Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021

Κατάχρησις εξουσίας

 


Η Θεία Ράνια με έγδερνε κάθε Κυριακή πρωί με τα γένια της.

Με σήκωνε ψηλά και με φίλαγε ασταμάτητα.

Ήταν μια από τις παιδικές τραυματικές μου εμπειρίες.

Εκτός από το μουστάκι είχε γένια και σε διάφορες κρεατοελιές εδώ και εκεί.

Μου θύμιζε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο που έβλεπα στο δημοτικό στο πιο γρέτζο.

Η μάνα μου την έλεγε «αλόγα» και την αντιπαθούσε.

Η Θεία Ράνια  είχε αναλάβει να προστατεύει και να κουμαντάρει τον θείο Θωμά.

Οποιαδήποτε κίνηση του θείου Θωμά  στο τραπέζι, στο δρόμο και,  φαντάζομαι και στο κρεβάτι, ήταν υπό την κρίση της θείας Ράνιας.

Ο Θείος Θωμάς  ήταν το ακριβώς αντίθετο .

Πάντα φοβισμένος , πάντα υποχωρητικός , πάντα χαμηλών τόνων , όμορφάντρας , λεπτός ,κομψός , πάντα καλοντυμένος, καλοχτενισμένος και με μαλλιά κατάμαυρα κολλημένα με μπριγιόλ . Φορούσε , δε, και μαύρα γυαλιά ηλίου.

Μου θύμιζε τον Κούρκουλο στην ταινία «Κατάχρησις εξουσίας» με εκείνο το στυλ όταν ερχόταν από τον Έβρο με μια Μπεενβέ 316 φορτωμένος με ηρωίνη.

Η διαφορά ήταν ότι ο θείος Θωμάς είχε ένα φολξβάγκεν σκαραβαίο χίλια τρακόσια κυβικά που το έλεγε «Ταρζάν».

Ο Θείος Θωμά και η θεία Ράνια ήταν δύο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί.

Η Θεία Ράνια ήταν μια δεξιά , νευρική, αγριεμένη αντρογυναίκα που τάβαζε με τους πάντες.

Μια φορά σε μια διασταύρωση κατέβηκε από τον Ταρζάν  (από την θέση του συνοδηγού που καθόταν πάντα ) άνοιξε την πόρτα του απέναντι αυτοκινήτου και έσυρε έξω από τα πέτα  κάποιο δυστυχή οδηγό  που, κατά την εκτίμηση της θείας Ράνιας,  δεν είχε προτεραιότητα.

Ο Θείος Θωμάς ήταν αριστερός που στα παιδικά του χρόνια πέρασε και από τους Λαμπράκηδες και είχε να το λέει.

Φοβόταν τα πάντα και σε κάθε συζήτηση περιλαμβανόταν πάντα και μια μικρή ιστορία του με θάνατο, με καρκίνο, με έμφραγμα ,  με αυτοκινητιστικό δυστύχημα η με πτώση αεροπλάνου.

Η Θεία Ράνια συνηγορούσε πάντα στις απόψεις του θείου Θωμά και προσέθετε και αυτή μια ανάλογη ιστορία τρόμου για του λόγου το αληθές.

 

Ήταν πρωτοπόρος, αν σκεφτεί κανείς ότι σήμερα ο φόβος έχει διαχυθεί παντού.

Δούλευε σε ένα μαγαζί  με κατεψυγμένα προϊόντα και πίστευε  ότι  εξαιτίας των κατεψυγμένων είχε αποκτήσει «καρδιά».

Σύμφωνα με την θεωρία του , τα παγωμένα κοτόπουλα προκαλούσαν συστολή των αρτηριών των χεριών του με αποτέλεσμα να ανεβαίνει η πίεση και η καρδιά του να μπαίνει σε δοκιμασία.

Ματαίως ο γιατρός του έλεγε ότι δεν έχει τίποτα και όλα αυτά τα προκαλεί ο φόβος του.

«Αν ήταν έτσι θα είχαν εξαφανισθεί οι Νορβηγοί»

Ο Θείος Θωμάς αγόρασε πιεσόμετρο και η θεία Ράνια ανέλαβε να του μετράει την πίεση τρείς φορές την ημέρα.

Κάθε Κυριακή μεσημέρι μαθαίναμε ακριβώς την πίεση του θείου Θωμά για κάθε μέρα της εβδομάδας αναλυτικά  καθώς και πλήρες δελτίο θανάτων της περιοχής.

Εν συνεχεία ρευόμαστε ασταμάτητα  τα γεμιστά της Θείας Ράνιας τα οποία τα έφτιαχνε  σχεδόν με σκέτο κιμά, λάδια φουλ και που και πού έβρισκες μέσα και κανένα σπυρί ρύζι.

Σε κάποια συζήτηση ο θείος Θωμάς ανέφερε  ότι το «Κεφάλαιο μας πίνει το αίμα».

Η Θεία Ράνια ανησύχησε και τον έβαλε από τότε να κάνει κάθε έξι μήνες ανάλυση αίματος  που μόλις είχε γίνει μόδα και λεγόταν «τσεκ απ».

Έτσι κυλούσε η ζωή μας τα μεσημέρια της Κυριακής στο τραπέζι  ώσπου μια Κυριακή δεν ήρθαν.

Το βράδυ χτυπάει το τηλέφωνο.

Το σηκώνει ο πατέρας μου. Γουρλώνει τα μάτια και λέει: «Πέθανε!».

«Πέθανε ο θείος ο Θωμάς;» ερωτώ.

«Όχι …πέθανε η θεία Ράνια.»

Αδιανόητο!

Η Θεία Ράνια ήταν ογκόλιθος υγείας. Αν σούδινε φούσκο σε ξάπλωνε κάτω.

Κι όμως η θεία Ράνια πέθανε πριν τον θείο Θωμά.

Δεν περνάνε δέκα μέρες  και ξαναχτυπάει το τηλέφωνο.

«Παντρεύεται!»

«Ποιος παντρεύεται ρε πατέρα;»

«Ο Θείος Θωμάς!»

«Κιόλας!»

«Ναι . βρήκε στο νεκροταφείο μια χήρα και την ερωτεύτηκε.»

Έτσι , που λέτε,  ο θείος Θωμάς βρέθηκε με δύο διαμερίσματα , ένα εξοχικό και δύο «οικοπεδάκια».

Δεν πέρασε ένα εξάμηνο και χτυπάει το τηλέφωνο.

«Πέθανε!»

«Ποιος πέθανε ρε πατέρα ο θείος Θωμάς;»

«Όχι! .. η χήρα.»

Άντε πάλι ξανά στα νεκροταφεία.

Για να μην σας τα πολυλογώ  ο θείος Θωμάς  από νεκροταφείο σε νεκροταφείο απέκτησε μια μικρή αλλά υπολογίσιμη περιουσία.

Την τελευταία φορά τον συνάντησα στο φέρυμπότ για Ηγουμενίτσα.

Έφευγε για διακοπές με την τελευταία χήρα.

Είχα χάσει τον λογαριασμό.

Μούφερε καφέ.

«Γεράσαμε ανιψιέ» μου λέει με βλέμμα θλιμμένο.»

«Μια χαρά..» του λέω «..τι ήθελες ; Να πεθάνεις νέος;»

Συνέχισε  σαν να μην με άκουσε.

«Τελευταία ακούω κάτι πεταρίσματα.»

«Τι πεταρίσματα;» ερωτώ αφελώς.

«Στην καρδιά.» μου λέει χαμηλόφωνα.

Κατέβηκε από το φέρυ  με μία  Άλφα Ρομέο Τζουλιέτα καμπριολέ.

Φορούσε γυαλιά ηλίου και ένα φουλάρι μεταξωτό που ανέμιζε.

«Τα λέμε ανιψιέ.»

Σάββατο, 24 Απριλίου 2021

Η κόμη της κυρίας Βασιλικής Δαπέργολα

 


 

Ο εμβολιασμός μου ήταν προγραμματισμένος για το μεσημέρι της Πέμπτης.

Έφτασα στο νοσοκομείο της Κέρκυρας ένα τέταρτο νωρίτερα.

Κατά την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου μου, είπα στην γιατρό για μια αλλεργία που είχα πάθει πριν από καιρό από αντιβιοτικό Amoxil.

  Για  λόγους προληπτικούς μου έβαλαν «πεταλούδα» πριν τον εμβολιασμό μου.

Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να καθίσω μια ώρα και ένα τέταρτο στην αίθουσα αναμονής πριν φύγω.

Έψαξα στο βάθος για κάθισμα.

Κάθισα. Μεσολαβούσε ένα κενό απαγορευμένο κάθισμα και στο επόμενο καθόταν μια γυναίκα με άσπρα μαλλιά κομμένα καρέ στο χρώμα της πέρλας.

Στο χέρι της είχε και αυτή πεταλούδα.

Κατάλαβε ότι την κοιτάω με την άκρη του ματιού μου.

Γύρισε και με κοίταξε ίσια στα μάτια.

Την αναγνώρισα.

Η Βασιλική.

Την είχα γνωρίσει πριν από χρόνια σε μια παρουσίαση βιβλίου στην Αναγνωστική Εταιρεία.

Το βιβλίο είχε τίτλο «Η Προσωδιακή γλώσσα των αρχαίων Ελλήνων»

Κάθισα στο μοναδικό κενό κάθισμα.

Δίπλα μου καθόταν η Βασιλική.  

Τότε τα μαλλιά της ήταν στο φυσικό τους χρώμα , γκρι προς το άσπρο και πιασμένα  πρόχειρα πίσω.

Στο διάλλειμα πιάσαμε την κουβέντα.

Συνεχίσαμε την συζήτηση στο τέλος της εκδήλωσης περπατώντας προς την Μανδρακίνα.

Καθίσαμε σε ένα πέτρινο παγκάκι στο Μποσκέτο και συνεχίσαμε γύρω από την πλατεία.

Καθίσαμε για τσάι στην Κοφινέττα.

Το βιβλίο μας είχε δώσει το έναυσμα και συζητούσαμε για τον Νεαντερντάλιο αυλό.

Ταξιδέψαμε πίσω στο χρόνο και καθίσαμε μέσα στις σπηλιές των Νεάντερνταλ δίπλα στην φωτιά ακούγοντας τις μουσικές τους.

«Οι πρόγονοι μας έλεγαν ιστορίες δίπλα στις φωτιές  τις νύχτες και έπαιζαν μουσική γιατί φοβόντουσαν τα σκοτάδια».

Έτσι  γεννήθηκε η λογοτεχνία και η μουσική.

Η Βασιλική μου έλεγε ότι αν υπάρχει Θεός θα ήθελε από αυτόν μόνο μια χάρη. Να της στείλει ένα cd  με μουσικές από τον Νεαντερντάλιο αυλό αυτού του μακρινού μας προγόνου.

Έκτοτε έβλεπα την Βασιλική αραιά σε συναυλίες , στο θέατρο  η σε παρουσιάσεις βιβλίων.

Τον τελευταίο καιρό λόγω της πανδημίας είχα καιρό να την δώ και σήμερα νάσου ξανακάθισα δίπλα της τυχαία με μια πεταλούδα στο χέρι αμφότεροι.

Όπως πάντα είχαμε πολύ συγκεκριμένο χρόνο στην διάθεσή μας.

Μία ώρα και δεκαπέντε λεπτά.

Ήταν η ευκαιρία να μάθω περισσότερα.

Ποιος ξέρει πότε θα τελειώσει η πανδημία.

Η Βασιλική τελείωσε την Εμπορική σχολή Κέρκυρας .

Η Εμπορική σχολή τότε ήταν κάτι σαν την ΑΣΟΕΕ για να μην σας πω σαν την Σορβόννη.

Τελικά κατέληξε να βγάζει καλούς λογιστές.

Θεωρώ ότι το επάγγελμα του λογιστή θα πρέπει να έχει ενταχθεί πρώτο στα βαρέα και ανθυγιεινά.

Πάντα απορούσα πως μπορεί ένα φυσιολογικός άνθρωπος να είναι λογιστής.

Η Βασιλική δούλευε στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Το γραφείο της ήταν μπροστά στην είσοδο του λογιστηρίου μαζί με τα γραφεία άλλων δύο κοριτσιών.

Εκεί αντιμετώπιζαν το πρώτο κύμα της εισβολής των πελατών έτοιμες για όλα.

Τροποποιητικές , ετήσιες δηλώσεις, φιπιά, έψιλον εννέα, τα πάντα.

Στο βάθος είχε το αρχηγείο ο άντρας της.

Υποψιάζομαι ότι δεν έκανε τίποτα απολύτως.

Καθόταν μπροστά σε μια οθόνη και η έπαιζε παιχνίδια η έβλεπε πορνοταινίες.

Τον χώριζε από το μέτωπο της πρώτης γραμμής του στρατεύματος μια τζαμαρία  αμμοβολισμένη που μαζί με την σκόνη που συσσωρευόταν έκανε την ήδη ακαθόριστη φιγούρα του να ξεθωριάζει συνεχώς.

Τις υπόλοιπες ελεύθερες ώρες του είχε σκάφος δίχτυα και παραγάδια.

Εν τω μεταξύ η Βασιλική έτρεχε σε φροντιστήρια τα παιδιά , να φτιάξει τον κήπο, να μαγειρέψει, να συγυρίσει το σπίτι, και το βράδυ να φορέσει και κάτι σέξυ για να κρατήσει ζωντανό τον έρωτα.

Επειδή όλα έχουν κάποιο τέλος μέσα στην απειροσύνη του σύμπαντος κόσμου , η σχέση οδηγήθηκε στο τελικό ξεθώριασμα.

Εκεί που δεν είσαι σίγουρος αν εξακολουθείς να βλέπεις την ξεθωριασμένη εικόνα η σε γελούν τα μάτια σου.

Έτσι η Βασιλική ζει μόνη και όπως την βλέπω μάλλον περνάει  την καλύτερη περίοδο της ζωής της.

Της κάνω και ένα  ευμενές και ειλικρινές σχόλιο για τα μαλλιά της.

Μου αρέσει αυτό το «Περλέ Σαντρέ» αν θυμάμαι καλά που μου είπε.

Αν μια κοπελίτσα βάψει άσπρα τα μαλλιά της  δεν σημαίνει σχεδόν τίποτα.

Αν τα βάψει άσπρα μια γυναίκα στην ηλικία της Βασιλικής σημαίνει ότι δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα.

Σηκώνομαι .

«Πάω να μου βγάλουνε την πεταλούδα. Τα λέμε»

Κάνω μερικά βήματα και ξαναγυρνάω.

«Αλήθεια.. δεν μου είπες… Ο Άντρας σου ζει;»

Με κοιτάει χαμογελώντας.

«Δε νομίζω».

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2021

Στην Παρανομία !

 


 

Την εποχή της χούντας εκτός των άλλων ήμουν και ποδηλάτης σε ένα σύλλογο που λεγόταν «Βυζάντιο» και που αργότερα συνετάχθη στην ΑΕΚ  και έγινε το ποδηλατικό της τμήμα.

Ωραία εποχή. Η Ποδηλασία δεν ήταν της μόδας και οι ποδηλάτες ήμαστε σαν τους Μοϊκανούς.

Ιστορικοί αγώνες.

Αθήνα – Αλίαρτος, Ανάβαση Χορτιάτη, Σιρκουί της Βάρκιζας, Πίστα της Ρόδου.

Ένα Σαββάτο βράδυ η ομάδα αποφάσισε να πάμε να το γλεντήσουμε στην Πλάκα.

Η «αρχόντισσα» ήταν ένα μαγαζί όπου τραγουδούσαν γνωστά ονόματα της εποχής.

Μανώλης Μητσιάς , Πετρή Σαλπέα, Δήμητρα Γαλάνη, Θέμης Ανδρεάδης κλπ.

Παραγγείλαμε κρασί και φρούτα και πάνω που ο Θέμης Ανδρεάδης ετοιμαζότανε να πάει στην Ζούγκλα με τον Ταρζάν, μπουκάρει  η ασφάλεια.

Μας μαζεύουν , τραγουδιστές , πελάτες , σερβιτόρους, λαντζιέρες, μαγείρους και μας βάζουν σε λεωφορεία.

Μείναμε όρθιοι όλη νύχτα σε μια μακρόστενη αίθουσα στην Μπουμπουλίνας χωρίς να μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί.

Το πρωί μας άφήσανε.

Έκτοτε η παρανομία έχει μπει στο πετσί μου.

Λίγο καιρό αργότερα και ενώ είχε τελειώσει η χούντα και βρισκόμασταν σε δημοκρατικό καθεστώς δούλευα στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά.

Κάθε πρωί η μάνα μου ετοίμαζε ένα τάπερ μεταλλικό με τρία κλίπ που μου έβαζε το φαγητό του μεσημεριού.

Τότε στο εστιατόριο των Ναυπηγείων έτρωγε μονάχα η εργατική αριστοκρατία. Η Μεσαία τάξη της εργατιάς έτρωγε κανένα σάντουιτς από την καντίνα και οι φτωχομπινέδες φέρναμε το φαγητό από το σπίτι σε στρογγυλά μεταλλικά τάπερ.

Τα μακαρόνια με κιμά ήτανε το αγαπημένο μου φαγητό  εφόσον τα μακαρόνια ήταν ζεστά.

Στην περίπτωσή μας η μάνα μου το φαγητό το έφτιαχνε από την προηγούμενη  και τα μακαρόνια τα έβραζε μέχρι να γίνουνε λάσπη.

Έτσι το μεταλικό τάπερ όταν το άνοιγα ήταν μασίφ μακαρόνια και κιμάς.

Έκανα τόπο απάνω σε έναν πάγκο με αντλίες , σωλήνες και επιστόμια. Πηδούσα επάνω και εκεί ήταν η τραπεζαρία μου.

Τότε είχα ανακαλύψει και μια πατέντα όπου έκοβα με ζγρόμπια  μικρές  μολυβένιες  ροδέλες τις οποίες έριχνα στα αυτόματα μηχανήματα του καφέ και έβγαζα καφές η κακάο, η τσάι.

Κερνούσα δε και όλο τον κόσμο με αποτέλεσμα να έχω γίνει ιδιαίτερα συμπαθής.

Κάποια μέρα που γυρνούσα στο σπίτι μου στον Άγιο Σώστη είδα στο βάθος του δρόμου κόσμο.

Σταμάτησα απορημένος.

Κάποιος με έπιασε από το μπράτσο.

«Τι έχεις εκεί μέσα».

«Το φαί μου». του λέω

Κοιτάζει μέσα και πετάγεται πίσω.

Με πίασανε τρείς. Μου πήρανε τη σακούλα με το τάπερ. Με βάλανε σε ένα αυτοκίνητο   και με πήγανε στην ασφάλεια.

Αφού εξέτασε το τάπερ ο πυροτεχνουργός το πρωί με άφησανε.

Αργότερα έμαθα ότι εκεί που με πιάσανε είχανε  σκοτώσει τον Μπάμπαλη , ένα ακάθαρμα βασανιστή της χούντας.

 Σκατά στο λάκκο του.

Έκτοτε έχω διαρκώς την αίσθηση ότι βρίσκομαι στο λάθος σημείο την λάθος στιγμή.

Αυτή η αίσθηση μου έχει γίνει εφιάλτης.

Να σας δώσω να καταλάβετε.

Βρίσκομαι στην πάνω πλατεία  και έξω από το μνημείο του Μαίτλαντ  η ουροδόχος κύστη μου κοντεύει να σπάσει.

Με  απλά λόγια κινδυνεύω άμεσα να κατουρηθώ απάνω μου.

Τα δημόσια ουρητήρια της πλατείας είναι κλειστά από την εποχή του ύπατου αρμοστού της Κέρκυρας Τόμας Μαίτλαντ του μισητού.

Κοιτάζω κατά το παλάτι .

Κανείς.

Κοιτάζω κατά το ΝΑΟΚ.

Κανείς.

Πίσω από ένα δέντρο βγάζω το ταλαιπωρημένο πέος μου και την ώρα την πρώτης ανακούφισης περνάνε ένα ζευγαράκι, το τρίτο σώμα προσκόπων, η φιλαρμονική Μάντζαρος , το τραίνο των οχτώ για την Κατερίνη, ο Θόδωρος  και αν συνέχιζα θα πέρναγε σίγουρα και ο άγιος Σπυρίδωνας.

Νομίζετε ότι υπερβάλω.

Μια φορά βρέθηκα στην κορφή στο Βελούχι.

Τέρμα θεού.

Κόντευα να χεστώ απάνω μου πριν φτάσω στο Καρπενήσι.

Σταματάω στην κορφή ανάμεσα στα  βουνά.

Πίσω βουνά.

Αριστερά λαγκάδια .

Δεξιά   πλαγιές με έλατα.

«Ακόμα και F16 να έρθει προλαβαίνω» σκέφτηκα.

Αμ δε!

Μόλις κατέβασα τα παντελόνια μου και ενώ βρισκόμουν στο πρώτο (και  καθοριστικό σφίξιμο) ακούω κουδούνια.

Νόμιζα ότι ήταν παραισθήσεις και ξαφνικά προβάλει ένα κοπάδι προβατίνες με τσοπάνο , υποτσοπάνο, ανθυποτσοπάνο, τσομπάνα , τα πιτσιρίκια και τα τσοπανόσκυλα.

Με ποδοπατάνε.

Στο τέλος περνάει  και ένα τσοπανόσκυλο σαν το λεοντάρι της Νεμέας και μου δίνει και μια γλυψιά στα μούτρα.

Δεν βρίσκεις άκρη.

Θα μου πείτε γιατί σας τα λέω όλα αυτά.

Μουρθανε στο μυαλό σήμερα.

Ξυπνάω το πρωί και μαθαίνω ότι οι μπάτσοι δείρανε ένα παιδί στην Νέα Σμύρνη.

Θα μου πεις «Μπάτσοι είναι παιδιά δέρνουνε».

Έχουμε συνηθίσει.

Βγαίνω από το σπίτι μου να πάω να αγοράσω μια φτηνή λεκάνη τουαλέτας από του Κολοβού στα τρία γιοφύρια.

Με περιμένει ο υδραυλικός για να την τοποθετήσει.

Μισοκοιμισμένος ανεβαίνω στο παπί.

Κατεβαίνω τις «Καθολικές καλόγριες» και στο βάθος βλέπω μπλόκο στου Κωτσέλα.

Στρίβω δεξιά και μπαίνω σε μια στοά με συνεργεία.

Βρίσκω και άλλους εκεί να περιμένουν.

«Τι κάνουμε τώρα σύντροφε;» ερωτώ.

«Περιμένουμε υπομονετικά να φύγουνε» μου απαντά.

Δεν μπορώ να περιμένω. Με περιμένει ο υδραυλικός.

Στο στενάκι μπαίνω δεξιά και ανεβαίνω στο λόφο Κογιεβίνα.

Κατηφορίζω προς Καπουτσίνους και μέσω Πλατυτέρας γυρνάω σπίτι μου.

Σβήνω το μηχανάκι και παίρνω βαθιές ανάσες.

Άκυρος ο καμπινές.

Πέσαμε πάνω στο μπλόκο της Κοκκινιάς.

Πάω για καφέ.

Παίρνω το χάρτινο φλιτζάνι και μπαίνω  στην στοά.

Με περιμένει ο Σπύρος . Έχει έτοιμο σκαμπό και δικαιολογία.

«Μένουμε από πάνω και κατεβήκαμε να πιούμε τον καφέ μας.»

Σκέπτομαι  θετικά σε μια προσπάθεια να το αντέξω.

Εχτές  ήταν χειρότερα.

Με πιάσανε στην Αλεπού με το παπί χωρίς δίπλωμα, ταυτότητα, ασφάλεια, άδεια, κράνος και sms.

Τα είχα ξεχάσει όλα μέσα στην αγωνία μου να πάω στον Συνεταιρισμό Ξυλουργών να πάρω μια τάβλα για ράφι.

Η Ταρίφα θα ήταν 1500 ευρώ αν ήμουν τυχερός.

Μου ζήτησε μόνο το sms.

Ως αγνάντευε για το επόμενο θύμα έγραψα το sms και ω! του θαύματος πήρα αμέσως απάντηση.

Έφυγα με μια αίσθηση σαν να γλύτωσα από την σφαγή στα Καλάβρυτα.

Θα μπορούσε να θεωρήσει ότι τονε στραβοκοίταξα και να μου σπάσει και τα πλευρά σαν εκείνο τον δυστυχή στην Νέα Σμύρνη.

Το βλέπω θετικά.

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2021

Ο Τάφος του Ινδού

 

Υπάρχει ένας κεντρικός δρόμος της Κέρκυρας που λέγεται «Οδός Δονάτου Δημουλίτσα».

Πήρε το όνομά του από έναν βιομήχανο ευεργέτη με Σουλιώτικη καταγωγή  που γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1862 και απεβίωσε το 1937.

Ως γνωστόν οι ευεργέτες του έθνους ήτο πάντοτε βιομήχανοι.

Ο εν λόγω όμως ευεργέτης έχει ένα ιστορικό παρελθόν με μεγάλο ενδιαφέρον.

Ας πάρουμε τα πράματα από την αρχή.

Το 1803 ο Αλή Πασάς  εκδιώκει  για πρώτη φορά τους Σουλιώτες από το Σούλι.

Πολλοί ήρθαν στην Κέρκυρα και άλλοι έμειναν στην Πάργα .

Το 1816 Ο Μαίτλαντ ο μισητός (του οποίου το μνημείο βλέπουμε του κάθε που περνάμε από την πάνω πλατεία )   αγόρασε έναντι 150.000 λιρών την Πάργα από τον Αλή Πασά.

Ο Λόγος που ο Αλή Πασάς  έδιωξε τους Σουλιώτες από το Σούλι και πούλησε και την Πάργα στον Μαίτλαντ  δεν είναι γνωστός  από τα καθώς πρέπει ιστορικά κείμενα του έθνους των Ελλήνων.

Το λοιπόν.

Το καιρώ εκείνω  η Πάργα ήταν η πύλη εισόδου στην Ήπειρο.

Δεν υπήρχε Ηγουμενίτσα , Εγνατία οδός  και  διόδια  κατασκευαστικών εταιρειών.

Υπήρχε η Πάργα  με τελωνείο και φρούριο και ο δρόμος πήγαινε από την Πάργα στο Γλυκύ , στην Παραμυθιά , στην Δωδώνη και από κει στα Γιάννενα.

Οι μεν Παργινοί ληστεύανε τον Αλή Πασά στο Τελωνείο

Οι δε Σουλιώτες είχανε στήσει μια φάμπρικα διοδίων στο γιοφύρι του Αχέροντα στο Γλυκύ και παίρνανε  του  Αλή Πασά 10% διόδια από τα σιτηρά και λοιπά εμπορεύματα .

Όσο το 10% παρέμενε σταθερό ο Αλή Πασάς δεν μιλούσε.

Όταν άρχισε να ανεβαίνει , ανέβαινε και η τιμή του ψωμιού στα Γιάννενα  καθώς και ο τιμάριθμος εν γένει με αποτέλεσμα ο Αλή Πασάς να βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο  της λαϊκής διαμαρτυρίας.

Αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος που ο Αλή Πασάς τα έβαλε με τους Σουλιώτες και με τους Παργινούς.

 Τα περί θρησκεύματος και  εθνικών διαφορών , οι ιστορικοί του έθνους ας πάνε να τα πούνε αλλού.

Έτσι , λοιπόν, ο πάππους του Δονάτου Δημουλίτσα μετακόμισε από το Σούλι στην Πάργα αρχικά , όπου  από  υιός τσοπάνου έγινε δικηγόρος.

Ο Παππούς Δονάτος Δημουλίτσας  ήτανε και τυχερός.

Όταν μετά από λίγα χρόνια ο Αλή Πασάς πούλησε την Πάργα του Μαίτλαντ , εκτός από τα 150 χιλιαρικάκια λίρες που πήρε,  υποχρεώθηκε βάσει συμβολαίου να επιτρέψει στους Παργινούς να πουλήσουν την περιουσίες τους πριν φύγουν.

Εδώ αναλαμβάνει ο παππούς Δονάτος Δημουλίτσας  που ήξερε γράμματα .

Το τι έγινε στις αγοραπωλησίες της Πάργας ένας Θεός το ξέρει και ο Παππούς του  Ευεργέτου.

Το θέμα είναι ότι όταν φτάκανε στην Κέρκυρα οι Παργινοί (κατά τας γραφάς του Άγγλου παρατηρητού) ανεβαίνανε τον Αγιαντώνη φορτωμένοι με σακιά όπου μέσα είχανε τα κόκκαλα  των προγόνων τους που ξεθάψανε από τα νεκροταφεία .

Σακιά κουβάλαγε και ο Δικηγόρος αλλά πολλοί εικάζουν ότι δεν είχαν μέσα κόκκαλα.

Ο άγγονας του δικηγόρου  έγινε βιομήχανος και ενετάχθη στην υψηλή κοινωνία της Κέρκυρας.

Ο άγγονας του άγγονα  έμεινε χωρίς εργοστάσια αλλά του μείνανε  οι αντιπαροχές μια ς ολόκληρης περιοχής  στην άκρη της πόλης.

Ήταν ανοιχτοχέρης. Χάριζε διαμερίσματα , έπινε πολύ, και  κράτησε για τον εαυτό του τον «τάφο του Ινδού».

Ο Τάφος του Ινδού είναι ένα διαμέρισμα  που έχει μόνο είσοδο.

Τα πίσω παράθυρα βλέπουν σε μια κανιζέλα  30 πόντων.

Κανιζέλα λέμε ένα στενό διάδρομο ανάμεσα από δύο κτήρια  που ίσα που χωράει να περάσει ένας άνθρωπος .

Ο «Τάφος του Ινδού»  είναι ένα διαμέρισμα   που για να δεις το φώς του Ηλίου πρέπει να  φτάκεις στο Σαρόκο.

Ο παράδεισος της ΔΕΗ.

Εδώ έζησε ο απόγονος του Δονάτου Δημουλίτσα  μέχρι που καλέσανε την κλάση του.

Αργότερα ο τάφος του Ινδού νοικιάστηκε σε μια Αλβανίδα μετανάστρια που κατάφερε να μείνει μέσα ενανίμιση ολόκληρο χρόνο.

Ακολούθησα εγώ . Ένας  άθεος , αναρχοκομμουνιστής , εαμοβούλγαρος  και κομμουνιστοληστοσυμμορίτης.

 

Εδώ έμεινα τριάντα χρόνια  λόγω του ότι ήμουν ανθεκτικότερος της Αλβανίδος .

Ευτυχώς δεν είχε υγρασία.

Τώρα μετακομίζω και αναζητώ τα ίχνη των παλαιών διαμενόντων  του επόμενου σπιτιού.

«Η Αγγελίνα  φτιάχνει νυφικό από κομμάτια  εφημερίδων .

Τραγουδάει  νικηφόρα  άσματα.

Ντύνεται νύφη και καλεί τις αναμνήσεις της με το όνομα τους .

Γυρίζει το χαρτί και  πεθαίνει ενδόξως.»  

….Που  έλεγε και ο Φαμπρίτσιο  σε μια απέλπιδα προσπάθεια να  σχολιάσει  τα τις  τυχαιότητας .

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2021

Piove ancora a Corfù?

 


 

Το Μάκη τον είχα γνωρίσει όταν ήρθε στην Κέρκυρα  από το Περιστέρι (των Αθηνών).

Είχε έρθει για διακοπές με κάτι άλλους και μένανε  κάπου στην Αλεπού.

Εδώ γνώρισε την Μαρί  και έμεινε . Παντρευτήκανε και κάνανε και δύο κεφάλια παιδιά.

Η Μαρί  έμενε με τους  δικούς της στις εργατικές πολυκατοικίες της Κουλίνας αλλά έλεγε ότι μένει σε μια μονοκατοικία έξω από την πόλη.

Η  Κουλίνα  (όπως το λέει και το όνομα ) παλιά ήταν ένας  λόφος με πουρνάρια. Αργότερα  χτισθήκανε οι εργατικές  πολυκατοικίες και έγινε ολόκληρη συνοικία.

Η Μαρί λεγότανε βασικά Μαρία αλλά  στο λύκειο το έκανε «Μαρί» που ήτανε πιο σέξι και πιο δυτικό.

Ήτανε θυγατέρα ενός πολύ καλού επιπλοποιού από κείνους τους παλιούς που φτιάχνανε «αγιούς».

Πάντα εργάτης  και περιζήτητος.

Όταν γίνανε οι εργατικές πολυκατοικίες στην Κουλίνα πήρε ένα τριάρι και στέγασε την οικογένεια.

Ωραίος τύπος και αγαπητός.

Πίναμε τον καφέ μας στου Καμπανιόλου καμιά φορά και με έκανε να ξεκαρδίζομαι στα γέλια.

Ο Καμπανιόλος ήτανε ένας φτωχός αγρότης που ζούσε στην άκρη της πόλης .

Εκείνα τα χρόνια όσους αγρότες ζούσαν λίγο έξω από την πόλη τους λέγανε «Καμπανιόλους» υποτιμητικά.

Η Μαρί  πήγε να σπουδάσει ένα φεγγάρι στην Αθήνα σε σχολή θεάτρου και επέστρεψε άρον άρον λόγω του ότι «τα κυκλώματα» δεν την αφήνανε να δείξει το ταλέντο της.

Τότε γνώρισε τον Μάκη  στο μανάβικο που είναι απέναντι από του Καμπανιόλου.

Στα λίγα λεπτά που βρέθηκαν  στο μαγαζί  ο Μάκης  έλιωσε.

Κατά απαίτηση της Μαρί παντρευτήκανε στην Μητρόπολη.

Βγάλανε και φωτογραφίες στο Παλάτι.

Αν δεις το άλμπουμ νομίζεις ότι βλέπεις το γάμο του  Βασιλιά Γεωργίου του Α΄ με την Βασίλισσα  Όλγα Κωνσταντίνοβνα .

Έκτοτε ο Μάκης  δούλευε  τα καλοκαίρια σε εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων και το χειμώνα την έβγαζε  με το ταμείο ανεργίας .

Όσο «οι απαιτήσεις της ζωής»  μεγαλώνανε η Μαρί άρχισε την γκρίνια και   ο Μάκης  έπιασε δουλειά γυψοσανίδας με μεροκάματο χειμώνα καλοκαίρι.

Μόλις πέθανε ο πατέρας της Μαρί ξενοικιάσανε και πήγανε στην Κουλίνα με την μάνα της .

Επειδή οι «απαιτήσεις της ζωής»  δεν τελειώνουν  ο Μάκης έπιασε δουλεία το απόγευμα και ντελιβεράς σε σουβλατζίδικο.

Εν τω μεταξύ η Μαρί  έπινε το ποτό της ανελλιπώς κάθε βράδυ τσι Κάρτε Λάκουες σταυροπόδι ενώ η Μάνα της φύλαγε τα παιδιά και ο Μάκης έτρεχε σαν το Βέγγο με το παπί.

Ξεκίναγε από την Κουλίνα  ντυμένη σαν τόπ μόντελ .

Αν έβλεπες τα νύχια της, τις βλεφαρίδες της τα ρούχα της , τα μαλλιά της  νόμιζες ότι ετοιμαζότανε μια βδομάδα για να περάσει από τα λασπόνερα του Κωτσέλα.

Ο Κωτσέλας ήταν πάντα η υποβαθμισμένη συνοικία των πιο φτωχών Μαλτέζων εργατών που ξέμειναν στην Κέρκυρα μετά την οικοδόμησή της από τους  Άγγλους.

Η Μαρί πέρναγε του Κωτσέλα με ύφος πριγκίπισσας  που κατέβηκε να δει πως  ζει ο λαός.

Στις φιλενάδες της έλεγε ότι ο άντρας της είναι «σύμβουλος επιχειρήσεων».

Του απαγόρεψε δε , αν τύχαινε να περάσει με το παπί την Ευγενίου Βουλγάρεως, να σταματήσει να της μιλήσει.

Χτές  το βράδυ πήρα την ομπρέλα μου και βγήκα να πάρω ένα σουβλάκι.

Βρέχει εδώ και μέρες με πολύ κρύο.

Χειρότερο από χιόνι.

Βρέχει πολύ τους  χειμώνες εδώ.

Βρέχει για βδομάδες ολόκληρες.

Οι παλιοί λέγανε ότι  έβρεχε επί σαράντα μέρες ακατάπαυστα.

Βρέχει από πάνω.

Βρέχει από μπροστά.

Βρέχει από πίσω .

Βρέχει από τα πλάγια .

Μερικές φορές βρέχει και από κάτω.

Μια φορά βρέθηκα με την γυναίκα μου στο Μπρίντιζι.

Καθίσαμε σε ένα καφενείο και παραγγείλαμε καφέ.

Πιο δίπλα καθότανε μοναχός ένας γέροντας  που από ότι κατάλαβα ήταν ο ιδιοκτήτης του καφενείου.

Μας ρώτησε αν είμαστε Βενετσιάνοι. Η προφορά των Κερκυραίων μοιάζει με την προφορά των Βενετσιάνων και οι νότιοι Ιταλοί το καταλαβαίνουν αμέσως.

Είναι σαν αν ακούσουμε εμείς έναν από το Αγρίνιο.

Του είπα ότι είμαστε Κερκυραίοι.

«Α!  Στην Κέρκυρα ήμουν φαντάρος στον Πόλεμο.   Βρέχει ακόμα στην Κέρκυρα;»

Γελάσαμε.

Δισεκατομμύρια τόνοι νερό καταλήγουν κάθε χειμώνα στην θάλασσα και εμείς πίνουμε εμφιαλωμένο από το Λουτράκι.

Έτσι λοιπόν έφτασα στο Σουβλατζίδικο και βλέπω τον Μάκη να ετοιμάζεται να φύγει για παραγγελία.

Φορούσε ολόσωμο αδιάβροχο, κουκούλα, γαλότσες και γάντια.

Στενοχωρήθηκα αλλά προσπάθησα να μην το δείξω.

«Τι γίνεται ρε Μάκη;»

«Τι να γίνει ρε Σταμάτη δε βλέπεις εδώ;»

Κούνησα το κεφάλι μου.

Μπήκα στο Σουβλατζίδικο.

Ο Μάκης έφυγε μέσα στην βροχή.

Το μετάνιωσα και ξαναβγήκα.

«Θα κάνω ένα τοστ».

Άλλωστε η βροχή έχει και τα καλά της.

Διατηρεί αναλλοίωτη την επιδερμίδα της Μαρί.

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2020

Εγκλεισμός

 


 

Ακούω πολλά δραματικά περί εγκλεισμών και ψυχολογικών επιπτώσεων.

Τα πιστεύω.

Πράγματι πολλοί είναι εκείνοι που εξαιτίας του εγκλεισμού αισθάνονται να μεγεθύνονται  τα (προϋπάρχοντα)  συμπτώματα των ψυχικών διαταραχών που βασανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο.

Τα πιστεύω αλλά δεν τα συμμερίζομαι.

Ο λόγος είναι ότι εγώ ζω έγκλειστος παιδιόθεν.

Έχω αποκτήσει ανοσία.

Από πού να αρχίσω και που να τελειώσω.

Έγκλειστος στο κολαστήριο στη ζώνη του Περάματος.

Νύχτα φεύγαμε με τη λάτζα φορτωμένοι με οξυγόνα, ηλεκτροκολλήσεις, σωλήνες, επιστόμια και κάθε λογής σκατολοίδια και νύχτα γυρνάγαμε. Να πάμε σπίτι μας  πλυθούμε, να φάμε, να κοιμηθούμε για να προλάβουμε να ξαναγυρίσουμε.

Έγκλειστος στο Σκαραμαγκά.

Τα ίδια. Νύχτα έφευγα , νύχτα γύριζα.

Ξύπναγα πέντε παρά τέταρτο τα ξημερώματα.

Πέντε παρά πέντε στη Συγγρού.

Πέντε πέρναγε το κίτρινο λεωφορείο της κολάσεως.

Εκεί γνώρισα τον Σωτήρη .

Έκανε πιάτσα στη στάση που περίμενα και εγώ.

Φορούσε ένα κάτασπρο διαφανές νυφικό και από μέσα φαινόταν το κιλοτάκι και οι ζαρτιέρες.

Αισθανόμουν ότι οι βίοι μας ήταν παράλληλοι διότι αμφότεροι πουλούσαμε το κορμί μας στις πέντε τα ξημερώματα.

Εκείνο όμως που με τάραξε είναι όταν μου αποκάλυψε ότι και αυτός δούλευε παλιά στα ναυπηγεία Ελευσίνας στο βαρύ ελασματουργείο.

Εγώ δούλευα στο ελαφρύ σωληνουργείο.

Κοντά ήτανε.

Όταν γύριζα είχε νυχτώσει ξανά.

Έγκλειστος στο στρατό.

Δεν υπήρχε σκοπιά στα σύνορα που να μην την τίμησα δια της νυχτερινής μου παρουσίας. Εκεί διδάχθηκα και την Αγία Γραφή . Βρήκα μια στη σκοπιά και μη έχοντας τι άλλο να διαβάσω την διάβαζα και την ξαναδιάβαζα σε σημείο που την αποστήθισα. Έτσι έγινα ο πρώτος άθεος που γνωρίζει απέξω τα  ευαγγέλια και τις ιδεολογικές διαφορές που υπήρχαν  ανάμεσα στους αποστόλους του κυρίου υμών Ιησού Χριστού.

Δεν ομιλώ για τα πειθαρχεία τα οποία επισκέφτηκα ένα προς ένα από τις Σάπες ως το Καλπάκι.

Τα κατάφερα διότι ακολουθούσα πιστά το δόγμα Ζαχαριάδη προς τους εγκλείστους «Αγάπα το κελί σου, τρώγε το φαί σου, διάβαζε πολύ».

Έγκλειστος στο σιδεράδικο.

Όταν ξέμεινα από κελί έφτιαξα ένα δικό μου και κλείστηκα μέσα.

Τις ελεύθερες ώρες μου έφτιαχνα οξυγραφίες σε λαμαρίνα που ούτε να τις διανοηθούν δεν ημπορούν οι επισήμως έγκλειστοι.

Μάθαινα ξένες γλώσσες, έγραφα ανοησίες που δεν ενδιέφεραν  κανένα, έψαχνα για αντίκες , έφτιαξα μια συλλογή από τούβλα όλων των εργοστασίων τούβλων που υπήρξαν στην Κέρκυρα. Έγραψα ένα λεξικό της Κερκυραϊκής σε διάστημα (μόλις) πέντε χρόνων.

Τι να σας λέω!

Έρχεται μετά ο άλλος και μου μιλάει για εγκλεισμούς και για ψυχολογικές επιπτώσεις.

Τι να του πω; Δίκιο έχει αλλά και που να το βρει.

Πρωί πρωί παίρνεις ένα εσπρέσο ντεκαφεινέ σε χάρτινο κυπελάκι και ένα μπουκαλάκι νερό,  το ακουμπάς στο καπό ενός αυτοκινήτου και παλεύεις να στρίψεις το τσιγάρο των εννέα.

Κατεβάζεις την μάσκα και πριν προλάβεις να το αγγίξει στα χείλη σου έρχεται και αρχίζει να ψάλλει.

«Ορίστε δεν μπορούνε να πάρουνε ένα σκουπιδιάρη… βρωμέψαμε»

«Θα σακατευτούμε από τα βρεγμένα φύλλα»

«Ετοιμάζεται να κάνει κατακλυσμό»

«Θα πλημμυρίσουμε»

«Με έπιασε αυχενικό»

«Μας θέρισε το κρύο»

«Πέθανε η Δέσποινα»

«Δεν βάζουνε πετρόλιο στο καλοριφέρ»

«Καήκανε οι λάμπες»

«Θα πεινάσουμε»

«Γράψανε τον Αντώνη»

«Μούδιασε το ποδάρι μου»

Αρχίζω να τρέμω.

Φεύγει το αυτοκίνητο μαζί με τον καφέ και το μπουκαλάκι στο καπό.

Δεν τον προλαβαίνω και παραγγέλνω άλλο.

Πίνω τον καφέ αλα Ιταλικά και φεύγω.

Διασχίζω την πόλη αμίλητος.

Διασταυρώνομαι με ανθρώπους  που δεν αμφέβαλαν ποτέ για τίποτα και τώρα αμφιβάλουν  για το εμβόλιο.

Με ανθρώπους που φορούσαν πάντα μάσκες και τώρα τους πνίγει η μάσκα του Κορονοϊού.

Με ανθρώπους που πίστεψαν τα απίθανα και τώρα δεν πιστεύουν τα πιθανά.

Με ανθρώπους που υποτάχτηκαν πάντα και τώρα παριστάνουν τους ανυπότακτους και σε κοιτάζουν και με μισό μάτι.

Δεν τους αδικώ.

Δεν άλλαξαν ακόμα.

Ακόμα τους παίρνει ο άνεμος του φόβου , της απελπισίας και της κατάθλιψης.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχω σπουδάσει το θέμα και δυσκολεύομαι.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2020

Ψεκασμένος στην Γαρίτσα

Η Παραλιακή της Γαρίτσας έχει μήκος 1850 μέτρα από το άγαλμα του Σολωμού ως τον Ανεμόμυλο.

Εδώ περπατούν καθημερινά τέσσερις βασικές κατηγορίες ανθρώπων.

Α. Οι ερωτευμένοι .

Αυτοί αναγνωρίζονται αμέσως διότι είναι κάτω των τριάντα περπατούν ανά ζεύγη αμίλητοι και ολομεμίας γυρίζουν και αρπάζονται στα φιλιά σαν λυσσιασμένοι.

Β. Οι ρεμβάζοντες.

Εδώ ανήκω εγώ. Οι ρεμβάζοντες περπατούν αργά  μόνοι η ανά ζεύγη , ενίοτε δε και κατά ομάδες.

Κάθε τόσο σταματούν και συζητούν διάφορα θέματα όπως «αν σήμερα είναι η πανσέληνος του Οκτωβρίου η αύριο» , «τι καιρός έρχεται» , «που το πάει ο Ερντογάν» η «τι θα γίνει με την επιστολική ψήφο στις Αμερικάνικες εκλογές».

Γ. Οι αθλούμενοι

Αυτοί είναι συνήθως νεαροί με αθλητική περιβολή και τρέχουν σαν να τους κυνηγάνε τα ΜΑΤ.

Στο σχολείο δεν είχαν τον νου τους  στο μάθημα των αρχαίων Ελληνικών και  από το «νοῦς ὑγιής ἐν σώματι ὑγιεῖ» τους έμεινε μόνο το «ἐν σώματι ὑγιεῖ». Σε περιόδους οικονομικής ευμάρειας τρέχουν σε κυλιόμενους διαδρόμους γυμναστηρίων. Λατρεύουν το κορμί τους και οποιαδήποτε συζήτηση εκτός αυτού είναι αδύνατη.

Δ. Οι Μπαϊπάς

Εδώ , όπως καταλαβαίνετε πρόκειται για μια ολόκληρη κατηγορία που έχουν κάνει μπαϊπάς και που χωρίζεται σε υποκατηγορίες .

Οι «Με μονό μπαϊπάς» . Βαδίζουν πάντα μόνοι με ανήσυχο βλέμμα και βιαστικά σαν να θυμήθηκανε ότι έχουν ξεχάσει αναμμένο το μάτι της κουζίνας.

Οι «Με διπλό μπαϊπάς» Βαδίζουν πάντα μόνοι με τρομαγμένο βλέμμα , γρήγορα,  με ανοιχτό δρασκέλισμα και κουνώντας μπρός πίσω τα χέρια σαν σε παρέλαση στην κόκκινη πλατεία την εποχή του Χρουτσώφ.

 

Οι «Με τριπλό μπαϊπάς» . Αυτοί πηγαίνουν με γουρλωμένα μάτια καρφωμένα στο κενό , σαν να κάνουν προπόνηση στα πέντε χιλιόμετρα βάδην.

Εδώ, στον περίπατο της Γαρίτσας, γνώρισα πριν από πολλά χρόνια τον «Ψεκασμένο» . Τότε δεν τον είχαν ακόμα ψεκάσει και αυτό που τον απασχολούσε ήταν να του φτιάξω μια ξεχυτή στο σπίτι.

Έτσι βρέθηκα σε μια κατοικιά μέσα σε έναν καλαμιώνα κοντά στη λίμνη Χαλικιόπουλου.

Το σπίτι ήταν ένα σύνολο ξεχυτών γύρω από ένα κεντρικό δωμάτιο.

Υπέθεσα ότι πρώτα υπήρχε το κεντρικό δωμάτιο. Αργότερα έγινε η κουζίνα στην μία πλευρά. Μετά ο καμπινές και ο βόθρος  και ακολούθησαν τα δύο υπνοδωμάτια .

 

Το εντυπωσιακό, όμως, ήταν το εσωτερικό της κατοικιάς.

Όλο το σπίτι ήταν γεμάτο εικονίσματα, καντήλια, φυλακτά, κεριά, μανουάλια και ότι θρησκευτικό αξεσουάρ κυκλοφορούσε στην πιάτσα.

Νόμιζες ότι ήσουνα στον Αι Βασίλη .

«Οι Δικοί μου είναι πολύ θρήσκοι» μου δικαιολογήθηκε.

«Όλα τα καταλαβαίνω αλλά… πως κάνουν έρωτα τα βράδια. Δεν φοβούνται μην τους καρφώσει με το κοντάρι ο Αι Δημήτρης από πάνω;» ερώτησα αφελώς.

Ο Ψεκασμένος τότε ήταν απλώς ένας νεαρός  σερβιτόρος με πολιτικές ανησυχίες. Γράφτηκε μάλιστα και στην ΚΝΕ σε μια απέλπιδα προσπάθεια να απογαλακτισθεί από το θεοσεβούμενο περιβάλλον του χωρίς να εγκαταλείψει και την βαθύτερη ανάγκη του για έναν παράδεισο την απόλυτης και αιώνιας ευδαιμονίας.

Είχε κατασκευάσει και μια θεωρία σύμφωνα με την οποία «τα κοινόβια των πρώτων χριστιανών ήταν ο κομμουνισμός της ύστερης αρχαιότητας».

Η Θεωρία , βεβαίως , παρέλειπε επιμελώς την Υπατία την Αλεξανδρινή, την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, την ιερά εξέταση, τις σταυροφορίες κλπ.

Παρόλα αυτά ο Ψεκασμένος παρέμενε ένας συμπαθής μοναχικός περιπατητής της Γαρίτσας με κατανοητή και προβλέψιμη συμπεριφορά στα όρια του φυσιολογικού.

Πλήρωνε την συνδρομή του στο «κόμμα» και που και πού άναβε και το κερί του στον Άγιαντώνη.

Εκεί που άρχισανε να μπερδεύονται τα πράματα είναι όταν μου είπε ξαφνικά:

«Μας ψεκάζουνε»

Ταράχτηκα. Πρώτη φορά άκουγα κάτι τέτοιο.

«Ποιος μας ψεκάζει;» ρώτησα.

Δεν μου απάντησε.

Τα ερωτήματα «ποιος μας ψεκάζει και γιατί» δεν είχαν καμία σημασία. Αρκούσε η αόριστη διαπίστωση ότι «κάποιοι» σκορπίζουν στον αέρα «κάποιο αέριο» με «άγνωστες επιπτώσεις» από τα αεροπλάνα της γραμμής.

Ματαίως προσπάθησα να του εξηγήσω ότι «αυτοί οι άσπροι καπνοί των αεροπλάνων είναι ατμοποιημένος αέρας  που τον χειμώνα τον βγάζουν και οι εξατμίσεις των αυτοκινήτων».

Τίποτα.

Εγκατέλειψα την προσπάθεια.

Πριν περάσει λίγος καιρός γράφτηκε «στου Σώρα».

Τώρα εγκαταλείπει τον χριστιανικό κομμουνισμό και  το «κόμμα»  και ξεκινάει να με πείσει ότι «υπάρχουν τρία τρίς» για να ξεπεράσουμε την οικονομική κρίση και να μας μείνουν και για πενήντα γενεές λεφτά.

Η Θεωρία του τώρα είχε τρία σκέλη.

Στο πρώτο «ο Θεός Απόλλωνας» είχε δώσει σε κάποιο πρόγονο του Σώρα τα σχέδια για ένα διαστημόπλοιο που κινείται χωρίς ενέργεια. Τα σχέδια αυτά ο Σώρας τα έδωσε του Ομπάμα έναντι τρία τρίς αλλά ο Ομπάμας δεν τον έχει πλερώσει ακόμα.

Στο δεύτερο.  Ο Σώρας έχει μια επιταγή από την Τράπεζα της Ανατολής στην Σμύρνη του 1922  η οποία αν εξαργυρωθεί από το Ελληνικό κράτος θα πάρουμε τρία τρίς.

Στο τρίτο σκέλος . Η Ανθρωπότητα οφείλει στην Ελλάδα τον πολιτισμό της οπότε ο Σώρας έκανε έναν χοντρικό υπολογισμό και μας χρωστάει (η ανθρωπότητα) τρία τρίς.

Με λίγα λόγια ήθελε να πάω στον Ομπάμα με την επιταγή στο χέρι και να του ζητήσω να μου δώσει τρείς φορές το ετήσιο ακαθάριστο προϊόν των ΗΠΑ.

Απελπίστηκα.

Μακάρι να τελείωναν εδώ τα πράματα αλλά μόλις κλείσανε το Σώρα στην φυλακή ως απατεώνα  ο ψεκασμένος έψαξε αλλού στέγη.

Πάνω από την Γαρίτσα πέρασε ένα διαστημόπλοιο διαμέτρου δύο χιλιομέτρων (όσο ο διάδρομος του αεροδρομίου) και το είδε μόνον αυτός.

Αλοίμονό σου αν του έλεγες ότι δεν έχεις δεί εξωγήινους . Σεσφαζε.

Τελευταία ηγείται του κινήματος κατά της μάσκας.

«Θέλουν να μας υποτάξουν» μου λέει.

«Εμάς τους ανυπότακτους;» ερωτώ «τσ τσ» .

Έτσι που λες αγαπητέ αναγνώστη του μέλλοντος (και του παρόντος)

Τελευταία οι συσχετισμοί στους περιπατητές της Γαρίτσας αλλάζουν.

Μειώνεται ο πληθυσμός των ερωτευμένων και των ρεμβαζόντων και αυξάνονται τα μπαϊπάς και οι ψεκασμένοι.

Αν χειροτερέψουν και άλλο τα πράματα εξετάζω κάποιες διεξόδους.

Η θα κλειστώ στο Ασκηταριό τσι Νυμφές.

Η θα βγω με το καριοφίλι στο χέρι  από το Μεσολόγγι και θα αντιμετωπίσω τον Κιουταχή.

Η θα βάλω δυο σώβρακα δύο φανέλες και δυο ζευγάρια κάλτσες  στην βαλίτσα μου και θα παραδοθώ στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα.