Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Ο υπομονετικός Μαραγκός


Ο Κύριος Σπύρος έκανε παρέα με τον πατέρα μου.

Ήταν ένας καλόκαρδος άνθρωπος που απέφευγε τις οξύτητες.

Ο Κύριος Σπύρος δεν ήταν άθεος, δεν ήταν και θρησκευόμενος.
Δεν ήταν πολυλογάς, δεν ήταν όμως και εσωστρεφής.
Δεν ήταν αριστερός , δεν ήταν ούτε δεξιός.
Δεν ήταν φανατικός , δεν ήταν όμως και αδιάφορος.
Δεν ήταν ούτε κοντός ούτε ψηλός.

 Ήταν ένας μαραγκός που περνούσε απαρατήρητος.

Ο Κύριος Σπύρος είχε δύο γιους που τον βοηθούσαν στο εργαστήριο και προοριζόταν να αναλάβουν το ξυλουργείο όταν θα γύριζαν από το στρατό και θα έβγαινε στην σύνταξη.

Η Σύζυγος του Κυρίου Σπύρου ήταν μια αδύνατη , νευρική και δύστροπη γυναίκα με σουβλερή μύτη που του έκανε τη ζωή μαρτυρική.

Ο Πατέρας μου την απέφευγε. Το είχε γενικεύσει και έλεγε δε ότι οι γυναίκες με σουβλερή μύτη «έχουν το διάολο μέσα τους».

Έκτοτε, για καιρό, ήμουν  επιφυλακτικός στις γυναίκες με σουβλερή μύτη.

Φανταζόμουν ότι αυτή η διαβολική μύτη λογικά θα έπρεπε να στάζει μια δηλητηριώδη μύξα.

Τη γειτονιά  την απασχολούσε ένα μόνιμο και βασανιστικό ερώτημα : «Πως αντέχει ο Κύριος Σπύρος αυτόν τον δυνάστη και δεν επαναστατεί;». 
 Έλεγαν: «Μα τι υπομονή έχει αυτός ο άγιος άνθρωπος!»,  «Εγώ άμα ήμουν στη θέση του θα την είχα στραγγαλίσει.» Και άλλα πολλά.

Κάποιο σαββατόβραδο ο Κύριος Σπύρος μας κάλεσε οικογενειακώς σε δείπνο. Είχε φρέσκες μαρίδες , πατάτες τηγανιτές  και βαρελίσια ρετσίνα μεσογείων.

Μόλις έβαλε την πρώτη ζεστή μαρίδα στο στόμα του  λέει  η κοκκάλω:
-«Τα πήρες τα λεφτά από τα ντουλάπια της κυρά Σοφίας;»
-«Πήρα την προκαταβολή» απαντάει ο κύριος Σπύρος.
-«Αυτό έγινε πριν ένα μήνα…. Τα υπόλοιπα τα πήρες;
-«Θα μου τα δώσει λίγα - λίγα»
-«Αυτό το μήνα σούδωσε;»
-«Δεν μπορούσε…. μια σύνταξη παίρνει …θα μου τα δώσει στις 15 που θα πάρει το επίδομα …εμείς δεν έχουμε κάτι άμεσο να πληρώσουμε … ας της αφήσουμε ένα περιθώριο».
-«Ορίστε κόσμε!!!! Ο φιλέσπλαχνος!!» Εμείς δεν έχουμε ανάγκες!»

Είχα την αίσθηση ότι κάθε που πήγαινε να βάλει μια μαρίδα στο στόμα του ο κύριος Σπύρος ακριβώς εκείνη τη στιγμή η  «οχιά» γινόταν πιο επιθετική.

Νομίζω ότι ο κύριος Σπύρος είχε επιστρατεύσει μια κινηματογραφική τεχνική που τυχαίνει να την εφαρμόζω και εγώ ενίοτε  . Χαμήλωνε τον ήχο. Οι κινήσεις γινόταν αργές. Ο Φακός εστίαζε στο πιάτο με τις μαρίδες. Έβγαινε στην ατμόσφαιρα μια εσωτερίκευση  ως μοναδική, πλέον, άμυνα.

Παρόλα αυτά ένοιωθα το σφυγμό του. 
Τα δόντια του σφιγγόταν συνέχεια. 
Το σκυμμένο του πρόσωπο άλλαζε χρώματα.

Ξαφνικά , και ενώ η ένταση έχει γίνει αφόρητη, ο κύριος Σπύρος σηκώνεται αργά, αρπάζει από το λαιμό την μποτίλια και λέει ήρεμα, αργά και χαμηλόφωνα :
«Πάω να φέρω λίγη ρετσίνα»

Πήγε στην κρεβατοκάμαρα να πάρει λεφτά από το κομοδίνο, ξεκρέμασε το σακάκι του από τον καλόγερο, τόριξε στους ώμους του και έκλεισε απαλά την πόρτα.
     
Ματαίως η μάνα μου και ο πατέρας μου προσπάθησαν να αναστρέψουν το κλίμα με χιλιοειπωμένα και κρύα ανέκδοτα.

Πέρασε μισή ώρα και ο κύριος Σπύρος δεν είχε επιστρέψει.

«Ορίστε!!! Αυτά τραβάω!!! Έκατσε στη ταβέρνα ο αναίσθητος!!!» συνέχιζε η κοκκάλω.

Όταν πέρασε ακόμα μισή ώρα ξεκίνησε ο πατέρας μου να τον φέρει.

Γύρισε μετά από λίγο για να μας ανακοινώσει ανήσυχος ότι ο κύριος Σπύρος δεν είχε πάει καν στην ταβέρνα.

Ειδοποιήσαμε αργότερα την αστυνομία.

Ψάχνανε όλη νύχτα σε φίλους και γνωστούς.

Το πρωί μας είπαν ότι «θα συνεχιστούν οι έρευνες και αν υπάρχει κάτι νεότερο θα ειδοποιηθούμε».

Πέρασαν σαράντα χρόνια και ο κύριος Σπύρος δεν φάνηκε.

Οι γιοί ανέλαβαν την «επιχείρηση» και η  Κοκκάλω μετακόμισε μη αντέχοντας την σιωπή της γειτονιάς.

Γιαυτό σου λέω… αυτά τα πράγματα είναι απρόβλεπτα. Καθορίζονται από άπειρους παράγοντες και εμείς οι φτωχοί ουδέποτε είχαμε καλές σχέσεις με το άπειρο.

Μπορείς να αναρωτηθείς χίλιες φορές ματαίως :  «Μα πότε θα επαναστατήσει ο κύριος Σπύρος;».

Η επανάσταση του υπομονετικού και καλόκαρδου μαραγκού θα  γίνει ακριβώς τη στιγμή που έχεις σταματήσει να αναρωτιέσαι.

Θα ακούς τους χτύπους της καρδιάς του να ανεβαίνουν.
Την πίεση να κοκκινίζει το πρόσωπό του.
Τα δόντια του να σφίγγονται.

Μην είσαι σίγουρος ακόμα.

Περίμενε.

Όταν τον ακούσεις να λέει ήρεμα αργά και χαμηλόφωνα:  «Πάω να φέρω λίγη ρετσίνα». Ναι! Τότε ήρθε η ώρα.



1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πηγε για τσιγαρα ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ...

Libero