Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

ΚΑΤΩ ΣΤΟΝ ΑΙ ΓΙΩΡΓΗ



Δεν τελειώσαμε ακόμα.
Οι καύσωνες συνεχίζονται.
Πριν την Παλιοκαστρίτσα στρίβεις δεξιά και ανεβαίνεις  στους Λάκωνες.
Δεν σταματάς στην Μπέλα Βίστα για καφέ γιατί το καρακιτσαριό έχει παραγίνει.
Πριν από τοπ Βίστωνα συναντάς μια ταμπέλα «προς Αϊ Γιώργη».
Στρίψε αριστερά.
Μην φοβάσαι .
Ο Δρόμος είναι φτιαγμένος καλά μέχρι κάτω στους Πάγους.
Στα διακόσια μέτρα θα βρεις ένα κιόσκι στην άκρη του δάσους. Πάρε  μια μποτίλια  άσπρο χωριάτικο κρασί και μια συκομαίδα.
Πεντακόσια μέτρα παρακάτω θα βρεθείς  στο χείλος  του γκρεμού στη θέση «χελιδόνι».
Κάτω από τα πόδια σου η  παραλία του Αι Γιώργη  και όλη η βορειοδυτική πλευρά του νησιού με τα διαπόντια νησιά.
Μαγεύεσαι!
Κατεβαίνεις  και κάθεσαι στην άκρη του βράχου , ανοίγεις την μποτίλια πίνεις μια γουλιά κρασί κόβεις  ένα κομμάτι συκομαίδα και ανάβεις και το τσιγάρο σου.
Δεν σε κυνηγάνε.
Πρόσεξε , όμως,  να μην κοιτάξεις πίσω σου.
Πίσω σου είναι το πτώμα… ο σκελετός μάλλον ….ενός τεράστιου  σπιτιού που θα ήθελε να είχε μπάνια , ξενώνες , λουτροκαμπινέδες, πλακάκια  γκαζόν και σαλόνι εκατόν είκοσι μέτρων .
 Εκεί θα γινόταν οι χοροί  της υψηλής κοινωνίας που θα  συνέρεε για να γνωρίσει από κοντά τον αφέντη του και  να το θαυμάσει.
Τώρα στέκει εκεί  ακίνητο  σαν στημένο κρανίο στην κορυφή του βουνού  στο έλεος κάποιας τράπεζας.
 Μην κοιτάς πίσω σου,  σου λέω!
 «Αφήστε τους νεκρούς να προελάσουν»
Κάνω το μπανάκι μου στο «Κρύο το νερό» και θυμάμαι το γνωστό χωριάτικο τραγουδάκι.
«Κάτω στον Αϊ Γιώργη στο κρύο το νερό
Σκοτώσαν τον Γιαννάκη………. Τριαλαριαριαροοοο…»

Γελάω γιατί το τραγούδι μιλάει με μιαν  εξόχως εύθυμη και χορευτική μουσική για ένα στυγερό έγκλημα.

Μούρχεται στο μυαλό ο Βαγγέλης ο Πρεβεζιάνος.

Έρχεται στο νησί ως αντιπρόσωπος μια εταιρείας φυτοφαρμάκων.

-«Τι ράτσα είσαστε εσείς οι κερκυραίοι ?» μου λέει.
-«Ο ένας δεν με πληρώνει , ο άλλος μου δίνει ραντεβού και δεν έρχεται, ο άλλος μου λέει να βρεθούμε «αμπονώρα με τσι έξι όρες» …..

-«Μη συνεχίζεις…»  του λέω  σοβαρά «… είμαστε διαφορετικοί πολιτισμοί»

Διακρίνω μια ανησυχία στα μάτια του, φοβάται κάποια σοβινιστική διάθεση από μέρους μου . Δεν δίνω σημασία και συνεχίζω.

«Για να καταλάβεις τι σου λέω πάρε ένα τραγούδι Ηπειρώτικο και ένα τραγούδι Κερκυραίικο που να μιλάνε ακριβώς για το ίδιο θέμα.
Παίρνουμε , για παράδειγμα  την ξενιτιά .
Το Ηπειρώτικο τραγούδι για την ξενιτιά  λέει αργόσυρτα:

 «Ορέ τα έρημα τα ξένααααα 
βρε Γιαννήηηηηη  Γιανάκη μουουουουουου!»

«Ξενιτιά είναι πως θέλεις να λέει?» Μου λέει ο Βαγγέλης.

«Άκου τώρα και το Κερκυραίικο»

«Έφυγε η Αγάπη μου
Και πήγε για τα ξένα
Με κάποιον άλλον τριγυρνά
Δε με θυμάται εμένα»

«Προσέχεις? ….Υπάρχει χαρά …υπάρχει αλεγκρία… υπάρχει εύθυμος χορός… βλέπουμε τις θετικές  πλευρές  της ζωής.
Πρώτον ξεφορτώνεσαι την αγάπη σου  που άλλος τρέχει είκοσι χρόνια στα δικαστήρια.
Δεύτερον  θα ξενογαμείς.
Τρίτον θα καλοπερνάει και η αγάπη σου  που την αγαπάς.
Τέταρτον θα σου στέλνει και κάνα φράγκο και…
Τέλος κάποια μέρα θα ξανάρθει (…δεν μπορεί παρά μια μέρα να ξανάρθειιιιιι).»

Πάρε τώρα ένα τραγούδι Ηπειρώτικο της χαράς και του έρωτα …λέει:

«Πάαααααμε στο λόοοοογγο 
για ξύλα μωρη Λέεεεενη…»

«Πού νάρθει η κακομοίρα η Λένη  ρε Βαγγέλη στο λόγγο ?….  που και για να γαμήσετε κλαίγοντας πηγαίνετε εσείς οι Ηπειρώτες!»

2 σχόλια:

akrat είπε...

καλημέρα

βρε βρε τι μαργαριτάρι είναι δαύτο

IL TROVATORE είπε...

Ευχαριστώ φίλε. Βασικά ανεβάζω μικροιστορίες στο FB και εδώ. Πήρα την ιδέα απο ένα βιβλίο μικροιστοριών του 1830 που έπεσε στα χέρια μου. Αποφάσισα, λοιπόν να γράφω και εγώ μικροιστορίες απο την καθημερινότητα της εποχής μας και...που ξέρεις μπορεί να πέσουν κάποτε στα χέρια κάποιου μελλοντικού αναγνώστη. Φαντάζομαι ότι θα έχουν για αυτόν μεγάλο ενδιαφέρον.