο θέατρο «Φοίνικας» της Βενετίας. Μάθαμε ότι ανέβηκε και στην Κέρκυρα στο Σαν Τζιάκομο.
Συγγραφέας του έργου ήταν ο Giovanni Peruzzini (1815-1869).
Το λιμπρέτο και οι παρτιτούρες της όπερας έχουν χαθεί.
Δεν καταφέραμε να βρούμε κάποιο ίχνος.

Όλα αυτά μου έφεραν στο μυαλό την ετήσια αναπαράσταση της μάχης του Σουλίου.

Έλαβα μέρος ως Τούρκος.

Μας πήραν , φαντάρους,  με καμιόνια από τα Γιάννενα και μας ανέβασαν στο Σούλι.
Εκεί στα ερείπια της μονής του Κιουγκίου θα γινόταν η αναπαράσταση.
Μας χώρισαν σε «Τούρκους» και «Σουλιώτες». Μας έντυσαν ανάλογα και άρχισε το σώου.

Σύμφωνα με το σενάριο που μας ανέπτυξε ο λοχαγός, εμείς οι «Τούρκοι»  θα ανεβαίναμε τρέχοντας προς το Κούγκι έναν κακοτράχαλο ανήφορο τριακοσίων μέτρων ουρλιάζοντας και πυροβολώντας με άσφαιρα πυρά.
Από πάνω οι «Σουλιώτες» θα ανταπέδιδαν τα «πυρά» και θα προέβαλλαν σθεναρή αντίσταση.
Μερικοί από εμάς θα  έπεφταν  στο δρόμο για να φαίνεται η ηρωική αντίσταση των «Σουλιωτών».
Όταν εμείς (οι Τούρκοι) θα φτάναμε επάνω, ο Σαμουήλ (ο σιτιστής του λόχου) θα ανατίναζε το Κούγκι.
Από κάτω θα παρακολουθούσαν έκθαμβοι και με ρίγη εθνικής συγκίνησης οι χωριάτες από τα γύρω χωριά.

Δόθηκε το σύνθημα και ξεκίνησε η μεγαλειώδης μάχη.

Στα πρώτα μέτρα και με τον πρώτο πυροβολισμό που έπεσε από το Κούγκι, πέσαμε όλοι νεκροί.
Ποιος ανέβαινε όλο αυτό τον ανήφορο;
Συνέχισε μονάχα ένας «Τούρκος» νεοσύλλεκτος που δεν είχε πιάσει ακόμα το νόημα της ζωής.
Ανέβαινε τρέχοντας και ουρλιάζοντας υπό τα πυκνά «πυρά»  των Σουλιωτών.
Στο δρόμο τούπεσε το ντουφέκι, έχασε το κόκκινο σκούφο και τούφυγε και το παπούτσι με τη φούντα.
Γδαρμένος από τα πουρνάρια έφτασε μπροστά στο Κούγκι.
Μόλις είδε μπροστά του τον «Τούρκο»  ο σιτιστής Σαμουήλ  ανατίναξε το Κούγκι με μία στρακαστρούκα που του είχαν δώσει.

Φάγαμε είκοσι μέρες φυλακή ο κάθε νεκρός.

Στην επιστροφή γελάγαμε μέσα στα καμιόνια μετά δακρύων.

Ένας Πρεβεζιάνος που υποδυόταν τέλεια την «αδελφή» (η ήταν …δεν έχει σημασία)  σκέφτηκε να κάνουμε και την αναπαράσταση του χορού του Ζαλόγγου.

 Να είμαστε, λέει, ντυμένοι Σουλιωτοπούλες στην άκρη του γκρεμού. Από κάτω να περιμένουν οι χωριάτες με κομμένη την ανάσα να μας δουν να πέφτουμε και τη στιγμή που φτάσουν οι Τούρκοι να πέσουμε στην αγκαλιά τους, να τους «δοθούμε» και να μην τους «σηκώνεται».

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Ένα μποέμικο σαββατόβραδο



Το πρόγραμμα μου , σε συνδυασμό με το δελτίο καιρού, προέβλεπε ένα βροχερό σαββατόβραδο με φωτιά καλό κρασί και  ψαγμένες συζητήσεις.

Ξαφνικά ανατρέπονται όλα.

Η Μποέμικη συντροφιά την κοπάνησε για Αθήνα.

Έμεινα να κοιτάω τον τοίχο η ώρα οχτώ παρά είκοσι.

Ξαφνικά θυμάμαι ότι  σήμερα ανεβάζουν «τα τσικό»  της Εθνικής Λυρικής σκηνής  την όπερα του Giacomo Puccini, “La boheme”.
 
Η Παράσταση  είναι στις  οχτώ.

Ανεβάζω στροφές . 
Φοράω ότι βρήκα μπροστά μου και φεύγω  βιαστικά για την Ιόνιο Ακαδημία.

Δεν χρειάζεται να βρω τρόπο να μπω τζάμπα, η είσοδος είναι ελεύθερη.  Η Αίθουσα είναι ασφυκτικά γεμάτη .

Πετυχαίνω  τον Παντελή να κάνει τον ταξιθέτη. Μου έχει δύο θέσεις μπροστά. Εν τω μεταξύ έρχεται και η κόρη μου.

Καλά πως τα καταφέρνεις να έρχεσαι πάντα τελευταίος, να μην πληρώνεις και να κάθεσαι και στην καλύτερη θέση» μου λέει  ελαφρώς εκνευρισμένη.
Ξεκινάμε καλά . Ο  Τενόρος (Ροδόλφο) αρρώστησε και στη θέση του έφεραν άρον -άρον έναν Ιταλό  φέρελπι , χοντρούλη , συμπαθητικό που μου θυμίζει έντονα έναν σπασίκλα συμμαθητή μου που καθόταν στο πρώτο θρανίο .

Οι πιτσιρικάδες είναι πολύ καλοί .

Στην πρώτη σκηνή  η μποέμικη παρέα του Παρισιού του 1896 προσπαθεί να ανάψει φωτιά με ότι βρίσκει μπροστά της.
 Το ίδιο θα κάναμε και εμείς  αυτό το σαββατόβραδο του 2012 αν δεν  παραβιαζόταν το πρόγραμμα .  
«Δεν βαριέσαι…» σκέφτομαι  «…τα προγράμματα και οι παρθενικοί υμένες είναι φτιαγμένα για να παραβιάζονται».

Στην γνωστή  σκηνή της γνωριμίας της Μιμή με τον Ροδόλφο,  ο χοντρούλης Ιταλιάνος  τενόρος  φαίνεται ότι  «τόχει». Καταχειροκροτείται και φιλάει παθιασμένα στο στόμα την Μιμή.
Νομίζω ότι δεν υποκρίνεται χάριν του έργου . Του αρέσει   και δεν λέει να ξεκολλήσει από πάνω της.

Η όπερα ανέβηκε για πρώτη φορά στο Τορίνο το χειμώνα του 1896.
Εκείνο τον καιρό το μισό Τορίνο ήταν άνεργοι.
Η «μεγάλη οικονομική ύφεση» (1873/1896) βρισκόταν στο αποκορύφωμα της.

Το έργο δεν διαβάζεται ως ένα ανόητο ερωτικό δράμα.

Η ράφτρα Μιμή με τα παγωμένα χέρια που «δεν ζεστάθηκαν  ποτέ».
Με τα κεντημένα λουλούδια στα φορέματα που δεν μυρίζουν.
Με τον εύθραυστο έρωτα και την εύθραυστη υγεία ….
…και ο  απελπισμένος ποιητής  στην καρδιά ενός  άκαρδου χειμώνα  που  «είναι ολέθριο να μείνει κανείς μόνος του».

Το τραγούδι τους δεν είναι  επίδειξη φωνητικής ικανότητας  αλλά η κραυγή ενός χειμώνα προς μιαν άνοιξη που αργεί ακόμα.

Ο Φιλόσοφος πουλάει το παλτό του , η Μουζέτα πουλάει τα στολίδια της  και ο ποιητής καίει τα ποιήματα του  για να ζεστάνει τα χέρια της   αγαπημένης του.

Η ανέμελη μποέμικη παρέα πουλάει όλα της τα υπάρχοντα για να κρατήσει στη ζωή  τον  Έναν.

Ποιος ξέρει ; Μπορεί  εκείνο το χειμώνα του 1896 κάποιος άλλος αδέκαρος σιδηρουργός  να τρύπωσε τσάπα στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνο και κάποιος άλλος χοντρούλης τενόρος  να βρήκε την ευκαιρία  να φιλάει ασταμάτητα   στο στόμα την σοπράνο. 

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

«Ο Παλιαμπάς»



Το όνομα  του (το παρατσούκλι του μάλλον) , πάντα για κάποιο λόγο,  μου θύμιζε τίτλο από διήγημα του Παπαδιαμάντη.

Κανείς δεν ξέρει  πως πραγματικά λένε τον Παλιαμπά
Καμιά κρίση δεν τον αγγίζει.

Θυμάμαι παλιά (επί δραχμής), είχε μπήξει  τέσσερα  ξύλα στην άμμο του Χαλικούνα, είχε βάλει και σκέπαση από καλάμια που έκοψε από τον καλαμιώνα της λίμνης .
Έτοιμο το «μαγαζί».
 Έκανε φρέσκα νοστιμότατα σάντουιτς , νερά και αναψυκτικά.
Μια μέρα ξεκίνησε να πάει στην πόλη. Πήρε μαζί  του τα σκουπίδια και την σακούλα με τα λεφτά.
Έριξε τα λεφτά στο πρώτο σκουπιδοτενεκέ και πήγε και κατέθεσε τα σκουπίδια στην τράπεζα.

Θεός!!!

Αργότερα τον προσέλαβαν Ντελάλη στο ΚΚΕ.
Κυκλοφορούσε με μια ερειπωμένη καμιονέτα  και διαλαλούσε στις γειτονιές τις εκδηλώσεις του Κόμματος.
Είχε από πάνω δεμένο με τριχιά  ένα μεγάφωνο, ένα χορτοκοπτικό , μια φάλτσα και διάφορα άλλα εργαλεία της δουλειάς.

Με είδε μια φορά στο δρόμο να περιμένω και με πήρε με κίνδυνο να κατηγορηθεί για υπόθαλψη αντικομουνιστή.
Άνοιξε την πόρτα και τίναξε το κάθισμα για να κάτσω . Σηκώθηκε μπουχός. Τελικά κάθισα πάνω  σε ένα βουνό από διακηρύξεις της Κεντρικής Επιτροπής.
Στο ντουλαπάκι είχε  τακτοποιημένες τις κασέτες που έπαιζε σε κάθε περίπτωση.
Για αγροτικά συλλαλητήρια είχε μια με εκκλήσεις για συμμετοχή στην συγκέντρωση (που ήταν πάντα)   «..αύριο στις έξι στο Σαρόκο στο μεγάλο αγροτικό, παγκερκυραικό συλλαλητήριο»  και ακολουθούσαν τραγούδια της εποχής μας  όπως «Όχι δεν πουλάμε», «..Και με οι παππούδες μου ήταν αγρότες» και άλλα.
Για εργατικές απεργίες είχε μια  ανάλογη με τραγούδια όπως «Πάγωσε η τσιμινιέρα» , «..Είμαι το νούμερο οχτώ..» και άλλα.
Η προεκλογική κασέτα .
Μια για δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές  και λοιπά.
Είχε και μια της  Επιτροπή ειρήνης που είχε να την χρησιμοποιήσει από το  ’89 που, ως γνωστόν,  επικράτησε το  καθεστώς της παγκόσμιας ειρήνης .

Τελευταία κόβει , φτιάχνει  και εμπορεύεται ξύλα και κάρβουνα .
Τονε έπιασε η τροχαία. Δεν είχε άδεια , δίπλωμα , τέλη κυκλοφορίας, ΚΤΕΟ ,ταυτότητα, και βενζίνα.
-«Καλά δεν έχεις κανένα χαρτί;» ρωτάει ο τροχονόμος.
Του έδωσε μια προκήρυξη του ΚΚΕ.
Τονε πήγανε  μέσα με το φορτηγάκι και τα  κάρβουνα επάνω.

Παζαρεύει ένα άλλο παλιό φορτηγάκι . Εφτακόσια ευρώ. Τόριξε στα Πεντακόσια. Του τόκανε και σε δόσεις . Του ζήτησε και δανεικά εκατόν πενήντα να πληρώσει την μεταβίβαση. Του ζήτησε και το μηχανάκι να πάει μέχρι το υπουργείο συγκοινωνιών.

-«Θέλεις  τίποτα άλλο;»  ρωτάει ο πωλητής κοιτώντας τον έντονα στα μάτια.
-«Έχεις ένα τσιγάρο;»
Του δίνει καπνό.
-«Χαρτί δεν έχεις;»  ρωτάει ο Παλιαμπάς.
-«Σάλιο θέλεις;»  του λέει ο πωλητής.

Να μου το θυμηθείτε, έτσι και γενικευτεί η κρίση,  ο Παλιαμπάς θα γίνει πρωθυπουργός . 

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

«ΜΑΣ ΨΕΚΑΖΟΥΝ!»



Προχτές αργά (στο Μπαρ το ναυάγιο) βρέθηκα να τα πίνω με μια καλή φίλη.
Στο δεύτερο ποτό μου  αφηγήθηκε μια ιστορία .
Ερχόταν , λέει, στην Κέρκυρα με το αεροπλάνο και την ώρα που χαμήλωνε για την προσγείωση , κοιτάει από το παράθυρο και τι να δει;. Από τα φτερά έβγαινε ένας άσπρος καπνός .
-«Αυτό ήταν !» μου λέει  « Μας ψεκάζουν!».
Άκουγα σιωπηλός.
Μου ήρθε στο μυαλό η αφήγηση ενός καλού φίλου για μια άλλη προσωπική του εμπειρία πριν από χρόνια.
Είχε διπλαρώσει μιαν  έμορφη επισκέπτρια και  έψαχνε να βρει τρόπο να την ξεμοναχιάσει.
Επειδή ήταν πάντα έμπειρος εραστής , πρώτα την άφησε να του εκδηλωθεί ιδεολογικοπολιτικά και ύστερα να «παίξει» αναλόγως.
Η επισκέπτρια είχε οικολογικές ανησυχίες . Πίστευε  ακράδαντα ότι η  οικολογική συντέλεια   του κόσμου είναι  αναπόφευκτη.
Σκέφτηκε λοιπόν , ο αθεόφοβος Κερκυραίος εραστής, να την πάει  εκδρομή στην μαγικότερη τοποθεσία που ήξερε και πίστευε ότι , εκεί μέσα στο μεγαλείο της φύσης, θα κάμπτονταν οι αντιδράσεις της  γκρινιάρας  ακτιβίστριας.
Ετοίμασαν φαγητό . Φόρεσαν τα κατάλληλα παπούτσια. Φορτώθηκαν τα σακίδια και ξεκίνησαν τον ποδαρόδρομο προς μιαν από τις καλύτερες βουνοκορφές (ου πανέμορφου) νησιού μας .
Στον  ατελείωτο  και κακοτράχαλο ανήφορο  σκεφτόταν  τις ανέσεις που απολαμβάνει ένας εραστής των μεγαλουπόλεων  και  σκεφτόταν σοβαρά να μεταναστεύσει στην Αθήνα.
Κάθιδρος  έφτασε στην κορυφή του Γολγοθά διακόσια μέτρα πίσω από την φυσιολάτρισσα.
Διάλεξε επιμελώς το μέρος και στρώσανε τα στρωσίδια τους. Άπλωσαν τα φαγητά  και ένα μπουκάλι κρασί (από  το καλό)  τεσσάρων χρονών που κόντευε να γίνει κονιάκ.
Είχε πάρει μέχρι και μαξιλάρι.
Τσιμπολογούν μεζέδες και  αρχίζουν τα προκαταρκτικά.
Όλα πάνε καλά . Οι αντιστάσεις κάμπτονται . Προμηνύεται ένα παθιασμένο και θυελλώδες ερωτικό μεσημέρι.
Έχει προβλέψει τα πάντα.
Θα ανοίξει το κρασί  την κατάλληλη στιγμή , λίγη ώρα πριν σημάνουν οι σάλπιγγες της γενικής επίθεσης.
Έχει πάρει μαζί του και δύο κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια κρασιού.
Τα έχει στο σακίδιο του τυλιγμένα με χαρτοπετσέτες .
Περιμένει  την στιγμή που θα ανοίξει το μπουκάλι. Τότε… τη στιγμή της  γνωστής  αμηχανίας. «Πώς θα πιούμε το κρασί;» θα τα βγάλει , εκεί στην ερημιά, δήθεν αδιάφορα, σαν να κάνει το ποιο συνηθισμένο πράγμα του κόσμου.
Ξέρει αυτός  «δεν είμαστε χτεσινοί!»
Πράγματι έρχεται η ώρα του κρασιού . Τσουγκρίζουν τα κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια. Φέρνουν τα ποτήρια στα χείλη τους .Η φυσιολάτρισσα  τον κοιτάει πάνω από το ποτήρι εντυπωσιασμένη . 
«Όλα βαίνουν καλώς» Σκέφτεται ο δικός μου.
Ακριβώς τότε , στην πρώτη γουλιά… ένας τρομερός βόμβος  συγκλονίζει την ησυχία της  βουνοκορφής. Σηκώνουν τρομαγμένοι το κεφάλι ψηλά . Ένα αεροπλάνο περνάει ξυστά από τις ελιές και τους ψεκάζει με Λεμπαισίντ. Ένα ισχυρό και απαγορευμένο δηλητήριο που σκοτώνει από τους δάκους μέχρι και τους ρινόκερους.
Του βγαίνει  η γουλιά από τη μύτη.
Η λεγάμενη σηκώνεται επάνω  εκτός εαυτού  και  εκτοξεύει χριστοπαναγίες προς τον ουρανό .
Ο Δικός  μου κλωτσάει τα φαγητά  και τα στρωσίδια. Εκτοξεύει το μαξιλάρι στον γκρεμό και κατηφορίζουν τρέχοντας.
Έκτοτε  τον χάσαμε.
Λένε ότι τον έχουν δει να τριγυρνάει  στην Πλατεία Κουκακίου.
Ετοιμάζομαι να πάω να δω το θεατρικό του φίλου μου του Γιώργου Τσαντίκου στο Πολύτεχνο με τίτλο «Μας ψεκάζουν!»

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

ΠΑΥΛΙΚΑΝΟΙ, ΒΟΓΟΜΙΛΟΙ, ΒΑΛΝΤΟΙ, ΑΛΜΠΙΓΟΝΟΙ, ΚΑΘΑΡΟΙ



Τον συνάντησα στον Ανεμόμυλο χτές το πρωί.
Έκανα την  συνηθισμένη μου ποδηλατάδα στην Κυριακάτικη λιακάδα της Γαρίτσας.
Μου έκανε, παρακλητικά,  νόημα να σταματήσω.
Φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο παλιό αξιοπρεπές κουστούμι. Κάτασπρα μαλλιά , μπαστούνι , γέρικο αρχοντικό παράστημα.  
Βάδιζε με μικρά ασταθή βήματα.
Άφησα το ποδήλατο στο μουράγιο.
-«Παρακαλώ , τι θέλετε κύριε;» ερωτώ.
-«Ευγενέστατε νέε μου , μπορείτε να με βοηθήσετε να περάσω απέναντι τον δρόμο;»
Με σκλάβωσε αυτό το «νέε μου».
Έκανα τον τροχονόμο μέχρι να περάσει απέναντι.
-«Νέε μου είστε ευγενέστατος …σας είμαι υποχρεωμένος».
-«Να είσαστε  καλά , αλλά αν με ξαναπείτε άλλη μια φορά «νεαρό» είμαι ικανός να σας περάσω απέναντι στην Σαγιάδα.
Γελάσαμε.
-«Με ποιόν έχω την τιμή να συνομιλώ παρακαλώ;» συνέχισα στο ίδιο ύφος.
-«Οδυσσέας  Κάρολος  Κλήμης»  μου απάντησε ο σεβάσμιος γέροντας  κάνοντας μια ανεπαίσθητη υπόκλιση.
Έμεινα έκπληκτος.
-«Εσείς είστε λοιπόν ο γνωστός Ιστορικός ; Επιτέλους σας γνωρίζω και από κοντά. Έχω διαβάσει όλα σας τα βιβλία.»
-«Αλήθεια!...Ποιό σας άρεσε περισσότερο;»
-«Όλα ωφέλιμα είναι αλλά πιο πολύ με εντυπωσίασε η «κοινωνιολογία του Κερκυραϊκού λαού».
Καθίσαμε να πιούμε έναν καφέ. Μου μίλησε για το νέο βιβλίο του με τίτλο «Λούβρο».
Άκουγα με μεγάλη περιέργεια.
Μου μιλούσε ασταμάτητα και με πάθος για αυτό.
Ο παράξενος Οδυσσέας  με ταξίδεψε αιώνες πριν .
Μου μιλούσε για  πρωτάκουστα  πράματα . «Βογομίλοι , Λαμπιγόνοι, Βαλντοί, καθαροί, Παυλικανοί». Αιρέσεις  θρησκευτικές και παράξενες ιστορίες.

Τον αρχηγό των Βογομίλων τον έκαψαν στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης μπροστά στα μάτια χιλιάδων φανατισμένων πιστών.
Η Εκκλησία λέει ότι έκαναν έναν τεράστιο σωρό από κορμούς δένδρων στην μια μεριά του ιπποδρόμου. Έστησαν έναν σταυρό στην άλλη μεριά. Έβαλαν τον  δυστυχή Βογομίλο στη μέση και άναψαν φωτιά. Περίμεναν να δουν τι θα διαλέξει .  Την φωτιά η τον σταυρό; Τελικά , λένε , έπεσε μόνος του στην φωτιά.
Η Άννα η Κομνηνή, αντιθέτως, έγραψε ότι τον έδεσαν και τον έριξαν στην φωτιά.

Οι αιρέσεις αυτές είχαν μεταξύ τους  αδιόρατες μικροδιαφορές. Ουσιαστικά ήταν κάτι σαν τους τροτσκιστές του κομμουνιστικού κινήματος στις διάφορες εκδοχές τους.
Μεταξύ Λαμπιγόνων και Βαλντών  υπήρχε τόση διαφορά όσο ανάμεσα στο ΜΛ ΚΚΕ και στο ΚΚΕ μλ.

Μια πλούσια  οικογένεια Γάλλων Παυλικανών, η οικογένεια Λούβρου,   μύησε τον βασιλιά της Γαλλίας  στην αίρεση και του δώρισε μια σπουδαία βιβλιοθήκη. Έκτοτε η βιβλιοθήκη ονομαζόταν «Βιβλιοθήκη Λούβρου». Πολύ αργότερα μετά την νίκη της Γαλλικής επανάστασης  δημιουργήθηκε το Μουσείο Λούβρου , συγκεντρώνοντας πολλά εκθέματα από όλο τον κόσμο.

Ένας κλάδος της οικογενείας αυτής μετοίκησε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Εδώ αρχίζει μια άλλη Οδύσσεια . Η Οδύσσεια του Οδυσσέα Κάρολου Κλήμη.

Ταξιδεύει από χωριό σε χωριό  σε περιοχές που τότε ήταν  στα όρια του Δεσποτάτου της Ηπείρου και καταγράφει τα σημάδια της εν λόγω οικογένειας.

Οι Λούβροι της Κέρκυρας  , της Λευκάδας, της Ηλείας , της Άρτας  του Άργους  Ορεστικού .
Ποταμοί «Λούβροι».
Χωριά «Λούβρο».
Η δική μας άνω και κάτω Παυλιάνα , από τους Παυλικανούς και δίπλα ο  άνω και κάτω Γαρούνας από τον Γαλλικό ποταμό  Γαρούνα που έγινε μια σπουδαία μάχη.

Άκουγα μαγεμένος.

Ήρθε η γυναίκα του να τον πάρει με το αυτοκίνητο.

Με κάλεσε σπίτι του να μου συνεχίσει  την αφήγηση.

Θα σας κρατάω ενήμερους.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

ΑΛΕΚΟΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΑΣ



 Είναι μεγαλύτερος μου αλλά τον θυμάμαι σαν όνειρο όταν παίζαμε στους δρόμους .

Τον  ξαναείδα στην Αθήνα να  τριγυρνάει  μόνος στην  Άνω Δάφνη  σαν χαμένος.

Δεν την άντεχε την Αθήνα.
 Ποτέ δεν προσαρμόστηκε.
 Το όνειρό του ήταν να ξαναγυρίσει στο χωριό.

Τραγούδαγε στην χορωδία που είχε φτιάξει ο πατέρας του στην Άνω Δάφνη.
Αυτή ήταν η όαση του στην έρημο της μεγαλούπολης.

Δούλευε σε έναν φούρνο.  
Κάνανε με την Βάσω τρείς κόρες  , την Άννα , την Έλενα και την Βέρα.
Οι κοπέλες μεγάλωσαν σε μια οικογένεια που όλοι τραγούδαγαν .
Η οικογένεια ζει σχεδόν  ασκητική ζωή.

Ήρθαν στην Κέρκυρα και ο Αλέκος έπιασε δουλειά στην Δημοτική επιχείρηση ύδρευσης ,αποχέτευσης.

Τον έβλεπα συχνά στον δρόμο την ώρα της δουλειάς.

Σπάνια τον έβλεπα ολόκληρο. Συνήθως έβλεπα το κεφάλι του να εξέχει από κάποιο υπόνομο.

Κάποτε , αστειευόμενος , τον ρώτησα τι «μέσον» έβαλε για να τόνε πάρουν στη δουλειά.
Μού λέγε ότι , σε αυτή τη δουλειά , θέλεις «μέσον» για να σε διώξουν.

Ίδρυσε  ξανά την χορωδία του χωριού  που είχαν ο πατέρας του και ο παππούς του.

Το πρωί με το τσαπί στον υπόνομο και το βράδυ έγραφε τις παρτιτούρες στο τραπέζι της κουζίνας του  φορώντας κάτι γυαλιά του παππού του κολλημένα με σελοτέιπ.

Μια φορά του πρότειναν να  πάει η χορωδία να κάνει φωνητικά σε μια συναυλία του Νταλάρα στην Θεσσαλονίκη.
-«Δεν μπορούμε να πάμε …μας «πειράζει» το λεωφορείο» δικαιολογήθηκε.
-«Μα τι λες; …» είπε ο απεσταλμένος « ..σας άκουσε και του κάνετε ….είναι ευκαιρία να γίνεται διάσημοι».
-« Εμάς δεν μας αρέσει ο Νταλάρας …..»  απάντησε ο Αλέκος «….αν του αρέσουμε ας έρθει να μας ακούσει εδώ».

Κάποια άλλη φορά του συστήσαμε τον Μανώλη Ρασούλη που ήρθε στο χωριό.
Συζητούσαμε και τραγουδάγαμε  όλο το βράδυ .
Αργά τον ξεπροβοδήσαμε με ένα τραγούδι στο Φόρο.
Κάποια στιγμή  του αποχαιρετισμού τον  ρωτάει ο Αλέκος  «…Πως είπαμε ότι σε λένε;» .

Ο Ρασούλης  μου είπε ότι του θυμίζει έναν Κρητικό τραγουδιστή,  ονόματι Ψαραντώνης.

Σε μια παρέα ανθρώπων της τέχνης κάποιος είπε ότι αυτός θα ήταν κατάλληλος για υπεύθυνος  πολιτισμού της Κέρκυρας.

Είπαμε  ότι είναι καλύτερα να τον αφήσουνε να συνεχίσει έτσι.

Τώρα ηχογραφούν στο σχολείο  μερικά  παραδοσιακά τραγούδια.

‘Όταν είναι έτοιμα όλα  θα τα  ακούσετε.

Προς το παρόν ακούστε τον «Βόλγα» , ένα  παλιό τραγούδι μας  που  βασίζεται σε ένα παραδοσιακό ρώσικο λαϊκό τραγούδι.

Η Εγγραφή έγινε στη μέση του δρόμου με ότι αυτό συνεπάγεται.

http://www.youtube.com/watch?v=e-JJlak4PPo&feature=plcp


Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑΣ



Είναι καιρός να αλλάξω επάγγελμα.
Σκέφτομαι να ανοίξω ένα γραφείο υποβολής δηλώσεων μετανοίας και πιστοποιητικών πάσης φύσεως.
Θα τα κονομήσω χοντρά.
Ο Δεξιός Γιατρός της γειτονιάς μου, κάθε που ανοίγουμε κουβέντα,   βγάζει από την τσέπη του το χαρτί της παραίτησης τους  από την τοπική οργάνωση της ΝΔ .
 Θυμίζει τον Λ. Κωσταντάρα   στην ταινία που βγαίνει από το ψυχιατρείο με το χαρτί στην τσέπη και πλακώνει στις φάπες τον Τζανετάκο.
Του λέω,  ότι  η παραίτηση χρειάζεται και μια επικύρωση με το «γνήσιον της υπογραφής». Το δέχεται .
Τι είναι να δώσει δέκα ευρώ ;

Ο « Στρατηγός» ( απόστρατος  αξιωματικός της αστυνομίας ) πιστεύει ότι  καλά κάνει η κυβέρνηση και βγάζει στο σφυρί τα πάντα.
-«Στρατηγέ μου …» του λέω «.. την πατρίδα μας;… μήπως είστε αναρχικός;»
-« Όχι!!..» μου λέει με γουρλωμένα μάτια «…πιστεύω εις την  ελεύθερην  αγοράν»
-«Τότε να  να συντάξωμεν μιαν δήλωσιν ότι  «αποκηρύσσετε  με τα βδελυγμίας  τον εθνικισμόν και τας παραφυάδας αυτού και  αποδέχεσθε τας αρχάς του νέοαναρχοκαπιταλισμού» .
Ποτέ δεν είναι αργά να κάνετε μιαν νέαν αρχήν».

Ο Κύριος Κώστας  (ετών δύο λεπτά πριν τη λήξη του δευτέρου ημιχρόνου) ψηφίζει   πάντα ΠΑΣΟΚ.
 Η φράξια του συνέρχεται καθημερινά στα παγκάκια της πλατείας.
Φοβούνται την επάνοδο της δεξιάς.
 Έχουν υπογράψει όλοι δηλώσεις μετανοίας  και με τα δύο χέρια και κατηγορούν το  ΚΚΕ ότι τους πρόδιδε πάντα.
Ξεκινούν από τη Βάρκιζα και καταλήγουν στην Παπαρήγα.
Χρειάζονται μια επίσημη βεβαίωση «αριστερών φρονημάτων και αγωνιστικού παρελθόντος».
Ειδικά ο Κώστας έχει παραγγείλει και μια ταυτότητα μαυροσκούφη του Άρη.

Ο Μάκης  εργάζεται  στην κάβα της γειτονιάς.
Έχει κλειστεί στο σπίτι του.
 Ότι κουβέντα και να ανοίξουμε , από δω το φέρνει  αποκεί το πάει, καταλήγει πάντα στα χρόνια εκείνα  (τα παλιά)  που διέπρεψε ως  αναρχικός πετροβολητής στην Αθήνα.
Τώρα «δεν γίνεται τίποτα με εικοσιτετράωρες απεργίες». 
Τούχει μείνει μια μικρή κοτσίδα χαμηλά στο σβέρκο να θυμίζει το ένδοξο παρελθόν του . Χρειάζεται επειγόντως μια  « βεβαίωση πετροβολητή  και στενού φίλου του Νικόλα Άσημου»   να τη δείχνει  «στα παιδιά» όταν μεγαλώσουν.

Η Μάγδα βγάζει έναν πύρινο λόγο στην  συνέλευση της τοπικής ΕΛΜΕ. Καταγγέλλει το ΚΚΕ , τον ΣΥΡΙΖΑ , το κράτος , την συνδικαλιστική Γραφειοκρατία, το σωματείο εμπόρων καταστηματαρχών, την ένωση πολυτέκνων, το σωματείο των ΟΤΑ, τον Αποστόλη, την κυρία Ελευθερία, τον Παπακώστα , τον «εκφασισμένο λαό», τον ναό του Αγίου Γεωργίου, τις «πλατείες» και τους μεταλλαγμένους πασόκους .
 Αποχωρεί ενδόξως από την συνέλευση με το κεφάλι ψηλά.
Πρέπει να γυρίσει στο σπίτι «να ταΐσει και τα παιδιά».
Χρειάζεται επειγόντως ένα «πιστοποιητικό καθαρότητας»  για την κορνίζα στο χωλ.

Ο Περικλής  ζούσε πάντα με μικροαπατεωνιές. Έκλεβε «στο ζύγι» σε όλη του την ζωή.
Τώρα του φταίει ο Τσοχατζόπουλος.
Χρειάζεται επειγόντως  ένα μετάλλιο «προτέρου εντίμου βίου».
Ο Νίκος κοιτάει πάντα την πάρτη του.
Έλειπε από παντού.
Αφηγείται ιστορίες  όπου ήταν παντού.
Τον κοιτούν με δυσπιστία.
Χρειάζεται μια βεβαίωση ότι  «Ήταν πάντα εκεί».

Ο  Παύλος ήταν πάντα τρομαγμένος.
Δεν αντιστάθηκε ποτέ.
Διαισθάνεται το επερχόμενο τέλος του.
Του αξίζει ένα άγαλμα  (σαν του Οδυσσέα Ανδρούτσου) με υψωμένο το γιαταγάνι  στην κεντρική πλατεία της πόλης μας .

Το γραφείο μας θα είναι ανοιχτό κάθε μέρα (8οο-3οομμ) εκτός Σαββάτου και Κυριακής.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

ΤΣΙ ΜΟΥΛΑΣ ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ



Γενιές μεγαλώσαμε με το παραμύθι  «Τσι μούλας το πήδημα».
Κάθε αφηγητής ξεκίναγε με τα εξής λόγια: «Αυτή η ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα».
Ήτανε λέει, τα χρόνια τα παλιά , μια βασιλοπούλα που έμενε σε ένα κάστρο στην κορυφή ενός  παράξενου βουνού.
Κάποια μέρα , εκεί που έκανε βόλτα με το μουλάρι της  βλέπει στο βάθος να ανηφορίζουν στο βουνό οι πειρατές που μόλις  είχαν αποβιβαστεί στην ακτή.
Η Βασιλοπούλα , απελπισμένη σκέφτηκε ότι θα την βιάσουν  , έδεσε τα μάτια του μουλαριού, έδεσε και τα δικά της και έπεσε μαζί με το μουλάρι σε έναν φοβερό γκρεμό. Έκτοτε η τοποθεσία στην  πλαγιά του βουνού ονομάζεται  «Τσι μούλας το πήδημα».
Οι Ιστορικοί , βέβαιά  λένε ότι ,αν συνέβη κάποιο παρόμοιο γεγονός στην περιοχή,  θα πρέπει να έγινε στην διάρκεια της βυζαντινής εποχής όπου στην συγκεκριμένη περιοχή υπήρχε Βίγλα (Παρατηρητήριο ακριτών).
Εκεί βρέθηκα την Κυριακή το πρωί κάνοντας τον καθιερωμένο μου  και μοναχικό περίπατο.
Πάντα παίρνω μαζί μου την μαρέντα μου (κολατσιό) , χαρτί  κουζίνας για κάθε χρήση , ένα μικρό σουγιά , τον καπνό μου και, όποτε έχω όρεξη, το μαντολίνο μου.
Ακολουθώ , δε, πάντα πιστά την προτροπή των παλαιοτέρων «Χέσε ψηλά και αγνάντευε».
Είμαι με κατεβασμένα τα παντελόνια στην άκρη του γκρεμού και αγναντεύω τα πέρατα ανέμελος.
Δίπλα μου μια οχιά βγήκε να λιαστεί  στο μπαλκόνι.  Όπου να ναι  μπαίνει ο χειμώνας και θα κλειστεί μέσα . Με βλέπει , γυρίζει αργά και ξαναμπαίνει μέσα.
Σκέφτομαι τι θα μπορούσε να συμβεί  αν αποβιβαζόταν σήμερα  οι πειρατές στην ακτή.
Αν , ας πούμε,  αποβιβαζόταν ο Τζόνυ Ντέπ με το ασκέρι του , το πιο πιθανό ήταν ότι θα μαζευόταν οι βασιλοπούλες από τα γύρω  κάστρα και θα περιμένανε εναγωνίως στη σειρά να τις βιάσει.
Θα μου πείτε « Δεν αυτοκτονούν σήμερα οι βασιλοπούλες;». Ασφαλώς και αυτοκτονούν , αλλά για άλλους λόγους , πιο σοβαρούς.
Ξέρω, για παράδειγμα μια βασιλοπούλα που  ο πατέρας της  της αγόρασε (με το εφάπαξ)   ένα τζιπάκι  Σουζούκι  εννιακόσια κυβικά. Κατεβαίνει το Σαββατόβραδο στην Αχαράβη. Πίνει το ποτό της στην Βεγγέρα  με το χαρτζιλίκι της  γιαγιάς. Απόψε τα χάλασε με τον δικό της. Πάει στο ΑΤΜ να πάρει είκοσι ευρώ , να συνεχίσει την βραδιά  αλλά « Το υπόλοιπο του λογαριασμού δεν επαρκεί για την συναλλαγή «
Δεν της έβαλαν  ακόμα το μισθό   του Αυγούστου από το ξενοδοχείο που δούλευε. Μου λέει ότι  «δεν γίνεται τίποτα». Θέλει να αυτοκτονήσει. Της λέω να ανέβει με το Τζιπάκι το βουνό και μόλις  φτάσει «Τσι μούλας το πήδημα» να σβήσει τα φώτα και να το πάρει όλο δεξιά.
Γύρευε τι παραμύθια θα λένε στα παιδιά τους οι επόμενες γενιές.
Άλλες εποχές , άλλα ήθη.
Θυμάμαι τον φίλο μου τον Γιώργο της γενιάς του Ροκ εντ Ρολ.
Γυρνάγαμε με το αυτοκίνητό του από τα Γιάννενα (από τον παλιό δρόμο) αμίλητοι, αδέκαροι  και νηστικοί.
Λίγα χιλιόμετρα έξω από την Ηγουμενίτσα  μας κάηκε η μηχανή.
Κατέβηκε μεγαλοπρεπώς  πήρε το κατσαβίδι (με το οποίο άναβε τα φλάς) , με κοίταξε σοβαρά , ανασήκωσε το φρύδι του και ξεβίδωσε τις πινακίδες.
-«Σπρώξε» μου λέει.
Το αυτοκίνητο  έπεσε στο γκρεμό και σταμάτησε εκατό μέτρα παρακάτω διαλυμένο.
Συνεχίσαμε πεζοί με τα πράγματα και τις πινακίδες στο χέρι.
Στο δρόμο τον είδα συνοφρυωμένο.
-«Τι συμβαίνει;»  του λέω.
-«Δεν ανατινάχτηκε» μου λέει « Πώς γίνεται και στις ταινίες όταν πέσει ένα αυτοκίνητο στο γκρεμό ανατινάζεται πάντα;»
Σηκώνω  το παντελόνι μου  και παίρνω το δρόμο της επιστροφής.