Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Παντοπωλείον «η Ειλικρίνεια»

Η Ταμπέλα ήταν γραμμένη με το χέρι πάνω σε μια σκουριασμένη λαμαρίνα από λάτα.

Ιστορικό μαγαζί.

Είχα ακούσει πολλά από τον πατέρα μου.

Πουλούσε σχεδόν τα πάντα.

Για την ακρίβεια πουλούσε ότι ήταν απαραίτητο για τους ανθρώπους μιας  άλλης  εποχής.

Το Παντοπωλείον  « η ειλικρίνεια»  πουλούσε  τσαπιά, σχοινιά, κασάρια, στακοφίσια, μπακαλάρους ,  ρύζι ,  φακές , μακαρόνια, ταμπάκο  , ακόμα και κλωστές , βελόνια και κουμπιά.

Έκανε καφέ και σέρβιρε κρασί με μεζέ.

Έφτιαχνε και χειροποίητες τσιστσιμπύρες.

Οι παλιοί λέγανε ότι προλάβανε το ρακί και το μαύρο ρούμι.

Ήταν στέκι  νεαρών και  χώρος  που απεργαζόταν απίθανες φάρσες.
Ήταν τόπος αφήγησης   μυθιστορημάτων και  ιστοριών , χώρος  πρόβας για  αυτοσχέδιες  θεατρικές παραστάσεις,  ωδείο ,  αίθουσα διαλέξεων και φιλοσοφικών  συζητήσεων  και  ότι φαντασθεί ο νους του ανθρώπου.

Πάνω από όλα ήταν η γιάφκα των μεγάλων συνωμοσιών και τόπος συνάντησης των μεγάλων οραματιστών που θέλανε , λέει, να αλλάξουνε τον κόσμο.

Οι άρχοντες της περιοχής ήταν ανήσυχοι και είχαν σαν μόνιμο μέλημα τους να παρακολουθούν τα τεκταινόμενα στα άδυτα του Παντοπωλείου «Η Ειλικρίνεια».

Ο Ιδιοκτήτης του καταστήματος λεγόταν Αντώνης. Ήταν ένας γέρος,  λιγομίλητος και  σοβαρός  χωριάτης  πάντα οχυρωμένος πίσω από τον πάγκο.

Φορούσε, θυμάμαι , γυαλιά με χοντρό μαύρο σκελετό  δεμένο με σπάγγους και σε κοίταγε αυστηρά από πάνω.

Λέγανε  ότι  ήταν μεν αριστερός αλλά είχε «άλλες ύποπτες και αντικομματικές επαφές στην χώρα».

Κάποτε πέθανε ο Αντώνης . Πέθανε και η γυναίκα του λίγο αργότερα και δεν έμεινε κανένας  πίσω.

Το μαγαζί σφραγίστηκε από τότε με αλυσίδα και λουκέτο.

Η Περιουσία περιήλθε σε κάποιον μακρινό συγγενή εξ Αθηνών.

Πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου ο νεοσύστατος πολιτιστικός  σύλλογος «Η Αναγέννηση»  ζήτησε την χρήση του χώρου  για να στεγαστεί.

Κόπηκε το πανάρχαιο λουκέτο σε ειδική τελετή και μπήκαμε για πρώτη φορά στον Παντοπωλείον «Η Ειλικρίνεια».

Μείναμε αμίλητοι στην είσοδο.

Σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος την ώρα που είχε κλείσει.

Τα σχοινιά  και τα τσαπιά στους τοίχους και ο πάγκος με τα ράφια τα φλιτζάνια και τα ρακοπότηρα.
Όπως τα άφησε ο  Αντώνης.

Πίσω από τον πάγκο τα γυαλιά του με τους σπάγγους  και μια στοίβα με χιλιοδιαβασμένα και καταταλαιπωρημένα βιβλία στη γωνία με αυτοσχέδια εξώφυλλα από χαρτόνι.

«Οι Άθλιοι»  του Βίκτωρος Ουγκώ.

«Η Προδομένη επανάσταση» Του Λέων Τρότσκι.

«Ο Προμηθεύς Δεσμώτης» του Αισχύλου.

Το λογιστικό τετράδιο των οφειλετών.
Νίνα….  1 λιτρα μανέστρα….  μισή δραχμή.
Μαρίνα… 2 λίτρες μπακαλάρος … 2 δραχμές
Νικολίνα του ..... ι λίτρα  ρύζι …. 1 δραχμή

Σήμερα δεν υπάρχει κανείς από αυτούς. Χρεώστες και δανειστές βρίσκονται δίπλα δίπλα στο κοιμητήριο  του Αγίου Αθανασίου.

Πήραμε από μια καρέκλα και καθίσαμε χωρίς να μιλάμε.

Την επομένη ανέλαβε το συνεργείο να καθαρίσει τον χώρο και να  μετατρέψει το Παντοπωλείον «Η ειλικρίνεια» σε Πολιτιστικό Σύλλογο «η Αναγέννηση».

Κάποια στιγμή  είπα, σαν να μιλούσα μόνος μου,  ότι  «τίποτα δεν ξαναγεννιέται».

Με κοίταξαν  καχύποπτα.

Σύντομα  το παντοπωλείον «Η Ειλικρίνεια» έγινε πεδίο  αντιπαραθέσεων για το «μέλλον του τόπου».

Ο  ένας ήθελε να βγάλουμε  μια αριστερή κυβέρνηση  που «να αλαφρύνει  τα βάρη του λαού».

Ο άλλος (που ήταν πιο ντούρος)  ήθελε μια αριστερή κυβέρνηση με  «ένα πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση σε φιλολαϊκή κατεύθυνση».

Κάποιος ήθελε να κάνουμε κίνημα για να πάρει ο δήμος τον σκουπιδοτενεκέ που ήταν έξω από το σπίτι του και να τον πάει έξω από το σπίτι του αλλουνού.

Τελικά ύστερα από απανωτά κινήματα ο σκουπιδοτενεκές κατέληξε έξω από το χωριό και τώρα έχει ξεσηκωθεί κίνημα από κείνους που βαριούνται να πηγαίνουν τα σκουπίδια τόσο δρόμο.

Οι άρχοντες δεν ενδιαφερόταν πλέον να μάθουν  τι γίνεται στα άδυτα του πολιτιστικού συλλόγου «Η Αναγέννηση».

Αντιθέτως δίνουν και μια μικρή ενίσχυση «για την ανάπτυξη του λαϊκού μας πολιτισμού».

  Με τούτα και με κείνα «η Αναγέννηση»  σύντομα  ανέδειξε μια νέα γενιά από μεγάλους και ταλαντούχους ψήστες σουβλακιών σε πανηγύρια.

Να μην ξεχάσω να πληρώσω και την συνδρομή μου γιατί μαζεύονται.


Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Η Συμφωνία του Ότραντο


Η Πατρίδα είχε τα χάλια της.

Το Αστικό Εθνοκράτος έπνεε τα λοίσθια και τα πάντα βγαίνανε στο σφυρί.

Καδίνες, κολάνες, σκάνια, γραφεία, λουτροκαμπινέδες, χτήματα, παραλίες, ψυχιατρεία.

Κανείς πλέον δεν ήθελε να το εκπροσωπήσει σε διεθνείς συναντήσεις .

Ακριβώς τότε έστειλαν τον μικρό και ανυποψίαστο Φοντάνα να εκπροσωπήσει την χώρα στην ιστορικής σημασίας συνάντηση του Ότραντο ‘όπου θα λάβαιναν μέρος ακμάζουσες οικονομικά χώρες όπως η Αλβανία και η Ιταλία.

Ο Μικρός Φοντάνας μόλις είχε αναλάβει αντιπεριφερειάρχης Ιονίων νήσων  και, από ότι φαίνεται , έχει ανεβεί για άλλη μια φορά σε λάθος καράβι.

 Η Επιλογή του μικρού παραθαλάσσιου χωριού της κάτω Ιταλίας (πιο κάτω δεν έχει) δεν ήταν τυχαία.

Ο Μικρός Φοντάνας έβαλε στο σακίδιο του δύο αλλαξιές εσώρουχα, την οδοντόβουρτσα του, μια ηλεκτρική ξυριστική μηχανή ,ένα τετράδιο με στυλό για της σημειώσεις και ξεκίνησε το μακρύ του ταξίδι για το καλό του τόπου.

Όλα τα έξοδα του ταξιδιού έπρεπε να τα πληρώσει από την τσέπη του γιατί η πατρίδα δεν είχε να του κάνει τα εισιτήρια.

Το σαπιοκάραβο της «Αγούδημος λάινς» τον έβγαλε στο λιμάνι του Μπρίντιζι μετά από οχτώ ώρες. 

Ανηφόρησε την Λεωφόρο Γκαριμπάλντι και έφτασε στον σιδηροδρομικό σταθμό.
Το τραίνο έφευγε αμέσως για Λέτσε. Εκεί θα υπήρχε ανταπόκριση για το Ότραντο.

Το επόμενο τραίνο στον σταθμό του Λέτσε είχε καθυστέρηση και κατέβηκε μέχρι την «Πιάτσα ντι Σαν ντ΄Ορόντζο» για ένα εσπρεσάκι στα όρθια.

Επιτέλους ήρθε το τραίνο.

«Λέτσε – Ότραντο Μπινάριο τρέ». 

Επρόκειτο για ένα βαγόνι γεμάτο γκράφιτι που ήταν ταυτόχρονα και μηχανή .
Μοναδικός επιβάτης στο « τραίνο της μεγάλης φυγής» ο μικρός Φοντάνας.

Ρώτησε τον οδηγό αν υπάρχει καλύτερο τραίνο και εκείνος του απάντησε:
- « Είμαστε και τυχεροί . Θα μπορούσε να κάνουμε το ταξίδι με σιδηροδρομικό καρότσι» . (Αυτό με τον μοχλό που τον ανεβοκατεβάζεις).

Κάθισε σε ένα ξύλινο κάθισμα γεμάτο κολλημένες τσίχλες από τα παιδιά των σχολείων και ματωμένες καρδιές ερωτευμένων κοριτσιών.

Μετά από μια ώρα ξεπροβάλει το κεφάλι του μηχανοδηγού.

«Ότραντο Στατσιόνε Τερμινάλε» 

Κατηφόρισε από τον σταθμό προς την παραλία .

Ο Ουρανός είχε χρώμα μολυβί. 

«Όπου νάναι θα βρέξει» σκέφτηκε και επιτάχυνε το βήμα του.

Στην παραλία ρώτησε σε ένα εστιατόριο και του είπαν ότι η αίθουσα της διακρατικής σύσκεψης ήταν πάνω ψηλά στο χωριό.

Ανηφόρισε την «Κωνσταντίνου του Α΄».

Από εκεί πέρασε και ο αυτοκράτορας όταν κατέλαβε το Ότραντο και την Απούλια.

Στα μισά του δρόμου άρχισε ο κατακλυσμός.

Μπήκε μούσκεμα σε ένα μαγαζί με τουριστικά .

Πήρε μια νιντζεράδα κίτρινη τουριστική που πάνω έγραφε «Αιλάβιου Ότραντο» και είχε και μια κόκκινη καρδούλα.

Έκανε 20 ευρώ αλλά η πωλήτρια του την άφησε 15 γιατί τονε λυπήθηκε.

Στην είσοδο του μεγάρου τονε συνέλαβε η Πολιτσία.

Τον είδανε σε αυτή την κατάσταση και τον θεώρησαν ύποπτο.

Καλέσανε τους Καραμπινιέρους και τον πήγανε στο τμήμα.

Τελικά του ζητήσανε συγνώμη και τον στείλανε στην σύσκεψη όπου τον αφήσανε να μιλήσει και πρώτος και να αφηγηθεί τα πάθη του.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον πιάνανε οι Καραμπινιέροι.

Τον είχανε ξαναπιάσει στην Αγκώνα πριν χρόνια πηγαίνοντας στις διαδηλώσεις της Γένοβα.

Μπήκε σε λάθος καράβι. 

Κατέβηκε αμέριμνος και καμαρωτός με μια κόκκινη σημαία και με μια παλαιστινιακή μαντίλα.

«Η Ευρώπη είναι δημοκρατική και η Ιταλία είχε μακραίωνη δημοκρατική παράδοση» έλεγε και ξανάλεγε.

Τονε σέρνανε οι Καραμπινιέροι από το ποδάρι στα πέτσα του λιμανιού της Αγκόνα και τον ξαναβάλανε με το ζόρι στο καράβι.

Ιταλοί και Αλβανοί σύνεδροι τον άκουσαν συντετριμμένοι. Τον καταχειροκρότησαν και τον αγκάλιασαν με δάκρυα στα μάτια.

Το επόμενο ταξίδι του μικρού Φοντάνα θα είναι στην μακρινή Στοκχόλμη.

Ήδη έχει ξεκινήσει έρανος για την κάλυψη των εξόδων του ταξιδιού.
Στο έρανο θα συμβάλουν: Η Αριστερή πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ, Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας και η Ριφοντατσιόνε Κομμουνίστα.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Μονόπρακτο


Ένα πολύχρωμο πανό στου Τρουμπέτα μας ειδοποιεί ότι  απόψε στον Αρίλα  αρχίζουν οι «Μέρες  Κρασιού και Πολιτισμού».

Σκέφτομαι  ότι,  στην καλύτερη περίπτωση, το κρασί θα είναι ότι απέμεινε από πέρσι , και ο πολιτισμός  ότι απέμεινε από τους μακρινούς μας προγόνους.

Ας είναι και έτσι.

Λέμε να πάμε μην έχοντας τίποτα καλύτερο .

Στον δρόμο οι «Μέρες κρασιού και πολιτισμού» μετατρέπονται σε μέρες κατακλυσμού.

Η Παραλία  του Αρίλα  που τέτοιες ώρες είναι  βαμμένη  σε όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου  έχει μετατραπεί σε ένα εξωγήινο έρημο τοπίο  βαμμένο σε όλες τις αποχρώσεις του γκρι .

Τα όρια  είναι απολύτως ασαφή.

Η άμμος η θάλασσα και ο ουρανός  έχουν γίνει σχεδόν ένα.

Ας είναι και έτσι.

Βαδίζουμε στην παραλία  και το απολαμβάνουμε. Για «Μέρες κρασιού και πολιτισμού» ούτε λόγος.

Αρχίζουν να πέφτουν οι πρώτες χοντρές στάλες και καταφεύγουμε στο αυτοκίνητο.

Στην μεγάλη ανηφόρα του Αρίλα  κινούμαστε στην τύχη μέσα σε ένα υδάτινο  κόσμο χωρίς άσφαλτο  και χωρίς διαχωριστικές γραμμές .

Περνάμε όπως-όπως τους Μαγουλάδες και κατηφορίζουμε προς το  Σιδάρι.

Έξω από κάποιο χωριό στην μέση του χαλασμού  βλέπουμε  ένα φώς και σταματάμε.

Πρόκειται για την ταβερνούλα ενός χωριού .

Διαθέτει ξεχυτή και τα τραπέζια από κάτω είναι όλα άδεια.

 Μέσα, πεντέξι χωριανοί .

Παράδεισος.

Καθόμαστε έξω  και γύρω γίνεται χαλασμός .

Ο Ταβερνιάρης είναι ένας μεγαλόσωμος τυπικός χωριάτης τ΄Αγύρου  που μιλάει ψευδίζοντας.

 Πριν μας πάρει παραγγελία μας ρωτάει  από πού είμαστε και διάφορα άλλα  υπό μορφή ευγενικής ανάκρισης.

Ελπίζω να μην μας ζητήσει τον ΑΜΚΑ , τον ΑΦΜ η το Ε9.

Με τα πολλά έρχεται το μεζεδάκι και το κρασί.

Στέκεται από πάνω μας σαν τον Όντζολο και μας αρχίζει την ιστορία της ζωής του.

Νομίζω έχει ξεκινήσει κάπου από το ΄60.

Πάλι καλά.

Έχω τύχει σε περιπτώσεις που μου ξεκινάνε από το Εσκίς  Εχίρ.

Μιλάει ασταμάτητα όρθιος σαν  ταλαντούχος ηθοποιός σε μονόπρακτο.

Μας λέει για τα βάσανα της ζωής του. 
Για τα αμπέλια του που θα τα χαλάσει ο καιρός. 
Για τους ρουφιάνους  συγχωριανούς του .  
Για τους κόπους του να σπουδάσει την πανέμορφη , μονάκριβη και πολυαγαπημένη του κόρη και για τον αναμενόμενο και πολυπόθητο διορισμός της . 
Για τους πόνους στο ποδάρι  του ως αποτέλεσμα του μακροχρόνιου αγώνα του για τις σπουδές της κόρης  που μπορεί να τηνε διορίσουνε  μακριά και να μην την βλέπει.

Κάπου εκεί τόνε πιάνει  ένα αντικυβερνητικό ντελίριο.

Στο βάθος της σκηνής  ξαφνικές οριζόντιες  αστραπές  σχίζουν την σκοτεινή Ρεμπάλτα.

Μου φαίνεται ότι  είναι εναρμονισμένες με τα  Higlight του έργου.

Σαν κάποιος αόρατος χειριστής των προβολέων να ρίχνει  εκτυφλωτικές αστραπές  σε κάθε σημαντική στιγμή.

Πόσα ψέματα και πόσες αλήθειες ακούσαμε απόψε.

Τι ανόητη απορία.

Επιστρέφουμε βρέχοντας.

Καλά ήταν.

Περιπέτεια με κινδύνους, Θεατρική παράσταση, φαγητό  και  ύπνος  υπό τον  μονότονο  ήχο της βροχής στα κεραμίδια .

Λένε ,αυτοί που ξέρουν,  ότι  καταλαβαίνεις την αξία ενός έργου από το εάν το θυμάσαι την άλλη μέρα .

Το πρωί πίνω το καφεδάκι μου στο  μπότζο.

Ο καιρός έχει καθαρίσει .

Οι Αγραφοί είναι βυθισμένοι στην πρωινή πάχνη.

Μοιάζουν πυρπολημένοι και λεηλατημένοι από εισβολή πειρατών .

Ας ελπίσουμε ότι οι πειρατές δεν έφαγαν και τα σύκα από την σουκιά στην διασταύρωση των Καρουσάδων.

Ψηλά λιάζεται ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο με μυτερά στυλωμένα αυτιά  .

Μοιάζει με τον σκύλο του Μάρκου.

Αν κάποιος πίνει τον καφέ του την ίδια ακριβώς στιγμή  σε κάποιο μπαλκονάκι στους Αγραφούς , μπορεί το ίδιο σύννεφο να το βλέπει σαν ξεδοντιασμένη  μάγισσα που ταξιδεύει πάνω στο σκουπόξυλο της αναμαλλιασμένη από όλους τους ανέμους της νύχτας.

Ένας  μαύρος κοτσυφός κερομύτης λιάζεται στα απέναντι κεραμίδια .

Μάλλον ξέμεινε από τον χειμώνα και  παραθερίζει δωρεάν.

Σίγουρα δεν ενδιαφέρεται  για την δόση του στεγαστικού δανείου του γείτονα.

Θυμάμαι έναν από τους φίλους μου που είχε ανάγκη μια γενική «αντικειμενική» πραγματικότητα .

«Δεν νομίζω να υπάρχει τέτοια πραγματικότητα αλλά αν υπάρχει αφορά τους Θεούς».

Έτσι του είπα και έγινα κακός.