Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

ΛΟΛΑ

Χτές το βράδυ μια μικρή μου φίλη μου έστειλε ένα link μιας ιστοδελίδας που μιλούσε για την τραγωδία στους Αντιπερνούς.

«Μια μάνα έπνιξε στην μπανιέρα την εφτάχρονη κόρη της  και στην συνέχεια κρεμάστηκε» Έλεγε το αστυνομικό δελτίο.

Αποφεύγω να διαβάζω τέτοια πράματα πριν κοιμηθώ.

Μούρθε στο νου η Λόλα.
 
Είναι από κείνες τις ιστορίες που έχω βάλει στο πιο ακριανό ντουλάπι του μυαλού μου.

Θυμάμαι σαν  όνειρο  τους χωριανούς μου στο δρόμο όρθιους με σκυμμένο κεφάλι και την πλάτη στον τοίχο.

Στη μέση του δρόμου περνούσε μια παράξενη πομπή . 
Τέσσερις άνδρες  κρατούσαν μια ξύλινη σκάλα και επάνω  ήταν ένας ξαπλωμένος άνδρας με κλειστά τα μάτια.

Θάμουνα πέντε χρονώ και θυμάμαι ελάχιστα πράματα από εκείνη την ηλικία.

Η Λόλα ήταν μια ξερακιανή ,ψιλή και λιγομίλητη γυναίκα.

Δηλητηρίασε τον άντρα της και σκότωσε τα δύο από τα τέσσερα παιδιά της.

Το ένα παιδάκι το χτύπαγε με ένα ξύλο σε ένα χωράφι έξω από το χωριό και όταν νόμισε ότι ξεψύχησε το σκέπασε με βράχλα.

Την άλλη μέρα πήγε και είδε ότι ανάσαινε ακόμα.

Το κρέμασε από ένα κλαρί.

Δεν μίλησε ποτέ  στους δικαστές ούτε σε κανέναν άλλο.

 Πέρασε όλη την ζωή της στις φυλακές και στα ιδρύματα.

Πέρασαν πενήντα χρόνια και ακόμα και σήμερα το χωριό αποφεύγει να μιλάει για αυτό.

Κάποτε η Λόλα ξανάρθε στην Κέρκυρα.

Δεν πήγε στο χωριό.  Βρήκε ένα  ερειπωμένο σπίτι στην Οβριακή  και έμενε εκεί με ένα επίδομα της πρόνοιας.

Τα δυό παιδιά που έμειναν μεγάλωσαν σε ιδρύματα. 
Ο  μεγαλύτερος έκανε οικογένεια και  ζει σε μια πόλη της βόρειας Ελλάδας.
Ο Βασίλης , ο μικρότερος , ήρθε στην Κέρκυρα μαζί με την μάνα του.

Ήρθε να δουλέψει εκεί που δούλευα και εγώ και μου τον έδωσαν για βοηθό.

Από τις πρώτες κουβέντες της γνωριμίας μας κατάλαβα ότι επρόκειτο για τον παιδικό μου φίλο.

Απέφευγα να μιλήσω για την  τραγωδία της οικογενείας του . 
Το ίδιο και αυτός . 
Καμιά φορά αστειευόταν με έναν τρόπο που με έκανε να ανατριχιάζω.
Ο Βασίλης είναι μια περίεργη περίπτωση ανθρώπου που πέρασε πολλά βάσανα και παρόλα αυτά η ζωή του σε κάνει να λυπάσαι και να χαμογελάς με κατανόηση.

Θα μιλήσω  αργότερα  γιαυτόν.

Μια μέρα λοιπόν με κάλεσε «για καφέ στο σπίτι».

Φαίνεται ότι κάτι είδε στα μάτια μου. 
Γέλασε και μου είπε να μην φοβάμαι.

Η πρόκληση ήταν μεγάλη.

Πήγα.

Η Λόλα  φορούσε ένα σκούρο φόρεμα και ποδιά νοικοκυράς.

Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά και με χαιρέτησε με ένα συγκρατημένο χαμόγελο.

Καθίσαμε σε ένα κουτσό τραπέζι που μάλλον το  είχαν βρει στα σκουπίδια.

Μας έφτιαξε καφέ.

Δεν έκατσε μαζί μας στο τραπέζι.

Ήταν σιωπηλή και σκυμμένη στον νεροχύτη.

Μερικές φευγαλέες ματιές.

Απέφευγα να την κοιτάξω στα μάτια για πολύ.

Δεν μπορούσα να το αντέξω.


Λένε οι σοφοί ότι αν κοιτάς για πολύ την άβυσσο αρχίζει να σε κοιτάει και αυτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: