Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

«Το Σάπιο σύστημα»


Πίνουμε το τσαγάκι μας  έξω από το «Πράσινο μήλο».

Ο  κυρ Γιώργης  κοιτάζει αμίλητος και σκεπτικός την πλατεία «Σαν Ρόκο» μπροστά μας .

Τέτοιες στιγμές καλύτερα να μην διακόπτεις τον άλλο.

Ξάφνου λέει σαν να μιλάει μόνος του:

-«Παλιά η πλατεία ήταν τουλάχιστον ένα μέτρο κάτω….. Εδώ που καθόμαστε τώρα ήταν ένα καφενείο που έψηνε καφέ στη χόβολη και σέρβιρε και ένα ποτήρι ζεστό  γάλα….. Απέναντι ήταν ο σταθμός των λεωφορείων …. Ξέρεις εκείνων των παλιών λεωφορείων με τη σκάλα  πίσω και την σχάρα επάνω για τα μπαγκάζια…. Γύρω στους δρόμους έβλεπες αρνιά , κότες  και κάρα γεμάτα λαχανικά. …. Τότε η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο τα πρωινά.»

Ο Κυρ Γιώργης μεγάλωσε στην πλατεία.

Όταν ήταν μικρός  γύρναγε με δύο κοφίνια στα χέρια και πούλαγε παστέλια ,στο ένα ,και τσατσάρες και καθρεφτάκια στο άλλο.

Ο Πατέρας του πούλαγε παρακάτω  Παυλόσουκα.

Αργότερα πηγαίνανε έξω από τους σινεμάδες.

Γύριζαν στο σπίτι αργά τη νύχτα . Να κοιμηθούν λίγες ώρες  για να ξυπνήσουν από τα άγρια χαράματα να  κόψουνε παυλόσουκα  και να ξαναπάνε στην πλατεία.

-«Σε ηλικία δέκα χρονώ είχανε πληγιάσει τα χέρια μου από τα αγκάθια». Μούλεγε .

Άνθρωπος της πιάτσας ο κυρ Γιώργης με όλη τη σημασία της λέξης.

Μου μίλαγε για το φτωχόσπιτο που ζει λίγο έξω από την πόλη.

Τα χρόνια τα μεταπολεμικά ήταν ένα καλύβι με λαμαρίνες για σκέπαση και μοροφίντα από καλάμια.

Ένα βράδυ έβαλε οστριογάρμη με πολύ βροχή. Ο αέρας πήρε τις λαμαρίνες και πλημμύρισε το σπίτι  και  τα γύρω χωράφια .

-«Μας πήρε η μάνα μου σαν τα κουλούκια, νύχτα.. μ’εκείνο τον καιρό,   και μας ανέβασε σε ένα μέρος πιο ψηλά να μην πνιγούμε».

Όταν ξεκίνησε  το «κίνημα των πλατειών» ήταν και ο Κυρ Γιώργης  εκεί.

 Μόνο που αυτός,  πάντα εκεί ήταν .  Πάντα διαμαρτυρόμενος και πάντα αγανακτισμένος.

Παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον τις συζητήσεις . Μίλαγε πολύ λίγο και με ρώταγε συνέχεια για κάθε παράξενη λέξη που άκουγε.

Του κόλλησε η φράση  «Το σάπιο σύστημα» . Την έλεγε και την ξανάλεγε μέχρι που έγινε το παρατσούκλι  του.

Δεν εννοεί μόνο τους πολιτικούς . Εννοεί όλη τη κοινωνική ζωή.

Παρά την ηλικία του και την μικρή του σύνταξη είναι στην πρώτη γραμμή κάθε κοινωνικής δραστηριότητας και προσφοράς .

Με ρωτάει για τη δική μου διαδρομή.

-«θάτανε βαριά η δουλειά στα ναυπηγεία ε;»
-«Βαριά και ασήκωτη Γιώργη » του λέω.
-«Ξέρω έχω ακούσει και από άλλους».

Εκείνη τη στιγμή περνάει από μπροστά μας  μια φοιτήτρια  με ύφος καρδινάλιου της προλεταριακής επανάστασης .

Βρίσκω την ευκαιρία και της λέω:

-« Βρε πουλάκι μου …καλά όλα τα άλλα  αλλά γιατί βάφετε τις οθόνες από τα ΑΤΜ;  Έρχεται ο άνεργος να σηκώσει το επίδομα ανεργίας … πρέπει να  του κάνεις  ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή;»

-«Αυτά είναι… μικροαστικά» μου λέει επιτιμητικά και απομακρύνεται ρίχνοντας πίσω το   φουλάρι της  με χάρη».

Μένουμε  αμίλητοι να πίνουμε το τσάι μας.

Ύστερα από μερικά λεπτά σκύβει ο Γιώργης και μου λέει με ύφος σοβαρό και συνωμοτικό.

-«Δε μου λες;…
… αυτά τα …. «Ακροαστικά» ….»

Πνίγομαι με το τσάι … μου βγαίνει από τη μύτη …. μου χτυπάει την πλάτη και μου δίνει νερό.

-«Μικροαστικά … Γιώργη μου… Μικροαστικά» του λέω με μάτια βουρκωμένα.

-«Ναι αυτά…   όπως τάπες….

… είναι κακό πράμα;»

3 σχόλια:

akrat είπε...

xaxa

μαγικό...

Σταμάτης Κυριάκης είπε...

Μαγικό και αληθινό πέρα ως πέρα.

Ανώνυμος είπε...

Στους Αντίπαξους στη παραλία Βουτούμι υπάρχει μια ταβέρνα κι ο ψαράς (ταβερνιάρης) έχει μιά απίστευτη θέαση των πραγμάτων σα να τέλειωσε στη Σορβόνη Πολιτικές Επιστήμες. Είναι απίστευτα γάτος...

Κάνει και καλό μαγείρεμα στο Βουτούμι.