Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Ορατότης μηδέν


Το «σινέ Αλίντα»  ήταν ο τόπος των θαυμάτων των παιδικών μου χρόνων.

Δεν ήταν μόνον τα κινηματογραφικά έργα που είδα εκεί .Ήταν και το σουβλάκι που ακολουθούσε στην έξοδο.

Εκεί είδα έντρομος τον Κούρκουλο να παραληρεί κάθιδρος μπροστά στους ανακριτές « Σταματήστε μωρέ! Όχι άλλο κάρβουνο στα καζάνια!»

Τα «καζάνια»  τα πρόλαβα μόνον στο σινεμά.

Οι Θερμαστές εκείνης της εποχής ρίχνανε κάρβουνο στα καζάνια για τις ατμομηχανές των πλοίων.

Λέγανε  ότι ήταν η σκληρότερη δουλειά των ναυτικών.
Οι συνθήκες , ιδιαίτερα στα ζεστά κλίματα, ήταν αφόρητες.
Λίγοι αντέχανε.

Αυτούς τους θερμαστές δεν τους γνώρισα.

Αργότερα , όταν δούλεψα στα  ναυπηγεία ως ηλεκτροσυγκολλητής  γνώρισα πολλούς από τους «απογόνους» τους .
Τους λέγανε  «θερμαστολαδάδες» η σκέτο «λαδάδες».
Είχανε την ευθύνη για την λίπανση κάθε σημείου της μηχανής του πλοίου.
Γνώριζαν και την παραμικρή βάνα και φρόντιζαν για τα ντελαβάλ και τα ντεπόζιτα του λαδιού.

Δύσκολη δουλειά και απαιτούσε καλή γνώση του μηχανοστασίου. Ένα λάθος η μια παράλειψη ήταν ικανή για να «αρπάξουν» τα κουζινέτα και να γίνει μεγάλη ζημιά.

Είχανε το πλοίο στη ράδα για επισκευές η στις δεξαμενές  και μένανε εκεί πολλές φορές για μήνες.

Με την πρώτη ματιά σου δίνανε την εντύπωση ανθρώπων του υποκόσμου.
Κουρασμένες φάτσες , τατουάζ και μερικοί με μακριά μαλλιά.
Αν τους γνώριζες από κοντά όμως , οι περισσότεροι ήταν καλόκαρδοι και μάλλον αγαθιάρηδες.

Έξω από το ναυπηγείο είχε φτιαχτεί ολόκληρος συνοικισμός από βρωμερά εστιατόρια , μπορντέλα και αετονύχηδες που ψάχναμε για ξέμπαρκα θύματα.

Εκεί αγόρασα από έναν θερμαστολαδά ένα πικάπ Κένγουντ με ενισχυτή και ηχεία σε τιμή απίστευτα χαμηλή.

Μου έδωσε επιπλέον δώρο και ένα καλό ρολόι,  και ένα μάτσο έγχρωμα πορνοπεριοδικά.

Μπορούσαν να πετάξουν τα λεφτά τους με μεγάλη ευκολία.

Το πλοίο τους περίμενε και εκεί δεν είχε νοίκι , φως , νερό, τηλέφωνο.
Όλα ήταν εξασφαλισμένα και τα χρήματα χρειαζόταν μόνον στα λιμάνια.

Αγόραζαν συνήθως άχρηστα πράματα και τα φύλαγαν στην καμπίνα τους . Πολλά τα πουλούσαν στο επόμενο λιμάνι «να αδειάσει ο τόπος».

Έκαναν μπίζνες με αετονύχηδες και χάνανε τα λεφτά τους χωρίς να στεναχωριούνται ιδιαίτερα.

Οι περισσότεροι δεν είχαν σκοπό να ξεμπαρκάρουν ποτέ και δεν κάνανε σοβαρά σχέδια για την ζωή τους μακριά από την θάλασσα.

Πάντα μου άρεσαν περισσότερο από όλους οι μικρασιάτες και οι ναυτικοί.

Πέρασαν τα χρόνια , έχασα την επαφή μου με τον κλάδο και τις εξελίξεις σε αυτόν, ώσπου μια των ημερών είδα ένα ντοκιμαντέρ με «θερμαστολαδάδες» των σημερινών πλοίων.

Έμεινα με ανοιχτό το στόμα.

Ο Τύπος μένει σε μια καμπίνα που μοιάζει με δωμάτιο ακριβού ξενοδοχείου.

Παίρνει πρωινό με τηγανιτά αυγά , μπέικον και πορτοκαλάδα (φυσικό χυμό) και κατεβαίνει στη βάρδια.

Ο χώρος εργασίας είναι μια αίθουσα με μια ημικυκλική κονσόλα όπου υπάρχουν ενδείξεις για κάθε σημείο του μηχανοστασίου και της λίπανσης του.

Πίνει τον καφέ του και παίζει στον υπολογιστή.
Όλα δουλεύουν ρολόι.

Αν συμβεί κάποια σοβαρή βλάβη  (σε μια ηλεκτρομαγνητική βάνα,  ας πούμε)  τότε το κέντρο ελέγχου την κλείνει, ανοίγει ένα από τα μπαϊπάς και τον ειδοποιεί για την βλάβη.

Χωρίς να βιάζεται παίρνει δύο γερμανοπολύγωνα  βγάζει την χαλασμένη βάνα και βάζει μια καινούργια.

Μόλις βάλει το φίς  επάνω,  ο υπολογιστής αναγνωρίζει ότι η βλάβη αποκαταστάθηκε, κλείνει το μπαϊπάς και ανοίγει την κανονική βάνα.

Ο «Θερμαστολαδάς» κάθεται ξανά στην θέση του και βλέπει κάποια ταινία συνεχίζοντας τον καφέ του.


Αυτόν τον θερμαστολαδά δεν τον έχω γνωρίσει καλά  ακόμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: