Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Άγιος Σπυρίδωνας Νο 2 «Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ»



Ένα καλοκαίρι πριν από χρόνια κανόνισα με μια παρέα εξ Αθηνών να πάμε για διακοπές στην Χαλκιδική.
Ξεκινήσαμε με τις μηχανές και θα συναντιόμασταν στην Θεσσαλονίκη.
Κάναμε το γύρο και των τριών ποδιών (Άγιο όρος, Σιθωνία και Κασσάνδρα ) και περάσαμε σούπερ , (μοναστήρια , κατάνυξη, αγρύπνιες σε μοναστήρια και σε μπαρ, κάμπινγκ καιταλοιπά.
Στην επιστροφή χωρίσαμε ξανά στην Θεσσαλονίκη και εγώ αποφάσισα να γυρίσω  στην Ηγουμενίτσα  (για αλλαγή)  από το Πεντάλοφο.
Σε μια κωμόπολη πριν αρχίσουν τα βουνά του Πεντάλοφου . ποτ την λένε Νεάπολη σταμάτησα για να φουλάρω το ντεπόζιτο. Μετά την Νεάπολη και μέχρι την Κόνιτσα δεν υπήρχε ούτε πουλί πετάμενο.
Διαπιστώνω ότι τα λεφτά  που μου περισσεύουν δεν φτάνουν για να μπω στο  καράβι.
Ανεβαίνω τις στροφές προς το Πεντάλοφο και σκέφτομαι ότι στην Ηγουμενίτσα θα βρω , ως συνήθως,  κάποιον γνωστό και θα δανεισθώ .
Αποφασίζω να το βγάλω από το μυαλό μου και να απολαύσω την διαδρομή .
Μετά από ώρα, στην κορυφή των βουνών , έξω από το Πεντάλοφο βλέπω μια καντίνα στην άκρη του γκρεμού και στη μέση του πουθενά.
Σκέφτομαι ότι αφού τα λεφτά δεν μου φτάνουν που δεν μου φτάνουν, να φάω ένα σάντουιτς .
Κατεβαίνω και παραγγέλνω ένα θεϊκό σάντουιτς (το μοναδικό που είχε το κατάστημα ) με ψημένο χωριάτικο λουκάνικο  σε τραγανιστή  φρέσκια μπαγκέτα με σουσάμι.
Χρειάζομαι ακριβώς ένα χιλιάρικο πλέον για  το καράβι αλλά προσπαθώ να μην το σκέφτομαι.
Πάνω που βρίσκομαι στην μαγική στιγμή της πρώτης δαγκανιάς, πίσω από την καντίνα εμφανίζεται ένας τύπος με κοιλιά και μάλλον πιωμένος.
-«Από πουθείσαι  παλικάριμ’» μου λέει.
-«Από την Κέρκυρα» του απαντώ.
Γουρλώνει τα μάτια και έρχεται καταπάνω μου με ανοιχτή την αγκαλιά,  «Αδελφέ μου σε έψαχνα παντού».
-«Εμένα,  ρωτάω με ανησυχία».
-«Ναι Θέλω να μου κάνεις μια μεγάλη χάρη.»
Βγάζει από την κωλότσεπη ένα ταλαιπωρημένο πορτοφόλι και τραβάει από μέσα ένα χιλιάρικο.
-«Όταν πάς στην Κέρκυρα θέλω να πάς να ανάψεις ένα κερί στον Άγιο Σπυρίδωνα… τοχω κάνει τάμα».
Πάγωσα.
«Δεν είναι δυνατόν…», σκέφτομαι,   «…μια διαβολική σύμπτωση». «…Ώρα  είναι να  κλονιστούν τα πιστεύω ενός  Πατριάρχη του διαλεκτικού υλισμού σαν και εμένα».
-«Άκου φίλε …δώσε το χιλιάρικο σε κάναν άλλον γιατί εγώ δεν τα πάω καλά με τους Αγίους.
Τυλίγω το σάντουιτς και κάνω να ανέβω στη μηχανή. Με προλαβαίνει και μου βάζει το χιλιάρικο στην τσέπη.
-«Δώστο να το ανάψει η μάνα σου…. κάποιος άλλος..που να βρω άλλον Κερκυραίο εδώ πάνω.»
Μέχρι την Κόνιτσα γελούσα. Με κοιτούσαν περίεργα οι οδηγοί από τα  ελάχιστα αυτοκίνητα που συνάντησα.
Όταν έφτασα στο σπίτι μου λέω στην κόρη μου: “Παιδί μου πάρε αυτό το χιλιάρικο και πήγαινε να ανάψεις ένα κερί στον Άγιο».
Με κοίταξε σαν να με έβλεπε για πρώτη φορά.
-«Μπα! Μια φορά πήγες στο Αγιονόρος και το «γύρισες»?».
Το και το της λέω,  μου συνέβη.
-«και γιατί δεν τρώμε το χιλιάρικο σουβλάκια?...να το φάνε τα λαμόγια της εκκλησίας?» μου απαντά.
Παίρνω ύφος δημοδιδάσκαλου από διήγημα του Παπαδιαμάντη και της απαντώ.
-«Το χιλιάρικο , παιδί μου, αντιπροσωπεύει τον κόπο ενός αφελούς και αγνού ορεσίβιου χωριάτη. Θα του το φάει  κάποιος καπάτσος της εκκλησίας. Δεν έχω σκοπό να του το φάω εγώ.  Αν θέλει ο Άγιος Σπυρίδωνας ας του επιστρέψει το χιλιάρικο και ας τιμωρήσει το λαμόγιο. Όπως και νάχει το πράμα , πρόκειται για ξένα ιντερέσα .»
Πέρασαν μέρες και η κόρη καθυστέρησε να πάει να ανάψει το κερί… δεν ήταν ο δρόμος της. Εν τω μεταξύ οι παρέες μας είχαν μάθει την Ιστορία και ένα πρωί χτυπάει το τηλέφωνο.
-«Εμπρός!»
Ακούω μια βραχνή και βαριά φωνή.
-«Ο Κύριος Κυριάκης?»
-«Μάλιστα …λέγεται»
-«Άγιος Σπυρίδωνας εδώ ..θα ρθείτε επιτέλους να ανάψετε εκείνο το κερί?» .

5 σχόλια:

akrat είπε...

πω πω τύχη....

πάντως ελπίζω να το άναψε κάποιος....

IL TROVATORE είπε...

Το ανάψαμε αλλά καθυστερήσαμε μια εβδομάδα

Unknown είπε...

Χαχαχα!!!

EMMANOUELA VERGOU είπε...

Χαχαχα!!!

EMMANOUELA VERGOU είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.