Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Σοκολατούχο γάλα


 "Ο τόπος αυτός που μας πληγώνει, που μας εξευτελίζει."
Γιώργος Σεφέρης


Ο Πέτρος έμενε ακριβώς απέναντι από το σπίτι μου.
Ο Πατέρας του είχε μια μεγαλούτσικη βιοτεχνία που στα παιδικά μας μάτια έμοιαζε  με τεράστιο και μυστηριώδες εργοστάσιο.
Το σπίτι του Πέτρου ήταν μια μονοκατοικία με κήπο και ταράτσα. Ήταν  το μοναδικό σπίτι στην γειτονιά  που είχε ταράτσα.
Τα σπίτια  που είχαν ταράτσα προκαλούσαν δέος και θαυμασμό . Δεν κινδύνευες να σου στάξει η σκεπή.
Σήμερα κεραμίδια έχουν τα αξιοπρεπή σπίτια. Τα σπίτια με ταράτσες  είναι για τους φτωχούς .
Ο Πέτρος ήταν έξυπνο παιδί , καλός μαθητής και καλόκαρδος.  

Ο Πέτρος ήταν στρουμπουλός . Ήταν το μοναδικό στρουμπουλό παιδί της γειτονιάς.
Φορούσε  καινούργιο πουλοβεράκι , ι εφαρμοστό  παντελονάκι κοντό με τσέπες  και ρεβέρ.
Εκείνη την εποχή οι πλούσιοι ήταν χοντροί και οι φτωχοί αδύνατοι. Σήμερα  συμβαίνει το αντίθετο.

Τον Πέτρο τον ζηλεύαμε για όλα αυτά και επιπλέον γιατί τον έκαναν παρέα όλες οι κοπέλες της τάξης.

Στην γιορτή του κάλεσε όλη την τάξη στο πάρτι του.

Πήγαμε προετοιμασμένοι για να κάνουμε φασαρία.
Είχαμε καταστρώσει ένα σατανικό σχέδιο. Πρώτα θα τρώγαμε ήσυχα-ήσυχα καλά και μετά θα προκαλούσαμε έναν καυγά μεταξύ μας. Θα αρχίζαμε να εκσφενδονίζουμε πάστες  ο ένας στο άλλον και θα διαλύαμε το πάρτι.

Την ώρα του καυγά εγώ  είχα άλλα ανομολόγητα σχέδια.

Θα στρίμωχνα την Μαίρη σε μια γωνία και θα την φιλούσα με πάθος.

Η Μαίρη ήταν η αιτία για να φάω  ένα χέρι ξύλο και μια αποβολή. 
Σε κάποιο κυνηγητό την στρίμωξα πίσω από μια πόρτα και της είπα «σάγαπώ».
 Τόπε στο δάσκαλο.
Ήταν ώρα να πάρω το αίμα μου πίσω.

Ο Μπουφές του Πέτρου, στο κέντρο  του σαλονιού,  είχε τα πάντα που γνωρίζαμε και πολλά που δεν γνωρίζαμε.
Η μάνα του μας είχε ετοιμάσει  ψωμάκια με τυρί κίτρινο Ολλανδίας και  μορταδέλα λαχταριστή,   κόκα  κόλα , πορτοκαλάδες, βυσσινάδες  κρύο σοκολατούχο γάλα τηγανιτούς λουκουμάδες , και πάστες …άσπρες  και λαχταριστές.
Ούτε στον ύπνο μας δεν είχαμε βρεθεί  μπροστά σε τέτοια χλιδή.

Μετά το φαγοπότι άρχισε η σύρραξη.
Μέσα στο γενικό χαμό και ενώ σφυρίζανε οι πάστες πάνω από τα κεφάλια μας , στρίμωξα την Μαίρη στον τοίχο , της ακινητοποίησα τα χέρια και την φίλησα.
Στο πρώτο δευτερόλεπτο ένοιωθα  να αντιστέκεται. Αμέσως μετά  ένοιωσα να χαλαρώνει.
Δεν είπε τίποτα. Σαν να μην συνέβη το περιστατικό.

Έμεινα με την απορία .
«Αυτό ήταν όλο;» … «Τελικά το φιλί δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο»… «Πολύ φασαρία για το τίποτα ρε αδελφέ».

Το μόνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και δεν θα το ξεχάσω ποτέ , καθώς φαίνεται, ήταν η γεύση του σοκολατούχου γάλακτος.

Η Μαίρη είχε πιεί σοκολατούχο γάλα και η γεύση του ήταν ακόμα στο στόμα της .

Δεν ήξερα καν ότι υπήρχε τέτοιο πράμα.

Έκτοτε η γεύση αυτή μου θυμίζει πάντα εκείνη την στιγμή.

Πέρασαν τα χρόνια και ο Πέτρος έγινε μεγάλος και τρανός.
Σπούδασε στο εξωτερικό , ήταν και έξυπνο παιδί , είχε και την υποστήριξη του πατέρα του και «τα κατάφερε καλά».
Σήμερα τον ξέρουν όλοι . Είναι από τους  πολύ μεγάλους της  Ελληνικής οικονομικής ζωής.
Δεν ήταν παλιοτόμαρο. Ήταν διαρκώς διχασμένος ανάμεσα «στον προορισμό του»  και στο αίσθημα δικαιοσύνης που τον κυρίευε.

Πήγαμε και στην εξέγερση του  πολυτεχνείου  μαζί.
Ο Πατέρας του έλεγε:  «Η παππάς, παππάς η ζευγάς, ζευγάς»

Δεν τον αντιπάθησα ποτέ .

Νομίζω ότι υπέφερε.

Η Μαίρη πέθανε πολύ νέα «λόγω υπερβολικής χρήσης ναρκωτικών».

Κάποιος πήγε να μου πει, κάποτε,   πως ήταν όταν την κήδεψαν.
Τον έκοψα απότομα.

Η Κατερίνα  (η καλύτερη φίλη της Μαίρης) κλείστηκε σε ένα περίπτερο για όλη της την ζωή.

Πάντα όταν ανέβαινα  στην Αθήνα πήγαινα  να πιώ ένα καφέ  απέναντι από το περίπτερο της Κατερίνας.

Τελευταία  έβλεπα  κάποιον που, μάλλον ήταν ο άντρας της.
Όταν πέρασε το μετρό  άλλαξε τελείως το τοπίο.  
Το περίπτερο της Κατερίνας δεν υπάρχει πια.
Περνάω και από το σημείο που ήταν το σπίτι του Πέτρου και το δικό μας .
Δεν υπάρχει , πλέον, κανένα σημάδι .
Το σχολείο μας δεν υπάρχει ούτε αυτό . Έχει γίνει πολυκατάστημα με υπόγειο παρκινγκ.

Ο Πέτρος δεν με ξέχασε.
Κάποια φορά με πήρε τηλέφωνο.
Μου είπε να πάω στην Αθήνα.
«Μου είχε κάποια πρόταση»

«Δεν μπορώ Πέτρο…» του είπα.

«…Έχω να πληρώσω τις δικές μου επιλογές».

3 σχόλια:

Μαρίτσα είπε...

μου σφίχτηκε κάπως το στομάχι

Σταμάτης Κυριάκης είπε...

πιές ένα χαμομήλι

agapitos είπε...

Σε ζηλευω για τις αναμνησεις σου !!!