Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Λουτσία


 Παρακάτω από το σπίτι μου είναι ένα παλιό Βενετσιάνικο χωριάτικο  ερείπιο.

Η συνηθισμένη αρχιτεκτονική της εποχής εκείνης.

Ένα κατώι ,ένας όροφος με μπότζο και εξωτερική πέτρινη σκάλα.

Πριν τον πόλεμο εκεί  κατοικούσε μια οικογένεια νοικοκυραίων με αμπέλια και αρκετές  ελιές.

Ο αφέντης μοίρασε την περιουσία του στα τρία του παιδιά .

Το σπίτι έπρεπε να μοιραστεί σε τρεις οικογένειες .
Μαζί  τα αμπέλια και οι ελιές.

Η εποχή μετά τον πόλεμο ήταν το ίδιο δύσκολη. 
Για μερικούς ήταν ακόμα χειρότερη.

Το σπίτι χωρίστηκε σε τρία κομμάτια  που το καθένα δεν μπορούσε να στεγάσει ούτε έναν σημερινό άνθρωπο.

Ανοίχτηκαν δυό καινούργιες πόρτες και δυό παράθυρα. 
Τα δωμάτια χωρίστηκαν με καλαμένια μοροφίντα και πηλό.

Τα αδέλφια θεωρούσαν όλα ότι αδικήθηκαν στην μοιρασιά.

Δεν μιλούσαν για χρόνια και οι οικογένειες  ζούσαν μεταξύ τους έναν  μακροχρόνιο και αδυσώπητο εμφύλιο πόλεμο.

Οι πρωταγωνιστές αυτού του τρομερού εμφύλιου πέθαναν όλοι .

Τα παιδιά τους  μετανάστευσαν  μέσα στο εξήντα και πλέον δεν ενδιαφέρεται κανείς  (αν υπάρχει κανείς )  για να ξαναμοιράσει το σπίτι στα εννιά.

Οι κυπαρισσένιες κόρδες  της σκεπής δεν άντεξαν και η σκεπή έπεσε.
Αντιστέκονται ακόμα οι πέτρινοι τοίχοι  αλλά, λένε αυτοί που ξέρουν,  ότι κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να  τα βάλει με τον χρόνο.

Κάποια φορά μπήκα μέσα από περιέργεια.  
Μου φαινόταν αδιανόητο ότι έμεναν τόσοι άνθρωποι σε αυτό το σπίτι που όλο μαζί δεν ήταν ούτε πενήντα τετραγωνικά.

Πέρασαν τα χρόνια και στο σπίτι εγκαταστάθηκε  αυθαίρετα η μάνα της Λουτσία.

Εκεί γεννήθηκε η Λουτσία μαζί με τα  πέντε της αδέλφια.

Την ονόμασα έτσι γιατί  ήρθε πεινασμένη και νιαούριζε  έξω από την πόρτα μου μια κρύα νύχτα  του  χειμώνα .

Ήταν τριάντα Δεκεμβρίου και την έβγαλα έτσι γιατί εκείνη την ημέρα τυχαίνει να γιορτάζει μια φίλη  μου που την λένε Λουτσία.

Η Λουτσία ήταν ένα αγρίμι. 
Ήταν αδιανόητο να την πλησιάσεις.  
Τα αδέλφια της ήταν ακόμα χειρότερα.
Το ένα  από αυτά πήγα να το ταΐσω και μου έγδαρε το χέρι.

Είχαν την ατυχία να γεννηθούν σε εποχή κρίσης  και ως γνωστόν η κρίση πλήττει πρώτα από όλα αυτούς που είναι εντελώς ανεύθυνοι και ανυποψίαστοι.

Οι γάτοι της γειτονιάς είναι στα πρόθυρα της λιμοκτονίας.
Οι σκύλοι αντέχουν ακόμα λίγο.

Για κάποιο λόγο  που η επιστήμη δεν μπορεί ακόμα να εξηγήσει επαρκώς , η Λουτσία  ήταν λίγο λιγότερο άγρια από τα αδέλφια της .

Τις δίνω κάτι τις  και , αν δεν απομακρυνθώ,  δεν πλησιάζει να φάει.

Γύρευε πόσες κλωτσιές έφαγε από τους ανθρώπους  πόσες επιθέσεις άντεξε από τους σκύλους του χωριού και πόσες φορές απέφυγε τις ρόδες των διερχομένων  αυτοκινήτων.

Η Επαφή έγινε βήμα-βήμα και  χρειάστηκε πολύ επιμονή.

Η Λουτσία τώρα έρχεται και τρίβεται στα πόδια μου.
Κάθεται στο διπλανό σκαμπό και κοιμάται ήσυχα.
Θα γυρίσει στο πατρικό της αργά το βράδυ.

Ο Νικολάκης από απέναντι με κοιτάζει κατάπληκτος.

«Πως  έγινε και σε πλησίασε αυτό το αγρίμι;»

Ο Νικολάκης   είναι  ένας ήρεμος αγρότης και παλιός  μουσικός.
Μαζί με τον πατέρα μου έπαιζαν στα πανηγύρια.
Ο Νικολάκης ακορντεόν και ο πατέρας μου βιολί.
Θυμάμαι ένα παλιό τραγούδι που έλεγαν στην αυθεντική του μορφή.
Μιλούσε για το φημισμένο πανηγύρι της Υπαπαντής  στους Καστελάνους Μέσης.

«Εγώ παπούτσια δεν έχω Στην Παπαντή  να πάω
Ο Φτύμιος μους νάναι καλά κι’απ’ άλλο χρόνο πάω

Και το κερί που σού ταξα παρθένα Παναγιά μου
Θα σου το φέρω άλλη φορά  για νάχω την υγειά μου

Καλότυχοι καλόμοιροι όπου έχουνε και τρώνε
Και  γω σπέζα δεν έφαγα μέσα από τσου Φωτώνε.

«Δεν ξέρω Νικολάκη  μου … τι να σου πω….  Μερικοί λένε ότι  είναι τα γονίδια …άλλο γεννιέται πιο άγριο και άλλο πιο ήμερο»

«Αυτό λες  νάναι;»

« Και αυτό μπορεί να  είναι.»

«Το κυριότερο όμως είναι ότι  μέσα  μας πολεμάνε δυό λύκοι .

Στο τέλος θα νικήσει εκείνος που ταΐσαμε.»

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Διαβάζοντας την ανάρτηση θυμήθηκα ένα ποίημα του Νίκου Δήμου (μεγάλος γατόφιλος, άσχετα με τις άλλες ανοησίες του), το οποίο και παραθέτω.

Σήκωνες το χέρι
και εξαφανιζόταν.

(Όχι πως πλησίαζε ποτέ
αλλά κι από την απόσταση επιφυλακής
εξαφανιζόταν. Γινόταν αόρατος).

Για τον Ασπρούλη
το απλωμένο χέρι
ήταν απειλή.

Το απλωμένο χέρι.

Τώρα είναι πρόσκληση για χάδι.
Είναι κίνηση καθησυχαστική,
σύμβολο ειρήνης.

Απλώνεις το χέρι
κι έρχεται αμέσως
να χαϊδευτεί.

Το απλωμένο χέρι.

Με κάνει να έχω ελπίδες
για το (απώτερο) μέλλον
του Ανθρώπου.

TALIBAN

akrat είπε...

καλημέρα

να πω ότι μου άρεσε??

φυσικά θα το πω..

Σταμάτης Κυριάκης είπε...

χαιρετώ και ευχαριστώ