Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Γκρασέτης Μικέλης του ποτέ Κωσταντή


 Κανείς δεν μίλησε για αυτόν.

Σαν αν μην υπήρξε.

Οι ιστορία  πάντα  φρόντιζε, εκτός των άλλων, να ξοδεύει πολλές ώρες στον καθρέφτη για να σβήνει  τα ενοχλητικά σημάδια στο πρόσωπο  της.

Ίσα που αναφέρεται κάπου το όνομά του.

«Γκρασέτης : Άθεος Κερκυραίος, πιθανότατα Ενετικής καταγωγής, συνεργάτης των άθεων Γάλλων τρομοκρατών στην Κέρκυρα του 1797».

Έτσι λοιπόν , από ανάγκη, γράφω.

Ο Μικέλης σε ηλικία περίπου πέντε χρονών μεταφέρθηκε μισοπεθαμένος από την πείνα στο «Πρεβαντόριο».

Τον βρήκαν στο δρόμο.

Κανείς δεν ήξερε ποιανού ήταν.

Εφτά χρονώ τον υιοθέτησε ένας μάστορας, σπουδαίος καλλιτέχνης,  μαραγκός από την Πόρτα Ρεμούντα.

Λεγόταν Γκρασέτης Κωνσταντής και ήταν παντρεμένος με την Μαριέττα. Δεν κατάφεραν να αποκτήσουν παιδιά.

Όπου βλέπω παλιά έπιπλα που μου αρέσουν σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι έργα του Κωσταντή.

Έτσι, η τύχη του μικρού Μικέλη άλλαξε και βρέθηκε σε σπίτι με φαγητό ρούχα και δάσκαλο.

Μερικές φορές πηγαίνανε και σε ένα γνωστό φιλικό σπίτι που, άλλοτε στον κήπο και άλλοτε στο  σαλόνι  είχανε κρυφά παράσταση όπερας.

Οι δικοί του τον όρκιζαν να μην το πει πουθενά.

Έμαθε τη δουλειά του πατέρα του και ήταν από τους ελάχιστους νέους της εποχής που ήξερε γράμματα.

Γνώρισε την Μαρούσα έξω από το Άγιο Φραγκίσκο. Οι Γάλλοι τον είχαν μετατρέψει στο πρώτο δημόσιο σχολείο με δικαίωμα στην μάθηση και των κοριτσιών. Είχαν και συσσίτιο καθημερινά.

Η Μαρούσα Απαλίρα του Ανδρίολου ήταν από τις ελάχιστες κοπέλες που πήγαν στο σχολείο. Θάταν τότε εικοσιπέντε χρονών. Ήταν τσιγγάνα από το Μαντούκι, μαυριδερή με μεγάλες Βεργέτες στα αυτιά και πολύχρωμο μακρύ φόρεμα. Την λέγανε «μόρα» εξαιτίας του χρώματος της.

Εκείνο τον καιρό ο Μικέλης είχε καταταγεί στο σώμα λαϊκής πολιτοφυλακής , που είχε οργανωθεί από τους Γάλλους Δημοκρατικούς,  σε ηλικία  κοντά στα τριάντα.

Ο Πατέρας της Μαρούσας , Ανδρίολος Απαλίρας του Μπαρτόλου,   ήταν ένας πανύψηλος τσιγγάνος. Οι προγόνοι του είχαν έρθει από την Ισπανία. Σκότωσε έναν Μαντουκιώτη ψαρά για μια παρεξήγηση σε ένα πανηγύρι. Είπαν ότι ο ψαράς, στο χορό, είχε σηκώσει με το πόδι του το φουστάνι της γυναίκας του Ανδρίολου.

Τέτοια ντροπή δεν μπορούσε να μείνει αναπάντητη.

Μετά από αυτό ο Ανδρίολος χάθηκε από προσώπου γης . Είπανε ότι πέρασε με βάρκα από την Μπινίτσα στην Πάργα και δεν τόνε ξανάδε ποτέ κανείς.

Η Μαρούσα έγινε μέλος του δημοτικού συμβουλίου. Ήταν η πρώτη γυναίκα και η πρώτη τσιγγάνα που έγινε μέλος του πρώτου δημοτικού συμβουλίου.

Το δημοτικό συμβούλιο ήταν όλοι βιοτέχνες, μαστόροι , εργάτες και χωριάτες.

Ήταν επίσης και οβραίοι  που οι παπάδες και οι αριστοκράτες δεν θελαν ούτε να τους βλέπουν.

Τότε άρχισε στα σοβαρά ο πόλεμος.

Η αριστοκρατία οργάνωσε δολοφονίες και  δολιοφθορές. Τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου ήταν ο πρώτος στόχος.

Στα 1798  καταργείται το δημοτικό συμβούλιο και στην θέση του ορίζεται επαναστατική επιτροπή με έδρα το Σαν Τζιάκομο , που μέχρι τότε ήταν η Λέσχη των ευγενών, δηλαδή το ιερότερο κτήριο της αριστοκρατίας στην πόλη.

Ο Μικέλης Γκρασέτης του Κωσταντή γίνεται  πρόεδρος του επαναστατικού συμβουλίου.

Με την πρώτη του απόφαση το επαναστατικό συμβούλιο  κατάσχει όλα τα χρεόγραφα και τις υποθήκες σπιτιών και χωραφιών που κατείχαν οι μεγαλύτερες οικογένειες του νησιού και τα καίει δημοσίως στην πλατεία, στην θέση του σημερινού πεντοφάναρου.

Συλλαμβάνονται τα μέλη των πιο μισητών οικογενειών της αριστοκρατίας . Πολλούς τους κρέμασαν κάτω από τα βόλτα,  τσι κάρτε Λάκουες.  Άλλους του έστειλαν στα χωριά σαν εργάτες γης.

Η Λαϊκή πολιτοφυλακή και οι Γάλλοι στρατιώτες  είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν τον στόλο του Ρώσου Ναυάρχου Ουζάκωφ  και των Τούρκων συμμάχων του που έσπευσαν να αποκαταστήσουν την τάξη και να πατάξουν την «αναρχία».

Έξι μήνες τους πολιορκούσαν στο παλιό φρούριο.

Η συμφωνία που υπογράφηκε τελικά , προέβλεπε την διαφυγή των πολιορκημένων με Γαλλικά πλοία.

Στην διάρκεια της πολιορκίας οι άνθρωποι των ευγενών,  δολοφόνησαν τον πατέρα και την μάνα του Μικέλη Γκρασέτη καθώς και πολλούς συγγενείς των πολιορκημένων που δεν μπόρεσαν να διαφύγουν.

Ο Μικέλης και η Μαρούσα έφυγαν . Μάλλον πήγαν σε κάποια πόλη της βόρειας Ιταλίας. Άλλοι λένε ότι  υπάρχουν ίχνη της οικογένειάς τους σε διάφορες πόλεις  των ακτών της Αδριατικής.

Κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν.

ΥΓ. Έγραψα αυτά τα λίγα γνωστά για το Μικέλη Γκρασέτη και την Μαρούσα Απαλίρα  από ανάγκη.
Είχαμε κανονίσει με έναν φίλο να γράψουμε κάτι σε ένα περιοδικό.
Αποχωριστήκαμε ξαφνικά και έμεινε στη μέση η προσπάθεια.
Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει η δική μου γενιά αλλά , νομίζω ότι χρειάζεται να γίνει ένα μνημείο  ονομάτων.
Όχι τίποτα μεγαλειώδες.
Μια μαρμάρινη πλάκα με τα ονόματα αυτών των «φοβερών τρομοκρατών».
Να γράφει: «Μαρούσα Απαλίρα» ,«Μικέλης Γκρασέτης» και να ακολουθούν οι υπόλοιποι.

Να την τοποθετήσουμε στο Πεντοφάναρο.

6 σχόλια:

Σοφία είπε...

Μπράβο.
Απίθανη ιστορία.
Από που διασώθηκε?

Σταμάτης Κυριάκης είπε...

Σοφια
Ένας φίλος μου που έχει πεθάνει είχε μαζέψει υλικό που δεν έχει δημοσιευθεί πουθενά. Υπάρχουν στοιχεία απο παλιά βιβλία της αναγνωστικής εταιρείας κέρκυρας και του Ιστορικού Αρχείου Κέρκυρας. Είχαμε κανονίσει να δημοσιεύσουμε κάτι σε ένα περιοδικό αλλά πέθανε σε ηλικία 43 ετών και η προαπάθεια έμεινε στη μέση . Έγραψα λίγα εγώ απο όσα συζητούσαμε. Όταν αποκτήσουμε πρόσβαση στο αρχείο του θα κάνω και κάτι καθαρά ιστορικό. Χαιρετώ.

Μαρίτσα είπε...

Πολύ καλό!
Ήθελα λίγα περισσότερα στοιχεία για την πολιορκία και τα σχετικά αυτής (στα πλαίσια του περιεχομένου της συγκεκριμένης αφήγησης)...επίσης ήθελα να φύγουν όλες οι στήλες και οι προτομές των παλιόμουτρων και να αντικατασταθούν από αυτήν, από το άγαλμα της πλύστρας και άλλα που θα μνημονεύουν σημαντικούς ανθρώπους.

Σταμάτης Κυριάκης είπε...

Για την πολιορκία δεν ξέρουμε πολλά.
Ξέρουμε ότι κράτησε έξι μήνες, ότι μαζί με τους Γάλλους πολέμησε η λαϊκή πολιτοφυλακή και πολλοί άλλοι.
Ότι στην διάρκειά της οι έμπιστοι των ευγενών δολοφόνησαν αρκετά μέλη οικογενειών των πολιορκημένων. Επίσης υπάρχουν στοιχεία που μαρτυρούν ότι στα Καρτέρια υπήρχε ένα φυλάκιο Τούρκικο και έλεγχε αυτούς που έμπαιναν στην πόλη. Εκεί οι Τούρκοι φρουροί (σύμμαχοι του Ουζάκωφ) σκότωσαν ένα νεαρό χωριάτη και βίασαν την γυναίκα του. Ξεσηκώθηκε κόσμος και σκότωσε όλους τους φρουρούς του φυλακίου και επιτέθηκαν σε Τούρκους που κυκλοφορούσαν στην Πόλη. Αυτό ανάγκασε τον Ουζακώφ να απαγορεύσει την κυκλοφορία των Τούρκων στρατιωτών στην Πόλη και να τους περιορίσει σε μια αποθήκη εκεί που είναι τώρα τα παλιά σφαγεία (στο εμπορικό).

agapitos είπε...

Σταματη καλημερα, θελουμε κι΄αλλες ιστοριες, οι δικες σου ηταν η καθημερινη πρεζα, εχω πεσει σε στερητικο συνδρομο, μου λειπει το χιουμορ σου.

Σταμάτης Κυριάκης είπε...

Χαιρετώ Αγαπητέ. Ετοιμάζω μια ιστορία για την πρέζα και αν μου βγεί καλή θα την δημοσιεύσω. :)