Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

Maverick

 

Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η ταινία που αρχικά επιλέχτηκε για το φεστιβάλ Καννών απορρίφτηκε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ , απαγορεύθηκε η προβολή της και κατασχέθηκαν οι κόπιες.  

Επρόκειτο για  μια δραματική ταινία δράσης του Όλιβερ Στόουν ο οποίος έχει χαρακτηριστεί ως ο υπ αριθμόν ένας κίνδυνος του πλανήτη από την εποχή του Ρωμύλου Αυγουστύλου που ως γνωστόν υπήρξε ο τελευταίος αυτοκράτορας  της Ρώμης.

Ελάχιστοι επίσης γνωρίζουν ότι (και) εγώ υπήρξα συνοδοιπόρος  της κινηματογραφικής λέσχης  «Μετείκασμα» όπου και  μυήθηκα στα  της κινηματογραφικής τέχνης  παρακολουθώντας ταινίες μικρού μήκους του Φεστιβάλ Δράμας. 

Ως εκ τούτου απέκτησα (μαζί με την τεράστια περιουσία μου) μια κάποια ικανότητα  κριτικού κινηματογράφου.

Ικανότητα η οποία μου είναι πλέον άχρηστη αν λάβει κανείς υπόψη του ότι για να βραβευτεί κάποιος σήμερα σε κάποιο κορυφαίο θεσμό θα πρέπει να έχει συνουσιασθεί τουλάχιστον μια φορά με τον Ζελένσκυ.

Ως εκ τούτου θα περιορισθώ να παρουσιάσω  το σενάριο της απορριφθείσας ταινίας.

Η ταινία   αρχίζει με εικόνες από αμερικάνικο  στρατιωτικό αεροδρόμιο.

Ο πρωταγωνιστής σηκώνεται νυσταγμένος από το κρεβάτι του ντύνεται και προχωρεί προς το  υπόστεγο του αεροδρομίου.

Είναι ο κορυφαίος πιλότος σε ένα από τα τελευταίου τύπου εξελιγμένα  πολεμικά αεροπλάνα των ΗΠΑ.

Μπαίνει στο  αεροπλάνο  και τροχοδρομεί στον διάδρομο απογείωσης για μια περιπολία ρουτίνας στον ειρηνικό ωκεανό.

Αμέσως μετά την απογείωση ακολουθούν οι  τίτλοι της ταινίας.

Ενώ κοιτά αφηρημένος ένα μικρό νησάκι του ειρηνικού κοντά στις ακτές της  Ταιβάν  αισθάνεται να ανεβαίνει η θερμοκρασία στο πιλοτήριο.

Το πρώτο δευτερόλεπτο  η θερμοκρασία είναι αφόρητη.

Το δεύτερο δευτερόλεπτο  το πιλοτήριο  καίει .

Το τρίτο δευτερόλεπτο ο πιλότος πατάει το κουμπί της εκτίναξης.

Το τέταρτο δευτερόλεπτο  το αεροσκάφος  δίπλα του γίνεται συντρίμμια.

Ένα κομμάτι του σκάφους τον χτυπάει  και χάνει τις αισθήσεις του.

Το σώμα του αναίσθητο πέφτει με το αλεξίπτωτο στον ωκεανό.

Βυθίζεται αιμορραγώντας.

Ο θάνατος του είναι βέβαιος.

Εκείνη τη στιγμή μια ασύλληπτης ομορφιά καλλονή  με στρίγκ  που ψάρευε με την πιρόγα της  πέφτει στην θάλασσα και τον τραβάει έξω από τα σχοινιά του αλεξίπτωτου.

Η εικόνα κλείνει αργά.

Επανέρχεται αργά στην καλύβα της καλλονής  (με το στριγκ)  η οποία βάζει καταπλάσματα από πρωτόγονα  κινέζικα μαντζούνια στην πληγή του ήρωα.

Έχει ανεβεί από πάνω του και του κάνει εντριβές  με τους πατροπαράδοτους τρόπους των αρχαίων λαών της περιοχής.

Γύρω τους  διάφοροι άθλιοι  κουτσοδοντιασμένοι  κινέζοι ψαράδες.

Ο πολιτισμένος Αμερικάνος υπερήρωας συνέρχεται  σιγά - σιγά.

Βλέπει την καλλονή με τον στρίγκ  καθισμένη απάνω του και αναστατώνεται.

Η κάμερα  και οι ξεδοντιασμένοι ψαράδες αποχωρούν διακριτικά.

Στην επόμενη σκηνή  ο πολιτισμένος υπερήρωας  και η ανατολίτισσα καλλονή  ξυπνούν  γυμνοί  στο υποτυπώδες κρεβάτι της καλύβας σκεπασμένοι με ένα λεπτό σεντόνι.

Η καλλονή σηκώνεται τυλιγμένη με το σεντόνι  να ετοιμάσει το πρωινό  όπως συνηθίζουν οι ψαράδες της άπω ανατολής μετά την συνουσία .

Μιλάει απταίστως  Αγγλικά ΗΠΑ.

Ο υπερήρωας πιλότος προσπαθεί να καταλάβει τι του συνέβη.

Στην αρχή το μυαλό του πάει στου εξωγήινους.

Γρήγορα επαναφέρει στην μνήμη του πληροφορίες της CIA που τους είπαν στην σχολή για ένα υπερόπλο λέιζερ που έχουν ανακαλύψει οι Ρώσοι μουζίκοι  και που πιθανώς το έχουν πουλήσει κοψοχρονιά στου κινέζους χωριάτες.

Σηκώνεται βιαστικά και βγαίνει έξω.

Πηγαίνει στην παραλία και παίρνει την πιρόγα της καλλονής.

Η καλλονή προσπαθεί να τον συγκρατήσει.

Ανοίγεται στο πέλαγο  αλλά χάνει τον προσανατολισμό του και τόνε πιάνουνε οι Κινέζοι  λιμενικοί.

Τον ανακρίνουνε οι  κομμουνιστές και ημιθανή τον στέλνουν στα κεντρικά .

Στο δρόμο  ανοίγει με ένα σύρμα τις χειροπέδες . Παίρνει το πιστόλι του ανίκανου και απολίτιστου κινέζου κομμουνιστή  και σκοτώνει καμία τριανταριά για αρχή.

Μπαίνει σε ένα αεροδρόμιο και κλέβει ένα πανάρχαιο αεροπλάνο  με έλικες .

Τελειώνουν τα καύσιμα και προσγειώνεται σε  ένα χωράφι.

Τον μαζεύει μια  άλλη καλλονή που είναι και αυτή αντικαθεστωτική  , μιλάει απταίστως  Αγγλικά  και φοράει ένα καυτό σορτς . 

Τον κρύβει στην καλύβα της να μην τον βρουν .

Τον ταΐζει σκέτο ρύζι λαπά και το στομάχι του αγγλοσάξονα μαθημένο από υψηλή κουζίνα κοντεύει να  κρεπάρει από την αθλιότητα της κινέζικης κουζίνας.

Αφού κάνουν έρωτα του αποκαλύπτει ότι σε  μία κοντινή τοποθεσία υπάρχει μια μυστική Κινέζικη στρατιωτική βάση όπου  φυλάσσονται τα μυστικά σχέδια  του υπερόπλου ακτίνων λέιζερ που πήρανε από του Ρώσους.

Τον ακολουθεί και μπουκάρουνε νύχτα στην βάση.

Φτάνουν στην  αίθουσα που φυλάσσονται τα σχέδια.

Ο υπερπιλότος τυχαίνει να έχει στην τσέπη του ένα στικάκι χωρητικότητας ένα τεραμπάϊτ  και αντιγράφει όλα τα αρχεία.

Όσο γίνεται η αντιγραφή τόσο πλησιάζουν πάνοπλοι και αγριεμένοι κινέζοι φρουροί.

Η αγωνία κορυφώνεται.

Βάζει το στικάκι στην τσέπη  και κρύβονται.

Πιάνει τον τελευταίο και του κόβει το λαιμό με σουγιά.

Του παίρνει το κινέζικο καλάσνικοφ και σκοτώνει και τους υπόλοιπους.

Σημαίνει συναγερμός.

Με δύο καλαζνικοφ στα χέρια πυροβολεί δεξιά και αριστερά .

Οι γεμιστήρες δεν λένε να τελειώσουν.

Όπως πηδάνε το φράχτη τρώει μια σφαίρα στο πόδι.

Κάνει να σταματήσει και  η αντικαθεστωτική αγρότισσα  με το καυτό σορτσάκι  δέχεται μια σφαίρα στην πλάτη και πεθαίνει στα χέρια του.

Συνεχίζει μόνος κουτσαίνοντας.

Μπαίνει σε ένα κινέζικο μαχητικό stealth 5ης  γενιάς που βρίσκεται στο αεροδρόμιο της βάσης  έτοιμο για απογείωση.

Τον κυνηγάνε  τρισάθλιοι κινέζοι με πρωτόγονα τζιπάκια αλλά προλαβαίνει και απογειώνεται.

Καθώς πετάει ήρεμα πάνω από τον ωκεανό βλέπει το νησί  της εξωτικής καλλονής με το στρίγκ.

Το μάτι του σοβαρεύει.

Η σκηνή γίνεται έντονη . Οι αναμνήσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Η μουσική μέσω ενός ασυγκράτητου ατσελεράντο μας προετοιμάζει για μια δραματική κορύφωση.

Ξαφνικά πατάει το κουμπί και το κάθισμα εκτοξεύεται.

Το αλεξίπτωτο  κατεβαίνει αργά .

Τα πάντα γαληνεύουν.

Ο ήλιος ανατέλλει στο βάθος του ωκεανού. 

Τίτλοι τέλους.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ  διαφωνεί.

Η ταινία για να πάει στις κάνες χρειάζεται κάποιες τροποποιήσεις λόγω των εκτάκτων παγκόσμιων συνθηκών.

Την κρίσιμη στιγμή ο υπερπιλότος βάζει πάνω από το στρίγκ  το συμφέρον της Πατρίδος  και συνεχίζει την πτήση.

Στο αεροδρόμιο της βάσης  του τον περιμένει ο διοικητής που τον μισούσε και τον υποτιμούσε και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του.

Κατεβαίνει αργά από το αεροπλάνο και περνάει μπροστά τους.

Ο Διοικητής δίνει το παράγγελμα «προσοχή» .

Χαιρετούν στρατιωτικά ενώ ο υπερπιλότος περνάει από μπροστά τους με το σακίδιο στην πλάτη και σέρνοντας το τραυματισμένο του ποδάρι.

 

Κυριακή 20 Μαρτίου 2022

Βόγγολη!

 


 

Ο Βόγγολης ξεκίναγε κάθε πρωί από το Μαντούκι  ξυπόλητος  και πήγαινε στο Καμπιέλο με δύο κοφίνια παραμάσχαλα.

Πουλούσε βόγγολη .

Κανείς δεν ξέρει το πραγματικό του όνομα.

Έμεινε στην ιστορία ως «Βόγγολης» .

Το παρατσούκλι του το δώσανε  στο Καμπιέλο επειδή όπως πέρναγε από τα καντούνια φώναζε: «Βόγγολη! Βόγγολη!»

Ο Βόγγολης έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια.

Μαζί του πέθανε και η λέξη .

Κανείς πλέον δεν θυμάται τι είναι η Βόγγολη.

Έτσι η Κέρκυρα «εθρήνησεν δύο θανάτους» που έλεγε και ο Σικελιανός.

Η «Βόγγολη», λοιπόν,   είναι ένα τοπικό φαγητό από οστρακοειδή  , στρούδια, γυαλιστερές  και βόγγολη.

Λέμε «Βόγγολη»  τα Κυδώνια (του δένδρου αλλά και της θαλάσσης).

Ουδείς γνωρίζει γιατί  χρησιμοποιούμε την ίδια λέξη για τα φρούτα και για αυτά τα οστρακοειδή.

Μάλλον θα μείνει για πάντα ένα άλυτο μυστήριο.

Το ίδιο συμβαίνει και στην διάλεκτο των Ενετών.

Λένε “Vongole” και εννοούν  και εκεί τόσο τα κυδώνια του δένδρου όσο και τα θαλασσινά.

Οι  Βενετσιάνοι  κάνουν την Βόγγολη μόνο με Βόγγολη. Εμείς ονομάζουμε Βόγγολη το μίξ με γυαλιστερές , στρούδια και κυδώνια.  Μάλλον διότι τα σκέτα κυδώνια είναι δυσεύρετα εδώ και ως εκ τούτου πιο ακριβά.

Η ριτσέτα είναι απλή . Βάζεις στο τηγάνι τα οστρακοειδή μαζί με λάδι , ψιλοκομένο μαιντανό , σκόρδο  και πεπεροντζίνι  καυτερό.

Μόλις στεγνώσει  το νερό το βγάζεις και το σερβίρεις σε μια πιατέλα μαζί με το σούγο φυσικά .

Εύκολο και γρήγορο αλλά αρκετά ακριβό και βεβαίως δεν είναι για χόρταση.

Ο Βόγγολης πήγαινε μέχρι τις Αλυκές ξυπόλητος για ψάρεμα και στην συνέχεια μέχρι  το  Καμπιέλο φορτωμένος με δύο κοφίνια .

Βεβαίως οι πατούσες των ανθρώπων εκείνης της εποχής είχαν από κάτω φυσική σόλα που δεν την διαπερνούσε τίποτα.

Αν δοκιμάσει κανένας φυσιολάτρης  να κάνει την ίδια διαδρομή ξυπόλητος και μάλιστα σε χωματόδρομους με πέτρες  θα καταλήξει στα εξωτερικά ιατρεία με πληγιασμένα τα ποδάρια.

Υπολογίζω ότι εάν η τιμή της βόγγολης ήταν σαν την σημερινή τότε ο Βόγγολης πρέπει να έβγαζε   16 ευρώ το κιλό.

Επειδή αποκλείεται να έβγαζε πάνω από  πέντε κιλά , τότε το μεροκάματο του πρέπει να ήταν  γύρω στα 80 ευρώ.

Η διαδρομή  Μαντούκι-Αλυκές , Αλυκές-Μαντούκι, Μαντούκι –Καμπιέλο, Καμπιέλο – Μαντούκι γινόταν κάθε μέρα και κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες χωρίς ομπρέλες και νυντσεράδες.

Η καλύβα του Βόγγολη (υπολογίζουν οι ιστορικοί του Μανδουκίου)  πρέπει να ήταν κάπου μεταξύ του Άι Γιώργη και της Ελαιουργίας.

Η Περιοχή « Βόγγολη» έχει μπαζωθεί και  είναι δύσκολο να υπολογίσει κανείς ακριβώς.

Τα χρόνια εκείνα η θάλασσα ήταν μέχρι την εκκλησιά.

Σήμερα εκεί  είναι το νέο λιμάνι , ο πολυσύχναστος δρόμος , το  Sette venti” και τα πρακτορεία εισιτηρίων για την Αλβανία και την Ιταλία .

Αλλάξανε οι εποχές αλλάξανε και τα νιτερέσα .

Τώρα στην περιοχή «Βόγγολη» φτιάχτηκε ένας σύγχρονος κόμβος διότι «δεν ημπορεί η Κέρκυράμας να μην έχει και αυτή κάποιο «Κόμβο».

«Είς το κέντρο του κόμβου» έπρεπε να τοποθετηθεί κάτι  που να συμβολίζει την «Κέρκυράμας» .

Ανέλαβαν οι επιτροπές και οι αρμόδιοι.

Στην αρχή είπαν να βάλουν την Απήδαλο ναυ της αρχαιότητας μας . Μετά το μετανοιώσανε και θέλανε να βάλουνε  μια κολόνα αναλόγου ύφους με την κολόνα του Ντούγκλα.

Οι  συσκέψεις συνεχίζονται και  θα συνεχίζονται για καιρό.

Έτσι αποφάσισα να στείλω ένα γράμμα στους προύχοντες .

Δεν περίμενα απάντηση.

Ήθελα απλώς να μείνει ένα χαρτί σε κάποιο αρχείο μήπως το βρει κανένας στο απώτατο μέλλον και αναρωτηθεί .

Ζητούσα να τοποθετηθεί  στο κέντρο του κόμβου το άγαλμα   του Βόγγολη.

Να  περπατάει προς τα μουράγια . Ξυπόλητος . Με μαζεμένο το βρακί μέχρι τα γόνατα.  Δεμένο με κορδόνι . Με την πουκαμίσα του και με τα κοφίνια παραμάσχαλα.

Ο υπάλληλος της πρωτοκόλλησης εγγράφων    γέλασε: «Το άγαλμα του Βόγγολη;»

«Ναι ρε άχρηστε! Το άγαλμα του Βόγγολη που περπατούσε όλη του τη ζωή από τις Αλυκές μέχρι το Καμπιέλο για να ζήσει.»

«Ναι ρε άχρηστε!. Το άγαλμα του Βόγγολη! Που μεγάλωσε τρία κεφάλια παιδιά με δύο κοφίνια»

"Ναι ρε άχρηστε! Γιατί αυτή είναι η Κέρκυραμας. "

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

 

Ο Πιτσικαμόρτης

--------------

 

Ελάχιστοι τον ξέρουν με το επώνυμο του.

Μερικοί κοντινοί για λόγους ευγενείας τον αποκαλούν με το μικρό του όνομα.

Οι πιστοί οπαδοί  του ΑΟ Κέρκυρα στο καφενείο τον ξέρουν ως «ο Πιτσικαμόρτης».

«Πιτσικαμόρτη» στην Κέρκυρα λέμε τον νεκροθάφτη.

Η λέξη μας έμεινε από την Ενετική διάλεκτο όπου “Picegamorti” σημαίνει «Νεκροθάφτης» καθώς μας πληροφορεί το Ενετοιταλικό λεξικό του G. Boerio.

Τον Πιτσικαμόρτη , λοιπόν,  τον συναντάς στο τρίγωνο του διαβόλου μεταξύ παλαιού νοσοκομείου, Πλατυτέρας , νεκροταφείο Αι Γιαννόπουλου, Καθολικού νεκροταφείου και  Αγγλικού νεκροταφείου.

Ο καημός του είναι ότι δεν κατάφερε ακόμα να ανοίξει και ένα παράρτημα στο νεκροταφείο της Γαρίτσας που θεωρείται η κορυφή.

Προσανατολίζεται με τα νεκροταφεία.

Αν τον ρωτήσει ψάχνοντας για κάτι σου λέει:

«Απέναντι από το καθολικό νεκροταφείο» η «στα καρτέρια πηγαίνοντας για τον Αι Γιανόπουλο» η «Δίπλα από το Αγγλικό νεκροταφείο».

Θυμάμαι την κηδεία του χασάπη της γειτονιάς μας.

Είχε μαζευτεί όλη η Νέα Δημοκρατία του νησιού.

Ο εκλιπών ήταν μέλος και αταλάντευτος αγωνιστής των ιδανικών της ελεύθερης αγοράς.

Μιας που τόφερε η κουβέντα , όσους χασάπηδες έχω γνωρίσει ήταν δεξιοί. Πιο πολλούς αριστερούς βρίσκεις στην αστυνομία παρά σε περίπτερο, σε ταξί , σε χασάπικο στην εφορία η στην πολεοδομία.   

Ο Πιτσικαμόρτης τότε δούλευε ακόμα με την παλιά τεχνολογία. Είχε  αναθέσει στον Αλβανό να σκάψει το λάκκο με το τσαπί .

Ο Αλβανός έβαζε και πλακάκια στην οικοδομή και άργησε να πάει στο νεκροταφείο με αποτέλεσμα ο λάκκος να σκαφτεί  στο πάρα πέντε της κηδείας.

Προέκυψε όμως ένα σοβαρό πρόβλημα που ήταν δύσκολο να λυθεί εκείνη τη στιγμή.

Από τις δύο πλευρές του λάκκου υπήρχε τσιμέντο από τους διπλανούς τάφους.

Ο Αλβανός έπρεπε να γυρίσει στην οικοδομή για να φέρει μπαλαντέζα και κρουστικό για να σπάσει τα τσιμέντα.

Σπάζοντας τα τσιμέντα αποκαλύφθηκε ότι οι γειτόνοι είχανε βάλει και πλέγμα για λόγους ασφαλείας στο μπετό με αποτέλεσμα να χρειάζεται και τροχός κοπής ο οποίος , βεβαίως δεν υπήρχε.

Η αγωνία είχε κορυφωθεί και ο παππάς δεν μπορούσε να καθυστερήσει άλλο την λειτουργία με αποτέλεσμα ο χασάπης να θαφτεί με τα πόδια έξω και να μείνει έτσι μέχρι την επομένη που θα λυνόταν το πρόβλημα.

Έκτοτε ο Πιτσικαμόρτης αγόρασε ένα μικρό εκσκαφέα  με κομπρεσέρ στο πίσω μέρος και απόλυσε τον αλβανό.

Με την ευκαιρία σήμερα αποκαλύπτω και την αλήθεια σχετικά με τον θρύλο που έχει δημιουργηθεί γύρω από τον Πιτσικαμόρτη.

Σύμφωνα με αυτόν τον λαϊκό θρύλο , ο Πιτσικαμόρτης μπορεί να βρίσκεται στον τόπο ενός δυστυχήματος πριν αυτό συμβεί.

Πώς έχει η αλήθεια.

Ένα καλοκαίρι κάποιος τουρίστας βγαίνει μεθυσμένος από ένα ξενοδοχείο στο Πέραμα . Περνάει το δρόμο και πάει να κάνει εμετό στο απέναντι τοιχίο. Πέφτει από κάτω και σκοτώνεται. Οι ένοικοι του ξενοδοχείου βγαίνουν έξω μαζί με το προσωπικό και κοιτάνε πάνω από το τοιχίο. Εκείνη την ώρα περνάει ο Πιτσικαμόρτης που ερχότανε από τα Μοραΐτικα με το Πόνυ της δουλειάς και ένα φέρετρο   στο κασούνι.

Σταματάει και μένουν με ανοιχτό το στόμα οι Ευρωπαίοι.

«Τι κράτος! Τι υπηρεσίες!»

Μια φορά ήρθε αναστατωμένος και με βρήκε στο σιδεράδικο.

«Παρατα τα όλα πάρε την ηλεκτροκόληση και έλα μαζί μου τώρα!»

«Τι έγινε ρε πιτσικαμόρτη;»

«Σπάσανε δύο σκαλιά από την σκάλα και δεν μπορούμε να κατεβάσουμε τον πεθαμένο.»

Στο πατάρι του γραφείου κηδειών είχε κάνει ένα αυτοσχέδιο ψυγείο όπου έβαζε τα πτώματα όταν η κηδεία έπρεπε να καθυστερήσει μερικές μέρες.

«Εκατοπενήντα ευρώ» του λέω.

«Ορε τι σούρθε!»

«Άστονε απάνω να σαπίσει»

Συμβιβαστήκαμε στα εκατό και το θέμα έληξε.  

Ο Πιτσικαμόρτης εκτός από νεκροθάφτης κάνει και άλλες δουλειές.

Έχει ένα χτήμα με καμιά δεκαριά προβατίνες και καμιά εικοσαριά κότες.

Το Πάσχα πουλάει αρνιά «ντόπια» και ψένει και κανένα στα πανηγύρια. Άμα δεν «τραβάει»  το αρνί λόγω κρίσης ψένει σουβλάκια  χειροποίητα.

Μισό κρέας μισό λίπος.

Νομίζεις ότι το κάνει για οικονομία αλλά δεν είναι αυτό. Πιστεύει ότι η χοληστερίνη είναι ένα επικίνδυνος μύθος που διοχετεύεται σκοπίμως για να πληγεί το επάγγελμα (του νεκροθάφτη).

Τα παλιά χρόνια είχε συμμετοχή και στην αριστερά.

Νέος γράφτηκε στον «Ρήγα Φεραίο» αλλά ήταν υπέρ της «ένοπλης πάλης» . Διαφώνησε  και έφυγε.

Ένα φεγγάρι μπήκε και στην ΚΝΕ αλλά όταν άκουσε για «σύγχρονη δημόσια και δωρεάν υγεία» ζήτησε το λόγο στη συνέλευση της «οβας» και είπε σε ύφος έντονο.

«Εσείς στο τέλος θα ζητήσετε και δημόσια και δωρεάν ταφή» και αποχώρησε.

Τελευταία τον είδα στο Σαρόκο με τους αντιεμβολιαστές.

Πήγα κάτι να πω.

Με έκοψε.

«Εσύ εμβολιάστηκες;»  

«Ναι.» του απαντώ.

«..και τι ζόρι τραβάς με τους άλλους;»

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2021

Η πόλις ασθενεί

 


 

Οι δρόμοι της  πόλης  τις νύχτες του χειμώνα είναι έρημοι.

Βαδίζω   στο κεντρικότερο σημείο .

Ελάχιστοι  διαβάτες .

Στου Ζήσιμου βλέπω από μακριά μια ομάδα καθισμένη στις πλάκες του δρόμου σε σχήμα κυκλικό.

Στο κέντρο του κύκλου έχουν αναμμένα κεριά.

Πλησιάζω περίεργος.

«Οι Γκουρού!».

Από όλα έχουμε εδώ.

Ρωτάω τον σερβιτόρο της Γόνδολα που κοιτάει αμήχανα.

«Καθιστική διαμαρτυρία  κατά των εμβολιασμών και επίκληση της πνευματικής ενέργειας  του σύμπαντος.»

Συνεχίζω την πορεία μου ατάραχος.

Έχουν δει  πολλά τα μάτια μου.

Περνάω την πύλη του Αγίου Γεωργίου  και συνεχίζω προς τα μουράγια.

Στου Αντρανίκ αρχίζει να ψιχαλίζει.

Συνηθισμένα πράματα. Η βροχή θα με πιάσει χωρίς ομπρέλα  η έξω από  το Ελβετικό προξενείο η στα Μουράγια . 

Να μην υπάρχει πουθενά  ξεχυτή να μπω από κάτω.

Ανεβαίνω στην πιάτσα από την Λεμονιά.

Σταματώ στο άγαλμα του Γεωργάκη. 

Ο αυτοπυρποληθείς  φοιτητής  συνεχίζει να στέκεται κουκουνάκι  και σκεφτικός όπως πάντα.

Είχε αυτοπυρποληθεί στην Γένοβα επί χούντας σε ένδειξη διαμαρτυρίας .

Στο παγάκι απέναντί του κάθονται για 74η ημέρα οι αρνητές εμβολιασμού  του νοσοκομείου.

«Ας ελπίσουμε να μην αυτοπυρποληθούν στο τέλος,  η τουλάχιστον  αν είναι να αυτοπυρποληθούν ας αυτοπυρποληθούν μόνοι τους .»

Από απέναντι οι γάτες της Νίνας τους κοιτάζουν με περιέργεια.

Τα μεγάφωνα του ΠΑΜΕ   ενημερώνουν τους λιγοστούς διαβάτες του πεζόδρομου ότι «Πάγωσε η τσιμινιέρα»

Στην Ανουντσίατα  μια ομάδα  για την σωτηρία του πλανήτη μοιράζει  φυλλάδια για  να παγώσουν οι τσιμινιέρες .

Στο Μαρξ εντ Σπένσερ ο Πάκο φορτίζει λαθραία το κινητό του από την πρίζα  ενός κλειστού καφέ.

Μου ζητάει ένα ευρώ για να κάνει «αράπη τεστ».

Προσπερνάω  αμίλητος.

Στου Γερμανού κοντοστέκομαι.

«Μα που πήγανε οι μάρτυρες του Ιεχωβά!».

Από την αρχή της πανδημίας έχουν εξαφανισθεί.

Σκέφτομαι διάφορες εκδοχές.

«Τους είπε το κόμμα  ότι ο κόσμος είναι τρομαγμένος και δεν είναι πρέπον  να προκαλούμε και εμείς διακηρύσσοντας την πλήρη καταστροφή του κόσμου.»

«Αποσύρθηκαν λόγω νομιμοφροσύνης».

«Πιστεύουν  ότι έρχεται το τέλος της αμαρτίας και ετοιμάζουν τα πράματα τους για  τον επίγειο παράδεισο όπου (ως γνωστόν)  έχουν εξασφαλισμένη  θέση.»

Στο κιόσκι της Μεθοδίου  βάζω μάσκα και μπαίνω να πάρω καπνό.

Μπροστά μου  είναι κάποιος άλλος.

Μόλις γυρίζει συναντιούνται τα μάτια μας.

«Ο Δημήτρης!»

Χρόνια είχαμε να συναντηθούμε. Σπούδαζε στην Θεσσαλονίκη ψυχολογία. Μετά μπήγε στην Αμερική για μεταπτυχιακά κλπ. Ξαναγύρισε στην Θεσσαλονίκη και έπιασε δουλειά εκεί.

Χαιρετιόμαστε εγκαρδίως δια της μεθόδου της μπουνιάς.

Γελάμε .

«Το θέμα είναι πως αισθάνεσαι και όχι η χειραψία» μου λέει.

Τον ρωτάω για όλα αυτά που μας συμβαίνουν ως ειδικό επί του θέματος.

Παίρνω θέση έτοιμος να δεχθώ μια  εκτεταμένη και ακατανόητη επιστημονική εξήγηση.

«Η Πόλις ασθενεί  με την αρχαιοελληνική σημασία, δηλαδή χάνει το σθένος της».

Επιμένω να μάθω περισσότερα.

«Ο παραλυτικός φόβος προκαλεί απελπισία και ανορθολογική συμπεριφορά . Συμβαίνει σε πολλούς ανθρώπους που χάνουν το σθένος τους σε περιόδους μεγάλων φυσικών και ανεξήγητων καταστροφών η ακόμα σε μακροχρόνιους και καταστροφικούς πολέμους.»

Δεν μου φτάνει και ζητώ περαιτέρω εξηγήσεις.

«Κοίτα …»  μου λέει  «..Πές ότι βρίσκεσαι στην Πανεπιστημίου το μεσημέρι εν ώρα αιχμής.

Το λογικό είναι να περάσεις απέναντι από την διάβαση πεζών και  εφόσον έχει ανάψει το πράσινο.

Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να  μην σταματήσει κάποιος και να σε σκοτώσει. Ο κίνδυνος  αυτός όπως είναι πολύ μικρός.

Αυτό κάνουν  όλοι οι άνθρωποι υπό κανονικές συνθήκες.

Στην περίπτωση μας σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να λειτουργήσουν έτσι και προσπαθούν να περάσουν απέναντι από όπου νάναι.»

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2021

Μια οργισμένη Έλσα τσι Κάρτε Λάκουες

 


 

Την Έλσα την ξέρω από μαθήτρια.

 

Πήγαινε στο τρίτο λύκειο Κέρκυρας και έμενε ακριβώς από πάνω.

 

Από μικρή ήταν μονίμως μουτρωμένη.

 

Δεν την είδα ποτέ να χαμογελάει.

 

Όταν τσακωνότανε με την μάνα της την ακούγανε στο Σαρόκο.

 

Τηνε χάσαμε για κάποια χρόνια για σπουδές στην Ξάνθη.

 

Γύρισε σε χειρότερη κατάσταση.

 

Την φοβάμαι , την λυπάμαι και την συμπονώ (με αυτή τη σειρά).

 

Μόλις γύρισε από την Ξάνθη ταβαλε και με εμένα.

 

Σε μια άτυχη στιγμή βγαίνοντας από το σπίτι μου ξέχασα τα κλειδιά μέσα .

 

"Όχι ρε πούστη μου!" αναφώνησα.

 

Για κακή μου τύχη εκείνη την ώρα κατέβαινε η Έλσα από τσι σκάλες και με άκουσε.

Άκουσα τον εξάψαλμο .

Με κατήγγειλε σε όλο τον κόσμο ως "σεξιστή".

 

Ματαίως  προσπάθησα να της δικαιολογηθώ.

 

"Δεν έχω τίποτα με τους γκευ ορή κοπέλα . Τους πούστηδες δεν μπορώ ".

 

Τίποτα. Με κατέταξε στους δήθεν αριστερούς με δεξιά νοοτροπία.

Το άντεξα και συνέχισα την κοπιώδη και πολυτάραχη ζωή μου με ακόμα έναν στιγματισμό.

 

Με έχουν κατηγορήσει για ρεβιζιονιστή, για λίκβινταριστη, για οπορτουνιστή, για τροτσκιστής, για αριστεριστή αλλά για σεξιστή πρώτη φορά.

Δεν πειράζει .ούτως ή άλλως ουδέποτε κατάλαβα τι σημαίνουν όλα αυτά ακριβώς.

 

Η Έλσα βρίζει τους πάντες για όλα τα δεινά του σύμπαντος κόσμου.

 

Εσχάτως την είδα και σε διαδήλωση αναρχικών να φωνάζει «Λευτεριά σε όσους είναι στα κελιά» . Στην αρχή υπέθεσα ότι ήταν της «επιτροπής  αλληλεγγύης για την απελευθέρωση του συντρόφου Τζοχατζόπουλου»  αλλά έκανα λάθος.

 

Εν συνεχεία τσακώθηκε και με τους αναρχικούς αποκαλώντας του «κότες» διότι δεν υποστήριξαν δυναμικά και όσο θα έπρεπε τους εξεγερμένους ψεκασμένους.

 

Ήδη έχει προσχωρήσει στο κίνημα κατά των εμβολιασμών διότι «αυτή το κορμί της το κάνει ότι θέλει».

 

Η Έλσα βρίζει τους πάντες όταν δεν είναι μπουκωμένη.

 

Φαντάζομαι ότι όταν ξυπνάει τρώει το πρωινό της.

Εν συνεχεία παίρνει μια ζαμπονοτυρόπιτα από την γωνία και την τρώει περπατώντας.

Στις δέκα και μισή  τρώει άλλη μία για μαρέντα στην πιάτσα.

Το μεσημέρι , φαντάζομαι ότι τρώει και το μεσημεριανό της στο σπίτι.

Το απόγιομα τρώει μια πίτα στου Μπούζη για τις κόψει τη δείλια.

Το βραδάκι τρώει άλλη μία στο πικάντικο καθισμένη στο σκαλί της στέρνας στην πλατεία Βραχλιώτη πριν γυρίσει στο σπίτι για το δείπνο.

 

Την βλέπω από την γωνία περιμένοντας να μου ετοιμάσουν ένα εσπρέσο ντεκαφεϊνάτο  τέικαγουέη.

 

Είμαι κρυμμένος σε ένα δάσος από κρεμασμένα τισέρτ  δήσις σπάρτα, Λέντ ζέπελιν, Τσέγκεβάρα, Μολών λαβέ  κλπ.

 

Η Έλσα πατάει την πρώτη δαγκανιά και φεύγουνε τα τζατζίκια μπάντα κιάλλη.

 

Φοράει μια βέστα που θυμίζει Μουζαχεντίν  και κάθεται στο σκαλί της  στέρνας της πλατείας Βραχλιώτη με ανοιχτά τα ποδάρια.

 

Μούρχεται να πάω να της πω: «Σώνει ορή κοπέλα θα πάθεις τίποτα!»

 

Κρατιέμαι βεβαίως γιατί αν κάνεις κανένα τέτοιο λάθος  και σε πιάκει στο στόμα της είναι καλύτερα να πάς να παραδοθείς στην ασφάλεια.

 

Παρεμπιπτόντως, η πλατεία Βραχλιώτη πήρε το όνομά της από κάποιον Βραχλιώτη φαρμακοποιό μια άλλης εποχής που τονε βάλανε οι ευγενείς στο λίμπρο ντ όρο  επειδή τον είχανε μεγάλη ανάγκη.

 

Τότε όλο το «Εθνικό Σύστημα Υγείας» ήταν το φαρμακείο του Βραχλιώτη που πούλαγε πανάκριβα ματζούνια  δια πάσαν νόσον.

 

Συνηθίζουμε να ονομάζουμε την γύρω περιοχή «Κάρτε Λάκουες» εξαιτίας του ότι εκεί (πιο δίπλα από το Μπρίστολ) υπήρχε ένα κτήριο όπου , την εποχή της Ενετοκρατίας, στεγαζόταν η Guardia dell acqua  , δηλαδή , η φρουρά του νερού.

Αυτό το  στρατιωτικό άγημα ήταν επιφορτισμένο με την αρμοδιότητα να φρουρεί σε εικοσιτετράωρη βάση τις στέρνες της πόλης.

Ο λόγος ήταν ότι ο οποιοσδήποτε τρελός η εχθρός θα μπορούμε με μια απλή κίνηση να δηλητηριάσει όλο τον πληθυσμό.

 

Μερικοί Ιστορικοί ισχυρίζονται ότι η ονομασία προέρχεται από τον δρόμο στο σαν Τζιάκομο που ονομάστηκε Calle dell acqya  σαν τον αντίστοιχο δρόμο στην Βενετία.

 

Δεν θα τα χαλάσουμε.

Έτσι η αλλιώς η Guardia dell acqua  υπήρχε και στεγαζόταν εκεί.

 

Θα αναρωτηθεί κανείς «Τόσο πολύ ενδιαφερόταν οι ευγενείς  και οι Ενετοί για την υγεία του λαού;

 

Η απάντηση είναι «Ναι» αλλά όχι από αγάπη αλλά από ανάγκη.

 

Για να συνεχίσουν να ήταν αφέντες έπρεπε να συνεχίσουν να υπάρχουν οι δούλοι.

 

Άσε που αρκετοί από αυτούς δεν είχαν στα αρχοντικά τους πηγάδια και κινδύνευαν να δηλητηριαστούν μαζί με τον λαό.

 

Αυτά ήθελα να πω στην Έλσα το μοιραίο εκείνο βράδυ στην είσοδο της πολυκατοικίας που  μου έθεσε το κρίσιμο ερώτημα : «Δηλαδή εσύ τι πιστεύεις, ότι το κεφάλαιο θέλει να εμβολιάσει τον λαό γιατί  ενδιαφέρεται για την υγεία του;»

 

Απάντησα «Ναι» αλλά πριν προλάβω να συνεχίσω κοκκίνισε , άστραψε το μάτι της και με αποκάλεσε : «Αριστερό του κώλου».

 

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021

 

Το μικρό σπίτι στο λιβάδι του Ρόπα

 

Χτές το βράδυ περπατώντας στα Κουρτελάτσα συνάντησα έναν πλανόδιο μικροπωλητή παυλόσουκων.

Ήρθε η εποχή τους.

Αλλού τα λένε «Φραγκόσυκα» και δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλή φρούτα .

Στην Κέρκυρα και στην Βόρεια Ιταλία είναι τόσο αγαπητά   που τα λέμε χαϊδευτικά «φρεσκαμέντο»  και τα πουλάνε στους δρόμους έναντι ενός ευρώ το κομμάτι (καθαρισμένα).

Για πολλούς αποτελεί μυστήριο η μεγάλη αγάπη των Κερκυραίων για τα παυλόσουκα.

Η αλήθεια είναι ότι όταν οι Ενετοί επιδότησαν την δενδροφύτευση της Κέρκυρας με ελαιόδεντρα είχαν θέσει ως όρο να φυτευτούν επίσης στα όρια του κάθε κτήματος και παυλοσουκιές.

Οι παυλοσουκιές χρησίμευαν ως αντιπυρική ζώνη πρωτίστως και δευτερεύοντος ως αγκαθωτός φράχτης με νόστιμα και ζουμερά φρούτα. Το δε λάδι πρωτίστως χρησίμευε για την παραγωγή σαπουνιού (το μόνο απορρυπαντικό της εποχής εκείνης , για τον φωτισμό των πόλεων και τέλος ως τροφή με μεγάλη θρεπτική αξία.

Σοφοί οι πρόγονοι μας αλλά θα μου πείτε, τι σχέση έχουν όλα αυτά με το μικρό σπίτι στο λιβάδι του Ρόπα.

Έλα ντέ!

Ο πλανόδιος μικροπωλητής παυλόσουκων στα Κουρτελάτσα μου έφερε στο μυαλό τον Φτύμιο και το μικρό σπίτι στο λιβάδι του Ρόπα.

Καταρχήν ο «Φτύμιος»  είναι ο «Θύμιος»  άλλων τουριστικών προορισμών η ο «Ευθύμιος» της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Λέμε «Φτύμιος» κατά τον ίδιο τρόπο που κακοποιούμε διάφορες λέξεις τόσο της Αγγλικής όσο και της Ελληνικής γλώσσας.

Τις μικρότερης έκτασης κακοποιήσεις τις κάνουμε στις (χιλιάδες) Ενετικής προέλευσης λέξεις.

Λέμε για παράδειγμα «πάρκι» , «μπλέ ελεκτρί», «σούπεμάρκε», «Μισοκομείο», «Αστενομία», «Θηριοειδής» .

Εν ολίγης κόβουμε το άβολο τελικό σύμφωνο της Αγγλικής και παραμορφώνουμε τις δύσκολες ελληνικές λέξεις.

Η πιο άγρια κακοποίηση της Αγγλικής νομίζω γίνεται στην λέξη «Πιτσιρουρί».

Η λέξη αυτή υποδηλώνει ευστοχία. Πώς λέμε.. «τον πέτυχε στο δόξα πατρί.».

Στην Κερκυραϊκή , λοιπόν, θα πούμε «τον επίτυχε μες στο πιτσιρουρί».

Η λέξη προήλθε από ένα επιφώνημα των Άγγλων αλλά και των Κερκυραίων παικτών του Κρίκετ στην κάτω πλατεία κατά την διάρκεια του αγώνα που υποδήλωνε ευστοχία «pitch in the ring».

Ενιγουέϊ.

Ξεφύγαμε πάλι.

Ο Φτύμιος,  λοιπόν,  είναι γόνος μια πάμφτωχης πολυμελούς Κερκυραϊκής  οικογένειας και έχει στην ιδιοκτησία του ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι του Ρόπα.

Το «λιβάδι του Ρόπα» πήρε το όνομα του (μάλλον)  από έναν άγριο θάμνο που υπάρχει άφθονος στην περιοχή και που στην αρχαία ελληνική γλώσσα λεγόταν «Ρώπαξ».

Το μυαλό του ανυποψίαστου μέσου Έλληνα αναγνώστη θα πάει σε κάποιο απέραντο κάμπο.

Το Λιβάδι του ρόπα ήταν ένα μικρό έλος που (ματαίως) αποξηράνθηκε από τους Άγγλους και μετατράπηκε σε μία μικρή επίπεδη μακρόστενη ακαλλιέργητη έκταση .  

Η γενική λογική του μέσου Κερκυραίου είναι να δίνουμε μεγάλες διαστάσεις σε μικρά πράματα.

Ο «Γυάλινος πύργος» , για παράδειγμα , είναι μια πολυκατοικία τριών ορόφων και ενός ημιώροφου.

Η ψηλότερη κορφή του «Όρους» είναι εννιακόσια ογδόντα μέτρα (μαζί με την κεραία της ΕΡΤ).

Η «Εθνική Λευκίμμης» και η «Εθνική Παλαιοκαστρίτσας» είναι δύο καρόδρομοι που μπροστά τους η επαρχιακή οδός Φλώρινας –Πρεσπών είναι Ελβετία.

Ενώ το «διεθνές αεροδρόμιο του Καποδίστρια» έχει γίνει ο εφιάλτης των πιλότων ανά τον κόσμο.

Στην προσγείωση ο πιλότος θα πρέπει να περάσει ξυστά από το καμπαναριό της Βλαχέραινας  για να σταματήσει λίγο πριν από το πάρκι του Λίντλ.

Πάλι ξεστράτισα.  

Ο Φτύμιος , λοιπόν, μετά από συνεχείς επεκτάσεις μετέτρεψε το καλύβι που κλερονόμησε από τον πατέρα του σε «βίλλα» και έτσι έγινε ο πρώτος πιτόρος της Κέρκυρας με βίλλα στο λιβάδι του Ρόπα δίπλα από τον καταυλισμό των Ρομά.

Είχε δε και την άποψη ότι οι Ρομά θα πρέπει να μετεγκατασταθούν εί δυνατόν «εις το Κράτσαλο» μακριά από τα μάτια του πολιτισμένου κόσμου.

Ο δεύτερος καημός του ήταν να κόψει τσι τριτοκοσμικές παυλοσουκιές από τα όρια του κτήματός του και να φτιάξει έναν πέτρινο φράχτη με κολονάκια όπου στην κορυφή θα αναπαύονται γύψινα  λιοντάρια για να προστατεύουν την περιουσία του Κόντε πιτόρου.

Μιας και τόφερε η κουβέντα , «Πιτόρος»  είναι ο ζωγράφος στην Ενετική διάλεκτο αλλά εμείς το χρησιμοποιούμε και για τους ελαιοχρωματιστές ,λίγο ως ειρωνεία και λίγο ως καταξίωση.

Τις προάλλες τον συνάντησα στην Ανουτσιάτα. Φορούσε τα ρούχα της δουλειάς και ερχόταν από ένα σπίτι που έχει αναλάβει να βάψει.

Επηρεασμένος από τις πυρκαγιές ανά την Ελλάδα με κοίταξε με ανήσυχο μάτι.

«Θυμάσαι πρόπερσι που έπιασε η μεγάλη πυρκαγιά στο λιβάδι του Ρόπα;»

Η «Μεγάλη πυρκαγιά»  ήταν τέσσερα στρώματα καλαμιώνας, χόρτα και μερικά πουρνάρια .

«Σταμάτησε  μπροστά στο σπίτι μου. Έβαλε το χέρι του ο Άγιος Σπυρίδωνας και δεν εκαήκαμε ζωντανοί».

Το κοιτάω στα μάτια με τρυφερότητα και του χαϊδεύω αργά την σκονισμένη φαλάκρα.

«Ο Άγιος Σπυρίδωνας , Φτύμιο μου , ασχολείται με πανούκλες, χολέρες , λέπρες καθώς και με γεωστρατηγικά ζητήματα όπως το Ασέδιο των Κορυφών. Το σπίτι σου σώθηκε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.»

Με κοιτάει με απορία.

«Αν πηγαίνανε καλά οι δουλειές σου , αγόρι μου, θα έκοβες τσι παυλοσουκίες και η στιά θα έμπαινε στο σπίτι.

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2021

Κατάχρησις εξουσίας

 


Η Θεία Ράνια με έγδερνε κάθε Κυριακή πρωί με τα γένια της.

Με σήκωνε ψηλά και με φίλαγε ασταμάτητα.

Ήταν μια από τις παιδικές τραυματικές μου εμπειρίες.

Εκτός από το μουστάκι είχε γένια και σε διάφορες κρεατοελιές εδώ και εκεί.

Μου θύμιζε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο που έβλεπα στο δημοτικό στο πιο γρέτζο.

Η μάνα μου την έλεγε «αλόγα» και την αντιπαθούσε.

Η Θεία Ράνια  είχε αναλάβει να προστατεύει και να κουμαντάρει τον θείο Θωμά.

Οποιαδήποτε κίνηση του θείου Θωμά  στο τραπέζι, στο δρόμο και,  φαντάζομαι και στο κρεβάτι, ήταν υπό την κρίση της θείας Ράνιας.

Ο Θείος Θωμάς  ήταν το ακριβώς αντίθετο .

Πάντα φοβισμένος , πάντα υποχωρητικός , πάντα χαμηλών τόνων , όμορφάντρας , λεπτός ,κομψός , πάντα καλοντυμένος, καλοχτενισμένος και με μαλλιά κατάμαυρα κολλημένα με μπριγιόλ . Φορούσε , δε, και μαύρα γυαλιά ηλίου.

Μου θύμιζε τον Κούρκουλο στην ταινία «Κατάχρησις εξουσίας» με εκείνο το στυλ όταν ερχόταν από τον Έβρο με μια Μπεενβέ 316 φορτωμένος με ηρωίνη.

Η διαφορά ήταν ότι ο θείος Θωμάς είχε ένα φολξβάγκεν σκαραβαίο χίλια τρακόσια κυβικά που το έλεγε «Ταρζάν».

Ο Θείος Θωμά και η θεία Ράνια ήταν δύο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί.

Η Θεία Ράνια ήταν μια δεξιά , νευρική, αγριεμένη αντρογυναίκα που τάβαζε με τους πάντες.

Μια φορά σε μια διασταύρωση κατέβηκε από τον Ταρζάν  (από την θέση του συνοδηγού που καθόταν πάντα ) άνοιξε την πόρτα του απέναντι αυτοκινήτου και έσυρε έξω από τα πέτα  κάποιο δυστυχή οδηγό  που, κατά την εκτίμηση της θείας Ράνιας,  δεν είχε προτεραιότητα.

Ο Θείος Θωμάς ήταν αριστερός που στα παιδικά του χρόνια πέρασε και από τους Λαμπράκηδες και είχε να το λέει.

Φοβόταν τα πάντα και σε κάθε συζήτηση περιλαμβανόταν πάντα και μια μικρή ιστορία του με θάνατο, με καρκίνο, με έμφραγμα ,  με αυτοκινητιστικό δυστύχημα η με πτώση αεροπλάνου.

Η Θεία Ράνια συνηγορούσε πάντα στις απόψεις του θείου Θωμά και προσέθετε και αυτή μια ανάλογη ιστορία τρόμου για του λόγου το αληθές.

 

Ήταν πρωτοπόρος, αν σκεφτεί κανείς ότι σήμερα ο φόβος έχει διαχυθεί παντού.

Δούλευε σε ένα μαγαζί  με κατεψυγμένα προϊόντα και πίστευε  ότι  εξαιτίας των κατεψυγμένων είχε αποκτήσει «καρδιά».

Σύμφωνα με την θεωρία του , τα παγωμένα κοτόπουλα προκαλούσαν συστολή των αρτηριών των χεριών του με αποτέλεσμα να ανεβαίνει η πίεση και η καρδιά του να μπαίνει σε δοκιμασία.

Ματαίως ο γιατρός του έλεγε ότι δεν έχει τίποτα και όλα αυτά τα προκαλεί ο φόβος του.

«Αν ήταν έτσι θα είχαν εξαφανισθεί οι Νορβηγοί»

Ο Θείος Θωμάς αγόρασε πιεσόμετρο και η θεία Ράνια ανέλαβε να του μετράει την πίεση τρείς φορές την ημέρα.

Κάθε Κυριακή μεσημέρι μαθαίναμε ακριβώς την πίεση του θείου Θωμά για κάθε μέρα της εβδομάδας αναλυτικά  καθώς και πλήρες δελτίο θανάτων της περιοχής.

Εν συνεχεία ρευόμαστε ασταμάτητα  τα γεμιστά της Θείας Ράνιας τα οποία τα έφτιαχνε  σχεδόν με σκέτο κιμά, λάδια φουλ και που και πού έβρισκες μέσα και κανένα σπυρί ρύζι.

Σε κάποια συζήτηση ο θείος Θωμάς ανέφερε  ότι το «Κεφάλαιο μας πίνει το αίμα».

Η Θεία Ράνια ανησύχησε και τον έβαλε από τότε να κάνει κάθε έξι μήνες ανάλυση αίματος  που μόλις είχε γίνει μόδα και λεγόταν «τσεκ απ».

Έτσι κυλούσε η ζωή μας τα μεσημέρια της Κυριακής στο τραπέζι  ώσπου μια Κυριακή δεν ήρθαν.

Το βράδυ χτυπάει το τηλέφωνο.

Το σηκώνει ο πατέρας μου. Γουρλώνει τα μάτια και λέει: «Πέθανε!».

«Πέθανε ο θείος ο Θωμάς;» ερωτώ.

«Όχι …πέθανε η θεία Ράνια.»

Αδιανόητο!

Η Θεία Ράνια ήταν ογκόλιθος υγείας. Αν σούδινε φούσκο σε ξάπλωνε κάτω.

Κι όμως η θεία Ράνια πέθανε πριν τον θείο Θωμά.

Δεν περνάνε δέκα μέρες  και ξαναχτυπάει το τηλέφωνο.

«Παντρεύεται!»

«Ποιος παντρεύεται ρε πατέρα;»

«Ο Θείος Θωμάς!»

«Κιόλας!»

«Ναι . βρήκε στο νεκροταφείο μια χήρα και την ερωτεύτηκε.»

Έτσι , που λέτε,  ο θείος Θωμάς βρέθηκε με δύο διαμερίσματα , ένα εξοχικό και δύο «οικοπεδάκια».

Δεν πέρασε ένα εξάμηνο και χτυπάει το τηλέφωνο.

«Πέθανε!»

«Ποιος πέθανε ρε πατέρα ο θείος Θωμάς;»

«Όχι! .. η χήρα.»

Άντε πάλι ξανά στα νεκροταφεία.

Για να μην σας τα πολυλογώ  ο θείος Θωμάς  από νεκροταφείο σε νεκροταφείο απέκτησε μια μικρή αλλά υπολογίσιμη περιουσία.

Την τελευταία φορά τον συνάντησα στο φέρυμπότ για Ηγουμενίτσα.

Έφευγε για διακοπές με την τελευταία χήρα.

Είχα χάσει τον λογαριασμό.

Μούφερε καφέ.

«Γεράσαμε ανιψιέ» μου λέει με βλέμμα θλιμμένο.»

«Μια χαρά..» του λέω «..τι ήθελες ; Να πεθάνεις νέος;»

Συνέχισε  σαν να μην με άκουσε.

«Τελευταία ακούω κάτι πεταρίσματα.»

«Τι πεταρίσματα;» ερωτώ αφελώς.

«Στην καρδιά.» μου λέει χαμηλόφωνα.

Κατέβηκε από το φέρυ  με μία  Άλφα Ρομέο Τζουλιέτα καμπριολέ.

Φορούσε γυαλιά ηλίου και ένα φουλάρι μεταξωτό που ανέμιζε.

«Τα λέμε ανιψιέ.»