Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

Η Μπουγάδα της Σάντα Λουτσία




Τέτοιες μέρες, τον σκληρό χειμώνα του 2012, με κάλεσαν να αντικαταστήσω τις σκουριασμένες τροχαλίες από τις απλώτριες  της Σιόρας Λουτσίας και του  κυρίου Δημήτρη.
Τα διώροφα σπίτια τους στο Καμπιέλο βρίσκονται το ένα ακριβώς απέναντι από το άλλο .
Τυπικά σπίτια της γραφικής αυτής συνοικίας που υποβάλλονται κάθε χρόνο  στο μαρτύριο της υγρασίας και της φωτογράφισης από ανέμελους τουρίστες.
Εντυπωσιάζονται  περισσότερο από την μοναδική ανά τον κόσμο  πατέντα του απλώματος των ρούχων από  τον ένα τοίχο στον άλλον.
Οι μόνοι που ενοχλούνται είναι οι περαστικοί Κερκυραίοι όταν τα ρούχα δεν έχουν στυφτεί καλά και στάζουν στο κεφάλι τους.
Εκτοξεύουν διάφορες αυτοσχέδιες βρισιές και κατάρες  προς τις ουράνιες απλώτριες και συνεχίζουν μουρμουρίζοντας.
Εκείνο που ελάχιστοι γνωρίζουν είναι ότι ανάμεσα στις οικογένειες των δύο σπιτιών  υπάρχει πάντα μια άτυπη ανακωχή και αποχή από παντός είδους αψιμαχίες.
Οι τσακωμοί γίνονται συνήθως με τους παρακάτω και τους παραδίπλα .
Ποτέ με τους απέναντι.
Ένας τσακωμός με τους απέναντι μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες καταστάσεις μέχρι του σημείου να κόψει ο ένας το σχοινί του αλλουνού και να βρωμέψουν ολόκληρες οικογένειες.
Ο Κύριος Δημήτρης  ζούσε με την γυναίκα του λόγω του ότι «τα παιδιά είχαν πάρει το δρόμο τους».
Η γυναίκα του κυρίου Δημήτρη , λέγανε ότι έβγαινε σπάνια από το σπίτι.
Αντιθέτως, εντός του σπιτιού περπατούσε ασταμάτητα.
Περπατούσε αμίλητη σαν ξωτικό με πολύ μικρά βήματα που σου έδιναν την εντύπωση ότι τσουλούσε στα πατώματα πάνω σε αόρατα ροδάκια.
Σπάνια καθόταν σε καρέκλα . Πήγαινε από δωμάτιο σε δωμάτιο και ανεβοκατέβαινε τις  ξύλινες σκάλες για ασήμαντους λόγους.
Κάποτε  αρρώστησε και συνέχισε τα βιάτζα στους διαδρόμους του νοσοκομείου κρατώντας το στάντ με τους ορούς.
Κάποια στιγμή σταμάτησε σαν εκείνα τα παιδικά παιχνίδια που τους τελειώνει η μπαταρία η που εξαντλείται το ελατήριο.   
Έτσι έμεινε μόνος ο κύριος Δημήτρης.
Πριν περάσει ένας χρόνος πέθανε και ο άντρας της κυρίας Λουτσίας απέναντι.
Ούτε αυτόν τον γνώρισα.
Λέγανε  ότι ήταν μονίμως μεθυσμένος και το σπίτι «το κράταγε η Λουτσία».
Μετά την περίοδο των θρήνων επήλθε η καθιερωμένη προσωρινή ηρεμία στο καντούνι του Καμπιέλου.
Ώσπου ήρθε η ώρα, όπως πάντα,  των ανακαινίσεων.
Πρώτη προτεραιότητα είχαν οι σκουριασμένες τροχαλίες από τις απλώτριες.
Με ρώτησαν πόσα χρόνια θα αντέξουν οι καινούργιες.
Τους απάντησα ότι οι καινούργιες είναι ανοξείδωτες και λογικά θα πρέπει να αντέξουν πολύ περισσότερο από τις παλιές που ήταν από απλό σίδερο και άντεξαν διακόσια χρόνια .
«Δεν ημπορώ να σας δώσω και γραπτή εγγύηση  αλλά αν σας χαλάσουν ελάτε να με βρείτε. Θα βρίσκομαι στον παράδεισο τρίτο παγκάκι δεξιά όπως μπαίνετε».  
Γελάσαμε με το υπαρξιακό υπονοούμενο και βάλαμε μπροστά την εργολαβία.
Το σπίτι του κυρίου Δημήτρη πλέον είχε προσαρμοστεί στην νέα εργένικη  περίοδο της ζωής του.
Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι κουάδρα εντελώς άσχετα μεταξύ τους.
Περισσότερο έμοιαζαν με κολάζ διαφόρων σημαντικών για αυτόν στιγμών του βίου του.
Σε περίοπτη θέση στο σαλόνι ήταν  σε πολυτελές κουάδρο μια παλιά φωτογραφία «του Βασιλέως»  στο Λιστόν που χάιδευε το κεφάλι  του κυρίου Δημήτρη  όταν αυτός  φορούσε ακόμα κοντά παντελονάκια.
«Ο Βασιλεύς» , για τον πατέρα του κυρίου Δημήτρη,  δεν ήτο πολιτική επιλογή.  «Ήτο κάτι υπεράνω των πολιτικών παθών».
Ακριβώς δίπλα ..ο Στάλιν βλοσυρός.
Απέναντι σε εξίσου περίοπτη θέση ένα πολυτελές κουάδρο  όπου εντός υπήρχε ένα κιτρινισμένο απόκομμα του «Ριζοσπάστη» του 1977  κομμένο έτσι που δεν εστίαζε πουθενά.
Ρωτώντας έμαθα ότι επρόκειτο για ένα φύλλο που του επούλησε μια νεαρά  Κνίτισα  για την οποία τον κατέτρωγε ένας ανομολόγητος έρωτας , ώσπου αυτή παντρεύτηκε ένα δικηγόρο,  εγκατέλειψε την επανάσταση και έγινε ταμίας σε μια φιλανθρωπική  οργάνωση της μασονικής στοάς.
Να μη σας τα πολυλογώ, στους τοίχους του σπιτιού του κυρίου Δημήτρη έβρισκες κρεμασμένα  αμέτρητα μικρά αποσπάσματα από την πολυτάραχη ζωή του.
Εκεί που υπήρχε το πρόβλημα ήταν στα τραπέζια και στο κρεβάτι του.
Εκεί επάνω υπήρχαν τα πάντα. Κουτιά από πίτσες μισοφαγωμένες, φλιτζάνια με απολιθωμένα  κατακάθια καφέ, κουτιά με κουβαρίστρες και βελόνες, τα άπαντα του Διονυσίου Σολωμού, ένα ηλεκτρικό σίδερο, ένα κουτί με βίδες και κατσαβίδια, η «Καθημερινή της Κυριακής», πινέζες, δίσκοι βινυλίου, ένα φωτιστικό προς επισκευή, μια μυγοσκοτώστρα και χιλιάδες άλλα μικροαντικείμενα που συνέθεταν ένα απίστευτο χάος.
Παρόλα αυτά , όταν ο κύριος Δημήτρης έβγαινε έξω ήταν ντυμένος στην τρίχα. Κουστούμι καλοσιδερωμένο, γυαλιά , καπέλο ,μαντηλάκι στο πέτο και δυό φύλλα χαρτί κουζίνας στην τσέπη του σακακιού  μην χρειαστεί να φυσήξει διακριτικά την μύτη του.

Η Σιόρα Λουτσία ήταν η απέναντι πλευρά του κόσμου.
Τα πάντα μέσα στο σπίτι της ήταν τακτοποιημένα και ξεσκονισμένα σε τέτοιο βαθμό που ένοιωθες ενοχές που ανάσαινες.
Έβλεπες ότι τίποτα δεν βρισκόταν τυχαία κάπου.  Τάξη σε τέτοιο βαθμό που σου προκαλούσε άγχος.
Μουφτιαξε καφέ σε μια παλιά και κατακάθαρη κούκουμα.
Πρόσεχα  μην λερώσω το φλιτζάνι με τα χείλι μου.
Πολύ το εκτίμησε.
Τόσο που μου αποκάλυψε ένα «μυστικό» τόσο κρυφό που τόξερανε οι πάντες μέχρι τον Άι Νικόλα τον Ντεβέκια και παρακάτω.
«Κάθε 13 Δεκέμβρη, στην γιορτή της Σάντα Λουτσία, κάποιος αφήνει  μια ανθοδέσμη  κρυφά στην πόρτα»  
Όταν τελείωσα με την τοποθέτηση της ανοξείδωτης  τροχαλίας ήταν για την Σιόρα Λουτσία σαν να ξαναγεννήθηκε.
Βάλθηκε να απλώσει αμέσως την μπουγάδα της.
Τα σεντόνια όλα στην σειρά σε ακριβείς αποστάσεις.
Αμέσως μετά οι «γκιλότες»  ανα χρώμα.
Ακολουθούσαν οι πετσέτες ζυγισμένες ακριβώς.
Τέλος οι μαξιλαροθήκες τόσο ατσαλάκωτες που νόμιζες ότι  προηγουμένως τις είχε σιδερώσει.
Στο διπλανό σχοινί η μπουγάδα του κυρίου Δημήτρη.
Λες και πέταγε τα ρούχα από μακριά.
Τούχανε τελειώσει και τα μανταλάκια και έδενε τα ποκάμισα από τα μανίκια.
Χάος.
Μάζεψα τα εργαλεία μου να φύγω.
Βγήκα στο  καντούνι .
Από απέναντι βγήκε και ο κύριος Δημήτρης κουστουμαρισμένος για την βόλτα του.
Κοντοστάθηκε και κοίταζε εκστασιασμένος την μπουγάδα της Σιόρα Λουτσία.

«Κυρία Λουτσία μου.
Αυτό δεν  είναι  μπουγάδα.
Αυτό είναι ποίημα!»

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

Con panna



Όλα ξεκίνησαν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια .
Μόλις είχα κατεβεί από το τραίνο της γραμμής μετά από δύο ώρες ταξίδι.
Πήγα στο καφενείο απέναντι και παρήγγειλα έναν καπουτσίνο.
“Con panna?”  με ρώτησε η σερβιτόρα.
Έμεινα κατάπληκτος να την κοιτάω με ανοιχτό το στόμα. . Σε μια στιγμή γύρισα πίσω δεκαετίες.
Θυμήθηκα την μάνα μου όταν ήμουν μικρός. Μου έβραζε το  φρέσκο γάλα και στην επιφάνεια σχηματιζόταν μια άσπρη πέτσα που την σιχαινόμουνα αφάνταστα και την έβγαζα.
«Φάε Σταμάτη μου την πάνα σου που έχει όλες τσι ουσίες» μούλεγε.
Νόμιζα ότι την λέγανε «πάνα» επειδή ήταν σαν πανί πάνω από το γάλα.
Αργότερα μου χαρίσανε έναν παλιό υπολογιστή της ύστερης νεολιθικής εποχής και βάλθηκα να μάθω να πληκτρολογώ. Η πρώτη λέξη που έγραψα ήταν «Πάνα» . Έγραψα και την ετυμολογία και την πιθανή της προέλευση.
Αυτό ήταν .
Με βόλευε να γράφω λέξεις από το λεξιλόγιο μας διότι τις είχα πρόχειρες στο μυαλό μου.
Σε μια εβδομάδα είχα γράψει καμιά εκατοστή λέξεις.
Τις κοίταγα και τις ξανακοίταγα.  Μεγάλο κατόρθωμα. Είχα μάθει κουτσά στραβά να πληκτρολογώ. Αργά μεν αλλά όλο το μέλλον ήταν μπροστά μου.
Έστυβα το μυαλό μου. Θυμόμουν την νόνα μου τη Βανθία.  Όταν έμπαινε ο πάππους μου στην κουζίνα και τολμούσε να ρωτήσει «τι φαί έχουμε σήμερις;» η νόνα μου κοίταζε εμάς και έλεγε ειρωνικά: «Ορίστε ήρθε για λεζάμινα ο τενέντες!»
Τότε διασκέδαζα με τα αυτά τα ακατανόητα λόγια.
 Πέρασαν χρόνια πολλά και ήρθε ο καιρός να τα αποκρυπτογραφήσω.
“Esamina”  ήταν η ανάκριση και “Tenente”  ήταν ο Ανθυπολοχαγός.
Πόσους αιώνες αυτές οι λέξεις ταξίδεψαν από στόμα σε στόμα για να φτάσουν στα αυτιά μου! Ένοιωθα  δέος.
Όσο μεγάλωνε το θησαυροφυλάκιο των λέξεων μου τόσο μου έμπαινε η ιδέα να το κάνω λεξικό.
Με βοήθησαν πολλοί γνωστοί και άγνωστοι.
Μοίραζα  ένα φύλλο χαρτί σε καφενεία χωριών και ζητούσα να μου γράψουν παράξενες λέξεις.
Πέρναγα μετά από μέρες από τα καφενεία και εύρισκα ολόκληρα πακέτα με εκατοντάδες λέξεις.
Εκείνοι που βοήθησαν περισσότερο ήταν ένας ονόματι Giuseppe Boerio που είχε γράψει ένα «Ενετοιταλικό λεξικό»  που τυπώθηκε το 1856 .
Ο τύπος ήταν δικαστικός  της «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας» και μόλις άλλαξε το καθεστώς και ήρθαν οι Γάλλοι δημοκρατικοί συνέχισε την ίδια δουλειά στην υπηρεσία τους. Λογικά πρέπει να ήταν μεγάλο κάθαρμα.
Ευτυχώς άφησε πίσω του το λεξικό που με βοήθησε πολύ.
Ένας άλλος τύπος ήταν ο Μάρκος Μπότσαρης (του Σουλίου)  που έγραψε το «Λεξικό της Ρομαϊκοίς και Αρβανιτικοίς Απλής».
Υποψιάζομαι ότι και αυτός ήταν εξίσου κάθαρμα με τον προηγούμενο αλλά αυτό είναι δευτερεύον.
Κάποια στιγμή έμαθα να πληκτρολογώ καλά αλλά πλέον είχα καινούργια ιντερέσα.
Έγινα συλλέκτης λέξεων από όλη την περιοχή.
Μιλάμε για χιλιάδες λέξεις που κάθε μια της συνδέεται και με μια μικρή περιπέτεια μου για την εξιχνίαση της.
Μια φορά , θυμάμαι, βρέθηκα στην Αγκόνα , στα καΐκια, να περπατάω δίπλα στα μουράγια.
Βλέπω μια πύλη ενός κτηρίου που ήταν χτισμένο πάνω σε ένα βράχο μέσα στην θάλασσα.
Πάνω από την πύλη έγραφε “Lazaretto” . Σκέφτηκα το νησάκι μας  απέναντι από την πόλη που γινόταν οι εκτελέσεις των ανταρτών του Δημοκρατικού στρατού «Eίχαν  και  εδώ Λαζαρέτο;»
Τα βιβλία της ιστορίας θεωρούσαν ότι το Λαζαρέτο ήταν λοιμοκαθαρτήριο την εποχή της Ενετοκρατίας και πήρε το όνομά του από ένα μοναστήρι που βρισκόταν σε ένα νησάκι της Βενετίας και το οποίο λεγόταν ‘Monastero Santa Maria di Nazareth” . Το Λαζαρέτο , λοιπόν δεν ήταν παρά μια παράφραση του Ναζαρέθ.
Μερικές μέρες αργότερα βρέθηκα σε ένα μικρό ξενοδοχείο στην Ραβέννα.
Κατέβηκα στο μπάρ να πιω ένα ποτό.
Έξω έκανε κρύο και έριχνε χιονόνερο.
Παρήγγειλα ένα κονιάκ .
Δεν είχε.
Μου έφερε μια γκράπα με μεζέ προσούτο και παρμεζάνο.
«Αν σου φέρουν τέτοιο μεζέ στον Βόλο καλείς την αστυνομία» σκέφτηκα .
Του είπα ότι θέλω να πάω στην Βενετία στο ιστορικό αρχείο.
Με απέτρεψε .
«Κάνει κρύο και η Βενετία είναι πλημμυρισμένη. Θα ταλαιπωρηθείς και δεν υπάρχει και λόγος».
Έψαξε στον υπολογιστή του . Όλα τα αρχεία ήταν ψηφιοποιημένα.
Μπορούσα να βρω τα πάντα πίνοντας γκράπα στην ζεστασιά μου και κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο τις αραιές νιφάδες του χιονιού.
Μέχρι το 1100 μχ, λοιπόν πράγματι υπήρχε ένα “monastero Santa Maria di Nazareth” πάνω σε ένα νησάκι.
Τότε , λοιπόν,  κάποιος Conte Lazaro χρηματοδότησε την εκκλησία προκειμένου να το μετατρέψει σε λοιμοκαθαρτήριο.
Πενήντα χρόνια αργότερα, το 1150 μχ, σε μια τελετή στην μνήμη του Conte Lazaro μετονόμασαν το μοναστήρι- νοσοκομείο σε “Monastero di San Lazaro”.
Οι ντόπιοι το έλεγαν χαϊδευτικά Λαζαρέτο  και η «Γαληνοτάτη» έφτιαχνε «Λαζαρέτα» σε κάθε σημείο της επικρατείας της.
Τελείωσα και την δεύτερη γκράπα μου και μισοζαλισμένος πήγα  για ύπνο.
Η περιπέτειες των λέξεων δεν είχαν τελειωμό.
Έκανα ένα σωρό λάθη που ακόμα τα διορθώνω .
Όσο τα διορθώνω τόσο ανακαλύπτω και άλλα.
Νόμιζα ότι ήμουν ο μόνος που είχε αυτό το ενδιαφέρον ώσπου ήρθαν και με βρήκαν κάποιο φοιτητές του τμήματος πληροφορικής.
Ήθελαν να χρησιμοποιήσουν το λεξικό δοκιμαστικά  για να δημιουργήσουν μια εφαρμογή .
Μου το ζήτησε και μια Ισπανίδα καθηγήτρια διότι έκαναν, λέει,  μια εργασία για τις αλληλεπιδράσεις των γλωσσών της Μεσογείου.
Πέντε χρόνια έγραφα ασταμάτητα κάθε βράδυ.
Δεν ήξερα γιατί το κάνω.
Ξεκίνησα να μάθω να πληκτρολογώ  και μπήκα σε κόσμους ασήμαντων λέξεων  που ούτε μπορούσα να διανοηθώ.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Κάποια φορά βρέθηκαν σε μία εκδρομή ο Σικελιανός με τον Καζατζάκη .
Έξω από ένα χωριό ο Σικελιανός έσκυψε και έκοψε ένα λουλούδι .
Δεν ήξεραν πως το λέγανε και ρωτήσανε κάτι παιδιά που έπαιζαν παραπέρα.
Ούτε τα παιδιά ήξεραν αλλά τους έστειλαν στο χωριό που ζούσε μια γριά και που ήξερε όλα τα φυτά.
Πήγαν, αλλά έξω από το σπίτι της γριάς είχε κόσμο και ένα  φέρετρο ακουμπημένο στον τοίχο.
Αργότερα ο Σικελιανός έγραψε:
«Εκείνη την ημέρα εθρηνήσαμεν δύο θανάτους»

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες



Λόγω των επερχόμενων  εορτών της Χριστιανοσύνης  γράφω το παρακάτω αφήγημα  ως δώρο στους αναγνώστες μου, φίλους και συγγενείς, εξαιτίας του ότι αδυνατώ να  ξοδέψω χρήματα.
Μόλις πλήρωσα τον ΕΝΦΙΑ και τα τέλη κυκλοφορίας και ευρίσκομαι σε οριακή, θα έλεγα, οικονομική θέση. 

Το παρακάτω αφήγημα , η όπως αλλιώς μπορεί να το ονομάσει κανείς, είναι δημιούργημα της καλπάζουσας φαντασίας μου και  δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με την (πεζή) πραγματικότητα που ζούμε. 

Χρειάζεται να το υπογραμμίσω αυτό προκειμένου να μην έχω την τύχη του Ντοστογιέφσκι που τράβηξε τον παθών του τον τάραχο  όταν ο κάθε παίκτης της Ρωσίας (και όχι μόνον)  θεώρησε  ότι ο «Παίχτης» γράφτηκε για αυτόν.
Είναι ολοφάνερο ότι ζούμε στην εποχή των διαιρέσεων.

Πάντοτε υπήρχαν οι διαιρέσεις αλλά υπήρχαν παράλληλα και οι προσθέσεις και οι αφαιρέσεις και οι πολλαπλασιασμοί με αποτέλεσμα να υπήρχε  μια σχετική ισορροπία στην αριθμητική.

Θυμάμαι , πι χί, παλαιότερα τις πολιτικές διαιρέσεις όπου σε κάθε Ελληνική πόλη  ο ένας ήταν μαοϊκός,  ο άλλος ήταν με τον Ενβέρ Χότζα, κάποιος άλλος ήταν με την χήρα του Μάο  ώσπου φτάσαμε να έχει φανατικούς οπαδούς μέχρι ο μπατζανάκης του Τεγκ Χσιάο Πίγκ  και η γκόμενα του Μεχμέτ Σέχου.

Ωραία χρόνια!

Σήμερα τα πράματα έχουν αλλάξει διότι έχουν βγει στην παρανομία οι υπόλοιπες πράξεις της αριθμητικής που ξέραμε με αποτέλεσμα να διαιρούνται τα πάντα.

Ο Τράμπ μαλλιοτραβιέται με τον Μακρόν μπροστά στις κάμερες για τις εμπορικές σχέσεις.
Ο Πούτιν  τσακώνεται με τον Ερντογάν για τη Συρία.
Ο Δημήτρης ο περιπτεράς τσακώνεται με την Ελισάβετ  του πρώτου  γιατί απλώνει πάνω από το περίπτερό του και δεν αντέχει να ακούει να στάζουν οι «γκιλότες» της  στο ταβάνι του.

Όλοι εναντίων όλων.

Ακόμα και οι ομοφυλόφιλοι-ες (προσέξατε το «-ες», φαντάζομαι;)  έχουν χωριστεί σε άπειρες υποδιαιρέσεις όπου αδυνατώ πλέον να παρακολουθήσω.

Φαίνεται σαν να δικαιώνονται οι αναρχομηδενιστές του προπροηγούμενου αιώνα που θεωρούσαν ως μοναδική αξία το μηδέν .

Ως γνωστόν το μηδέν είναι ά-τομον, δηλαδή δεν διαιρείται.
Επομένως,  αφού στον πλανήτη κατοικούν ά-τομα,  αν  σε καταπιέζει το αφεντικό σου  είναι απλό,  αγοράζεις ένα πιστόλι , τον σκοτώνεις, σε παίρνουν στο κυνήγι και η επανάσταση τελειώνει μόλις σου τελειώσουν οι σφαίρες.

Από την εποχή της γενικευμένης διαίρεσης δεν γλυτώνει ούτε αυτή  η μονολιθική ορθόδοξη εκκλησία.
Στην ενορία μας  , για παράδειγμα, ζουν  τρείς παπάδες .
Ας μιλήσουμε για αυτούς μιας και έρχονται και οι άγιες μέρες  των Χριστουγέννων.

Ο Πρώτος παππάς , ο Παπαγιώργης,  είναι πολύτεκνος, φιλόδοξος και λαίμαργος . Δεν μπορεί να κρατηθεί. Ωστόσο είναι θεματοφύλακας των αξιών και των παραδόσεων της εκκλησίας . Διακηρύσσει την εγκράτεια, την αποχή από τις ηδονές , τα πλούτη  και την δόξα.
Αυτή η περίπτωση δεν μας κεντρίζει το ενδιαφέρον διότι είναι μια συνηθισμένη φιγούρα. 

Ο Δεύτερος παππάς έχει περισσότερο ενδιαφέρον.

Ο Παπαχρήστος  πριν από χρόνια ζήτησε μετάθεση για..Άμστερνταμ και έγινε ιερέας στην εκεί κοινότητα των Ορθόδοξων χριστιανών.
Εκεί διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι ορθόδοξοι χριστιανοί του Άμστερνταμ  είναι μονίμως μαστουρωμένοι . Παρόλα αυτά συνέχισε το θεάρεστο έργο του.
Ωστόσο πήρε μια σπονδή από το όλο περιβάλλον με αποτέλεσμα να μην έχει γένια , να μην φοράει ράσα και το καλοκαίρι (που μας έρχεται)  να εμφανίζεται στην πιάτσα με κοντό παντελονάκι , σαγιονάρα και ύφος μπλαζέ.

Ο Τρίτος παππάς έχει, κατ εμέ, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Ο Παπαδημήτρης ήρθε στην ενορία μας ως νέος παππάς με μεγάλη όρεξη.
Η συμπεριφορά τους σκανδάλισε από την αρχή τους πιστούς.
Τραγουδούσε στο δρόμο μοναχός του διάφορα λαϊκά άσματα όπως «Έφυγε η αγάπη μου και πήγε για τα ξένα» η «Ο Φτύμιος μου νάναι καλά και απ΄άλλο χρόνο πάω» κλπ.
Ερχόταν τακτικά στον θερινό μας σινεμά. Μια φορά θυμάμαι στην προβολή της  La strada  όταν άνοιξαν τα φώτα τα μάτια του ήταν δακρυσμένα.
Έκανε κούνια μοναχός του στην παιδική χαρά και έπαιζε με τα παιδιά κυνηγητό έξω από την εκκλησιά.
Ήταν φανατικός οπαδός της τοπικής μας ομάδας ποδοσφαίρου.
Το χειρότερο  όμως ήταν η παπαδιά του η οποία κυκλοφορούσε με  μια κοντή φουστίτσα που δεν τολμούσαν να βάλουν ούτε 18χρονες.
Ήθελε να χωρίσει , όχι για το ακραία προκλητικό  ντύσιμο της παπαδιά αλλά για λόγους ασυμφωνίας χαρακτήρων. Η Εκκλησία ως γνωστόν απαγορεύει τον χωρισμό οπότε ο Παπαδημήτρης ήταν καταδικασμένος να ζήσει για πάντα μαζί της.

Το ποίμνιο ήταν αναστατωμένο και παρόλο που η κοινωνία μας είναι πολύ ανεκτική δεν ήταν λίγοι αυτοί που κινήθηκαν παρασκηνιακά για να τον διώξουν. 

Το μέλλον του Παπαδημήτρη διαγραφόταν αβέβαιο ώσπου συνέβη και το αδιανόητο.

Την Κυριακή στο μεγάλο ντέρμπυ της χρονιάς πήδησε τα κάγκελα του γηπέδου  και πήρε στο κυνήγι τον διαιτητή.

Οι γεροντότεροι τον πήγαν στον δεσπότη συνοδεία.
Ο Δεσπότης του είπε: «Πάτερ Δημήτριε , είναι σωστά πράματα αυτά;» και ο Παπαδημήτρης του απάντησε: «Μα δέσποτά μου αφού μας αδίκησε!».

Ποιος ξέρει που θα κατέληγε ο ξουρισμένος παππάς μας αν δεν έγραφα ένα μακροσκελές και επαινετικό σχόλιο  για αυτόν.
Το  διάβασε κάποιος συντάκτης μια μεγάλης και δεξιάς εφημερίδας και το αναδημοσίευσε.
Κολακεύτηκαν οι πιστοί και η εκκλησία τον ανέχτηκε.
Είχε να το λέει. «Ένας άθεος μου συμπαραστάθηκε».

Πέρασε καιρός και μια των ημερών μου είπε ότι θα πάει να βαφτιστεί στον Ιορδάνη ποταμό.
«Τι να σου πώ Παπαδημήτρη μου , δεν μου πέφτει  λόγος».
Γύρισε από την βάφτιση και μου ζήτησε να δημοσιεύσω στο διαδίκτυο  μια φωτογραφία του στον Ιορδάνη.
«Ευχαρίστως»  του λέω.
Μου φέρε την φωτογραφία.
Ήταν όρθιος μέσα στο ποτάμι ,μόλις είχε βγει από το νερό, και φορούσε κατά το έθιμο  ένα  μακρύ κάτασπρο τισέρτ κολλημένο απάνω του.

Ταράχτηκα.

«Ρέ παπαδημήτρη!  Αυτή τη φωτογραφία θέλεις να ανεβάσω;  Εδώ φαίνονται τα αρχίδια σου!»
«Και τι έχουνε τα αρχίδια μου;»
«Εντάξει. Μην παρεξηγηθείς κιόλας!»

Τον έστειλα και μούφερε μια φωτογραφία ντυμένος από μια βράβευση και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν.

Οι τρείς αυτές τάσεις της ορθοδοξίας ενίοτε συναντούνται και τσακώνονται.
Αυτό το καλοκαίρι ξανασυναντήθηκαν όπως πάντα.
Περπατούν στους δρόμους και μαλώνουν για πράματα που δεν αφορούν κανέναν.

Σταμάτησαν κάτω από το παράθυρο μου την ώρα που έβλεπα ξαπλωμένος για ακόμα μια φορά το «Διαζύγιο αλλά Ιταλικά».

Βγήκα στο παράθυρο με το σώβρακο.
«Εεεε! Δεν πάτε παρακάτω να τσακωθείτε;»
Βγήκε και ο Νώντας ο πυροσβέστης από απέναντι που γύρισε πεθαμένος από την κούραση .
Έλαβε και η Ελισάβετ το λόγο  που «παίρνει χάπια και δεν μπορεί» και  αυτό ήτανε!
Η σύγκρουση γενικεύτηκε