Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Η σκάλα


Όταν κατασκευάστηκε για πρώτη φορά ήταν ξύλινη .

Μια ξύλινη σκάλα 24 μέτρων σε μια κεκλιμένη στρογγυλή στοά που οδηγούσε στο τελευταίο επίπεδο του (νέου) φρουρίου και στα ψηλότερα κανόνια του.

Αν το φρούριο καταλαμβανόταν από τους εισβολείς , οι τελευταίοι υπερασπιστές του θα κατέφευγαν εκεί και αφού τραβούσαν την ξύλινη σκάλα επάνω θα αμυνόταν μέχρις εσχάτων.

Μετά από πολλούς αιώνες ελήφθη η απόφαση να ξανακατασκευαστεί  η σκάλα.

Αυτή τη φορά όμως  δεν θα είχε τόσο δραματική χρήση.

Τώρα θα εξυπηρετούσε ανέμελους τουρίστες με κοντά παντελόνια , φωτογραφικές μηχανές και τάμπλετς που θα ανέβαιναν εκεί για να θαυμάσουν την πόλη από ψηλά.

Έτσι ανέλαβα την κατασκευή μιας νέας  σιδερένιας σκάλας.
Το νέο φρούριο τότε δεν ήταν επισκέψιμο και βρισκόταν σε άθλια κατάσταση.

Ακόμα και η μοναδική  στοά που οδηγούσε προς την κορυφή ήταν σχεδόν κλειστή από χώματα και πέτρες.

Ανέλαβε μια νεαρή της αρχαιολογικής υπηρεσίας να με συνοδεύει και να παρακολουθεί κάθε εργασία προκειμένου να μην κάνουμε καμία ζημιά στον χώρο.

Μου εξηγούσε τα πάντα με τον ενθουσιασμό της νεοφώτιστης και  μου έκανε πολύ καλή εντύπωση η αγάπη της για την δουλειά της.

Κυκλοφορούσαμε για ώρες μέσα σε άδειες πέτρινες αίθουσες που τα ταβάνια έσταζαν. 

Σκαρφαλώναμε από σημεία που (τα χρόνια που λειτουργούσε το φρούριο)  υπήρχαν μικρά ξύλινα γεφύρια.

Όλη η τεράστια κατασκευή του φρουρίου ,εκτός των άλλων, είχε μια λογική στην κατασκευή της σύμφωνα με την οποία αν αν ο εχθρός καταλάμβανε οποιοδήποτε τμήμα του να μπορούν οι υπερασπιστές του να υποχωρήσουν στο επόμενο τμήμα αποκόπτοντας  την πρόσβαση στον εχθρό σε αυτό.

Ανακαλύψαμε ένα ένα τα σημάδια από τα στηρίγματα της ανύπαρκτης ,πλέον, ξύλινης σκάλας στις πλευρές της πέτρινης κεκλιμένης στοάς που οδηγούσε στην ταράτσα.

Αισθανόμουν σαν τον Χάρισον Φορντ με την Κάρεν Άλεν  στο «Κυνηγοί της χαμένης κιβωτού».

Η κατασκευή θα γινόταν σε τέσσερα κομμάτια που Θα τα συναρμολογούσαμε στην τελευταία αίθουσα πριν την ταράτσα όπου ο διάδρομός της , ω! του θαύματος,  ήταν εικοσιτέσσερα μέτρα.  Μέχρι και αυτό είχε υπολογίσει ο σχεδιαστής του φρουρίου.

Το πρόβλημα δεν ήταν τόσο στην κατασκευή όσο το να ανεβούν όλα αυτά τα πράματα εκεί πάνω που (ακόμα και τώρα , ευτυχώς) δεν ανεβαίνει αυτοκίνητο.

Έτσι  προσφέρθηκε ο Ναυτικός σταθμός να διαθέσει μερικούς ναύτες  για να βοηθήσουν και εγώ ως αντάλλαγμα να κάνω ορισμένες υποχωρήσεις στην τελική τιμή.

Φτάσαμε κάθιδροι στην πλατεία που  βρίσκεται λίγο πριν από την κορυφή του φρουρίου  και σταματήσαμε να πάρουμε μιαν ανάσα.

Τώρα έπρεπε να ανεβάσουμε τα κομμάτια της σκάλας με σχοινιά και να τα μπάσουμε από ένα από τα τεράστια παράθυρα που οδηγούσε στον εικοσιτετράμετρο διάδρομο.

Εκεί θα συναρμολογούσαμε τα κομμάτια και εν συνεχεία , πάλι με σχοινιά,  θα την ανεβάζαμε στην θέση της.

Ένας εκ των ναυτών ήταν από ένα ημιορεινό χωριό της Κέρκυρας.

Ήσυχο παιδί και λιγομίλητο.

Του έδωσα τις δυο μεγάλες μαύρες  σακούλες με τα σχοινιά και του είπα να πάει και να βγει στο κεντρικό παράθυρο.

Παιδεύτηκε λίγο να βρει το σωστό παράθυρο κάτω από το οποίο είχαμε τα κομμάτια της σκάλας αλλά τελικά τα κατάφερε.

«Πέτα τα σχοινιάααα!!» του φωνάζω.

Δεν πιστεύαμε στα μάτια μας.

Μας πέταξε τις σακούλες μαζί με τα σχοινιά.

Για αρκετά λεπτά είχαμε μείνει αποσβολωμένοι.

Ο αξιωματικός , οι ναύτες και οι τρείς βοηθοί μου.

Είναι η στιγμή που αφοπλίζεσαι.

Αν το καλοσκεφτείς δεν έκανε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από αυτό που του είπα.

Δεν υπήρχε περιθώριο να του κάνει κανείς την παρατήρηση ούτε είχε και νόημα.

Τοποθετούσαμε την σκάλα στην θέση της και είχα μια φοβερή παρόρμηση να την τραβήξω επάνω να και να δώσω την μάχη μου μέχρι τέλους.

Με συγκράτησε η Κάρεν Άλεν.

Πέρασαν τα χρόνια και βρέθηκα προσκεκλημένος σε μια προεκλογική συγκέντρωση στο δημοτικό θέατρο.

Κεντρικός ομιλητής ήταν ο ναύτης του ημιορεινού χωριού με κοιλίτσα , καράφλα και βλέμμα οραματιστή.

«Φτάνει πια! Ο Λαός μας αξίζει ένα καλύτερο μέλλον. Μπορούμε να φτιάξουμε μια νέα Ελλάδα!»

Έμεινα αποσβολωμένος


Σκέφτομαι ότι ήρθε η ώρα να πάρω την Κάρεν Άλεν, να ανέβουμε στην ταράτσα του φρουρίου και να τραβήξουμε την σκάλα επάνω.