Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Ο Θαυμαστός κόσμος των κατσαρίδων


Λένε αυτοί που ξέρουν ότι οι κατσαρίδες είναι  οι μόνες που θα επιβιώσουν μετά από έναν πυρηνικό πόλεμο.

Κάτι απροσδιόριστο έχουν που τις προστατεύει από τη ραδιενεργή ακτινοβολία.

Είναι δύσκολο, βέβαια, να φαντασθεί κανείς πως μπορεί να επιβιώσει μόνον ένα είδος πάνω στον πλανήτη.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι τα παλιά χρόνια έβλεπες πολλούς ανθρώπους να τριγυρνούν «ασκόπως» μέχρι αργά στους δρόμους και.. που και πού.. έβλεπες και καμιά κατσαρίδα σκαρφαλωμένη σε κανένα σκουπιδοτενεκέ.

Όσο περνούσαν τα χρόνια λιγόστευαν οι άνθρωποι στους δρόμους . 
Λίγοι περπατούσαν «ασκόπως» . 
Έλεγες : «Κλείστηκαν όλοι μέσα από τώρα;».

Ωστόσο οι κατσαρίδες αυξανόταν και τριγυρνούσαν μέρα νύχτα.

Είναι φορές (σαν και σήμερα , ας πούμε) που περνάνε από το μυαλό μου φοβερά πράματα.

Ο Κόσμος , λέει έχει καταστραφεί ολοσχερώς από έναν πυρηνικό πόλεμο και οι ελάχιστοι άνθρωποι που επέζησαν κατέφυγαν στα υπόγεια καταφύγια . Όλο το ζωικό βασίλειο εξαφανίσθηκε και στους δρόμους των άδειων πόλεων κυκλοφορούν  μόνον κατσαρίδες.

Μια ομάδα επιστημόνων (του υπογείου μου) μου αναθέτει την αποστολή να βγω στην επιφάνεια και να φέρω μια κατσαρίδα  προκειμένου να την εξετάσουν στα εργαστήρια για να μάθουν τον λόγο για τον οποίο είναι αδιαπέραστες από την ραδιενέργεια.

Κατηφορίζω την Πολυχρονίου Κωνσταντά προς το Σαρόκο.

Άδειοι δρόμοι , απόλυτη σιγή , παράθυρα που χάσκουν , μισάνοιχτες πόρτες , σκονισμένα αυτοκίνητα και παντού σμήνη κατσαρίδων που πηγαίνουν και έρχονται βιαστικές.

Αισθάνομαι σαν τον Μπρούς Γουίλις  στον «Στρατό των δώδεκα πιθήκων».

Εγώ , αδίστακτος δολοφόνος κατσαρίδων κάνω συνεχείς ελιγμούς μη τυχόν και πατήσω κατά λάθος καμιά και μου ριχτούνε όλες μαζί.

Στον Ανεμόμυλο κάθομαι στο συνηθισμένο τραπέζι .
Τριγύρω μου κατσαρίδες, στα τραπέζια,  στις καρέκλες, παντού.

Κοιτάω προς την θάλασσα .
Είναι το μόνο μέρος που δεν τις βλέπεις.

«Θα πάρετε κάτι;»

Ταράζομαι.  «Έχουν και οι κατσαρίδες σερβιτόρες;»

Είμαι έτοιμος να πω : «Παρακαλώ μια κατσαρίδα σε αποστειρωμένο βάζο.»

Κρατιέμαι… δεν ξέρω πως θα το πάρει.

Ανηφορίζω τον ΝΑΟΚ.

Κοντοστέκομαι στα μουράγια  για ένα τσιγάρο. 
Τα παταράτσα έχουν απόψε την καθιερωμένη συναυλία του Λεβάντε.

Στο πεντοφάναρο συναντάω τον «μάνατζερ» της προηγούμενης ιστορίας μας.

Είναι βιαστικός και το βλέμμα του, ως συνήθως, ανήσυχο.

Μου χαμογελάει από υποχρέωση.

Δεν τον έχω δει μια στιγμή να έχει ελεύθερο χρόνο. Να κάνει βόλτα με την κυρία στην πλατεία. Να πίνει αμέριμνος έναν καφέ.

Σπούδαζε τόσα χρόνια στην Αγγλία «οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων» αλλά δεν μπόρεσε να προβλέψει την οικονομική κρίση.

Ακόμα και τώρα που τον συντρίβει δεν μπορεί να  καταλάβει από πού του ήρθε.

Διασχίζει ματαίως την Ευγενίου Βουλγάρεως προς την Ανουντσιάτα.

Τον βλέπω να απομακρύνεται και μελαγχολώ.

Τα δύο αδέλφια  του μικρού καφενείου παντρεύτηκαν και έφυγαν από την πόλη.

Η Γυναίκα του ενός είχε κληρονομήσει ένα παλιό λουτρουβιό λίγο έξω από το χωριό και σε μικρή απόσταση από την θάλασσα.

Έβαλαν προσωπική εργασία και με λίγα λεφτά το μετέτρεψαν σε έναν πολύ όμορφο κατοικήσιμο χώρο.

Δυο ευρύχωρα διαμερίσματα στις δύο άκρες και στην μέση έναν τεράστιο κοινό χώρο σαν καθιστικό και σαλόνι.


Βρισκόμαστε καμιά φορά τον χειμώνα .

1 σχόλιο:

mk είπε...

Γεια!
γραφεις ωραια...σε διαβαζω γενικα...τωρα τελευταια ανακαλυψα το μπλογκ τυχαια ψαχνοντας κατι....Δε συμφωνώ με το σκεπτικο σου σε καποια πραγματα αλλα στα περισσοτερα σε καταλαβαινω και δεν ειναι πολυ μακρια ο τροπος σκεψης και αντιληψης απο τον δικο μου...κυριως μ αρεσει το συγγραφικο σου στιλ και πολλες απο τις ιστοριες σου