Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

«Ο ΚΑΒΟΥΡΑΣ»



Γνώρισα πριν από χρόνια έναν Αλβανό που δούλευε σε ένα ξενοδοχείο της Κέρκυρας . Καθάριζε την πισίνα και όπως τον έβλεπαν οι καμαριέρες από ψηλά να μαζεύει τα φύλλα  στα τέσσερα τον ονόμασαν «κάβουρα».
Με τον «Κάβουρα» γίναμε φίλοι. Με κάλεσε μάλιστα στο σπιτικό του ένα βράδυ. Με κέρασε τσίπουρο  με ωραιότατα μεζεδάκια. 
Μου μίλαγε για το καθεστώς του Εμβέρ Χότζα . Ήταν έξυπνος και διαβασμένος . Μου έλεγε τα υπέρ και τα κατά.
Φεύγοντας αργά  μου είπε  να καταθέσω όσα λεφτά έχω σε μια τράπεζα  της Αλβανίας. Έδιναν-λέει- επιτόκιο  δέκα τοις εκατό το μήνα.
Του είπα ότι αυτό είναι αδύνατο.
 «Είναι σαν να σας πληρώνουν για να κάθεστε. Πάρε τα λεφτά σου πίσω  όσο είναι καιρός …θα τα χάσεις»  
Τον είδα σκεπτικό αλλά δεν τον έπεισα.
Μετά από λίγο καιρό  οι «Πυραμίδες» έφαγαν τα λεφτά των μεταναστών μέσα σε ένα βράδυ.
Οι απελπισμένοι Αλβανοί  λεηλάτησαν τις αποθήκες του στρατού , οπλίστηκαν και  κατέλυσαν το κράτος.
Εκείνες τις μέρες αποφάσισα να πάω στην Αλβανία  να κάνω ένα ρεπορτάζ για μια εφημερίδα.
Βρέθηκα στους Άγιους Σαράντα με ένα σαπιοκάικο και με ένα σακίδιο στην πλάτη.
Ριπές από παντού , μολυβένιος ουρανός , μολυβένια σπίτια και μολυβένια πρόσωπα.
Νόμιζα ότι θα είμαι μόνος. Με περίμεναν  στο λιμάνι με φρουρά, αυτοκίνητα  και διερμηνέα.
Είχε γίνει παρεξήγηση. Τους πήρε τηλέφωνο κάποιος  φίλος από την ΕΡΑ ,τους  είπε ότι θα ερχόμουν και νόμιζαν ότι ήμουν δημοσιογράφος της ΕΡΑ.
Μου μίλαγε ο αρχηγός της επιτροπής και από πέρα  ακουγόταν εκρήξεις  χειροβομβίδων. κάποιοι «ψάρευαν» στην παραλία.
Μου ζήταγε ελεημοσύνη ένα παιδάκι χωρίς χέρι.
Ακρωτηριάστηκε από χειροβομβίδα ενώ ψάρευε.
Μαύρισε η ψυχή μου.
Σταματήσαμε στο χωριό ενός από τους φρουρούς να  δει τη μάνα του και να φάμε.
Η Γριά καθόταν στο κρεβάτι.
Τράβηξε ένα κιβώτιο με χειροβομβίδες κάτω από το κρεβάτι για να καθίσω.
Μου άνοιξε την μοναδική κονσέρβα που είχε.  Σαρδέλες «Τράτα» και ένα κουτάκι πορτοκαλάδα «Φάντα».
Για τους υπόλοιπους δεν υπήρχε τίποτα.
Πεινούσα αλλά έφαγα με το ζόρι.
Αισθανόμουν πολύ άσχημα.
Υπήρχε ρεύμα αλλά όταν βράδιαζε οι δρόμοι ήταν θεοσκότεινοι.
Πυροβολούσαν τις λάμπες του δημοτικού φωτισμού χωρίς λόγο.
Φοβόμουν για την ζωή μου αλλά ποιο πολύ φοβόμουν μην χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε τα όπλα εναντίων απελπισμένων ανθρώπων . Αυτό δεν θα το άντεχα.
Είναι άλλο να έχεις έναν εχθρό και έναν σκοπό και άλλο να έχεις απέναντί σου μόνο την απελπισία.
Δεν είναι εδώ ο τόπος κατάλληλος για περισσότερες κουβέντες.
Στο σαπιοκάραβο της επιστροφής είχαμε μαζί μας και έναν τραυματία.
Ήταν γύρω στα σαράντα. Ξαπλωμένος δίπλα μου στον ξύλινο πάγκο. Φορούσε μια βρώμικη και φθαρμένη πυτζάμα νοσοκομείου.
 Η κοιλιά του ήταν δεμένη με ματωμένους επιδέσμους.
Θα τον έπαιρνε το ασθενοφόρο από το λιμάνι της Κέρκυρας για το νοσοκομείο.
Προσπαθούσα να αποφύγω το βλέμμα του.
Είχε κύμα και γύρω ξερνοβόλαγαν στο πάτωμα.

Είναι άλλο να έχεις έναν εχθρό και έναν σκοπό και άλλο να έχεις απέναντί σου μόνο την απελπισία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: