Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Τα Τζαντζαμίνια της Ζακύνθου




Υπήρχε πριν από χρόνια ένα καραβάκι που έκανε την διαδρομή Κέρκυρα-Παξοί-Πάργα-Πρέβεζα-Λευκάδα-Κεφαλονιά-Πάτρα-Ζάκυνθος και ξανά πίσω.

Λόγω μεγέθους ταξίδευε κόστα-κόστα και μετέφερε επιβάτες και εμπορεύματα.

Γύρευε πόσο καιρό έκανε το κάθε ταξίδι.

Το λέγανε «Λουτσίντα».

Οι παλιοί Κερκυραίοι όταν θέλανε να σχολιάσουν κάποια που κουνιόταν έλεγαν: «Αυτή κουνιέται σαν την Λουτσίντα».

Πράγματι,  λένε ότι το καραβάκι σου έβγαζε τα άντερα ειδικά όταν πέρναγε από την Λευκίμμη στους Παξούς.

Λίγο πριν και λίγο μετά τον πόλεμο η Λουτσίντα ήταν το μόνο μέσο επικοινωνίας των Επτανησίων.

Μετά καταργήθηκε και αυτό με αποτέλεσμα οι Επτανήσιοι να μην συναντώνται σχεδόν καθόλου.

Μολονότι έχουμε τον ίδιο προαιώνιο πολιτισμό. Τρώμε τα ίδια φαγητά. Μιλάμε την ίδια γλώσσα. Τραγουδάμε τα ίδια τραγούδια και ζούμε λίγα μίλια ο ένας από τον άλλο δεν γνωριζόμαστε καν.

Όταν οι άλλοι ήταν 400 χρόνια υπό τον «Τούρκικο ζυγό» , εμείς οι Επτανήσιοι ήμασταν 400 χρόνια “sotto controllo Veneziano “ .
Φυσικό είναι να έχουμε άλλες επιρροές που ακόμα είναι ζωντανές .

Τον Μάιο , λένε, θα ζωντανέψει ξανά η «Λουτσίντα» .
Ένα νέο πλοίο θα συνεχίσει το έργο της.
Λέω να είμαι από τους πρώτους επιβάτες του.
Θα χουνε μπει και οι ζέστες και την ώρα που οι άλλοι θα ψήνονται εγώ θα είμαι ξάπλα στο κατάστρωμα με απλωμένα χέρια και πόδια σαν τον «Κεφάλα» στην Κανιζέλα.

Η Αύρα θα χαϊδεύει το ηλιοκαμένο και ταλαιπωρημένο κορμάκι  μου και η  αισθησιακή φωνή της τριτοετούς φοιτήτριας του τμήματος  Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου που κάνει εκπομπή στον τοπικό ραδιοφωνικό  σταθμό θα με σαγηνεύει.

Θεός!

Είχα την ατυχία να συναντήσω την εν λόγω φοιτήτρια μια μέρα που βρέθηκα στον ραδιοφωνικό σταθμό για δουλειά .

Λέω την «ατυχία» διότι ακούγοντας την στο ραδιόφωνο φανταζόμουν άλλα.
Τελικά  δεν ήταν παρά μια νευρικιά , δύστροπη, παχουλή και ατημέλητη κοπέλα με σπυριά  που την έσερνε ένας μαντρόσκυλος .

Κρατούσε πάντα στο χέρι της μια νάιλον σακούλα για να μαζεύει τα σκατά του μαντρόσκυλου.

Έσκυβε με χάρη. Τα τύλιγε προσεκτικά και τα  έριχνε στον πρώτο σκουπιδοτενεκέ.

Καλύτερα ήταν τότε που γνώριζα μόνο την φωνούλα της να κάνει σχόλια για την κίνηση και τον καιρό ανάμεσα σε έντεχνα ανατολίτικα τραγουδάκια.

Τι να κάνουμε; Έτσι είναι ο κόσμος.

Μια φορά είχα γνωρίσει μια σεμνότυφη νοικοκυρά με αρχές που έγραφε μυθιστορήματα γεμάτα πάθος στα όρια του πορνό.

Ξαναγυρνάμε άρον-άρον στο κατάστρωμα του πλοίου της γραμμής.

Ενώ, λοιπόν, θα απολαμβάνω το ταξίδι προς Τζάντε το μυαλό μου που και πού θα φεύγει προς την Λουτσίντα.

Τη Γάτα μου την βρήκα νήπιο πατημένη από την κοιλιά και πίσω από κάποιο μηχανάκι μάλλον.

Μου πόνεσε έτσι που με κοίταγε παρακλητικά στα μάτια και την έβαλα στο αποθηκάκι με γάλα νερό και στρωσίδια.

Ο Γιατρός απεφάνθη ότι «εάν ενεργηθεί εντός δύο ημερών μάλλον την έχει σκαπουλάρει».

Μέσα σε δύο εβδομάδες  το γατί ανέβαινε από το παντελόνι μου στον ώμο και κοίταγε με περιέργεια τις δουλείες που έκανα στο εργαστήριο μου.

Μόλις ξεθάρρεψε ανέβαινε στο κεφάλι μου και έπαιρνε και το σουρούπι της.

Την έβγαλα Λουτσίντα  γιατί  όταν την βρήκα κούτσαινε σαν την Λουτσίντα της πλατείας.

Αργότερα βρήκε και γκόμενο.

Ο «Κεφάλας» είναι ένας βρωμερός γάτος της γειτονιάς που την γλυκοκοιτάζει.

Έχει χοντρό λαιμό , μεγάλο κεφάλι και κοιμάται ανάσκελα στην Κανιζέλα τα καλοκαίρια με απλωμένα τα χέρια και τα πόδια αδιαφορώντας προκλητικά για  την κατάσταση της οικονομίας .

Με αυτά τα ιντερέσα στο μυαλό μου, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου , θα κατηφορίζω το Ιόνιο.

Ώσπου θα με ξυπνήσουν οι ευωδιές από τα Τζαντζαμίνια της Ζακύνθου.

Δεν πιστεύω να ζητάω πολλά;
..

Δεν υπάρχουν σχόλια: