Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Για ένα καλύτερο παρελθόν


 Το περασμένο καλοκαίρι,  ένα μεσημέρι,  καθώς γύριζα  στην πόλη σταμάτησα σε ένα εστιατόριο  κάπου τσι Σινιές  για φαγητό.

Είχε ένα μικρό μπαλκονάκι στο πίσω μέρος . Απέναντί μου η θάλασσα και οι κοντινές ακτές  της νότιας Αλβανίας.

Τώρα που το σκέφτομαι αυτό το «νότιας Αλβανίας» ήταν η αφορμή για να τσακωθώ με έναν  ηλίθιο φανατικό που μου είχε κάνει την παρατήρηση (σε αυστηρό τόνο μάλιστα)  διότι  κακώς χρησιμοποιώ τον όρο αυτό . Κανονικά θα έπρεπε να λέω (σύμφωνα με την επιταγή του ηλιθίου)  «Βόρειος  Ήπειρος».

Του είπα «άντε γαμίσου ρε σκατοφασίστα» και απειλήθηκε σύρραξη.

Μας χώρισαν  ψυχραιμότεροι.

Επανέρχομαι στο μαγικό  μπαλκονάκι  του καλοκαιρινού εστιατορίου .

Ο Σερβιτόρος μου φέρνει  μια μερίδα γεμιστά , μια ντοματοσαλάτα  και μισό  κιλό κρασί  με τα μούτρα μέχρι το πάτωμα.

Σκέφτομαι ότι δεν έχει όρεξη .

Δεν μιλάω.

Γύρευε τι μπορεί να του συμβαίνει του ανθρώπου.

Αφήνει τα πιάτα και μονολογεί.
-«Μας καταστρέψανε οι πούστηδες»
-«Ποιοι;» ερωτώ αφελώς.
-«Αυτοί εδώ απέναντι»  μου λέει και μου δείχνει  τις απέναντι ακτές.
-«Οι Αλβανοί;» ερωτώ αδιάφορα.
-«Μωρέ ποιοι Αλβανοί!  Οι δικοί μας , α θέλει ο Θέος. Καταντήσανε την Κέρκυρα  ερείπιο…. είμαστε οι πρώτοι και γίναμε οι τελευταίοι… Να στείλουνε ένα καράβι οι Άγγλοι να ρίξει δυό κανονιές  να τελειώνουμε.»

«Φορτώνει»  και δεν ρίχνω λάδι στην φωτιά.

Έχουν αρχίσει να πληθαίνουν εκείνοι που θάθελαν έναν πιο πλούσιο προστάτη.

Τα παλιά χρόνια -έχω ακούσει - ψήφιζαν  το πιο πλούσιο για δήμαρχο.

Αν ήταν προβατίνες θα ήθελαν έναν  αυστηρό τσοπάνο με στριφτά μουστάκια και πολλά τσοπανόσκυλα.

Σκέφτομαι ότι μάλλον αδικώ τις προβατίνες.

Πεινάω .

Αν του φέρω αντίρρηση  δεν θα με αφήσει να φάω.

Τον βλέπω να απομακρύνεται και σκέφτομαι ότι τα παλιά χρόνια,  του τουρισμού και της εύκολης ζωής ,  μάλλον θα ήταν  ηγετικό στέλεχος στο μεγαλειώδες και ιστορικό κίνημα των  Γκρίκ Λάβερς.

Εκείνη την εποχή,  της εποποιία της κλοπής των ξένων τουριστών,
αν έμπαινα στο μαγαζί και παράγγελνα θα έκανε ότι μπορούσε για να με διώξει.

Έκτοτε  κύλισε πολύ νερό κάτω από τα γιοφύρια της «ανάπτυξης»  και οι ανέμελοι  και  καυλωμένοι σερβιτόροι  έγιναν  «αγανακτισμένοι πολίτες» .

Και όσο οι αγαναχτισμένοι δεν μπορούν να ονειρευτούν ένα  (ανύπαρκτο)  μέλλον καταφεύγουν ρακένδυτοι στα ερείπια ενός  καλύτερου (και υπαρκτού) παρελθόντος.

Έτσι  βρέθηκα στον παράδεισο της  μαλακίας.

Κάθομαι στο παγκάκι και  αμέτρητοι  τρόφιμοι του παραδείσου μαλακίζονται δημοσίως  στα διπλανά παγκάκια.

Ο Θεός  στέλνει τα χερουβίμ προκειμένου να επαναφέρουν την τάξη .

Ματαίως.

Τώρα θα ακούσω  όλες τις μαλακίες του ανθρώπινου γένους μαζεμένες .

Αν δυσανασχετήσω θα με πουν  οι δικοί μου «σεχταριστή».


Κάνω υπομονή.

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Ο Άσωτος


Ο Βαγγέλης ψήφιζε πάντα κουκουέ.

Δεν ήταν ποτέ οργανωμένος σε «κόβα» αλλά μην του πεις τίποτα για το κόμμα…. σε σφάζει.

Μια φορά στην ζωή του μόνον «παρεξέκλινε» από την γραμμή του κόμματος .

Ήταν το βράδυ της μοιραίας Κυριακής του 1981   που βγήκε με ένα φίλο του νυχτιάτικα να πανηγυρίσουν την νίκη του Πασόκ .

Τράκαρε την Άλφα Ρομέο , το καμάρι του, σε μια κολόνα, στα τρία Γεφύρια, και γυρίσανε στα σπίτια τους καταματωμένοι από την ταξική πάλη.

Δεν θέλει να του το θυμίζεις.

Χτες μου μιλούσε συγκινημένος για έναν παλιό του φίλο.
Χρόνια ήταν στο Πασόκ αλλά τώρα… «σκέφτηκε ότι θα τρίζουν τα κόκκαλα του πατέρα του που έκανε και εξορία» και έτσι αποφάσισε να  γυρίσει στην βάση του στο κόμμα.

-«..και πόσω χρονώ είναι ο φίλος σου ρε βαγγέλη;»
-«Εβδομήντα οχτώ.» μου λέει.
-«..και τι θα τονε κάνετε στο κόμμα τώρα , ρε Βαγγέλη; Αυτός δεν θα μπορεί να πάρει τα πόδια του.
Ούτε αφίσες μπορεί να κολλάει, ούτε προκηρύξεις,  ούτε ψηφοδέλτια.
 Αυτός θα πέφτει για ύπνο από τις έξι με την βουλγάρα πάνω από το προσκεφάλι του.
Με τον καθετήρα θάρχεται στις διαδηλώσεις του ΠΑΜΕ ρε Βαγγέλη;
Αν τα καταφέρει να τερματίσει στις περιφερειακές εκλογές, να βρει την τρύπα και να ρίξει το ψηφοδέλτιο στη κάλπη, θα είναι θαύμα.»

Χαμογελάει ο Βαγγέλης. Δεν ήταν ποτέ «οργανωμένος» και , ως εκ τούτου,  μερικές φορές,  αντέχει τα αστεία.

-«Μετάνιωσε για τα σφάλματα του παρελθόντος …να μην τον δεχτούμε …. δεν είναι σωστό.»

-«Κάτσε ρε Βαγγέλη .. έκατσε τόσα χρόνια στο Πασόκ , έκανε την ζωή του τα χρόνια της εξουσίας και τώρα που δεν έμεινε τίποτα όρθιο γύρισε πίσω στο Κουκουέ να τονε ξεσκατίζετε;
..Σαν την Λούλα την Κουτσή που έκανε πιάτσα τσου Άγιους Πατέρες.. και αφού έφαγε δέκα τερτικά  πούτσους  μπήκε , στα γεράματα,  στην εκκλησιά και άρχήνησε  να σταυροκοπιέται μετά μανίας.»

Έτσι που λες αγαπητέ αναγνώστη γιόμισε ο κόσμος άσωτους.. και οι άσωτοι, ως γνωστόν, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να ξαναγυρίσουν. Τι να φοβηθούν; Όλες οι εκκλησίες τους περιμένουν με διάπλατα ανοιχτές τις πόρτες.

Βλέπω υποψηφίους του σχοινιού και του παλουκιού να εμφανίζονται με ύφος  προφεσόρου,  με «όραμα»  και  όρεξη για «δουλειά».

Βλέπω διευθυντές οργανισμών στη σύνταξη να φοράνε τζίν στις διαδηλώσεις.

Ένας από δαύτους με χαιρετάει «θερμά» έξω από το εργατικό κέντρο να τονε δούνε όλοι.

Φοράει παντελόνι και μπουφάν τζίν …ασορτί.

-«Έφερες το νουβέλο;» του λέω.
-«Τι να το κάνω;» ρωτάει απορημένος.
-«Να δεις αν είναι ίσιο το εργατικό κέντρο;» του απαντάω.

Βλέπω υποψηφίους δημάρχους που επί τριάντα χρόνια κάνανε καριέρα να επιστρέφουν «στην βάση τους».

«Είναι η ώρα του αγώνα».

Την προηγούμενη Κυριακή το πρωί νάσου ένας φρέσκος και καμαρωτός  μου χτυπάει την πόρτα στο χωριό.

«Ο τόπος δεν αντέχει άλλο αυτή την κατάσταση!»

«Με ένα σωστό πρόγραμμα και  ένα «τιμ» ικανών συνεργατών-συντρόφων μπορεί να γίνουν πολλά».

Δεν απαντώ.

 -«Θα καθίσεις για φαγητό;»  ρωτάω ευγενικά.

-«Έχεις τίποτα καλό;» ρωτάει με συντροφική οικειότητα.

-«Κόκκορο παστιτσάδο» απαντώ

-«Ααα… Δεν ξέρεις …Το καλύτερο παστιτσάδο γίνεται από μούσκουλο μοσχαρίσιο.»


-«Ώπα ρε μεγάλε! … και το μόσχο τον σιτευτό;.. Στο τέλος θα μας ζητήσεις να σου στήσουμε και άγαλμα στη κοφινέττα με φυσεκλίκια χιαστί».

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Ο Θαυμαστός κόσμος των κατσαρίδων


Λένε αυτοί που ξέρουν ότι οι κατσαρίδες είναι  οι μόνες που θα επιβιώσουν μετά από έναν πυρηνικό πόλεμο.

Κάτι απροσδιόριστο έχουν που τις προστατεύει από τη ραδιενεργή ακτινοβολία.

Είναι δύσκολο, βέβαια, να φαντασθεί κανείς πως μπορεί να επιβιώσει μόνον ένα είδος πάνω στον πλανήτη.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι τα παλιά χρόνια έβλεπες πολλούς ανθρώπους να τριγυρνούν «ασκόπως» μέχρι αργά στους δρόμους και.. που και πού.. έβλεπες και καμιά κατσαρίδα σκαρφαλωμένη σε κανένα σκουπιδοτενεκέ.

Όσο περνούσαν τα χρόνια λιγόστευαν οι άνθρωποι στους δρόμους . 
Λίγοι περπατούσαν «ασκόπως» . 
Έλεγες : «Κλείστηκαν όλοι μέσα από τώρα;».

Ωστόσο οι κατσαρίδες αυξανόταν και τριγυρνούσαν μέρα νύχτα.

Είναι φορές (σαν και σήμερα , ας πούμε) που περνάνε από το μυαλό μου φοβερά πράματα.

Ο Κόσμος , λέει έχει καταστραφεί ολοσχερώς από έναν πυρηνικό πόλεμο και οι ελάχιστοι άνθρωποι που επέζησαν κατέφυγαν στα υπόγεια καταφύγια . Όλο το ζωικό βασίλειο εξαφανίσθηκε και στους δρόμους των άδειων πόλεων κυκλοφορούν  μόνον κατσαρίδες.

Μια ομάδα επιστημόνων (του υπογείου μου) μου αναθέτει την αποστολή να βγω στην επιφάνεια και να φέρω μια κατσαρίδα  προκειμένου να την εξετάσουν στα εργαστήρια για να μάθουν τον λόγο για τον οποίο είναι αδιαπέραστες από την ραδιενέργεια.

Κατηφορίζω την Πολυχρονίου Κωνσταντά προς το Σαρόκο.

Άδειοι δρόμοι , απόλυτη σιγή , παράθυρα που χάσκουν , μισάνοιχτες πόρτες , σκονισμένα αυτοκίνητα και παντού σμήνη κατσαρίδων που πηγαίνουν και έρχονται βιαστικές.

Αισθάνομαι σαν τον Μπρούς Γουίλις  στον «Στρατό των δώδεκα πιθήκων».

Εγώ , αδίστακτος δολοφόνος κατσαρίδων κάνω συνεχείς ελιγμούς μη τυχόν και πατήσω κατά λάθος καμιά και μου ριχτούνε όλες μαζί.

Στον Ανεμόμυλο κάθομαι στο συνηθισμένο τραπέζι .
Τριγύρω μου κατσαρίδες, στα τραπέζια,  στις καρέκλες, παντού.

Κοιτάω προς την θάλασσα .
Είναι το μόνο μέρος που δεν τις βλέπεις.

«Θα πάρετε κάτι;»

Ταράζομαι.  «Έχουν και οι κατσαρίδες σερβιτόρες;»

Είμαι έτοιμος να πω : «Παρακαλώ μια κατσαρίδα σε αποστειρωμένο βάζο.»

Κρατιέμαι… δεν ξέρω πως θα το πάρει.

Ανηφορίζω τον ΝΑΟΚ.

Κοντοστέκομαι στα μουράγια  για ένα τσιγάρο. 
Τα παταράτσα έχουν απόψε την καθιερωμένη συναυλία του Λεβάντε.

Στο πεντοφάναρο συναντάω τον «μάνατζερ» της προηγούμενης ιστορίας μας.

Είναι βιαστικός και το βλέμμα του, ως συνήθως, ανήσυχο.

Μου χαμογελάει από υποχρέωση.

Δεν τον έχω δει μια στιγμή να έχει ελεύθερο χρόνο. Να κάνει βόλτα με την κυρία στην πλατεία. Να πίνει αμέριμνος έναν καφέ.

Σπούδαζε τόσα χρόνια στην Αγγλία «οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων» αλλά δεν μπόρεσε να προβλέψει την οικονομική κρίση.

Ακόμα και τώρα που τον συντρίβει δεν μπορεί να  καταλάβει από πού του ήρθε.

Διασχίζει ματαίως την Ευγενίου Βουλγάρεως προς την Ανουντσιάτα.

Τον βλέπω να απομακρύνεται και μελαγχολώ.

Τα δύο αδέλφια  του μικρού καφενείου παντρεύτηκαν και έφυγαν από την πόλη.

Η Γυναίκα του ενός είχε κληρονομήσει ένα παλιό λουτρουβιό λίγο έξω από το χωριό και σε μικρή απόσταση από την θάλασσα.

Έβαλαν προσωπική εργασία και με λίγα λεφτά το μετέτρεψαν σε έναν πολύ όμορφο κατοικήσιμο χώρο.

Δυο ευρύχωρα διαμερίσματα στις δύο άκρες και στην μέση έναν τεράστιο κοινό χώρο σαν καθιστικό και σαλόνι.


Βρισκόμαστε καμιά φορά τον χειμώνα .

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Ο Κατσαρίδας

Από μικρός είχα σοβαρό πρόβλημα με τις κατσαρίδες.
Δεν με ενοχλούσαν οι  αράχνες , τα φίδια η οι σκορπιοί.
Οι κατσαρίδες  με τρομοκρατούσαν και με αηδίαζαν ταυτοχρόνως.
Δεν μπορώ να το εξηγήσω με την  φτωχή μου λογική.
Τα έντομα αυτά δεν μου έχουν κάνει τίποτα και όμως ένα διάστημα  τα αντιμετώπιζα σαν να ήμουν στέλεχος  στην νεολαία του Χίτλερ.

Τώρα , νομίζω το έχω ξεπεράσει. Τουλάχιστον δεν είμαι πλέον  σήριαλ κίλερ κατσαριδών.

Έβρεχε ως συνήθως προχτές το βράδυ και με φέρανε τα πόδια μου έξω από ένα γνωστό καφέ της μικρής μας πόλης.

Ακουγόταν μέχρι έξω ένα συνεχές ντουπ-ντούπ  που νόμιζες ότι κάποιος έσκαβε στο μπετό.

Έριξα μια ματιά μέσα από τα θολωμένα τζάμια και θυμήθηκα την μικρή (και ασήμαντη) ιστορία  του.

Πριν από χρόνια  με βρήκε ένας φίλος και μου ανακοίνωσε σοβαρά ότι ετοιμάζεται να ανοίξει ένα καφέ.

Μου μιλούσε ώρα και με πάθος για το «όραμα» του.
Ποιοτική μουσική, διακόσμηση ανάλογη, ατμόσφαιρα φιλική, μικρές εκδηλώσεις που και πού , φτηνές τιμές και τα λοιπά.
Ήθελε να  κάνει ένα μικρό πολιτιστικό στέκι που να του δίνει και ένα μικρό μεροκάματο.
Θα επρόκειτο για ένα ζεστό χώρο στρατευμένο στην υπηρεσία του πολιτισμού.

Τα λεφτά θα τα έβαζε αυτός και ο αδελφός του μαζί με την γυναίκα του.

Η ιδέα  δεν ήταν τίποτα πρωτότυπο αλλά μου άρεσε, τον συμπαθούσα και ανέλαβα να κάνω τον διακοσμητή τον σχεδιαστή και τον μάστορα των κατασκευών με κέφι.

Το μαγαζί  άνοιξε επιτέλους και το κοινό ανταποκρίθηκε δεόντως.

Οι πελάτες ήταν καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων, φοιτητές  και λίγοι μαθητές .

Που και που γελιόταν και έμπαινε και κανένας άσχετος και κοίταζε παραξενεμένος τριγύρω.

Παρόλο που οι τιμές του ήταν χαμηλές , τόβγαζε το ψωμάκι του το μαγαζί . Δύσκολα έβρισκες τραπέζι και γρήγορα έγινε τόπος συνάντησης  ψαγμένων παρεών.

Εκεί που όλα φαινόταν να πηγαίνουν καλά  νάσου η κυρία  και ολοένα και συχνότερα έπαιρνε ένα ύφος «σαν κάτι να μην μου αρέσει ».

Η Κατάσταση της  χειροτέρευε μέρα με τη μέρα και είπαμε να  το συζητήσουμε κατ ιδίαν με τον φίλο μας.
Το μυαλό μας πήγαινε στην σεξουαλική ζωή του ζεύγους.
Είναι  γνωστό ότι όταν δεν υπάρχει ικανοποιητική σεξουαλική ζωή σου φταίνε όλα.

Μας διαβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο περί αυτού παρόλο που δεν έπαιρνε και όρκο.

Μετά από λίγο καιρό λύθηκε το μυστήριο.

Η Κυρία μας κουβάλησε έναν ειδικό μάνατζερ που θα μπορούσε να κάνει το μαγαζί να πετάει.

«Τέρμα οι αναχρονισμοί που κρατούν το μαγαζί καθηλωμένο στα ίδια και στα ίδια.»
«Αν δεν βγει η επιχείρηση από την στασιμότητα θα έρθει μοιραία το τέλος.»

Γνωρίσαμε τον «μάνατζερ»  μια Κυριακή πρωί.

Φρεσκοξυρισμένος , κατακάθαρος, λεπτά χέρια ελαφρώς τριχωτά , χρυσή βέρα, σακάκι με μπλουζίτσα από μέσα και ύφος συγκρατημένο.

Χαμογελούσε τυπικά και συμφωνούσε σε όλα.

Μόλις είχε έρθει από την Αγγλία όπου εσπούδασε «οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων».

Έπιασε δουλειά αμέσως και σε άμεση συνεργασία με την κυρία  μετέτρεψε το μαγαζί σε αυτό που είναι σήμερα.

Μουσική -κομπρεσσέρ λόου μπάπ , ατμόσφαιρα υπηρεσιακή, καμαρωτές τριαντάρες, μισοκαραφλοί  τριαντάρηδες  με το ποτήρι στο χέρι και το μάτι άγριο για  γκόμενα και  λίγοι μεσόκοποι  δικηγόροι με τρίχες στα αυτιά  που νομίζουν ότι είναι ακόμα φοιτητές  της νομικής.

Σε λίγο καιρό  ο φίλος μου πούλησε το μερδικό του και αποχώρησε.

Δεν πέρασε ένας χρόνος και η κυρία χώρισε τον αδελφό του.

Της έμεινε το μαγαζί  και ο «μάνατζερ».

Πριν προλάβουμε να ξεχειμωνιάσουμε η «σχέση» της κυρίας με τον «μάνατζερ» επισημοποιήθηκε.

Δεν ξέρω γιατί αλλά όταν δεν βλέπω μπροστά μου κατσαρίδες, όταν απλώς σκέφτομαι το  εγκληματικό μου  παρελθόν,  νοιώθω μια συμπάθεια για τα  έντομα αυτά.

Ίσως είναι που γερνάω.

Ίσως πάλι, σκέφτομαι ότι δεν μας άξιζε  μια τέτοια τύχη.

Ούτε στις κατσαρίδες ούτε σε εμάς.

http://www.youtube.com/watch?v=UOauYxtEORA&list=UUEndHtwq5V1bsGC48O52jmA&feature=c4-overview