Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Παρέχω ψυχολογική υποστήριξη.


Πίνω  το καφεδάκι μου και  χαζεύω τα πρώτα ανοιξιάτικα πρωινά χελιδόνια να πετούν τσιρίζοντας.

Σκέφτομαι ότι , Αν όχι αυτή την Κυριακή , μέχρι την επόμενη οπωσδήποτε,  θα έρθει να εγκατασταθεί και η θυγατέρα της Ροντινέλλας στο χωριό.

Οι καλές στιγμές διαρκούν ελάχιστα.

Κάποιος πελάτης  θέλει να του φτιάξω  ένα  περίτεχνο σιδερένιο βόλτο πάνω από το πορτόνι του και στο κέντρο να κρέμεται ένα σιδερένιο αρχίδι…. Δεν έχει λεφτά…. Του εξηγώ ότι τη σήμερον ημέρα τα σιδερένια αρχίδια είναι πανάκριβα  .

 Ένας ποιητής που δεν αναγνωρίζουν το μεγάλο ταλέντο του  τα έχει βάλει με θεούς και δαίμονες.

Μια φιλόζωη κυρία έχει βάλει ταγιέρ στην σκυλίτσα της.

 Σκέφτεται λέει να τις βάψει και τα νύχια.

Κάποιος ανησυχεί για την συνάντηση Τσίπρα-Καμμένου.

Ο επόμενος σκοπεύει να βάλει σιδεριές σε όλα τα παράθυρα. Θα κάνει , λέει, το σπίτι του φρούριο.

Μια μαμά λέει κάτι για την  πρωτοφανή άνοδο της τιμής του χρυσού .

Πέφτει ο ΑΟ Κέρκυρα στη Βήτα Εθνική.

Ένας γέρος με Αλστχάιμερ με ρωτάει για εκατοστή πεντηκοστή τρίτη φορά , την τιμή για ένα συρόμενο πορτόνι.

Τρέμουν τα χέρια μου ….μου πέφτει ο καφές.

Κάποιος  θέλει, λέει, να διαγραφούν «οι οπορτουνιστές» από το κόμμα.

Ένας άλλος ρωτάει  αφελώς «τι είναι οι οπορτουνιστές» χωρίς να παίρνει απάντηση.

Πάω να αλλάξω λάδια στη μηχανή και μου σπανάρει η τάπα του κάρτερ.

Ένα πρεζόνι με διαβεβαιώνει ότι «τάχει κόψει όλα μαχαίρι».

Στο σπίτι δεν υπάρχει τίποτα για φαγητό.

Βάζω το τηγάνι να φτιάξω μια ομελέτα.

Πάω να χαϊδέψω τη Λουτσίντα και μου γρατζουνάει το μάγουλο.

Ψάχνω για οινόπνευμα και έχει τελειώσει.

Βάζω γυναικεία κολώνια .

Χτυπάει το κουδούνι.

Έχουν συνέλευση για να αλλάξουν καθαρίστρια.

Μυρίζουν την κολώνια και με περνάνε για πούστη.

Γυρνάω πίσω και βρίσκω την ομελέτα κάρβουνο.

Ο Διαχειριστής απέξω βγάζει λόγο επαναλαμβάνοντας διαρκώς την λέξη «εμείς».

Χτυπάω , ξανά αυγά και σκέφτομαι  ότι συνήθως πίσω από κάθε αθώο και  επαναλαμβανόμενο  «εμείς» κρύβεται και ένα  καλά κρυμμένο  «εγώ».

 Κάποιοι διαφωνούν με την αλλαγή της καθαρίστριας .

Τους κατακεραυνώνει ο Διαχειριστής  .

Κάθε συνέδριο χρειάζεται  έναν  «επίδοξο και σκοτεινό διασαλευτή της εννόμου τάξεως».

Μην μπαίνεις στην ουσία.


Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Ο «Ηλίθιος»



Κάθε χωριό έχει πάντα και από ένα τουλάχιστον «ηλίθιο».

Ακόμα και αν δεν υπάρχει πρέπει να κατασκευασθεί. 

Είναι απόλυτη ανάγκη.

Χωρίς συγκοινωνία μπορούν να τα καταφέρουν .

Χωρίς ηλεκτρικό  ρεύμα επίσης.

Χωρίς ,τουλάχιστον,  έναν «ηλίθιο» δεν γίνεται.

Πάντα χρειάζεται ένας  «Κατώτερος».

Μια φορά κατάφερα να πείσω τους χωριανούς μου να προβάλουν την ταινία «La  strada» του φεντερίκο Φελίνι.

Το σενάριο είναι φαινομενικά απλό.

Ένας πλανόδιος  «σούπερμαν»  γυρνάει τα χωριά με μια τρικυκλη μοτοσυκλέτα  και σπάει αλυσίδες  με τα δυνατά του χέρια μπροστά στα έκπληκτα μάτια των χωρικών.

 Εν συνεχεία βγάζει δίσκο και μαζεύει τα προς το ζην.

Σε κάποιο χωριό μια πάμφτωχη μάνα του δίνει το κοριτσάκι της για βοηθό προκειμένου να μπορέσει να θρέψει τα υπόλοιπα.

Ο «Σούπερμαν» προσλαμβάνει το κοριτσάκι και το μαθαίνει να χτυπάει ένα τύμπανο και να αναγγέλλει την άφιξή του σε κάθε χωριό.

 Έχει μετανιώσει που το πήρε μαζί του γιατί του είναι βάρος και επί πλέον,  το κοριτσάκι , έχει αγοράσει μια κορνέτα και  δεν τον αφήνει να κοιμηθεί.

Στην  περιπλάνηση με το τρίκυκλο το κοριτσάκι γνωρίζει  έναν  σχοινοβάτη ενός περιφερόμενου τσίρκο.

Ο Σχοινοβάτης ερωτεύεται την κοπέλα και της ζητάει να  φύγουν μαζί και να παντρευτούν.

Η Κοπέλα απορεί και ρωτάει τον σχοινοβάτη  το λόγο που  την ερωτεύτηκε αφού είναι άσχημη, κακοντυμένη και δεν ξέρει καν να μαγειρεύει.

Τότε ο Σχοινοβάτης σηκώνει ένα χαλίκι από το δρόμο και της λέει: «Δεν ξέρω γιατί υπάρχει αυτό το χαλίκι,  αλλά αν δεν αξίζει κάτι, τότε δεν αξίζει τίποτε».

Τελικά το κοριτσάκι συνεχίζει την περιοδεία με τον πανίσχυρο άνδρα.

Κάποια στιγμή , πάνω στα χιόνια , παθαίνει πνευμονία και πεθαίνει.

Ο «Σούπερμαν»  συνεχίζει μόνος του χωρίς να δείχνει να τον ενοχλεί η ασήμαντη απουσία.

Σε κάποιο παραλιακό χωριό  σταματάει  σε ένα πανηγύρι .

Οι μουσικοί παίζουν έναν σκοπό που κάτι του θυμίζει.

Ρωτάει: «Ti  μουσική είναι αυτή ;»

Του λένε ότι την  άκουσαν από μια κοπελίτσα που έπαιζε κορνέτα.

Ο γιγαντόσωμος Σούπερμαν καταρρέει  στην  αμμουδιά.

Τελειώνει το έργο και ανάβουν τα φώτα.

Ο κόσμος σηκώνεται από τις καρέκλες.


Κάποιοι κατάλαβαν κάτι, αλλά προσπαθούν να μην δείξουν τα συναισθήματά τους.

Κάποιοι θεωρούν ότι έχασαν την ώρα τους «με αυτή τη σαχλαμάρα».

Μονάχα ο «Ηλίθιος» του χωριού σκουπίζει με την ανάποδη της παλάμης του τα δάκρυα του.

Αν κρίνεις ένα ψάρι από την ικανότητά του να σκαρφαλώνει στα δέντρα , τότε αυτό θα περάσει την ζωή του πιστεύοντας ότι είναι ηλίθιο.

Υ.Γ. Παρεμπιπτόντως , ο Φελίνι διαγράφηκε από το Κομμουνιστικό κόμμα Ιταλίας ως «αντικομουνιστής». 


Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

"Άντε Γαμήσου"



Τον Ιανουάριο του 2004 κατέφθασε  στην Κούβα αντιπροσωπεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας με επικεφαλής τον μητροπολίτη Βαρθολομαίο για τα εγκαίνια της εκεί ορθόδοξης εκκλησίας.

Μαζί με την αντιπροσωπεία ήταν και ο Κωνσταντίνος Γκλύξμπουργκ , έκπτωτος βασιλιάς των Ελλήνων .

Η Κούβα βρισκόταν σε ασφυκτικό εμπάργκο από τις ΗΠΑ και είχαν γίνει επανειλημμένες απόπειρες δολοφονίας του Φιντέλ .

Στο επίσημο δείπνο που παρέθεσε η κουβανική κυβέρνηση , ο Γκλύξμπουργκ είχε καθίσει στο τραπέζι  απέναντι από τον Φιντέλ .

Σε μια στιγμή λέει ο Φιντέλ στον Γκλύξμπουργκ:

«Ξέρεις τι θα πει ανεξαρτησία;»

Ο Γκλύξμπουργκ αιφνιδιάστηκε και  άρχισε να λέει κάτι για «το δικαίωμα του λαού να αποφασίζει χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις».

«Τρίχες !» του λέει ο Φιντέλ.

«Ανεξαρτησία σημαίνει να έχεις το κεφάλι σου μέσα στο στόμα του λύκου και να του λες  Άντε γαμήσου».

Καταλαβαινόμαστε νομίζω.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Ο Κουρέας της Σεβίλλης



Υπάρχει μια σύντομη , επίκαιρη,  άκρως ενδιαφέρουσα και άγνωστη περιοχή της Ιστορίας μας .

Οι Ιστορικοί έχουν καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να μείνει για πάντα σκοτεινή.

Τα βιβλία της Ιστορίας της ξεπετάνε με μερικές λέξεις.

Η Περίοδος των δύο χρόνων  (1797 – 1799 ) για την Ιστορία της Κέρκυρας  περιγράφεται ως «μια παρένθεση αναρχίας , αθεϊσμού και τρομοκρατίας των Γάλλων δημοκρατικών».

Έχει μεγαλύτερη σημασία όμως η περίοδος των πενήντα χρόνων πριν από  αυτή τη διετία.

Πρόκειται για μια περίοδος κατά την οποία οι αρχόντοι δανειοδοτούν τους πάντες με υποθήκευση  χωραφιών   και σπιτιών.

Πίστευαν ότι στην ταραγμένη περίοδο της Ιστορίας που θα ακολουθούσε θα ήταν ισχυρότεροι αν είχαν μεγάλο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας στα χέρια τους.

Έβαζαν λοιπόν τους έμπιστους  τους  και   διάλεγαν δανειολήπτες.

Σε αντάλλαγμα τους έβαζαν να υπογράφουν την υποθήκευση του σπιτιού τους η του χωραφιού τους.

Αν το ακίνητο είχε μεγάλη σημασία για αυτούς  και ο  δανειζόμενος φαινόταν ότι υπήρχε περίπτωση να το ξεπληρώσει , έβαζαν τους ανθρώπους τους να τον  σκοτώσουν.

Έτσι , τα πενήντα χρόνια πριν την Γαλλική Επανάσταση  στην Κέρκυρα,  το εβδομήντα τις εκατό της ακίνητης Ιδιοκτησίας είχε περάσει στα χέρια  μια μικρής ομάδας «ευγενών οικογενειών».

Η Κοινωνία μπήκε σε μια περίοδο πρωτοφανούς παρακμής , βίας και υφαρπαγής  των μικρών περιουσιών.

Ένα από τα  φαινόμενα αυτής της περιόδου ήταν να πέσει το ποσοστό των  γάμων στο  απίστευτο δύο τις χιλίοις του πληθυσμού.

Τόσο είναι περίπου το ποσοστό και σήμερα στις  αναπτυγμένες χώρες.

Κάποια στιγμή τελείωσε η περίοδος του «Κουρέματος» των περιουσιών  των φτωχών και εμφανίζεται στο προσκήνιο της Ιστορίας ο Κουρέας της Σεβίλλης.

Έτσι σε μια εξέγερση των Κερκυραίων τεσσάρων ημερών  (Χειμώνας του 1798), συγκεντρώνονται όλα τα χρεόγραφα και οι υποθήκες και καίγονται σε ένα τεράστιο σωρό στο Πεντοφάναρο.

Συλλαμβάνονται οι  πιο μισητές και εγκληματικές οικογένειες ευγενών  και  τους καταδικάζουν σε θάνατο.  Τους κρέμασαν κάτω από τα βόλτα , στα οριζόντια σίδερα.

Πολλούς τους έστειλαν ως εργάτες σε οικογένειες χωρικών όπου και  αυτοί οι περισσότεροι πέθαναν από κακουχίες η τους σκότωσαν οι χωριάτες μην μπορώντας να τους θρέψουν.

Ο ι παντοδύναμοι αήττητοι  και γαλαζοαίματοι αρχόντοι έμειναν κρεμασμένοι κάτω από τα βόλτα σε κοινή θέα.

Γιαυτό σου λέω όταν αρχίζουν τα κουρέματα οι αρχόντοι δεν είναι μακριά η μέρα που θα εμφανισθεί και ο Κουρέας  της Σεβίλλης  τραγουδώντας  «… sono il factotum della citta».

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

«Το Σάπιο σύστημα»


Πίνουμε το τσαγάκι μας  έξω από το «Πράσινο μήλο».

Ο  κυρ Γιώργης  κοιτάζει αμίλητος και σκεπτικός την πλατεία «Σαν Ρόκο» μπροστά μας .

Τέτοιες στιγμές καλύτερα να μην διακόπτεις τον άλλο.

Ξάφνου λέει σαν να μιλάει μόνος του:

-«Παλιά η πλατεία ήταν τουλάχιστον ένα μέτρο κάτω….. Εδώ που καθόμαστε τώρα ήταν ένα καφενείο που έψηνε καφέ στη χόβολη και σέρβιρε και ένα ποτήρι ζεστό  γάλα….. Απέναντι ήταν ο σταθμός των λεωφορείων …. Ξέρεις εκείνων των παλιών λεωφορείων με τη σκάλα  πίσω και την σχάρα επάνω για τα μπαγκάζια…. Γύρω στους δρόμους έβλεπες αρνιά , κότες  και κάρα γεμάτα λαχανικά. …. Τότε η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο τα πρωινά.»

Ο Κυρ Γιώργης μεγάλωσε στην πλατεία.

Όταν ήταν μικρός  γύρναγε με δύο κοφίνια στα χέρια και πούλαγε παστέλια ,στο ένα ,και τσατσάρες και καθρεφτάκια στο άλλο.

Ο Πατέρας του πούλαγε παρακάτω  Παυλόσουκα.

Αργότερα πηγαίνανε έξω από τους σινεμάδες.

Γύριζαν στο σπίτι αργά τη νύχτα . Να κοιμηθούν λίγες ώρες  για να ξυπνήσουν από τα άγρια χαράματα να  κόψουνε παυλόσουκα  και να ξαναπάνε στην πλατεία.

-«Σε ηλικία δέκα χρονώ είχανε πληγιάσει τα χέρια μου από τα αγκάθια». Μούλεγε .

Άνθρωπος της πιάτσας ο κυρ Γιώργης με όλη τη σημασία της λέξης.

Μου μίλαγε για το φτωχόσπιτο που ζει λίγο έξω από την πόλη.

Τα χρόνια τα μεταπολεμικά ήταν ένα καλύβι με λαμαρίνες για σκέπαση και μοροφίντα από καλάμια.

Ένα βράδυ έβαλε οστριογάρμη με πολύ βροχή. Ο αέρας πήρε τις λαμαρίνες και πλημμύρισε το σπίτι  και  τα γύρω χωράφια .

-«Μας πήρε η μάνα μου σαν τα κουλούκια, νύχτα.. μ’εκείνο τον καιρό,   και μας ανέβασε σε ένα μέρος πιο ψηλά να μην πνιγούμε».

Όταν ξεκίνησε  το «κίνημα των πλατειών» ήταν και ο Κυρ Γιώργης  εκεί.

 Μόνο που αυτός,  πάντα εκεί ήταν .  Πάντα διαμαρτυρόμενος και πάντα αγανακτισμένος.

Παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον τις συζητήσεις . Μίλαγε πολύ λίγο και με ρώταγε συνέχεια για κάθε παράξενη λέξη που άκουγε.

Του κόλλησε η φράση  «Το σάπιο σύστημα» . Την έλεγε και την ξανάλεγε μέχρι που έγινε το παρατσούκλι  του.

Δεν εννοεί μόνο τους πολιτικούς . Εννοεί όλη τη κοινωνική ζωή.

Παρά την ηλικία του και την μικρή του σύνταξη είναι στην πρώτη γραμμή κάθε κοινωνικής δραστηριότητας και προσφοράς .

Με ρωτάει για τη δική μου διαδρομή.

-«θάτανε βαριά η δουλειά στα ναυπηγεία ε;»
-«Βαριά και ασήκωτη Γιώργη » του λέω.
-«Ξέρω έχω ακούσει και από άλλους».

Εκείνη τη στιγμή περνάει από μπροστά μας  μια φοιτήτρια  με ύφος καρδινάλιου της προλεταριακής επανάστασης .

Βρίσκω την ευκαιρία και της λέω:

-« Βρε πουλάκι μου …καλά όλα τα άλλα  αλλά γιατί βάφετε τις οθόνες από τα ΑΤΜ;  Έρχεται ο άνεργος να σηκώσει το επίδομα ανεργίας … πρέπει να  του κάνεις  ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή;»

-«Αυτά είναι… μικροαστικά» μου λέει επιτιμητικά και απομακρύνεται ρίχνοντας πίσω το   φουλάρι της  με χάρη».

Μένουμε  αμίλητοι να πίνουμε το τσάι μας.

Ύστερα από μερικά λεπτά σκύβει ο Γιώργης και μου λέει με ύφος σοβαρό και συνωμοτικό.

-«Δε μου λες;…
… αυτά τα …. «Ακροαστικά» ….»

Πνίγομαι με το τσάι … μου βγαίνει από τη μύτη …. μου χτυπάει την πλάτη και μου δίνει νερό.

-«Μικροαστικά … Γιώργη μου… Μικροαστικά» του λέω με μάτια βουρκωμένα.

-«Ναι αυτά…   όπως τάπες….

… είναι κακό πράμα;»

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ



Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των ασήμαντων καθημερινών συμβιβασμών

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των ακονισμένων υπαινιγμών

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα  των χαμηλωμένων ματιών

 Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των   τρομαγμένων ψυχών.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των ημιτελών ονείρων.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των έρημων δρόμων.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των ατελείωτων αναμονών.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των ασήμαντων αφορμών.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των αδιόρατων λεπτομερειών.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των  ανεπαίσθητων  στεναγμών.

Τα μυστηριώδη οδοφράγματα των αμέτρητων υπομονών.



Ελπίζω το αναγνωστικό μου κοινό να μην πάρει  τα λόγια μου τις μετρητοίς .
Λίγο που η χτεσινή νύχτα ήταν βροχερή και ηλεκτρισμένη .
Λίγο  εκείνη η αναθεματισμένη   χοντρή σταγόνα πάνω στην ξεχυτή.
Λίγο τα  προεπαναστατικά  και  «Μυστηριώδη οδοφράγματα»   του  François Couperin

Θέλει πολύ ο άνθρωπος;





Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Η Κλέφτρα της Λάμψης.




Κάποια φορά μια υπηρέτρια κατηγορήθηκε ότι έκλεψε ένα ασημένιο πιρούνι.

Ο Δικαστής την καταδίκασε σε θάνατο.

Η Υπηρέτρια οδηγήθηκε στην κρεμάλα ουρλιάζοντας ότι είναι αθώα.

Μετά από μερικές μέρες ένα παιδάκι σκαρφάλωσε στο δέντρο και μέσα στην φωλιά μιας κίσσας βρήκε ένα ασημένιο πιρούνι .

Παρέδωσε το πιρούνι  και έκτοτε ,λένε, ότι στην Γαλλία καταργήθηκε η ποινή του θανάτου   για κλοπή.

Η Ιστορία ενέπνευσε τον Ροσσίνι και έγραψε την όπερα «Η Κλέφτρα  κίσσα».

Την  εισαγωγή την έχω ακούσει από την συμφωνική της Βιέννης. Η Εκτέλεση ήταν άψογη αλλά κάτι δεν μου πήγαινε καλά.

 Ένοιωθα σαν  να υπάρχει στην ατμόσφαιρα κάτι «διεκπεραιωτικό».

 Ίσως ο Μαέστρος, στο τέλος, να ανάσανε ανακουφισμένος που όλα τελείωσαν καλά.

Η εκτέλεση από τα παιδιά  της ορχήστρας «Simon Bolivar»  του «El Sistema» μου αρέσει πολύ περισσότερο.

Μπορεί, θα έλεγε ένας ειδικός,  να μην είναι  εξίσου άψογη .

Μπορεί.  Έχει όμως το πάθος που λείπει από την Βιενέζικη  εκτέλεση.

Είναι  ίσως είναι επειδή  αυτά τα παιδιά των  παραγκουπόλεων έγιναν κλέφτες για να επιβιώσουν  και καταδικάστηκαν αδίκως σε βαριές ποινές .

Μπορεί και να είναι ,γιατί  ξέρουν πλέον,  ότι από απλοί κλέφτες  κατάφεραν να γίνουν σπουδαίοι μουσικοί και  να  κλέψουν την λάμψη των «νομίμων κατόχων της μουσικής γνώσης».

Ίσως , όμως , να είναι γιατί η  κλέφτρα κίσσα της Βενεζουέλα είχε την αποκοτιά να κλέψει  το λαμπερό ασημένιο κουταλάκι των αρχόντων του κόσμου.

Όπως και νάχει εμένα αυτή η εκτέλεση μου αρέσει.
 
Είμαι βέβαιος ότι αυτή θα άρεσε και του Ροσσίνι.

Ελπίζω κάποια μέρα να ανέβει στην πιάτσα Ματζόρε της Μπολώνια .

Να έχουν προσκληθεί επισήμως όλοι οι μικροί κλέφτες του κόσμου μας και την ορχήστρα να διευθύνει ο ίδιος  ο  Τζοακίνο Ροσσίνι.


Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Οι κόρδες του μοναστηριού της Παλιοκαστρίτσας


Η Νόννα μου η Βανθία μου έλεγε τις νύχτες «στόριες» για να κοιμηθώ.

Μερικές φορές ,που δεν άντεχε από την κούραση,  μου έβραζε λίγα αποξηραμένα φύλλα παπαρούνας .
Η πιο εντυπωσιακή στόρια που με άφηνε με ανοιχτό το στόμα και τροφοδοτούσε τα  παιδικά μου όνειρα, μιλούσε για ένα γιγάντιο θαλάσσιο τέρας  που  έζησε τα πολύ παλιά χρόνια  στην Παλιοκαστρίτσα.

Το τέρας ήταν τόσο μεγάλο που κατασπάραζε τους ψαράδες μαζί με τις βάρκες τους.

Πήγαινε πάνω κάτω στην βραχώδη ακτή της Παλιοκαστρίτσας και  κατάπινε ότι έβρισκε μπροστά του.
Κάθε οικογένεια , τότε, είχε χάσει και από κάποιον δικό της άνθρωπο και οι υπόλοιποι λιμοκτονούσαν .

Τότε οι κάτοικοι της μικρής ψαράδικης κοινότητας  σκέφτηκαν να καλοπιάσουν το  θαλάσσιο τέρας  και άρχισαν να κάνουν θυσίες  για το  ημερέψουν.

Έσφαζαν προβατίνες και αγελάδες και τις έριχναν στη θάλασσα.

Πίστευαν ότι αν το ταΐσουν καλά  θα το ημερέψουν , θα σταματήσει να τους καταβροχθίζει και τελικά θα το πείσουν να  τους αφήνει να ψαρεύουν σε μια μεριά της θάλασσας.

Όσο , όμως το τάιζαν τόσο αυτό γινόταν πιο λαίμαργο και πιο άγριο.

Σκέφτηκαν τότε να το ξορκίσουν για να εξαφανισθεί και να ζήσουν έτσι σε μια  ευτυχισμένη μελλοντική ζωή  χωρίς τέρατα.

Έβγαλαν διακηρύξεις  «Για μια θάλασσα δίχως τέρατα» και τις μοίρασαν παντού για να πείσουν και τους πιο δύσπιστους.

Ύστερα έφεραν  φημισμένους ξορκιστές από άλλα μέρη που ήξεραν πολλά για τα θαλάσσια τέρατα και μπορούσαν να βρουν το κατάλληλο ξόρκι.

Οι ξορκιστές ανέβαιναν στις φωτισμένες εξέδρες τις νύχτες και έκαναν σπουδαίους ξορκισμούς. Οι κάτοικοι τους θαύμαζαν αλλά  το τέρας δεν έλεγε να εξαφανισθεί.

Είδαν και απόειδαν  και αποφάσισαν  να στύψουν το μυαλό τους και να βρουν τρόπο να γλυτώσουν από το τέρας πριν τους εξοντώσει όλους.

Έτσι λοιπόν συνεννοήθηκαν όλοι  και απαγόρευσαν δια νόμου τις θυσίες αγελάδων και προβάτων .

Το τέρας δεν έπρεπε πλέον να βρίσκει τροφή.

Τα αστεία τελείωσαν άρχιζε ο πόλεμος.

 «Η Το τέρας η εμείς».

Απαγόρευσαν επίσης δια νόμου τον απόπλου κάθε βάρκας η καϊκιού.

Άπλωσαν δίχτυα στη βόρεια πλευρά της θάλασσας για να εμποδίζουν τα μικρά ψάρια να  πλησιάζουν το θεριό ώστε να μην βρίσκει καθόλου τροφή.

Καλλιέργησαν τους κήπους για να έχουν να τρώνε μέχρι να περάσει το κακό.

Πήγαιναν με τα κάρα και ψάρευαν στην άλλη μεριά του νησιού για να συντηρήσουν  τις οικογένειές τους.

Έτσι γλύτωσαν από τα δόντια του θεριού και περίμεναν σε επιφυλακή την επερχόμενη λιμοκτονία του.

Όταν το τέρας εξαντλήθηκε από την πείνα έδεσαν σχοινιά  από τα βράχια ,χοντρά ίσαμε ένα κυπαρίσσι,  και το έκλεισαν μέσα στα στενά της Παλιοκαστρίτσας.

Σε μερικές μέρες όταν το τέρας είχε χάσει όλη τη δύναμή του το καμάκωσαν με τεράστια σιδερένια καμάκια και το έβγαλαν στη στεριά.

Τότε έχτισαν το Μοναστήρι της Παλιοκαστρίτσας και  τα τεράστια κόκαλα του θεριού τα έβαλαν  κόρδες  για  να φτιάξουν τη σκεπή .

Μερικά μικρότερα κόκαλα τα έχουν πάνω σε ένα μεγάλο τραπέζι στο μοναστήρι  για να τα βλέπουν όσοι πηγαίνουν να προσκυνήσουν.

Τέτοια  έλεγε η Νόννα μου η Βανθία και , πιστέψτε με , δεν είχε διαβάσει τις «Δύο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας».

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Ο υπομονετικός Μαραγκός


Ο Κύριος Σπύρος έκανε παρέα με τον πατέρα μου.

Ήταν ένας καλόκαρδος άνθρωπος που απέφευγε τις οξύτητες.

Ο Κύριος Σπύρος δεν ήταν άθεος, δεν ήταν και θρησκευόμενος.
Δεν ήταν πολυλογάς, δεν ήταν όμως και εσωστρεφής.
Δεν ήταν αριστερός , δεν ήταν ούτε δεξιός.
Δεν ήταν φανατικός , δεν ήταν όμως και αδιάφορος.
Δεν ήταν ούτε κοντός ούτε ψηλός.

 Ήταν ένας μαραγκός που περνούσε απαρατήρητος.

Ο Κύριος Σπύρος είχε δύο γιους που τον βοηθούσαν στο εργαστήριο και προοριζόταν να αναλάβουν το ξυλουργείο όταν θα γύριζαν από το στρατό και θα έβγαινε στην σύνταξη.

Η Σύζυγος του Κυρίου Σπύρου ήταν μια αδύνατη , νευρική και δύστροπη γυναίκα με σουβλερή μύτη που του έκανε τη ζωή μαρτυρική.

Ο Πατέρας μου την απέφευγε. Το είχε γενικεύσει και έλεγε δε ότι οι γυναίκες με σουβλερή μύτη «έχουν το διάολο μέσα τους».

Έκτοτε, για καιρό, ήμουν  επιφυλακτικός στις γυναίκες με σουβλερή μύτη.

Φανταζόμουν ότι αυτή η διαβολική μύτη λογικά θα έπρεπε να στάζει μια δηλητηριώδη μύξα.

Τη γειτονιά  την απασχολούσε ένα μόνιμο και βασανιστικό ερώτημα : «Πως αντέχει ο Κύριος Σπύρος αυτόν τον δυνάστη και δεν επαναστατεί;». 
 Έλεγαν: «Μα τι υπομονή έχει αυτός ο άγιος άνθρωπος!»,  «Εγώ άμα ήμουν στη θέση του θα την είχα στραγγαλίσει.» Και άλλα πολλά.

Κάποιο σαββατόβραδο ο Κύριος Σπύρος μας κάλεσε οικογενειακώς σε δείπνο. Είχε φρέσκες μαρίδες , πατάτες τηγανιτές  και βαρελίσια ρετσίνα μεσογείων.

Μόλις έβαλε την πρώτη ζεστή μαρίδα στο στόμα του  λέει  η κοκκάλω:
-«Τα πήρες τα λεφτά από τα ντουλάπια της κυρά Σοφίας;»
-«Πήρα την προκαταβολή» απαντάει ο κύριος Σπύρος.
-«Αυτό έγινε πριν ένα μήνα…. Τα υπόλοιπα τα πήρες;
-«Θα μου τα δώσει λίγα - λίγα»
-«Αυτό το μήνα σούδωσε;»
-«Δεν μπορούσε…. μια σύνταξη παίρνει …θα μου τα δώσει στις 15 που θα πάρει το επίδομα …εμείς δεν έχουμε κάτι άμεσο να πληρώσουμε … ας της αφήσουμε ένα περιθώριο».
-«Ορίστε κόσμε!!!! Ο φιλέσπλαχνος!!» Εμείς δεν έχουμε ανάγκες!»

Είχα την αίσθηση ότι κάθε που πήγαινε να βάλει μια μαρίδα στο στόμα του ο κύριος Σπύρος ακριβώς εκείνη τη στιγμή η  «οχιά» γινόταν πιο επιθετική.

Νομίζω ότι ο κύριος Σπύρος είχε επιστρατεύσει μια κινηματογραφική τεχνική που τυχαίνει να την εφαρμόζω και εγώ ενίοτε  . Χαμήλωνε τον ήχο. Οι κινήσεις γινόταν αργές. Ο Φακός εστίαζε στο πιάτο με τις μαρίδες. Έβγαινε στην ατμόσφαιρα μια εσωτερίκευση  ως μοναδική, πλέον, άμυνα.

Παρόλα αυτά ένοιωθα το σφυγμό του. 
Τα δόντια του σφιγγόταν συνέχεια. 
Το σκυμμένο του πρόσωπο άλλαζε χρώματα.

Ξαφνικά , και ενώ η ένταση έχει γίνει αφόρητη, ο κύριος Σπύρος σηκώνεται αργά, αρπάζει από το λαιμό την μποτίλια και λέει ήρεμα, αργά και χαμηλόφωνα :
«Πάω να φέρω λίγη ρετσίνα»

Πήγε στην κρεβατοκάμαρα να πάρει λεφτά από το κομοδίνο, ξεκρέμασε το σακάκι του από τον καλόγερο, τόριξε στους ώμους του και έκλεισε απαλά την πόρτα.
     
Ματαίως η μάνα μου και ο πατέρας μου προσπάθησαν να αναστρέψουν το κλίμα με χιλιοειπωμένα και κρύα ανέκδοτα.

Πέρασε μισή ώρα και ο κύριος Σπύρος δεν είχε επιστρέψει.

«Ορίστε!!! Αυτά τραβάω!!! Έκατσε στη ταβέρνα ο αναίσθητος!!!» συνέχιζε η κοκκάλω.

Όταν πέρασε ακόμα μισή ώρα ξεκίνησε ο πατέρας μου να τον φέρει.

Γύρισε μετά από λίγο για να μας ανακοινώσει ανήσυχος ότι ο κύριος Σπύρος δεν είχε πάει καν στην ταβέρνα.

Ειδοποιήσαμε αργότερα την αστυνομία.

Ψάχνανε όλη νύχτα σε φίλους και γνωστούς.

Το πρωί μας είπαν ότι «θα συνεχιστούν οι έρευνες και αν υπάρχει κάτι νεότερο θα ειδοποιηθούμε».

Πέρασαν σαράντα χρόνια και ο κύριος Σπύρος δεν φάνηκε.

Οι γιοί ανέλαβαν την «επιχείρηση» και η  Κοκκάλω μετακόμισε μη αντέχοντας την σιωπή της γειτονιάς.

Γιαυτό σου λέω… αυτά τα πράγματα είναι απρόβλεπτα. Καθορίζονται από άπειρους παράγοντες και εμείς οι φτωχοί ουδέποτε είχαμε καλές σχέσεις με το άπειρο.

Μπορείς να αναρωτηθείς χίλιες φορές ματαίως :  «Μα πότε θα επαναστατήσει ο κύριος Σπύρος;».

Η επανάσταση του υπομονετικού και καλόκαρδου μαραγκού θα  γίνει ακριβώς τη στιγμή που έχεις σταματήσει να αναρωτιέσαι.

Θα ακούς τους χτύπους της καρδιάς του να ανεβαίνουν.
Την πίεση να κοκκινίζει το πρόσωπό του.
Τα δόντια του να σφίγγονται.

Μην είσαι σίγουρος ακόμα.

Περίμενε.

Όταν τον ακούσεις να λέει ήρεμα αργά και χαμηλόφωνα:  «Πάω να φέρω λίγη ρετσίνα». Ναι! Τότε ήρθε η ώρα.



Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Harlem Shake



Μια φορά, πριν από ένα χρόνο , σε μια γκαλερί της νέας Υόρκης οι επισκέπτες  χάζευαν τα μεταμοντέρνα εκθέματα μιας εικαστικής έκθεσης.

Ξαφνικά στο κέντρο της αίθουσας μαζεύεται κόσμος και κοιτάει ένα πορτοφόλι στο πάτωμα.

Ο ένας λέει ότι πρόκειται για ένα έργο που συμβολίζει την «απώλεια» γενικά.

Ο άλλος λέει ότι πρόκειται για ένα εικαστικό αριστούργημα που μιλάει για την «μοναξιά και την εγκατάλειψη».

Κάποιος περνάει αναστατωμένος ανάμεσα από τους φιλότεχνους παίρνει το πορτοφόλι και λέει: «Με  συγχωρείτε κύριοι αλλά μου έπεσε το πορτοφόλι».

Έτσι λοιπόν ….  

….μια  ηλιόλουστη μέρα του Φλεβάρη του 2013 στην Τύνιδα, έξω από το κοινοβούλιο εκατοντάδες νέοι διαδηλωτές της αραβικής άνοιξης χορεύουν ξέφρενα Harlem Shake..

Αυτή την ίδια ηλιόλουστη μέρα, ο Κύριος Διευθυντής του 2ου ΕΠΑΛ Κέρκυρας δέχεται αντιπροσωπεία  μαθητών που του ζητούν να κάνουν έναν χορό Harlem Shake την ώρα του μαθήματος.

Επειδή είναι ανεκτικός και προοδευτικός τους δίνει την άδεια με την προϋπόθεση το πάρτι να γίνει στην αυλή του σχολείου. Δεν ξέρει «τι σκαρώνουν πάλι»  και προσπαθεί να αποφύγει ότι  θα μπορούσε να εκθέσει τον ίδιο  και το σχολείο.

Τα μεγάφωνα του σχολείου παίζουν ένα διαρκώς
επαναλαμβανόμενο ψηφιακό θόρυβο με μια διαρκώς επαναλαμβανόμενη λέξη.

Οι μαθητές χορεύουν έναν τελείως χαοτικό χορό.
Κάθε ένας κάνει ότι κινήσεις θέλει.
Άλλος κάνει κωλοτούμπες.
Άλλος γυρνάει διαρκώς γύρω από τον εαυτό του.
Ένας ανεβοκατεβάζει το παντελόνι του.

Οι καθηγητές κοιτάζουν έκπληκτοι.

Προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο.

Ο Φυσικός λέει ότι πρόκειται για την πλήρη άρνηση της «τάξης» και τον θρίαμβο του «Χάους».

Η Γυμνάστρια  λέει ότι πρόκειται για την αντίδραση των παιδιών στην πειθαρχία και την καθιστική ζωή.

Η Φιλόλογος λέει ότι πρόκειται για ένα μεταμοντέρνο φαινόμενο υπέρβασης κάθε παραδοσιακής πολιτισμικής φόρμας.

 Την ίδια ηλιόλουστη μέρα του Φλεβάρη του 2013 στον «Αμπελώνα»  γίνεται μια εκδήλωση με λαϊκά παραδοσιακά τραγούδια.
Παίζουν το συγκρότημα «Εννιά και η βάρκα δέκα».
 Στο βιολί ο Θόδωρος (που με διαβάζει ενίοτε)  και οι υπόλοιποι οκτώ με Λαούτα, κιθάρες, τύμπανα, φλογέρες γκάιντες και λοιπά.

Πρόκειται για ένα νεανικό πανηγύρι.

Χορεύουν παραδοσιακούς χορούς στην κορυφή ενός ηλιόλουστου  λόφου.
Το εντυπωσιακό είναι ότι γνωρίζουν ακριβώς τα βήματα από δύσκολους χορούς άλλων περιοχών.

Μπορεί όμως  ο ήλιος να είναι μεσουρανίς,  αλλά …είναι νωρίς ακόμα.

Κυριαρχεί  η θλίψη.

Έτσι γινόταν στα μεσοδιαστήματα.

Η Θλίψη  έχει πάρτι όταν τελειώνει κάτι και δεν έχει αρχίσει το επόμενο.

Τότε άλλοι αντιγράφουν  ένα εξιδανικευμένο παρελθόν.
Άλλοι σέρνουν τα βήματά τους σε ένα καταραμένο ζεϊμπέκικο.
Άλλοι γράφουν ποιήματα της απελπισίας και του θανάτου.

Δεν είναι μάταιο ούτε κατακριτέο, άλλωστε και εμείς έτσι είμαστε.

Να μην γελιόμαστε όμως, η Άνοιξη αργεί ακόμα.

Περιμένουμε τη σειρά μας.

Θα το καταλάβουμε αμέσως.

Θα ακούσουμε στα μεγάφωνα  το «Tempo di Valse» του μέλλοντός μας.