Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Ο «Ηλίθιος»



Κάθε χωριό έχει πάντα και από ένα τουλάχιστον «ηλίθιο».

Ακόμα και αν δεν υπάρχει πρέπει να κατασκευασθεί. 

Είναι απόλυτη ανάγκη.

Χωρίς συγκοινωνία μπορούν να τα καταφέρουν .

Χωρίς ηλεκτρικό  ρεύμα επίσης.

Χωρίς ,τουλάχιστον,  έναν «ηλίθιο» δεν γίνεται.

Πάντα χρειάζεται ένας  «Κατώτερος».

Μια φορά κατάφερα να πείσω τους χωριανούς μου να προβάλουν την ταινία «La  strada» του φεντερίκο Φελίνι.

Το σενάριο είναι φαινομενικά απλό.

Ένας πλανόδιος  «σούπερμαν»  γυρνάει τα χωριά με μια τρικυκλη μοτοσυκλέτα  και σπάει αλυσίδες  με τα δυνατά του χέρια μπροστά στα έκπληκτα μάτια των χωρικών.

 Εν συνεχεία βγάζει δίσκο και μαζεύει τα προς το ζην.

Σε κάποιο χωριό μια πάμφτωχη μάνα του δίνει το κοριτσάκι της για βοηθό προκειμένου να μπορέσει να θρέψει τα υπόλοιπα.

Ο «Σούπερμαν» προσλαμβάνει το κοριτσάκι και το μαθαίνει να χτυπάει ένα τύμπανο και να αναγγέλλει την άφιξή του σε κάθε χωριό.

 Έχει μετανιώσει που το πήρε μαζί του γιατί του είναι βάρος και επί πλέον,  το κοριτσάκι , έχει αγοράσει μια κορνέτα και  δεν τον αφήνει να κοιμηθεί.

Στην  περιπλάνηση με το τρίκυκλο το κοριτσάκι γνωρίζει  έναν  σχοινοβάτη ενός περιφερόμενου τσίρκο.

Ο Σχοινοβάτης ερωτεύεται την κοπέλα και της ζητάει να  φύγουν μαζί και να παντρευτούν.

Η Κοπέλα απορεί και ρωτάει τον σχοινοβάτη  το λόγο που  την ερωτεύτηκε αφού είναι άσχημη, κακοντυμένη και δεν ξέρει καν να μαγειρεύει.

Τότε ο Σχοινοβάτης σηκώνει ένα χαλίκι από το δρόμο και της λέει: «Δεν ξέρω γιατί υπάρχει αυτό το χαλίκι,  αλλά αν δεν αξίζει κάτι, τότε δεν αξίζει τίποτε».

Τελικά το κοριτσάκι συνεχίζει την περιοδεία με τον πανίσχυρο άνδρα.

Κάποια στιγμή , πάνω στα χιόνια , παθαίνει πνευμονία και πεθαίνει.

Ο «Σούπερμαν»  συνεχίζει μόνος του χωρίς να δείχνει να τον ενοχλεί η ασήμαντη απουσία.

Σε κάποιο παραλιακό χωριό  σταματάει  σε ένα πανηγύρι .

Οι μουσικοί παίζουν έναν σκοπό που κάτι του θυμίζει.

Ρωτάει: «Ti  μουσική είναι αυτή ;»

Του λένε ότι την  άκουσαν από μια κοπελίτσα που έπαιζε κορνέτα.

Ο γιγαντόσωμος Σούπερμαν καταρρέει  στην  αμμουδιά.

Τελειώνει το έργο και ανάβουν τα φώτα.

Ο κόσμος σηκώνεται από τις καρέκλες.


Κάποιοι κατάλαβαν κάτι, αλλά προσπαθούν να μην δείξουν τα συναισθήματά τους.

Κάποιοι θεωρούν ότι έχασαν την ώρα τους «με αυτή τη σαχλαμάρα».

Μονάχα ο «Ηλίθιος» του χωριού σκουπίζει με την ανάποδη της παλάμης του τα δάκρυα του.

Αν κρίνεις ένα ψάρι από την ικανότητά του να σκαρφαλώνει στα δέντρα , τότε αυτό θα περάσει την ζωή του πιστεύοντας ότι είναι ηλίθιο.

Υ.Γ. Παρεμπιπτόντως , ο Φελίνι διαγράφηκε από το Κομμουνιστικό κόμμα Ιταλίας ως «αντικομουνιστής». 


Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

"Άντε Γαμήσου"



Τον Ιανουάριο του 2004 κατέφθασε  στην Κούβα αντιπροσωπεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας με επικεφαλής τον μητροπολίτη Βαρθολομαίο για τα εγκαίνια της εκεί ορθόδοξης εκκλησίας.

Μαζί με την αντιπροσωπεία ήταν και ο Κωνσταντίνος Γκλύξμπουργκ , έκπτωτος βασιλιάς των Ελλήνων .

Η Κούβα βρισκόταν σε ασφυκτικό εμπάργκο από τις ΗΠΑ και είχαν γίνει επανειλημμένες απόπειρες δολοφονίας του Φιντέλ .

Στο επίσημο δείπνο που παρέθεσε η κουβανική κυβέρνηση , ο Γκλύξμπουργκ είχε καθίσει στο τραπέζι  απέναντι από τον Φιντέλ .

Σε μια στιγμή λέει ο Φιντέλ στον Γκλύξμπουργκ:

«Ξέρεις τι θα πει ανεξαρτησία;»

Ο Γκλύξμπουργκ αιφνιδιάστηκε και  άρχισε να λέει κάτι για «το δικαίωμα του λαού να αποφασίζει χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις».

«Τρίχες !» του λέει ο Φιντέλ.

«Ανεξαρτησία σημαίνει να έχεις το κεφάλι σου μέσα στο στόμα του λύκου και να του λες  Άντε γαμήσου».

Καταλαβαινόμαστε νομίζω.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Ο Κουρέας της Σεβίλλης



Υπάρχει μια σύντομη , επίκαιρη,  άκρως ενδιαφέρουσα και άγνωστη περιοχή της Ιστορίας μας .

Οι Ιστορικοί έχουν καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να μείνει για πάντα σκοτεινή.

Τα βιβλία της Ιστορίας της ξεπετάνε με μερικές λέξεις.

Η Περίοδος των δύο χρόνων  (1797 – 1799 ) για την Ιστορία της Κέρκυρας  περιγράφεται ως «μια παρένθεση αναρχίας , αθεϊσμού και τρομοκρατίας των Γάλλων δημοκρατικών».

Έχει μεγαλύτερη σημασία όμως η περίοδος των πενήντα χρόνων πριν από  αυτή τη διετία.

Πρόκειται για μια περίοδος κατά την οποία οι αρχόντοι δανειοδοτούν τους πάντες με υποθήκευση  χωραφιών   και σπιτιών.

Πίστευαν ότι στην ταραγμένη περίοδο της Ιστορίας που θα ακολουθούσε θα ήταν ισχυρότεροι αν είχαν μεγάλο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας στα χέρια τους.

Έβαζαν λοιπόν τους έμπιστους  τους  και   διάλεγαν δανειολήπτες.

Σε αντάλλαγμα τους έβαζαν να υπογράφουν την υποθήκευση του σπιτιού τους η του χωραφιού τους.

Αν το ακίνητο είχε μεγάλη σημασία για αυτούς  και ο  δανειζόμενος φαινόταν ότι υπήρχε περίπτωση να το ξεπληρώσει , έβαζαν τους ανθρώπους τους να τον  σκοτώσουν.

Έτσι , τα πενήντα χρόνια πριν την Γαλλική Επανάσταση  στην Κέρκυρα,  το εβδομήντα τις εκατό της ακίνητης Ιδιοκτησίας είχε περάσει στα χέρια  μια μικρής ομάδας «ευγενών οικογενειών».

Η Κοινωνία μπήκε σε μια περίοδο πρωτοφανούς παρακμής , βίας και υφαρπαγής  των μικρών περιουσιών.

Ένα από τα  φαινόμενα αυτής της περιόδου ήταν να πέσει το ποσοστό των  γάμων στο  απίστευτο δύο τις χιλίοις του πληθυσμού.

Τόσο είναι περίπου το ποσοστό και σήμερα στις  αναπτυγμένες χώρες.

Κάποια στιγμή τελείωσε η περίοδος του «Κουρέματος» των περιουσιών  των φτωχών και εμφανίζεται στο προσκήνιο της Ιστορίας ο Κουρέας της Σεβίλλης.

Έτσι σε μια εξέγερση των Κερκυραίων τεσσάρων ημερών  (Χειμώνας του 1798), συγκεντρώνονται όλα τα χρεόγραφα και οι υποθήκες και καίγονται σε ένα τεράστιο σωρό στο Πεντοφάναρο.

Συλλαμβάνονται οι  πιο μισητές και εγκληματικές οικογένειες ευγενών  και  τους καταδικάζουν σε θάνατο.  Τους κρέμασαν κάτω από τα βόλτα , στα οριζόντια σίδερα.

Πολλούς τους έστειλαν ως εργάτες σε οικογένειες χωρικών όπου και  αυτοί οι περισσότεροι πέθαναν από κακουχίες η τους σκότωσαν οι χωριάτες μην μπορώντας να τους θρέψουν.

Ο ι παντοδύναμοι αήττητοι  και γαλαζοαίματοι αρχόντοι έμειναν κρεμασμένοι κάτω από τα βόλτα σε κοινή θέα.

Γιαυτό σου λέω όταν αρχίζουν τα κουρέματα οι αρχόντοι δεν είναι μακριά η μέρα που θα εμφανισθεί και ο Κουρέας  της Σεβίλλης  τραγουδώντας  «… sono il factotum della citta».

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

«Το Σάπιο σύστημα»


Πίνουμε το τσαγάκι μας  έξω από το «Πράσινο μήλο».

Ο  κυρ Γιώργης  κοιτάζει αμίλητος και σκεπτικός την πλατεία «Σαν Ρόκο» μπροστά μας .

Τέτοιες στιγμές καλύτερα να μην διακόπτεις τον άλλο.

Ξάφνου λέει σαν να μιλάει μόνος του:

-«Παλιά η πλατεία ήταν τουλάχιστον ένα μέτρο κάτω….. Εδώ που καθόμαστε τώρα ήταν ένα καφενείο που έψηνε καφέ στη χόβολη και σέρβιρε και ένα ποτήρι ζεστό  γάλα….. Απέναντι ήταν ο σταθμός των λεωφορείων …. Ξέρεις εκείνων των παλιών λεωφορείων με τη σκάλα  πίσω και την σχάρα επάνω για τα μπαγκάζια…. Γύρω στους δρόμους έβλεπες αρνιά , κότες  και κάρα γεμάτα λαχανικά. …. Τότε η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο τα πρωινά.»

Ο Κυρ Γιώργης μεγάλωσε στην πλατεία.

Όταν ήταν μικρός  γύρναγε με δύο κοφίνια στα χέρια και πούλαγε παστέλια ,στο ένα ,και τσατσάρες και καθρεφτάκια στο άλλο.

Ο Πατέρας του πούλαγε παρακάτω  Παυλόσουκα.

Αργότερα πηγαίνανε έξω από τους σινεμάδες.

Γύριζαν στο σπίτι αργά τη νύχτα . Να κοιμηθούν λίγες ώρες  για να ξυπνήσουν από τα άγρια χαράματα να  κόψουνε παυλόσουκα  και να ξαναπάνε στην πλατεία.

-«Σε ηλικία δέκα χρονώ είχανε πληγιάσει τα χέρια μου από τα αγκάθια». Μούλεγε .

Άνθρωπος της πιάτσας ο κυρ Γιώργης με όλη τη σημασία της λέξης.

Μου μίλαγε για το φτωχόσπιτο που ζει λίγο έξω από την πόλη.

Τα χρόνια τα μεταπολεμικά ήταν ένα καλύβι με λαμαρίνες για σκέπαση και μοροφίντα από καλάμια.

Ένα βράδυ έβαλε οστριογάρμη με πολύ βροχή. Ο αέρας πήρε τις λαμαρίνες και πλημμύρισε το σπίτι  και  τα γύρω χωράφια .

-«Μας πήρε η μάνα μου σαν τα κουλούκια, νύχτα.. μ’εκείνο τον καιρό,   και μας ανέβασε σε ένα μέρος πιο ψηλά να μην πνιγούμε».

Όταν ξεκίνησε  το «κίνημα των πλατειών» ήταν και ο Κυρ Γιώργης  εκεί.

 Μόνο που αυτός,  πάντα εκεί ήταν .  Πάντα διαμαρτυρόμενος και πάντα αγανακτισμένος.

Παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον τις συζητήσεις . Μίλαγε πολύ λίγο και με ρώταγε συνέχεια για κάθε παράξενη λέξη που άκουγε.

Του κόλλησε η φράση  «Το σάπιο σύστημα» . Την έλεγε και την ξανάλεγε μέχρι που έγινε το παρατσούκλι  του.

Δεν εννοεί μόνο τους πολιτικούς . Εννοεί όλη τη κοινωνική ζωή.

Παρά την ηλικία του και την μικρή του σύνταξη είναι στην πρώτη γραμμή κάθε κοινωνικής δραστηριότητας και προσφοράς .

Με ρωτάει για τη δική μου διαδρομή.

-«θάτανε βαριά η δουλειά στα ναυπηγεία ε;»
-«Βαριά και ασήκωτη Γιώργη » του λέω.
-«Ξέρω έχω ακούσει και από άλλους».

Εκείνη τη στιγμή περνάει από μπροστά μας  μια φοιτήτρια  με ύφος καρδινάλιου της προλεταριακής επανάστασης .

Βρίσκω την ευκαιρία και της λέω:

-« Βρε πουλάκι μου …καλά όλα τα άλλα  αλλά γιατί βάφετε τις οθόνες από τα ΑΤΜ;  Έρχεται ο άνεργος να σηκώσει το επίδομα ανεργίας … πρέπει να  του κάνεις  ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή;»

-«Αυτά είναι… μικροαστικά» μου λέει επιτιμητικά και απομακρύνεται ρίχνοντας πίσω το   φουλάρι της  με χάρη».

Μένουμε  αμίλητοι να πίνουμε το τσάι μας.

Ύστερα από μερικά λεπτά σκύβει ο Γιώργης και μου λέει με ύφος σοβαρό και συνωμοτικό.

-«Δε μου λες;…
… αυτά τα …. «Ακροαστικά» ….»

Πνίγομαι με το τσάι … μου βγαίνει από τη μύτη …. μου χτυπάει την πλάτη και μου δίνει νερό.

-«Μικροαστικά … Γιώργη μου… Μικροαστικά» του λέω με μάτια βουρκωμένα.

-«Ναι αυτά…   όπως τάπες….

… είναι κακό πράμα;»

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ



Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των ασήμαντων καθημερινών συμβιβασμών

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των ακονισμένων υπαινιγμών

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα  των χαμηλωμένων ματιών

 Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των   τρομαγμένων ψυχών.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των ημιτελών ονείρων.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των έρημων δρόμων.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των ατελείωτων αναμονών.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των ασήμαντων αφορμών.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των αδιόρατων λεπτομερειών.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των  ανεπαίσθητων  στεναγμών.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των αμέτρητων υπομονών.



Ελπίζω το αναγνωστικό μου κοινό να μην πάρει  τα λόγια μου τις μετρητοίς .
Λίγο που η χτεσινή νύχτα ήταν βροχερή και ηλεκτρισμένη .
Λίγο  εκείνη η αναθεματισμένη   χοντρή σταγόνα πάνω στην ξεχυτή.
Λίγο τα  προεπαναστατικά  και  «Μυστηριώδη οδοφράγματα»   του  François Couperin

Θέλει πολύ ο άνθρωπος;





Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Η Κλέφτρα της Λάμψης.




Κάποια φορά μια υπηρέτρια κατηγορήθηκε ότι έκλεψε ένα ασημένιο πιρούνι.

Ο Δικαστής την καταδίκασε σε θάνατο.

Η Υπηρέτρια οδηγήθηκε στην κρεμάλα ουρλιάζοντας ότι είναι αθώα.

Μετά από μερικές μέρες ένα παιδάκι σκαρφάλωσε στο δέντρο και μέσα στην φωλιά μιας κίσσας βρήκε ένα ασημένιο πιρούνι .

Παρέδωσε το πιρούνι  και έκτοτε ,λένε, ότι στην Γαλλία καταργήθηκε η ποινή του θανάτου   για κλοπή.

Η Ιστορία ενέπνευσε τον Ροσσίνι και έγραψε την όπερα «Η Κλέφτρα  κίσσα».

Την  εισαγωγή την έχω ακούσει από την συμφωνική της Βιέννης. Η Εκτέλεση ήταν άψογη αλλά κάτι δεν μου πήγαινε καλά.

 Ένοιωθα σαν  να υπάρχει στην ατμόσφαιρα κάτι «διεκπεραιωτικό».

 Ίσως ο Μαέστρος, στο τέλος, να ανάσανε ανακουφισμένος που όλα τελείωσαν καλά.

Η εκτέλεση από τα παιδιά  της ορχήστρας «Simon Bolivar»  του «El Sistema» μου αρέσει πολύ περισσότερο.

Μπορεί, θα έλεγε ένας ειδικός,  να μην είναι  εξίσου άψογη .

Μπορεί.  Έχει όμως το πάθος που λείπει από την Βιενέζικη  εκτέλεση.

Είναι  ίσως είναι επειδή  αυτά τα παιδιά των  παραγκουπόλεων έγιναν κλέφτες για να επιβιώσουν  και καταδικάστηκαν αδίκως σε βαριές ποινές .

Μπορεί και να είναι ,γιατί  ξέρουν πλέον,  ότι από απλοί κλέφτες  κατάφεραν να γίνουν σπουδαίοι μουσικοί και  να  κλέψουν την λάμψη των «νομίμων κατόχων της μουσικής γνώσης».

Ίσως , όμως , να είναι γιατί η  κλέφτρα κίσσα της Βενεζουέλα είχε την αποκοτιά να κλέψει  το λαμπερό ασημένιο κουταλάκι των αρχόντων του κόσμου.

Όπως και νάχει εμένα αυτή η εκτέλεση μου αρέσει.
 
Είμαι βέβαιος ότι αυτή θα άρεσε και του Ροσσίνι.

Ελπίζω κάποια μέρα να ανέβει στην πιάτσα Ματζόρε της Μπολώνια .

Να έχουν προσκληθεί επισήμως όλοι οι μικροί κλέφτες του κόσμου μας και την ορχήστρα να διευθύνει ο ίδιος  ο  Τζοακίνο Ροσσίνι.


Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Οι κόρδες του μοναστηριού της Παλιοκαστρίτσας


Η Νόννα μου η Βανθία μου έλεγε τις νύχτες «στόριες» για να κοιμηθώ.

Μερικές φορές ,που δεν άντεχε από την κούραση,  μου έβραζε λίγα αποξηραμένα φύλλα παπαρούνας .
Η πιο εντυπωσιακή στόρια που με άφηνε με ανοιχτό το στόμα και τροφοδοτούσε τα  παιδικά μου όνειρα, μιλούσε για ένα γιγάντιο θαλάσσιο τέρας  που  έζησε τα πολύ παλιά χρόνια  στην Παλιοκαστρίτσα.

Το τέρας ήταν τόσο μεγάλο που κατασπάραζε τους ψαράδες μαζί με τις βάρκες τους.

Πήγαινε πάνω κάτω στην βραχώδη ακτή της Παλιοκαστρίτσας και  κατάπινε ότι έβρισκε μπροστά του.
Κάθε οικογένεια , τότε, είχε χάσει και από κάποιον δικό της άνθρωπο και οι υπόλοιποι λιμοκτονούσαν .

Τότε οι κάτοικοι της μικρής ψαράδικης κοινότητας  σκέφτηκαν να καλοπιάσουν το  θαλάσσιο τέρας  και άρχισαν να κάνουν θυσίες  για το  ημερέψουν.

Έσφαζαν προβατίνες και αγελάδες και τις έριχναν στη θάλασσα.

Πίστευαν ότι αν το ταΐσουν καλά  θα το ημερέψουν , θα σταματήσει να τους καταβροχθίζει και τελικά θα το πείσουν να  τους αφήνει να ψαρεύουν σε μια μεριά της θάλασσας.

Όσο , όμως το τάιζαν τόσο αυτό γινόταν πιο λαίμαργο και πιο άγριο.

Σκέφτηκαν τότε να το ξορκίσουν για να εξαφανισθεί και να ζήσουν έτσι σε μια  ευτυχισμένη μελλοντική ζωή  χωρίς τέρατα.

Έβγαλαν διακηρύξεις  «Για μια θάλασσα δίχως τέρατα» και τις μοίρασαν παντού για να πείσουν και τους πιο δύσπιστους.

Ύστερα έφεραν  φημισμένους ξορκιστές από άλλα μέρη που ήξεραν πολλά για τα θαλάσσια τέρατα και μπορούσαν να βρουν το κατάλληλο ξόρκι.

Οι ξορκιστές ανέβαιναν στις φωτισμένες εξέδρες τις νύχτες και έκαναν σπουδαίους ξορκισμούς. Οι κάτοικοι τους θαύμαζαν αλλά  το τέρας δεν έλεγε να εξαφανισθεί.

Είδαν και απόειδαν  και αποφάσισαν  να στύψουν το μυαλό τους και να βρουν τρόπο να γλυτώσουν από το τέρας πριν τους εξοντώσει όλους.

Έτσι λοιπόν συνεννοήθηκαν όλοι  και απαγόρευσαν δια νόμου τις θυσίες αγελάδων και προβάτων .

Το τέρας δεν έπρεπε πλέον να βρίσκει τροφή.

Τα αστεία τελείωσαν άρχιζε ο πόλεμος.

 «Η Το τέρας η εμείς».

Απαγόρευσαν επίσης δια νόμου τον απόπλου κάθε βάρκας η καϊκιού.

Άπλωσαν δίχτυα στη βόρεια πλευρά της θάλασσας για να εμποδίζουν τα μικρά ψάρια να  πλησιάζουν το θεριό ώστε να μην βρίσκει καθόλου τροφή.

Καλλιέργησαν τους κήπους για να έχουν να τρώνε μέχρι να περάσει το κακό.

Πήγαιναν με τα κάρα και ψάρευαν στην άλλη μεριά του νησιού για να συντηρήσουν  τις οικογένειές τους.

Έτσι γλύτωσαν από τα δόντια του θεριού και περίμεναν σε επιφυλακή την επερχόμενη λιμοκτονία του.

Όταν το τέρας εξαντλήθηκε από την πείνα έδεσαν σχοινιά  από τα βράχια ,χοντρά ίσαμε ένα κυπαρίσσι,  και το έκλεισαν μέσα στα στενά της Παλιοκαστρίτσας.

Σε μερικές μέρες όταν το τέρας είχε χάσει όλη τη δύναμή του το καμάκωσαν με τεράστια σιδερένια καμάκια και το έβγαλαν στη στεριά.

Τότε έχτισαν το Μοναστήρι της Παλιοκαστρίτσας και  τα τεράστια κόκαλα του θεριού τα έβαλαν  κόρδες  για  να φτιάξουν τη σκεπή .

Μερικά μικρότερα κόκαλα τα έχουν πάνω σε ένα μεγάλο τραπέζι στο μοναστήρι  για να τα βλέπουν όσοι πηγαίνουν να προσκυνήσουν.

Τέτοια  έλεγε η Νόννα μου η Βανθία και , πιστέψτε με , δεν είχε διαβάσει τις «Δύο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας».

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Ο υπομονετικός Μαραγκός


Ο Κύριος Σπύρος έκανε παρέα με τον πατέρα μου.

Ήταν ένας καλόκαρδος άνθρωπος που απέφευγε τις οξύτητες.

Ο Κύριος Σπύρος δεν ήταν άθεος, δεν ήταν και θρησκευόμενος.
Δεν ήταν πολυλογάς, δεν ήταν όμως και εσωστρεφής.
Δεν ήταν αριστερός , δεν ήταν ούτε δεξιός.
Δεν ήταν φανατικός , δεν ήταν όμως και αδιάφορος.
Δεν ήταν ούτε κοντός ούτε ψηλός.

 Ήταν ένας μαραγκός που περνούσε απαρατήρητος.

Ο Κύριος Σπύρος είχε δύο γιους που τον βοηθούσαν στο εργαστήριο και προοριζόταν να αναλάβουν το ξυλουργείο όταν θα γύριζαν από το στρατό και θα έβγαινε στην σύνταξη.

Η Σύζυγος του Κυρίου Σπύρου ήταν μια αδύνατη , νευρική και δύστροπη γυναίκα με σουβλερή μύτη που του έκανε τη ζωή μαρτυρική.

Ο Πατέρας μου την απέφευγε. Το είχε γενικεύσει και έλεγε δε ότι οι γυναίκες με σουβλερή μύτη «έχουν το διάολο μέσα τους».

Έκτοτε, για καιρό, ήμουν  επιφυλακτικός στις γυναίκες με σουβλερή μύτη.

Φανταζόμουν ότι αυτή η διαβολική μύτη λογικά θα έπρεπε να στάζει μια δηλητηριώδη μύξα.

Τη γειτονιά  την απασχολούσε ένα μόνιμο και βασανιστικό ερώτημα : «Πως αντέχει ο Κύριος Σπύρος αυτόν τον δυνάστη και δεν επαναστατεί;». 
 Έλεγαν: «Μα τι υπομονή έχει αυτός ο άγιος άνθρωπος!»,  «Εγώ άμα ήμουν στη θέση του θα την είχα στραγγαλίσει.» Και άλλα πολλά.

Κάποιο σαββατόβραδο ο Κύριος Σπύρος μας κάλεσε οικογενειακώς σε δείπνο. Είχε φρέσκες μαρίδες , πατάτες τηγανιτές  και βαρελίσια ρετσίνα μεσογείων.

Μόλις έβαλε την πρώτη ζεστή μαρίδα στο στόμα του  λέει  η κοκκάλω:
-«Τα πήρες τα λεφτά από τα ντουλάπια της κυρά Σοφίας;»
-«Πήρα την προκαταβολή» απαντάει ο κύριος Σπύρος.
-«Αυτό έγινε πριν ένα μήνα…. Τα υπόλοιπα τα πήρες;
-«Θα μου τα δώσει λίγα - λίγα»
-«Αυτό το μήνα σούδωσε;»
-«Δεν μπορούσε…. μια σύνταξη παίρνει …θα μου τα δώσει στις 15 που θα πάρει το επίδομα …εμείς δεν έχουμε κάτι άμεσο να πληρώσουμε … ας της αφήσουμε ένα περιθώριο».
-«Ορίστε κόσμε!!!! Ο φιλέσπλαχνος!!» Εμείς δεν έχουμε ανάγκες!»

Είχα την αίσθηση ότι κάθε που πήγαινε να βάλει μια μαρίδα στο στόμα του ο κύριος Σπύρος ακριβώς εκείνη τη στιγμή η  «οχιά» γινόταν πιο επιθετική.

Νομίζω ότι ο κύριος Σπύρος είχε επιστρατεύσει μια κινηματογραφική τεχνική που τυχαίνει να την εφαρμόζω και εγώ ενίοτε  . Χαμήλωνε τον ήχο. Οι κινήσεις γινόταν αργές. Ο Φακός εστίαζε στο πιάτο με τις μαρίδες. Έβγαινε στην ατμόσφαιρα μια εσωτερίκευση  ως μοναδική, πλέον, άμυνα.

Παρόλα αυτά ένοιωθα το σφυγμό του. 
Τα δόντια του σφιγγόταν συνέχεια. 
Το σκυμμένο του πρόσωπο άλλαζε χρώματα.

Ξαφνικά , και ενώ η ένταση έχει γίνει αφόρητη, ο κύριος Σπύρος σηκώνεται αργά, αρπάζει από το λαιμό την μποτίλια και λέει ήρεμα, αργά και χαμηλόφωνα :
«Πάω να φέρω λίγη ρετσίνα»

Πήγε στην κρεβατοκάμαρα να πάρει λεφτά από το κομοδίνο, ξεκρέμασε το σακάκι του από τον καλόγερο, τόριξε στους ώμους του και έκλεισε απαλά την πόρτα.
     
Ματαίως η μάνα μου και ο πατέρας μου προσπάθησαν να αναστρέψουν το κλίμα με χιλιοειπωμένα και κρύα ανέκδοτα.

Πέρασε μισή ώρα και ο κύριος Σπύρος δεν είχε επιστρέψει.

«Ορίστε!!! Αυτά τραβάω!!! Έκατσε στη ταβέρνα ο αναίσθητος!!!» συνέχιζε η κοκκάλω.

Όταν πέρασε ακόμα μισή ώρα ξεκίνησε ο πατέρας μου να τον φέρει.

Γύρισε μετά από λίγο για να μας ανακοινώσει ανήσυχος ότι ο κύριος Σπύρος δεν είχε πάει καν στην ταβέρνα.

Ειδοποιήσαμε αργότερα την αστυνομία.

Ψάχνανε όλη νύχτα σε φίλους και γνωστούς.

Το πρωί μας είπαν ότι «θα συνεχιστούν οι έρευνες και αν υπάρχει κάτι νεότερο θα ειδοποιηθούμε».

Πέρασαν σαράντα χρόνια και ο κύριος Σπύρος δεν φάνηκε.

Οι γιοί ανέλαβαν την «επιχείρηση» και η  Κοκκάλω μετακόμισε μη αντέχοντας την σιωπή της γειτονιάς.

Γιαυτό σου λέω… αυτά τα πράγματα είναι απρόβλεπτα. Καθορίζονται από άπειρους παράγοντες και εμείς οι φτωχοί ουδέποτε είχαμε καλές σχέσεις με το άπειρο.

Μπορείς να αναρωτηθείς χίλιες φορές ματαίως :  «Μα πότε θα επαναστατήσει ο κύριος Σπύρος;».

Η επανάσταση του υπομονετικού και καλόκαρδου μαραγκού θα  γίνει ακριβώς τη στιγμή που έχεις σταματήσει να αναρωτιέσαι.

Θα ακούς τους χτύπους της καρδιάς του να ανεβαίνουν.
Την πίεση να κοκκινίζει το πρόσωπό του.
Τα δόντια του να σφίγγονται.

Μην είσαι σίγουρος ακόμα.

Περίμενε.

Όταν τον ακούσεις να λέει ήρεμα αργά και χαμηλόφωνα:  «Πάω να φέρω λίγη ρετσίνα». Ναι! Τότε ήρθε η ώρα.



Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Harlem Shake



Μια φορά, πριν από ένα χρόνο , σε μια γκαλερί της νέας Υόρκης οι επισκέπτες  χάζευαν τα μεταμοντέρνα εκθέματα μιας εικαστικής έκθεσης.

Ξαφνικά στο κέντρο της αίθουσας μαζεύεται κόσμος και κοιτάει ένα πορτοφόλι στο πάτωμα.

Ο ένας λέει ότι πρόκειται για ένα έργο που συμβολίζει την «απώλεια» γενικά.

Ο άλλος λέει ότι πρόκειται για ένα εικαστικό αριστούργημα που μιλάει για την «μοναξιά και την εγκατάλειψη».

Κάποιος περνάει αναστατωμένος ανάμεσα από τους φιλότεχνους παίρνει το πορτοφόλι και λέει: «Με  συγχωρείτε κύριοι αλλά μου έπεσε το πορτοφόλι».

Έτσι λοιπόν ….  

….μια  ηλιόλουστη μέρα του Φλεβάρη του 2013 στην Τύνιδα, έξω από το κοινοβούλιο εκατοντάδες νέοι διαδηλωτές της αραβικής άνοιξης χορεύουν ξέφρενα Harlem Shake..

Αυτή την ίδια ηλιόλουστη μέρα, ο Κύριος Διευθυντής του 2ου ΕΠΑΛ Κέρκυρας δέχεται αντιπροσωπεία  μαθητών που του ζητούν να κάνουν έναν χορό Harlem Shake την ώρα του μαθήματος.

Επειδή είναι ανεκτικός και προοδευτικός τους δίνει την άδεια με την προϋπόθεση το πάρτι να γίνει στην αυλή του σχολείου. Δεν ξέρει «τι σκαρώνουν πάλι»  και προσπαθεί να αποφύγει ότι  θα μπορούσε να εκθέσει τον ίδιο  και το σχολείο.

Τα μεγάφωνα του σχολείου παίζουν ένα διαρκώς
επαναλαμβανόμενο ψηφιακό θόρυβο με μια διαρκώς επαναλαμβανόμενη λέξη.

Οι μαθητές χορεύουν έναν τελείως χαοτικό χορό.
Κάθε ένας κάνει ότι κινήσεις θέλει.
Άλλος κάνει κωλοτούμπες.
Άλλος γυρνάει διαρκώς γύρω από τον εαυτό του.
Ένας ανεβοκατεβάζει το παντελόνι του.

Οι καθηγητές κοιτάζουν έκπληκτοι.

Προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο.

Ο Φυσικός λέει ότι πρόκειται για την πλήρη άρνηση της «τάξης» και τον θρίαμβο του «Χάους».

Η Γυμνάστρια  λέει ότι πρόκειται για την αντίδραση των παιδιών στην πειθαρχία και την καθιστική ζωή.

Η Φιλόλογος λέει ότι πρόκειται για ένα μεταμοντέρνο φαινόμενο υπέρβασης κάθε παραδοσιακής πολιτισμικής φόρμας.

 Την ίδια ηλιόλουστη μέρα του Φλεβάρη του 2013 στον «Αμπελώνα»  γίνεται μια εκδήλωση με λαϊκά παραδοσιακά τραγούδια.
Παίζουν το συγκρότημα «Εννιά και η βάρκα δέκα».
 Στο βιολί ο Θόδωρος (που με διαβάζει ενίοτε)  και οι υπόλοιποι οκτώ με Λαούτα, κιθάρες, τύμπανα, φλογέρες γκάιντες και λοιπά.

Πρόκειται για ένα νεανικό πανηγύρι.

Χορεύουν παραδοσιακούς χορούς στην κορυφή ενός ηλιόλουστου  λόφου.
Το εντυπωσιακό είναι ότι γνωρίζουν ακριβώς τα βήματα από δύσκολους χορούς άλλων περιοχών.

Μπορεί όμως  ο ήλιος να είναι μεσουρανίς,  αλλά …είναι νωρίς ακόμα.

Κυριαρχεί  η θλίψη.

Έτσι γινόταν στα μεσοδιαστήματα.

Η Θλίψη  έχει πάρτι όταν τελειώνει κάτι και δεν έχει αρχίσει το επόμενο.

Τότε άλλοι αντιγράφουν  ένα εξιδανικευμένο παρελθόν.
Άλλοι σέρνουν τα βήματά τους σε ένα καταραμένο ζεϊμπέκικο.
Άλλοι γράφουν ποιήματα της απελπισίας και του θανάτου.

Δεν είναι μάταιο ούτε κατακριτέο, άλλωστε και εμείς έτσι είμαστε.

Να μην γελιόμαστε όμως, η Άνοιξη αργεί ακόμα.

Περιμένουμε τη σειρά μας.

Θα το καταλάβουμε αμέσως.

Θα ακούσουμε στα μεγάφωνα  το «Tempo di Valse» του μέλλοντός μας.



Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Για ένα κουτάκι καραμέλες μέντα «Τικ Τακ»



Πρίν από τέσσερις μέρες , όπως κάθε πρωί, η Σινιόρα Άντζελα πάει για τα καθημερινά της ψώνια.

Η Σινιόρα Άτζελα είναι μια τυπική Ιταλίδα συνταξιούχος 76 ετών.

Μένει στο Μιλάνο και από πολλά χρόνια κάνει την ίδια διαδρομή κάθε πρωί.

Βγαίνει στην οδό Αρχιμήδη και ακολουθεί το δεξί πεζοδρόμιο κοιτάζοντας τις βιτρίνες.  Φτάνει στο σούπερ μάρκετ «PAM».

Διασχίζει τους απέραντους και γεμάτους κάθε είδους προϊόντα διαδρόμους και κοντοστέκεται στα αλλαντικά.

Βάζει τα γυαλιά της και βλέπει τις τιμές.

Συνεχίζει παρακάτω και κοντοστέκεται στο ψυγείο με τα  τυριά. Παίρνει διστακτικά ένα κομμάτι τυρί που της φαίνεται μικρότερο από τα άλλα. Το βάζει στο καλάθι της αλλά μετά από μερικά βήματα το σκέφτεται καλύτερα. Γυρνάει πίσω και το βάζει στην θέση του.

Τελικά βάζει στο καλάθι μια κονσέρβα τόνο και το ψωμί της ημέρας.

Σε μια γωνιά ενός ψυγείου βλέπει παρατημένο ένα κουτάκι καραμέλες μέντα «τικ-τακ».
Δεν ξέρει ότι οι κάμερες ασφαλείας παρακολουθούν κάθε βήμα της και βάζει το κουτάκι με τις καραμέλες στην τσάντα της.

Στον επόμενο διάδρομο την περιμένει ο διευθυντής του σούπερ μάρκετ με έναν σεκιουριτά.
Της ζητά να ανοίξει την τσάντα της. 
Η κυρία Άτζελα κοκκινίζει και λέει:
-«Συγνώμη …δεν είμαι κλέφτρα… δουλεύω όλη μου την ζωή για να μεγαλώσω τα παιδιά μου».

Ο Διευθυντής που ονομάζεται Valerio  , καθώς προβλέπει ο κανονισμός για ανάλογες περιπτώσεις,  ειδοποιεί την αστυνομία.
Καταφθάνει το περιπολικό με δύο αστυνομικούς που ονομάζονται Arturo Scongiu και Francesco Console..

Ξέρεται, υπάρχουν ακόμα χώρες που οι αστυνομικοί έχουν ονοματεπώνυμο.

Εξετάζουν της σινιόρα Άτζελα που τρέμει σαν το φύλλο.

Εν τω μεταξύ έχει μαζευτεί πλήθος κόσμου που παρακολουθεί έκπληκτος την σκηνή.

Τελικά ο Arturo Scongiu δίνει  στον διευθυντή τα 0,75 λεπτά που κάνουν οι καραμέλες. Οι συγκεντρωθέντες χειροκροτούν και ένας από αυτούς αναλαμβάνει να πληρώσει και το ψωμί με τον τόνο.

Το θέμα ανεβαίνει στο διαδίκτυο με συνέντευξη του αστυνομικού και η Σινιόρα Άντζελα γίνεται σύμβολο.

Χιλιάδες γράμματα και σχόλια από κάθε γωνιά της χώρας μέχρι που το φαινόμενο δημοσιεύεται στις μεγαλύτερες εφημερίδες.

Ο Αστυνομικός λέει σε μια από αυτές : «Έτρεμε σαν το φύλλο… παίρνει 360 ευρώ σύνταξη… αν θέλει το κράτος ας με μεταθέσει αλλού … δεν μπορώ να συλλάβω την γιαγιά μου για 75 λεπτά» 

Γράφει στην Corriere della Sera μια αναγνώστρια:
«Αγάπητή Αγγελική
Να ντρέπονται αυτοί που μας έφεραν σε αυτήν την οικονομική κατάσταση και όχι εσείς. Μας εξοργίζει η χειρονομία του διευθυντή όχι η δική σου.
Μια μεγάλη αγκαλιά για σένα.
Είμαστε αξιοπρεπείς , αυτοί όχι».

Μου ήρθε στο μυαλό η Αννούλα, μια ταμίας ενός σούπερ μάρκετ της Κέρκυρας.
Έχει δύο μικρά παιδιά να μεγαλώσει και ο άντρας της την εγκατέλειψε όταν είδε τα σκούρα.

Φοβάται για την δουλειά της αλλά «κάνει τα στραβά μάτια» στην γριούλα που πέρασε από το ταμείο με ένα κομμάτι τυρί στην τσέπη.

Εκατομμύρια μικροί καθημερινοί ηρωισμοί ανωνύμων που διακινδυνεύουν τα πάντα, σίγουροι ότι κανείς δεν θα τους το αναγνωρίσει.

Κλίνω το γόνυ.


Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Η εξαφάνιση του Σκούτζικα



Τον Σκούτζικα τον  έφερε στην Κέρκυρα κάποιος Εγγλέζος αξιωματικός  από τις μακρινές Ινδίες.
 Έτσι λένε οι σοβαροί Ιστορικοί που ασχολούνται με την Ιστορία του Σκούτζικα.

Οι Ινδοί  έπεισαν τον  Άγγλο ότι καταβροχθίζει μετά μανίας ποντικούς.

Η παράξενη άκακη  και τερατόμορφη σαύρα τρεφόταν όμως με μικρά έντομα και βλαστάρια φυτών.

Ο Σκούτζικας βρέθηκε ξαφνικά  παγιδευμένος σε ένα υγρό  και κρύο κλίμα περικυκλωμένος  από παράξενα , τεράστια τέρατα που περπατούσαν  στα δύο πόδια και για κάποιο ανεξήγητο λόγο τον μισούσαν θανάσιμα.

Έλεγαν, δε,  ότι είναι δηλητηριώδης και  μάλιστα εκτοξεύει  το δηλητήριο του σε απόσταση.

Έτσι , λοιπόν, αναγκάστηκε να ζει     κρυμμένος  ανάμεσα στις τεράστιες  πελεκητές πέτρες της κόντρα φόσα.

Όταν δεν είχε τέρατα τριγύρω , έβγαινε μέχρι το Μποσκέτο και σκαρφάλωνε στα δέντρα για να λιαστεί.

Την ίδια εποχή οι Άγγλοι έφεραν στην Κέρκυρα και τους Μαλτέζους.

Οι Μαλτέζοι ήταν οι πιο φημισμένοι τεχνίτες πέτρας της Μεσογείου. Δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι έχτισαν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης μας.

 Κάθε πέτρα  που βλέπουμε έχει λαξευτεί στο χέρι από τους Μαλτέζους τεχνίτες.

Παρόλα αυτά έμεναν πάντα στις άκρες της πόλης, στις πιο υποβαθμισμένες συνοικίες ,μέσα σε τρώγλες.

Ο συνοικισμός του Κωτσέλα  πήρε το όνομά του από ένα από τα νησάκια που συναπαρτίζουν  την Μάλτα και λέγεται Gozo.

Όταν τελείωσε το χτίσιμο της  πόλης , οι Μαλτέζοι μας αποκάλυψαν και άλλο ένα ταλέντο τους. Ήταν επίσης σπουδαίοι αγρότες. Οι κήποι γύρω από την πόλη που έφτιαξαν προμήθευαν την πόλη με κάθε λογής  φρέσκα λαχανικά και φρούτα.

Οι Αρχόντισσες  της Πόρτα Ρεμούντα  αισθανόταν πάντα  αποτροπιασμό και ντροπή για την συμβίωση τους με τους Σκούτζικες και με τους Μαλτέζους.

Αυτοί που δεν μπορούσαν να καρφώσουν ένα καρφί στον τοίχο για να κρεμάσουν το κουάδρο τους , περιφρονούσαν αυτούς που έφτιαξαν και έθρεψαν την πόλη.

Κάποια φορά ένας αντιδήμαρχος «της πιάτσας» απεφάνθη ότι για την «μείωση της εισροής τουριστικού συναλλάγματος» φταίνε οι Σκούτζικες. Διότι, έλεγε, δεν μπορεί να βλέπουν αυτά τα «τριτοκοσμικά αίσχη»  οι  υψηλοί επισκέπτες μας.

Έβαλε λοιπόν ως σκοπό της ζωής του την εξαφάνιση του Σκούτζικα. 

Αφού δεν κατάφερε να τους ξετρυπώσει  τάβαλε με τους αδέσποτους  σκύλους που λιαζόταν ανυποψίαστοι στην πάνω πλατεία και στο λιμάνι.

Εν συνεχεία ρίχτηκε μετά μανίας στους ψαράδες που είχαν στήσει τις παράγκες στην Κόντρα φόσα.
Ούτε και  τότε κατάφερε να μας σώσει από την τριτοκοσμική μας μοίρα.

Μία των ημερών, εξαφανίστηκε ο  Αντιδήμαρχος  για να εμφανισθεί κάποιος άλλος  «διώκτης  τεράτων».

Γιαυτό  φίλε μου, όταν περπατάς στους δρόμους της πόλης να κοιτάς χαμηλά . Οι παλιές πέτρινες πλάκες των δρόμων είναι πελεκημένες μια- μια, στο χέρι.

Όταν ακουμπάς στους πέτρινους τοίχους για να ξαποστάσεις να ξέρεις ότι αυτές οι πέτρες έχουν μέσα τους πολύ πόνο και πολύ μόχθο.

Αν  κοιτάξεις  ανάμεσα στις πέτρες , στην σκοτεινή σχισμή, θα δεις  μέσα στο σκοτάδι να σε κοιτάζουν δύο μικρά τρομαγμένα μάτια.

Τότε, να ξέρεις… αυτή είναι η αρχή .

Πού ξέρεις , Ίσως κάποια μέρα να μπορέσουμε να αποδείξουμε  στους Σκούτζικες ότι , όπως και αυτοί,  έτσι και εμείς , δεν είμαστε τέρατα.

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

"Οι Μαύροι"



Ένα από τα ατελείωτα βροχερά απογεύματα της χειμωνιάτικης Κέρκυρας  βρέθηκα στο σπίτι ενός καλού φίλου.
Πίναμε το ποτό μας δίπλα στην φωτιά και  ψήναμε κάστανα. Συζητούσαμε διάφορα της καθημερινότητας μας.

Σε μια στιγμή μου λέει: «Περίμενε να σου φέρω κάτι  που θα σε ενδιαφέρει».

Έριξε στο τραπεζάκι  μερικές φωτοτυπίες. Προσπαθούσα να διαβάσω . Επρόκειτο για τα πρακτικά μιας συνεδρίασης του Σοσιαλιστικού ομίλου Κέρκυρας  στις αρχές του εικοστού αιώνα. Δυσκολευόμουν να διαβάσω τα καλλιγραφικά γράμματα. Δυσκολευόμουν με αρκετές λέξεις . Περισσότερο, όμως ,  δυσκολευόμουν να καταλάβω  τα θέματα της δικής τους καθημερινότητας.

«Άστα αυτά και διάβασε εδώ.» μου λέει ο φίλος μου και γυρίζει στις τελευταίες σελίδες.

Το τελευταίο θέμα αφορούσε την πρόσληψη δύο νέων μελών στον Σοσιαλιστικό όμιλο.
Υποψήφιοι ήταν ο Πρόεδρος του πανίσχυρου σωματείου λιμενεργατών Κέρκυρας  με δυόμιση χιλιάδες μέλη και ένας νεαρός χωριάτης από τα Σφακερά που έγραφε ποιήματα και λεγόταν Σπύρος Νικοκάβουρας.

Η συζήτηση πρέπει να ήταν έντονη.
Πολλοί εκ των ομιλητών δεν ήθελαν να γίνει μέλος ο Λιμενεργάτης διότι δεν είχε να επιδείξει κάποιο πνευματικό έργο.
Άλλοι πάλι ήθελαν να γίνει μέλος διότι ήταν ένας πρωτοπόρος αγωνιστής της «εργατικής τάξεως».

Με διέκοψε ο φίλος μου και μου λέει: «Εσύ τι θα ψήφιζες αν ήσουν εκεί εκείνο το βράδυ;»

Ξαφνιάστηκα.

«Μου δίνεις μια στιγμή  να το σκεφτώ;» του λέω.

Πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει κάτι για  φαγητό και με άφησε μόνο μου.

Σκέφτομαι  ότι η «στιγμή» είναι μια εξαιρετική λέξη.
Αναφέρεται στον χρόνο κατά κάποιο τρόπο , αλλά χωρίς προσδιορισμό. Μπορεί να είναι ένα λεπτό μπορεί και η αιωνιότητα.

Βρίσκομαι ξάφνου να περπατάω την  Γεωργίου Θεοτόκη  ένα βροχερό απόγευμα του 1910 . Διασχίζω  την Ευγενίου Βουλγάρεως  και στο Πεντοφάναρο στρίβω  αριστερά στο Λιστόν.

Εκεί που τώρα είναι το «καφέ Ευρώπη» , τότε ήταν η λέσχη του Σοσιαλιστικού Ομίλου.

Κάθομαι σε μια άκρη και παραγγέλνω ένα ζεστό τσάι.
Η συζήτηση έχει ήδη αρχίσει.
Προεδρεύει ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης.
Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω και πολλά.
Τα θέματα και η  επικαιρότητα με κουράζουν.
Παρατηρώ την διακόσμηση της αίθουσας .
Πανέμορφη σε σχέση με την σημερινή.

Τους Σοσιαλιστές τους  έλεγαν «Μαύρους» γιατί συνήθιζαν να φορούν μαύρα ρούχα. Μαύρο μακρύ παλτό και μαύρο παντελόνι .
Η Λέσχη τους ήταν καφενείο για τις καθημερινές συναντήσεις και συζητήσεις, αναγνωστήριο αλλά και  αίθουσα συνελεύσεων.
 Ο Όμιλος ήταν  το σύνολο της σημερινής αριστεράς.
 Ήταν,  και πριβέ λέσχη διανοουμένων,   και μάχιμο κόμμα επαναστατών,   και εναλλακτικός χώρος.

Εκείνες τις μέρες είχαν ιδρύσει τον «Σύνδεσμο Εργατικής Αλληλοβοήθειας» κάτι σαν το σημερινό ΙΚΑ.

Πιο πριν είχαν ιδρύσει τον  «Ψυχαγωγικό σύνδεσμο» με σκοπό την «ψυχαγωγίαν της Εργατικής τάξεως».  Ένα πρότυπο ωδείο όπου   έδιναν δωρεάν μουσικά όργανα στα παιδιά των εργατικών οικογενειών, καθημερινό γεύμα και  δεχόταν στα μαθήματα για πρώτη φορά και τα κορίτσια.

Έχει αρχίσει η ψηφοφορία για το τελευταίο θέμα .
Σκέφτομαι να αποφύγω το αγκάθι και να ψηφίσω και τους δύο υποψήφιους. 
Είναι μια καλή σκέψη . Αποφεύγω να τοποθετηθώ στην ουσία  του ερωτήματος και δεν μπορεί να μου πει και κανείς τίποτα.

Θα ήθελα υποψήφιο έναν λιμενεργάτη  που να έγραφε και ποιήματα αλλά η πραγματικότητα θέτει τα ερωτήματα όπως εκείνη νομίζει.

«Εσύ συνέταιρε τι ψηφίζεις;»  Ακούω την δυνατή φωνή του Κωνσταντίνου Θεοτόκη από το προεδρείο.

«Θα ψηφίσω τον  Σπύρο Νικοκάβουρα …..αλλά ..» λέω  διστακτικά.

«Δεν έχει «αλλά»  …ψηφίζεις η δεν ψηφίζεις;» μου λέει εκνευρισμένος.

«Ψηφίζω  το Σπύρο Νικοκάβουρα.»  απαντώ .

Ένα συνηθισμένο μελαγχολικό μεσημέρι



 Το διπλανό μας διαμέρισμα ήταν πάντα κλειστό . Κανείς δεν ήξερε σε ποιόν ανήκει .

Μια ηλικιωμένη γειτόνισσα  έλεγε ότι  κάποιος έχει πεθάνει μέσα γιατί κάποτε κάτι μύριζε άσχημα και μετά από καιρό σταμάτησε η μυρωδιά.
Δεν της δώσαμε σημασία.

Κάποια φορά ενδιαφέρθηκε ο διαχειριστής για να πάρει τα κοινόχρηστα πολλών χρόνων .
Ανακάλυψε τον αδελφό του ιδιοκτήτη.  Ήρθε και άνοιξε . Μέσα ήταν παλιά έπιπλα της δεκαετίας του εξήντα σκεπασμένα με σεντόνια .
Μας μίλησε και για τον αδελφό του.

Έφυγε πριν από χρόνια για την Αμερική  να βρει την τύχη του.
Δούλεψε σε διάφορες δουλειές του ποδαριού  ώσπου τον πήραν εργάτη στα ναυπηγεία του Χάλιφαξ.
Παντρεύτηκε και έκανε δύο παιδιά.
Δεν ξανάρθε ποτέ στην  Κέρκυρα.
Η κόρη του πέθανε από υπερβολική χρήση ναρκωτικών και  ο γιός του ζει σε ένα ίδρυμα για άτομα με ειδικές ανάγκες.
Η γυναίκα του μάλλον ζει σε  κάποια άλλη πόλη αλλά κανείς  δεν ξέρει περισσότερα.
Ο άγνωστος γείτονας είναι θαμμένος σε κάποιο νεκροταφείο στην  μακρινή αυτή πόλη.

Το σπίτι  παραμένει κλειστό για να μας τον θυμίζει.

Αποφεύγω να κοιτάω την κλειστή πόρτα.

Καλύτερα να μην είχα μάθει την  ιστορία.

Πέρασαν τα χρόνια σάπισαν τα ξύλινα πορτοπαράθυρα μπήκαν οι ποντικοί  από μια τρύπα και έκαναν φωλιά.
Με ορμητήριο το μυστηριώδες διαμέρισμα έκαναν κατά διαστήματα εφόδους  στο σπίτι μας.

Αργότερα ήρθε και εγκαταστάθηκε στο κλειστό σπίτι η Ρόζα.
Η Ρόζα έμενε σε έναν διπλανό  κήπο. Είχε δικό της ξύλινο σπιτάκι  και έτρωγε  τα καλύτερα φαγητά. Το κυριότερο είναι που  ζούσε σε ένα ασφαλές χώρο.  Ήταν η πιο καλοστεκούμενη και περήφανη γατούλα της γειτονιάς.
Όταν πέθανε η  γριά αφεντικίνα της   έφυγε και αυτή από τον κήπο. Γκαστρώθηκε και γέννησε μέσα στο εγκαταλελειμμένο διαμέρισμα.

Σύντομα η  μικρή αυλή και η κανιζέλα γέμισαν γατιά που έτρεχαν εδώ και κει.
 Σκαρφάλωναν στους τοίχους και έπαιζαν όλη μέρα.
Ζωντάνεψε η  μικρή αυλή.
Αν τα πλησίαζες τρέχανε και τρυπώνανε από την σάπια ξύλινη πόρτα  στο σπίτι του άγνωστου γείτονα.

Κάποια μέρα εξαφανίστηκε η Ρόζα με τα γατιά .

Λένε ότι την είδαν να κυκλοφορεί  στο φοιτητικό εστιατόριο  και να μπαινοβγαίνει στο Πανεπιστήμιο . Τα γατάκια τα πήραν  οι φοιτήτριες.
Ανέθεσα στην Λουτσίντα  ,την γατούλα μας,  καθήκοντα φύλαξης από τους ποντικούς .
Δεν έχουμε παράπονο δουλεύει ευσυνείδητα και  μας κουβαλάει κάθε τόσο και από έναν στην πόρτα για να μην νομίζουμε ότι τεμπελιάζει.

Είναι ξαπλωμένη πάνω στην εφημερίδα μου και νομίζεις ότι κοιμάται .

Όλες οι αισθήσεις της είναι σε εγρήγορση.

Θα επιτεθεί όταν είναι η κατάλληλη στιγμή.

Τράβηξα απαλά την εφημερίδα  από κάτω της για να μην  την ξυπνήσω και διαβάζω  ότι κάποιος απογοητεύτηκε  που το Κομμουνιστικό κόμμα  Γαλλίας  κατάργησε το σφυροδρέπανο από την σημαία του και το αντικατέστησε με ένα πεντάκτινο αστέρι.

Μού ήρθε στο μυαλό μια παλιά κινέζικη παροιμία που την  έλεγε συχνά  ο «μεγάλος τιμονιέρης».

«Δεν μας ενδιαφέρει τι χρώμα έχει η γάτα,  αρκεί να πιάνει ποντικούς.»


Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

«Και απ’ το Θεό βροχάμενος , και από τα κεραμίδια.»




Είπα να κάνω μια εξαίρεση και να πάω για κυνήγι το Σαββάτο το απόγευμα.

Πήρα το ντουφέκι και τα τελευταία είκοσι φυσίγγια που είχα σπίτι.

Σκεφτόμουν ότι  θα φέρω τουλάχιστον δέκα κοτσυφούς.
Θα τους κάνω στα κάρβουνα λαδορίγανη, θα ψήσω και δύο τρείς φέτες ψωμί , θα πιώ και δύο ποτήρια κρασί , θα περάσει το βράδυ.

Πέρασα το γεφύρι στον Ορθόλιθο και ανηφόρησα προς το Ζυγό. Ακολούθησα τον λασπωμένο χωματόδρομο μέχρι που πήρα τον ανήφορο για το πόστο μου κοντά στους λόγγους.

Κάθισα σε μια πέτρα κάτω από  μιαν ελιά και περίμενα το «Ανέβασμα» των πουλιών.

Στρίβω τσιγάρο και την ώρα που το ανάβω πέφτει μια χοντρή σταγόνα ακριβώς επάνω και μου το σβήνει.
Δοκιμάζω να το ανάψω ξανά και μου τελειώνει ο αναπτήρας.
Αμέσως  μετά αρχίζει να βρέχει καταρρακτωδώς.
Το νερό γίνεται χαλάζι.
Τρέχω και χώνομαι ανάμεσα στα κυπαρίσσια.

Βάζω το ντουφέκι μέσα από το  μπουφάν να μην βραχεί.
Η κάννη είναι κάτω από το σαγόνι μου.
-«Είναι ώρα να γίνει ένα λάθος  και να αυτοπυροβοληθώ.»  σκέφτομαι.
Αδειάζω το όπλο και κατηφορίζω την πλαγιά  ανάμεσα σε αστραπόβροντα.

Το  ποτάμι έχει φουσκώσει και τα νερά είναι είκοσι πόντους πάνω  από το γεφύρι.
Δεν έχω επιλογή και περνάω με προσοχή.
Τα νερά  φτάνουν στο γόνατο και νυχτώνει.
-«Ώρα είναι να γλιστρήσω , να με πάρει το ποτάμι και να με βρούνε τουμπανιασμένο στο Σιδάρι σε καμιά δεκαριά μέρες.» Σκέφτομαι.

Φτάνω στο χωριό μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο.

Η Ολυμπία  χουζουρεύει στη φωτιά διαβάζοντας.
Με κοιτάει χωρίς να μιλήσει.
Είναι έτοιμη να βάλει τα γέλια η μου φαίνεται;
Το τρίτο πρόγραμμα  έχει ένα απόσπασμα από την Appassionata. Ανεβαίνω τα σκαλιά και έχω την αίσθηση ότι με περιγελά και αυτή.

Την  Κυριακή το απόγευμα πάω στο γήπεδο να συμπαρασταθώ σε φίλους. Ο ΑΟ Κέρκυρα παίζει με την ΑΕΚ και  αν χάσουμε πέφτουμε σίγουρα στην Β’ Εθνική.
Δεν βρίσκω θέση και κάθομαι στο  κρύο πεζούλι. Δεν προλαβαίνω  να κάτσω και παίρνει πέναλτι η ΑΕΚ . Τρώμε το γκολ και σερνόμαστε μέχρι το τελευταίο λεπτό.

Σηκώνομαι  και με  πονάει  η κοιλιά μου. Κρύωσα και έχω διάρροια .

Την Δευτέρα το πρωί πάω για δουλειά.
Ευτυχώς υπάρχει ένα μεροκάματο.
Τυχαίνουν μερικές αναποδιές.  Δεν βγάζω  το μεροκάματο και με  πιάνει και η μέση μου.
 Ήτανε ένα παράθυρο ανοιχτό  πίσω από την πλάτη μου και με θέρισε.

Το βράδυ κάθομαι στον καναπέ αλειμμένος με θερμαντικές αλοιφές  .

Η Μαρία Χούκλη  λέει ότι  ο υφυπουργός εργασίας δήλωσε ότι «οι μισθοί στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλοί».

Αμέσως μετά ένας ηλικιωμένος  παρουσιαστής του καιρού με ειδοποιεί ότι έρχονται καταιγίδες  και επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα χωρίς να μπορεί να κρύψει την χαρά του.

Λίγα λεπτά αργότερα παθαίνει αποπληξία  ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής.

Κάνω να πάρω το τηλεχειριστήριο από το τραπεζάκι αλλά η μέση μου δεν με αφήνει.

Σκέφτομαι να γυρίσω λίγο στο πλάι , να γλιστρήσω από τον καναπέ στο πάτωμα και να συρθώ μέχρι  την κρεβατοκάμαρα.

Υπάρχει κίνδυνος να μείνω  για πάντα στον καναπέ  απέναντι  από τη Μαρία Χούκλη.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Η Τζία μου η «Μπεμπούλα»



Θυμάμαι που όταν με πήγαινε ο πατέρας μου στο Μαντούκι για να δούμε τη θειά την Μπεμπούλα την προηγούμενη νύχτα  δεν κοιμόμουν.

Το ταξίδι εκείνα τα χρόνια από το χωριό στην πόλη ήταν  σαν να  ταξίδευες στην άκρη του κόσμου.
Αγωνιούσα για τη μαγεία του ταξιδιού αλλά αγωνιούσα και για το μεσημεριανό γεύμα της Κυριακής στο σπίτι της Θειάς μου της Σοφίας . Για κάποιο λόγο η Νόννα μου η Βανθία την έλεγε «Μπεμπούλα» και της έμεινε .

Μας έβραζε μακαρόνια από του Ζαφειρόπουλου , πεντανόστιμα με σάλτσα φρέσκιας ντομάτας.
Στο εργοστάσιο του Ζαφειρόπουλου δούλευαν τότε πολλοί εργάτες από το Μαντούκι  και σχεδόν όλοι προμηθευόταν μακαρόνια από εκεί  φτηνά η και δωρεάν, δευτέρας διαλογής.

Έβαζε η Τζία  μια τεράστια μαυρισμένη  κατσαρόλα  στη στιά και μαγείρευε στο μικρό κηπάριο έξω από το σπίτι με ξύλα. Εκεί ζέσταινε και νερό για να πλυθούν. Νομίζω υπήρχε και μια βρύση με μια πέτρινη γούρνα.

Το σπίτι της θειάς μου στο Μαντούκι ήταν ένα μικρό δωμάτιο χωρίς παράθυρο που χώραγε ίσα- ίσα  ένα διπλό κρεβάτι και ένα τραπέζι μπροστά στο κρεβάτι .  Άλλοι καθόταν στο κρεβάτι και  οι υπόλοιποι γύρω- γύρω.

Εκεί μέσα μεγάλωσε τέσσερα παιδιά σε συνθήκες ανείπωτης φτώχειας .  Τα μάλωνε , τα κυνηγούσε  τα έβαζε να πλυθούνε με το ζόρι σε μια  τσίγκινη λεκάνη. Είχε ταχτεί στα καθήκοντα του σπιτιού ολοκληρωτικά.

Μου φαινόταν πολύ άθλιο σε σχέση με το σπίτι μας στο χωριό αλλά μου αρέσανε πολύ  τα μακαρόνια με την κόκκινη σάλτσα.

Μου άρεσε ακόμα που όλο το πρωί παίζαμε  έξω με τον Σταμάτη, την Κασσιανή, τον Ιωσήφ,  τον Σπύρο και τα παιδιά της γειτονιάς.

Όταν κατηφορίζαμε  τρέχοντας προς την Ξενοφώντος Στρατηγού ήταν σαν να είχαμε κάνει μια μεγάλη απόδραση με  σοβαρές συνέπειες.

Ο Θείος μου ο Νίκος ήταν ένας  οικοδόμος ψηλός, αδύνατος, πολύ μελαχρινός (μαυριδερός) και απόμακρος .

Ο Πάππους μου ο Σταμάτης  τον έλεγε «Μόρο» (Moro = Μαυριδερός)  και έλεγε ότι όλοι οι Μαντουκιώτες είναι μαυριδεροί γιατί  ήταν  πειρατές και τσιγγάνοι  που ήρθαν από την Ισπανία.
 Στα παλιά πανηγύρια του Μαντουκιού , έλεγε ο Πάππους , οι άντρες φορούσαν χρυσές μποκολέτες στα αυτιά.

Η Νόννα μου με απειλούσε λέγοντας ότι άμα  δεν φάω το φαί μου θα φωνάξει τον «Μόρο».

Τότε έβλεπα  εφιάλτες τα βράδια με «μόρους»  που φορούσαν  μποκολέτες στα αυτιά να χορεύουν σαν τους  διαόλους γύρω από τις φωτιές και εγώ τρομοκρατημένος να τρώω «μανέστρα κολομπίμπιρη» με το ζόρι.

Τα χρόνια εκείνα η ανέχεια στο σπίτι συνοδευόταν από γενική έλλειψη στην αγορά . Έλλειψη ρούχων , έλλειψη παπουτσιών , έλλειψη τροφίμων.

Και σήμερα υπάρχει  ανέχεια αλλά συνοδεύεται από αφθονία στην αγορά. Ετούτο είναι χειρότερο νομίζω.  Δυσκολεύεσαι να δικαιολογήσεις την φτώχεια .

Πέρασαν τα χρόνια . Φύγαμε από την Κέρκυρα και  το σπίτι της  Τζίας  τσι Μπεμπούλας  έμεινε μια θολή ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων.

Τα παιδιά μεγαλώσανε και κάνανε οικογένειες. Ο Θείος ο Νίκος εγκατέλειψε την Μπεμπούλα .

Δεν το βαλε κάτω ακόμα και τότε . Έφτιαξε την παρέα της  με τους συνομηλίκους της  και λίγο με την μικρή της σύνταξη , λίγο με την βοήθεια των παιδιών της, άρχισε τα ταξίδια.

Γυρίσανε όλη την Ευρώπη.

Όταν την έβλεπα να έρχεται από το κομμωτήριο της φιλούσα το χέρι.
«Παππάς είμαι και μου φιλάς το χέρι;» μου έλεγε γελώντας.
«Τζία μου …  δεν φιλάω το χέρι σε παπάδες . » της έλεγα.

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

«ΠΑΠΑΝΤΗ»


Ο κύριος Κώστας δεν κοιμάται καλά τα βράδια.
Αγωνιά για την  γυναίκα του που είναι άρρωστη.
Αγωνιά για την σύνταξη του που διαρκώς μειώνεται.
Αγωνιά για τα φάρμακα.
Αγωνιά για πολλά ο κύριος Κώστας και αισθάνεται αδύναμος.
Νοιώθει ότι πλησιάζει το τέλος της ζωής του.
Αγωνιά ακόμα και για την «Παπαντή».

Ο Κώστας γεννήθηκε στους Καστελάνους μέσης .
Τα παλιά χρόνια το σπουδαιότερο γεγονός του χρόνου για τους κατοίκους αυτού του χωριού ήταν  το πανηγύρι της Υπαπαντής.
Την ημέρα εκείνη ερχόταν επισκέπτες από όλη την Κέρκυρα στο χωριό. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα πανηγύρια.
Ξεκίναγαν παρέες με τα πόδια  η με τα κάρα από παντού για να πάνε στους Καστελάνους Μέσης.
Για να πάει τότε κάποιος στο πανηγύρι θα έπρεπε να περπατάει όλη μέρα, να  βρει τρόπο να κοιμηθεί το βράδυ και να γυρίσει   πίσω την επομένη.

Πολύς κόπος.

Ο  κύριος Κώστας στεναχωριέται γιατί το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι  «Παπαντή»  έχει παραποιηθεί.
Πρόσθεσαν άλλους στίχους .
Το αλλοίωσαν και το έκαναν να φαίνεται αστείο.
Δεν έχει άδικο. Μερικές φορές είναι να ντρέπεσαι για την κατάντια των τραγουδιών μας.
Μου τα λέει όλα αυτά ο κύριος Κώστας και βουρκώνουν τα μάτια του.

Του υποσχέθηκα να αποκαταστήσω την «Παπαντή» .

Να μην θρηνήσουμε δύο θανάτους.

Τα λόγια του τραγουδιού είναι τα παρακάτω.
Το βιντεάκι  είναι  ένα απόσπασμα του τραγουδιού από  μια παρέα  του Βαλανειού πριν από χρόνια.


Εγώ παπούτσια δεν έχω
Στην Παπαντή να πάω
Ο Φτύμιος* μου νάναι καλά
Κι’ απ’ άλλο χρόνο  πάω.

Και το κερί που σού  ταξα
Παρθένα Παναγιά μου
Θα σου το φέρω άλλη φορά
Για να χω την υγειά μου.

Με το πλυμένο του βρακί
Και  ξούρισμα στην τρίχα
Ο Φτύμιος μου θα τραγουδά
Με μια φιοράδα τρίτσα*.

Καλότυχοι καλόμοιροι
Όπου έχουνε και τρώνε
Και  γω  σπέζα* δεν έφαγα
Μέσα από τσου Φωτώνε*.


Φτύμιος = Ευθύμιος
Φιοράδα Τρίτσα = Ψάθινο καπέλο  στολισμένο με λουλούδι.
Σπέζα (Spesa) = Ψώνια . Τρόφιμα που δεν παρήγαγε μια οικογένεια και έπρεπε να τα αγοράσει.
Φωτώνε =  Τα φώτα. Η Εορτή των φώτων.