Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

Οι πύργοι της μαλακίας

Κάθε Κυριακή πρωί αγναντεύω απέναντι το Μπόρζ πίνοντας τον καφέ μου.

Το Μπόρζ είναι ένα χωριό της Αλβανίας περίπου πενήντα χιλιόμετρα βόρεια των Αγίων Σαράντα.

Είναι χτισμένο στην πλαγιά του βουνού εκατό μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Οι κάτοικοι του λογικά θα πρέπει να απολαμβάνουν ένα εξαιρετικό ξημέρωμα αλλά και ένα εξίσου ωραίο ηλιοβασίλεμα.

Το Μπόρζ έχει επίσης και μια ατελείωτη αμμουδιά μήκους χιλιομέτρων.

Ο Μόντι κατάγεται από το Μπόρζ αλλά δεν θυμάται ούτε ένα ηλιοβασίλεμα ούτε ένα ξημέρωμα .

Πολύ περισσότερο δεν θυμάται να έκανε ούτε ένα μπάνιο στην παρθένα αμμουδιά του Μπόρζ.

Ο Μόντι δουλεύει ως κηπουρός σε ένα ξενοδοχείο της Κέρκυρας.

Γενικών καθηκόντων και ακαθόριστου ωραρίου.

Καθαρίζει την πισίνα , μαζεύει τα φύλλα κλαδεύει τα φυτά , ποτίζει και διορθώνει καζανάκια καθώς και κάθε βλάβη που περνάει από το χέρι του.

Ο Μόντι όσο ζούσε  στο Μπόρζ ονειρευόταν την Κέρκυρα ως το Ελντοράντο.

Την μισή του ζωή την έζησε στο Μπόρζ χωρίς να το χαρεί και την άλλη μισή την έζησε στην Κέρκυρα δουλεύοντας ως σκλάβος.

Έχασε και τις πρώτες οικονομίες του στις πυραμίδες.

Δεν τόβαλε κάτω.

Το όνειρό του ήταν να γυρίσει στο χωριό του και να χτίσει ένα τεράστιο οικοδόμημα που θα δέσποζε του Μπόρζ ώστε να βεβαιωθούν πλήρως οι χωριανοί του για την λαμπρή του σταδιοδρομία.

Δεν έτρωγε , δεν έπινε , δεν κάπνιζε , δεν πήγαινε στο καφενείο .

Κατάφερε να ρίξει τα μπετά «βάσει αδείας».

Δεν του  έφτανε.

Τόθελε πιο ψηλό από του γειτόνου του.

Έχτισε παράνομα άλλο ένα όροφο.

Τόνε πήγε στα δικαστήρια ο από πίσω.

Τόνε βάλανε να γκρεμίσει τον παράνομο όροφο με δικά του έξοδα.

Κατάφερε να αγοράσει και μεταχειρισμένη μερσεντές  από την Γερμανία με  Αλβανικές πινακίδες που έμεινε για πάντα παρκαρισμένη έξω από την οικοδομή στο Μπόρζ.

Τσακώθηκε με τους χωριανούς του αλλά δεν τόβαλε κάτω.

Συνέχισε το αγώνα μέχρι που βρέθηκε στο νοσοκομείο της Κέρκυρας με ανεύρυσμα αορτής.

Τη γλύτωσε αλλά του είπανε να μην δουλεύει.

Ο κίνδυνος να γυρίσει στο Μπόρζ ταπεινωμένος  με μια μικρή σύνταξη και χωρίς να έχει ολοκληρώσει τον πύργο είναι υπαρκτός.

Η κόρη του και ο γιός του δεν ξέρουν και ούτε θέλουν να μάθουν που είναι το Μπόρζ.

Προσπαθώ να συμμεριστώ το δράμα του ματαίως.

Θυμάμαι την Μπολόνια.

Η μεσαιωνική αυτή πόλη της βόρειας Ιταλίας έχει πολλά αξιοθέατα.

Το πιο εμβληματικό είναι οι «Δύο πύργοι» στο κέντρο της παλιά πόλης δίπλα στην Πιάτσα Ματζόρε.

Μην πάει το μυαλό σας σε μεσαιωνικούς πύργους με πολεμίστρες κλπ.

Πρόκειται για δύο κολόνες με εμβαδόν στην βάση σχεδόν πενήντα τετραγωνικά μέτρα που υψώνονται εκατό πενήντα μέτρα πάνω από την πόλη.

Το πρώτο ερώτημα που σου δημιουργείται είναι «σε τι χρησίμευαν αυτοί οι πύργοι».

Αμέσως μαθαίνεις ότι τον μεσαίωνα η πόλη ήταν γεμάτη από παρόμοιους πύργους που τους έχτιζαν οι φεουδάρχες της περιοχής χωρίς κανένα σκοπό. Απλώς προσπαθούσαν να ξεπεράσουν τον διπλανό τους σε ύψος.

Χιλιάδες σκλάβοι εργάσθηκαν για να τους χτίσουν.

Εν συνεχεία οι πύργοι αυτοί γκρεμίστηκαν διότι υπήρχε κίνδυνος να πέσουν πάνω στα σπίτια.

Απέμειναν οι δύο υποστηριζόμενοι από ποντέλα ως τουριστικό αξιοθέατο.

Δικαίως οι σημερινοί κάτοικοι της Μπολόνια τους ονομάζουν «Οι Πύργοι της μαλακίας».

Νόμιζα ότι οι Πύργοι της Μαλακίας ήταν ένα αξιοθέατο της Μπολόνια μέχρι που έμαθα ότι στην Νέα Υόρκη οι ιδιοκτήτες των τεραστίων ουρανοξυστών συναγωνίζονται για μια θέση στη λίστα των ψηλότερων κτηρίων.

Μάλιστα επειδή ένας παραβίασε τον κανονισμό της μαλακίας και έβαλε μεγαλύτερη κεραία στην κορυφή από  όση δικαιούταν , ο διπλανός τον τρέχει στα δικαστήρια ,λένε οι ειδήσεις.

Με τούτα και με κείνα, και μιας και βλέπω ο Μόντι να αφήνει την αποξυλή του στην Κέρκυρα, σκέφτομαι να πάω εγώ στο Μπόρζ για χειμερινές διακοπές.

Είναι η καλύτερη εποχή.

Θα περάσω απέναντι και θα πάρω τον δρόμο για Σαγιάδα.

Θα περάσω από το Μαυρομάτη και σε μία ώρα θα είμαι στο Μπόρζ.

Θα νοικιάσω χειμωνιάτικα τον καλύτερο «πύργο» κοψοχρονιά.

Θα δω επιτέλους το ξημέρωμα και το δειλινό από την απέναντι ακτή.

Θα περπατήσω όλη απέραντη την αμμουδιά του Μπόρζ χωρίς μουσικές και χωρίς ομπρέλες.

Αν κάνει καλό καιρό μπορεί και να κολυμπήσω.

Θα φάω προβατίνα στη γάστρα και πίνοντας το κρασί μου θα εξιστορώ στους Αλβανούς της ταβέρνας τις ταξιδιωτικές μου αναμνήσεις μου από την Μπολόνια και τους πύργους της μαλακίας.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2022

«Πέθανε ο Μιχάλης»

 Έτσι απλά .

Είδα στο κινητό κάτι αναπάντητες αλλά δεν έδωσα σημασία.

Με ειδοποίησαν από την «Ενημέρωση».

«Το μόνο σίγουρο στην ζωή είναι ο θάνατος» ,   λένε οι σοφοί  .

Το περιμέναμε.  Αλλά είναι άλλο να το περιμένεις και άλλο να συμβαίνει  στα καλά καθούμενα ένα συνηθισμένο απόγευμα .

Με τον Μιχάλη Ψάϊλα  ήμασταν μαζί τριάντα χρόνια.

Κάθε μέρα πλην Κυριακών και εορτών.

Αυτός είχε το ταπετσιέρικο και δίπλα εγώ το σιδεράδικο.

Πιο πολλές ώρες ήμασταν με τον  Μιχάλη παρά με την γυναίκα μου.

Τόσο που το συζητούσαμε  γελώντας να κάνουμε και ένα «σύμφωνο συμβίωσης» τώρα που είναι της μόδας.

Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης.

Μια μέρα έδωσε σε μια τσιγγάνα δύο μποτίλιες λάδι  του ενάμιση λίτρου  που του τόχε δώσει κάποιος φίλος.

Μας  έμεινε λίγο σε ένα μικρό μπουκαλάκι για να βάζουμε στο ψωμί μας μαζί με κοκκινοπίπερο.

Την άλλη μέρα    έλειπε και το μικρό μπουκαλάκι.

Έγινα έξαλλος.  « Μα δεν έχει λίγο φιλότιμο;»

«Άστηνε  ρε Σταμάτη,  που ξέρεις τι ανάγκη έχει;»

Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης .

Όλοι ξέρουν την Κέρκυρα από το Κορφού Παλλάς , τα παλάτια, το Ποντικονήσι, την Μπέλα Βενέτσια.

Ο Μιχάλης ήταν ο άρχοντας της άλλης Κέρκυρας , της δικής μας.

Της βαθιάς λαϊκής Κέρκυρας .

Των ψαράδων της Κόντρα Φόσα.

Των μελισσοκόμων .

Της άγνωστης στους περιστασιακούς επισκέπτες .

Κάποτε με ερωτεύτηκε μια γειτόνισσα. Ερχόταν κάθε μέρα και ρωτούσε. Προσπαθούσα να την αποφύγω. Της έλεγα ότι είμαι παντρεμένος  και διάφορες άλλες δικαιολογίες.

«Άσε μου λέει ο Μιχάλης θα το κανονίσω εγώ.»

Η γειτόνισσα δεν ξαναπέρασε.

«Ρε Μιχάλη  εξαφανίστηκε!»

«Δε σούπα ότι θα το κανονίσω;»

«Τι της είπες δηλαδή;»

«Της είπα ότι είσαι ..πούστης»

Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης.

Ήταν Μαλτέζικης καταγωγής.  Γεννήθηκε  στην Μητρόπολη. Παιδί της μεταπολεμικής Κέρκυρας των ασύλληπτων, για την εποχή μας,  στερήσεων.

Μου μίλαγε  για την Ανουντσιάτα όταν ακόμα ήταν εκεί ο λάκκος από την βόμβα  γεμάτος  βρομόνερα.

Η συμμορία των παιδιών κάνανε τσουλήθρα και πέφτανε στο νερό.

Η πρώτη νεροτσουλήθρα.

Πρόλαβε και την «Κουλοχέρω».

Η Κουλοχέρω ήταν μια πόρνη των Αγίων Πατέρων με χρυσή καρδιά. Πολλές οικογένειες επιβίωσαν στην κατοχή από την βοήθεια της Κουλοχέρως.

Τα μπουρδέλα  στην Κέρκυρα στεγαζόταν πάντα δίπλα στις Εκκλησιές .  Μάλλον για να μπορείς να αμαρτήσεις και να μην χάνεις χρόνο. Αμέσως μετά να πάς δίπλα να μετανοήσεις.

Μου μιλούσε πάντα με σεβασμό για την Κουλοχέρω.

Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης .

Το γήπεδο ποδοσφαίρου τότε ήταν η Λεμονιά.

Εκεί ανδρώθηκε ο Α.Ο Κέρκυρα.

Πήγα με τον Μιχάλη και μου έδειξε ακριβώς πώς ήταν τότε η μικρή πλατεία και που βρισκόταν ακριβώς τα τέρματα.

Έμενε τότε εκεί ένας χαφιές που ήθελε να κρατήσει πάση θυσία την παρθενιά της κόρης του και δεν την άφηνε να ξεμυτίσει.

Ρουφιάνευε  όλο τον κόσμο.

Μισητός άνθρωπος.

Όταν ερχόταν οι Αμερικάνοι  ναύτες ψάχνανε τα μπουρδέλα της Λεμονιάς.

Ρωτάγανε τα παιδιά που παίζανε στην πλατεία και τους δείχνανε το σπίτι του χαφιέ.

«Στηνόταν  κάτι αραπάδες  δύο μέτρα στην ουρά έξω από το σπίτι του χαφιέ και περίμεναν τη σειρά  τους. Χτύπαγαν την πόρτα  και όταν έβγαινε ο χαφιές γινόταν χαμός» μου έλεγε ο Μιχάλης .

Εκεί σε αυτήν την πλατεία ιδρύθηκε ο ΑΟ Κέρκυρα και εκεί πρέπει να στηθεί η προτομή του Μιχάλη, ενός δικού μας  ανθρώπου που σημάδεψε το ποδόσφαιρο.

Ο Μιχάλης  έγινε  ένας από του σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές της Κέρκυρας . Στο ταπετσιερικό του  ήταν κορνιζαρισμένες όλες οι μεγάλες στιγμές και οι διακρίσεις μιας άγνωστης σε αρκετούς ιστορίας.

Η πρώτη αμοιβή του ποδοσφαιριστή τότε ήταν μια μοσχαρίσια μπριζόλα.

Μούλεγε με τι λαχτάρα περιμένανε αυτή την μπριζόλα.

Μια φορά πήγανε να παίξουν  στο Αγρίνιο και βρήκανε τον Πουτσαντσίνι κρυμμένο σε μια βάρκα του φέρυ μποτ.  Τον έψαχνε στην Κέρκυρα ο πατέρας του με την αστυνομία. Τον δέσανε σε ένα κατάρτι και τον στείλανε πίσω.

Στο ταπετσιερικο του Μιχάλη ερχόταν μερικές φορές και η Ρένα Βλαχοπούλου. Καθόταν με το πλεχτό της σε μια καρέκλα και μας έλεγε  ιστορίες από την ζωή της. 

Δεν θέλω να αναφερθώ σήμερα στις φάρσες  που οργανώναμε, όχι διότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη αλλά διότι  η απώλεια μου ήρθε ξαφνικά  και δεν τα έχω μαζεμένα.

Κάποια στιγμή υπόσχομαι να γράψω για την  ζωή του Μιχάλη και της γενιάς του .

Του Μιχάλη , πλέον,  δεν του χρειάζεται αλλά μας χρειάζεται εμάς και χρειάζεται και στους επόμενους.

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

Λάμπρος

 Εκείνα τα χρόνια ο Λάμπρος δούλευε σερβιτόρος στο Κανόνι.

Επί 12 ώρες κουβάλαγε  ένα τεράστιο δίσκο πάνω από το κεφάλι γεμάτο παγωτά , καφέδες,  λεμονάδες  και ούζα.

Άνοιγε δρόμο ανάμεσα από δεκάδες τουρίστες που χάζευαν την θέα περιμένοντας να αδειάσει κανένα τραπέζι.

Ο ιδρώτας του Λάμπρου έσταζε από την μύτη.

Το άσπρο του ποκάμισο ήτανε λάσπη.

Διασχίζει ένα γκρουπ μαυροφορεμένες γριές από κάποια εκκλησιαστική εκδρομή του κάμπου της Θεσσαλίας έτοιμος να λιποθυμήσει από την κούραση και την ζέστη.

Τον σταματάει μία.

-«Δε μι λές πιδί μ’;»

-«Του μπουντικονίσι, του πρώτου είναι η του δευτέρου;»

-«Του τρίτου κυρία μου… του τρίτου.»

-«Αφού δεν έχει τρίτου.»

-«Είναι πιο πίσω δεν φαίνεται.»

Απαντούσε ο Λάμπρος εξουθενωμένος.

Όλοι οι συνάδελφοί του κάνανε και άλλες δουλείες κατά την διάρκεια του χρόνου για να προκόψουν.

Ο Λάμπρος ζούσε με το ταμείο ανεργίας τον χειμώνα.

Ούτε το μάστορα μπορούσε να κάνει ούτε ελιές είχε για να μαζέψει.

Για τους συναδέλφους του ήταν η εποχή των μεγάλων ευκαιριών και των μεγάλων λόγων.

Ακούγανε: «Με βάση την ετεροχρονισμένη δομική αντιπαλότητα..» και καταλάβαιναν ότι «ήρθε η ώρα του λαού».

Ο Λάμπρος τότε γράφτηκε στην ΚΝΕ.

Εκτός από μερικά ρητά που άκουγε από εδώ και από κει δεν του έμειναν και πολλά πράματα.

Καλλιέργησε όμως μια άγνωστη μέχρι τότε ικανότητα του να πείθει με απλά επιχειρήματα.

Βγήκε πρώτος στο αγώνισμα των «στρατολογιών»  και πήρε και το χρυσό μετάλλιο από τα χέρια του ίδιου του Βαμβέτσου του Μεγαλοπρεπούς από τα Γιάννενα σε ειδική τελετή.

Ο Βαμβέτσος ο μεγαλοπρεπής  έμοιαζε με Τούρκο. Είχε παχύ ανδροπρεπές μουστάκι, κρατούσε μια δερμάτινη τσάντα με κομματικά έγγραφα ,φαντάζομαι, και είχε και τσιμπούκι σαν του Φλωράκη.

Για να μιλήσεις του δυσθεώρητου Βαμβέτσου τότε έπρεπε να πάρεις ειδική άδεια.

Δεν θα επεκταθώ στον βίο και την πολιτεία του θρυλικού Βαμβέτσου  διότι μπορεί να κατηγορηθώ ότι «ρίχνω νερό στο μύλο της αντίδρασης» η , ακόμα χειρότερα ότι «αλείβω βούτυρο στο ψωμί του καπιταλισμού».

Ο Λάμπρος , λοιπόν, τα κατάφερνε να πείθει με απλά επιχειρήματα.

Όταν δεν άντεχε πλέον να εξηγεί πιο είναι το Ποντικονήσι έγινε ασφαλιστής.

Χρησιμοποίησε την πολιτική του εμπειρία και κατέγραψε συστηματικά όλους τους υποψήφιους προς ασφάλιση στην Ιντεραμέρικαν.

Φόρεσε κουστούμι και γραβάτα. Αγόρασε και σαμσονάιτ με κλειδαριά και βγήκε (ξανά) προς άγραν πελατών.

Ήρθε και σε μένα.

Μού έκλεισε ραντεβού επισήμως. Κάθισε απέναντι μου στον καναπέ σοβαρός.

Ίσιωσε την γραβάτα του και άρχισε.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του εάν με πάταγε ένα αυτοκίνητο στο δρόμο η γυναίκα μου θα έπαιρνε μια παχυλή σύνταξη συν ένα υπολογίσιμο εφάπαξ.

Αν έκοβα το χέρι μου στην δουλειά.

Αν έπεφτα στο μπάνιο.

Αν έπεφτε το αεροπλάνο της Ολυμπιακής στο Αγρίνιο.

Αν έχανα ξαφνικά το φώς μου.

Αν μούπεφτε ένα πιτέρι στο κεφάλι.

Αν βούλιαζε το φέρυ μπότ.

Αν με σκότωνε το ρεύμα την ώρα που στέγνωνα τα μαλλιά μου.

Ο Λάμπρος πρώτα σου έφερνε την απόλυτη καταστροφή και ακολούθως εκεί που ο πελάτης είχε αρχίσει να τρέμει του έβγαζε ένα λογαριασμό με τα λεφτά που θα έπαιρνε αυτός, αν  έμενε τυφλός , κουλός , κουτσός και εν γένει ακρωτηριασμένος  η πόσα λεφτά θα έπαιρναν οι απόγονοι του όταν θα πέθαινε.

Τύφλα να έχουνε οι μάρτυρες του Ιεχωβά.

Ετούτος δεν υποσχόταν έναν ακαθόριστο και  αμφιλεγόμενο παράδεισο του Θεού η του Κομμουνισμού.

Εδώ σου μίλαγε με συμβόλαια , υπογραφές και συγκεκριμένα ποσά σε κάθε περίπτωση.

Αξεπέραστος.

Έπεισε πολλούς.

Με εμένα δεν τα κατάφερε. 

Δεν ήξερε με ποιος είχε μπλέξει.

Πήρα μολύβι και χαρτί και άρχισα να κάνω λογαριασμούς.

Παραξενεύτηκε.

Περίμενε Λάμπρο θα σου τα δείξω σε λίγο.

Σύμφωνα, λοιπόν,  με το δικό μου σενάριο (βασισμένο στην Θεωρία των πιθανοτήτων) η πιθανότητα  να πάθω κάποιο από τα ατυχήματα που θα με έστελναν στον άλλο κόσμο η θα με καθιστούσαν παράλυτο ήταν πολύ μικρότερη από την πιθανότητα να κερδίσω μια περιουσία στο ξυστό αν έπαιζα τα λεφτά που θα έδινα στην Ιντεραμέρικαν.

Ήξερα τι θα αντιμετωπίσω και δούλεψα συστηματικά πριν την συνάντηση.

Δαγκάθηκε.

Μου πέταξε ένα «..δεν είναι έτσι» και μου είπε ότι θα ξαναπεράσει να τα πούμε.

Παρόλο που δεν τα κατάφερε με εμένα έγινε ένας από τους κορυφαίους ασφαλιστές και μάλιστα του έδωσαν και μια πλακέτα βιδωμένη πάνω σε ένα ξύλινο κουάδρο που το έβαλε στο σαλόνι του και μου το έδειχνε κάθε που πήγαινα για καφέ.

Πέρασε καιρός και ξαναβρήκα τον Λάμπρο στο Σαρόκο να περπατάει βιαστικά .

«Δεν μπορώ τώρα πάω να δείξω ένα σπίτι».

Τότε έμαθα ότι ο Λάμπρος  είχε γίνει  μεσίτης.

Σταμάτησε μια μέρα στο καφενείο να μου πει για ένα διαμέρισμα που πουλιόταν εκεί κοντά «σε τιμή ευκαιρίας».

Επρόκειτο για το διαμέρισμα του Κώστα από τσους Κυνοπιάστες που είχε πεθάνει πριν λίγους μήνες και το πουλούσαν τα παιδιά του.

Ρε Λάμπρο αυτή η πολυκατοικία χτίσθηκε το εβδομήντα. Είναι γριά. Τα μπετά  έχουν όριο τα πενήντα χρόνια αν είναι σωστή η κατασκευή και με τις προδιαγραφές τις προβλεπόμενες.

Πουλάς ένα τριάρι διακόσια χιλιάρικα σε μια γριά πολυκατοικία που σε λίγο θα πρέπει να κατεδαφιστεί και να χτιστεί από την αρχή;

Ποιος θα το πάρει αγόρι μου;

Πάλι δεν τα κατάφερε να με πείσει  αλλά μου ήταν πάντα συμπαθής.

Το πάλευε το πράμα και ας μην ήταν σίγουρος.

Έτσι, άλλωστε,   κάνουμε όλοι.

Τελευταία  πήγα με κάτι φίλους σε μια λαϊκή ταβέρνα στην Οβριακή.

Ακούω μια γνωστή φωνή από πίσω μου.

«Τι να σας φέρω.»

Γυρνάω και ανοίγει η καρδιά μου.

Ο Λάμπρος ξανά αλλά με καλοκαιρινό φανελάκι Welcome to hell.

 

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022

Τα σφυριά του Τροβατόρε

 Ο Τουρνάς μπορεί να λέει ότι «δεν μετανιώνει»  αλλά δεν είμαστε ίσια και όμοια.

Ένα από τα (αμέτρητα) λάθη μου, για τα οποία μετανιώνω βεβαίως,  είναι που δεν έγινα Καμπανάς.

Όταν ήμουν μικρός μου δόθηκε η μοναδική ευκαιρία να γίνω κατασκευαστής καμπανών και αρνήθηκα.

Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε στον Πειραιά ένας μάστορας που έφτιαχνε καμπάνες.

Μου είπε να με πάρει στη δουλειά να μάθω την τέχνη και δεν δέχτηκα.

Ποιος ενδιαφερότανε τότε για ..καμπάνες. Και τι τέχνη είναι να φτιάχνεις καμπάνες; Ένα μικρό χυτήριο και ένα καλούπι έφτανε… Και τι θα έλεγα; Ότι φτιάχνω καμπάνες;

Τόσο μυαλό είχα.

Πολύ αργότερα (όταν ήταν πλέον πολύ αργά) έμαθα ότι οι καμπάνες είναι μουσικά όργανα ακριβώς τονισμένα  και μάλιστα παραμένουν τονισμένα στο διάβα των αιώνων.

Κάποτε, βέβαια,  θα σκουριάσουν αρκετά και θα ξεκουρδιστούν αλλά μακάρι να προλαβαίναμε να ακούσουμε τις καμπάνες να ξεκουρδίζονται.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα βουδιστικά κύμβαλα η τα σήμαντρα των μοναστηριών.

Νομίζεις ότι είναι ένα κομμάτι μέταλλο που το χτυπάς και παράγει κάποιο τυχαίο ήχο.

Αυτό συμβαίνει μόνο με τους (ξεγάνωτους) τενεκέδες.

Αν χτυπήσεις μια λάτα και ο ήχος της είναι ορισμένος στο πεντάγραμμο τότε αυτή η λάτα γίνεται μουσικό όργανο.

Αν κοπανάς ένα πανάκριβο πιάνο στο γάμο του καραγκιόζη κάνεις απλώς φασαρία.

Το ίδιο συμβαίνει αν χτυπήσεις τις καμπάνες της εκκλησιάς όπως νάναι.

Τις Κυριακές ξυπνάω κατά τις οχτώ και περιμένω στο κρεβάτι μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες τ’Άγιαρσένιου.

Μιλάμε για ένα απλό μεν αλλά ωραιότατο και πλήρες μουσικό κομμάτι με δύο καμπάνες, μία Μι και μια Λα.

Είναι τόσο ακριβώς  τονισμένες που όταν μαζεύεται η χορωδία του χωριού και δεν υπάρχει άλλος τρόπος  , ο μαέστρος στέλνει  ένα παιδί να χτυπήσει την καμπάνα.

Εάν αυτές οι δύο  καμπάνες  στα χέρια ενός μουσικού παράγουν αυτή την αρμονία μπορεί να φανταστεί κανείς τι μουσικές έβγαζαν οι καμπάνες της Παναγίας των Παρισίων.

Μιλάμε ότι ο Κουασιμόδος θα έπρεπε να ήταν κορυφαίος.

Ότι επηρέασε στον ύψιστο βαθμό  το ανθρώπινο γένος είχε μέσα του κάτι σχεδόν αόρατο και μεγαλειώδες.

Στο Coro dei zingari της όπερας  Il Trovatore  τα μουσικά όργανα που συνοδεύουν την χορωδία (που υποδύεται τους τσιγγάνους) είναι δύο σφυριά και ένα αμόνι.

Τα σφυριά στο συγκεκριμένο αμόνι παράγουν ένα Λά φυσικό και ένα Λά πάνω από το πεντάγραμμο που χτυπάνε ένα τέταρτο με μια παύση τετάρτου το καθένα.

Αυτό δεν είναι περίπου. Είναι απόλυτο. Έτσι είναι στην παρτιτούρα.

Δεν γίνεται να κοπανάς ότι νάναι. Δεν υποφέρετε.

Πρέπει να βρεις δύο σφυριά στο εμπόριο που να είναι κοντά σε αυτές τις νότες, και να τα τροχίζεις μέχρι να βγάλουν ακριβώς αυτές τις δύο νότες.

Μιλάμε ,δουλειά για βουρλισμένους.

Να φανταστεί κανείς ότι σε ολόκληρη την Ιταλία υπάρχει ένα τέτοιο αμόνι με δύο σφυριά στη  σκάλα του Μιλάνου που τα δανείζεται όποιος ανεβάζει Τροβατόρε.

Θα μου πείτε «ποιόν ενδιαφέρουν αυτές οι λεπτομέρειες ;»

Όμως σε αυτό το σημείο βρίσκεται η μεγάλη μαγεία .

Το ηλιοβασίλεμα είναι η αίσθηση και η μαγεία της στιγμής.

Όσες φωτογραφίες και να το βγάλεις θα καταλήξουν στον κάδο ανακύκλωσης του υπολογιστή σου.

Πρέπει να το νοιώσεις ως στιγμή της ζωής σου.

Διαφορετικά θα μπορούσε ένας ξεναγός να πάει τους τουρίστες στον Πέλεκα να δουν το ηλιοβασίλεμα στις έξι το απόγιομα και να τους το προβάλει σε βίντεο γουόλ γιατί βιάζεται .

Τα έργα της όπερας που ζουν  στο διάβα των αιώνων είναι φαινομενικά μικρές αφελείς ιστορίες με πολύ όμορφες μεν μουσικές που θα μπορούσε όμως  να τις σβήσει ο χρόνος.

Δεν συνέβη αυτό  διότι είχαν εντός τους κάτι σχεδόν αόρατο και μεγαλειώδες, γραφτήκαν στις μεγάλες καμπές, ζουν στο συλλογικό υποσυνείδητο και στην  συλλογική ανάμνηση αυτών των στιγμών. Ήταν  δημιουργήματα ανθρώπων τους οποίους γέννησαν οι μεγάλες καμπές.

Λένε πολύ περισσότερα από αυτά που καταλαβαίνει κανείς στο πρώτο άκουσμα.

Έκαναν το αδιανόητο για την εποχή τους.

Τότε που ακόμα όλοι πίστευαν ότι οι «ευγενείς» δεν ήταν απλώς πολύ πλούσιοι αλλά ήταν  διαφορετικό βιολογικό είδος από τον λαό, ανέβασαν στο προσκήνιο τους ανώνυμους πληβείους και τους έδωσαν όνομα .

Την Βιολέτα , την πόρνη με τις ηθικές αξίες , τους δούλους του Ναβουχοδονόσωρ και τους Τσιγγάνους του Τροβατόρε.

Έδωσαν υπόσταση στους έσχατους.

Δημιούργησαν ένα Χόλυγουντ μιας άλλης εποχής που συγκρουόταν με την αριστοκρατία και που δεν ξεπεράστηκε ακόμα.

Στο Σαν Τζιάκομο στην Κέρκυρα , που λίγα χρόνια πριν ήταν ακόμα η στοά των ευγενών , ανέβηκε για πρώτη φορά ο Κουρέας της Σεβίλλης κουρελιάζοντας την αριστοκρατία και τραγουδώντας  «Largo al factotum della citta «Κάντε στην άκρη να περάσει ο πολυμήχανος της πόλης»

Όλα, είναι στιγμές,  που χρειάζονται αλλά όταν κυριαρχούν τα μοιρολόγια , οι οιμωγές , οι άναρθρες κραυγές και παραπονιάρικα άσματα είναι ακόμα νωρίς.

Αργότερα , αν είμαστε τυχεροί (που δεν το νομίζω) μπορεί να ακούσουμε τα επόμενα σφυριά του Τροβατόρε.

Απλώς χρειάζεται υπομονή και να αφουγκραζόμαστε.   

https://www.youtube.com/watch?v=8WVSmFtDyuk

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Η Καρμπονάρα, οι Καρμπονάροι και η γέφυρα των γιατρών.

 Τρώγω μακαρονάδες τρείς φορές την εβδομάδα και παραμένω σταθερά εβδομήντα πέντε κιλά εδώ και δεκαετίες.

Τόλεγε και κάποια σταρ του σινεμά.

Ο λόγος που τρώω τρείς φορές την βδομάδα μακαρόνια είναι ότι δεν μένω μόνος μου.

 Αν μπορούσα θα έτρωγα μακαρονάδες τουλάχιστον πέντε φορές την εβδομάδα.

Η νοστιμότερη, φτηνότερη και γρηγορότερη μακαρονάδα για την δύσκολη εποχή της ακρίβειας και της επισιτιστικής κρίσης που απειλεί το ευτραφές ανθρώπινο γένος των βορείων προαστίων του πλανήτη είναι η θρυλική aglio, olio e peperoncino.

Τουτέστι , τσιγαρίζουμε σκόρδο και κόκκινη καυτερή πιπεριά σε ελαιόλαδο , πετάμε το σκόρδο και την πιπεριά   και ρίχνουμε στο λάδι τα μακαρόνια . Τρίβουμε και τυρί από πάνω και τρώμε σαν άθρωποι.

Εύκολη και φτηνή μακαρονάδα είναι και η Αματριτσιάνα.

Εδώ ρίχνουμε στο τηγάνι δυο τρείς φέτες γκουαντσιάλε και το αφήνουμε να λειώσει.

Την ώρα που λειώνει ρίχνουμε τριμμένη ντομάτα και καυτερό πεπεροντσίνι.

Αφήνουμε να βράσει λίγο και ρίχνουμε μέσα τα βρασμένα μακαρόνια (Μπουκατίνι).

Ανακατεύουμε και βάζουμε στα πιάτα με τριμμένο κεφαλοτύρι  και ουχί Πεκορίνο Ρομάνο που ρίχνουν οι άσχετοι.    

Σκέφτομαι να γράψω συνταγές μαγειρικής με σχεδόν μηδέν κόστος για την ιστορική συγκυρία και να τις πουλάω στο διαδίκτυο.

Μιλάμε για τρελά λεφτά.

Το θέμα τώρα όμως είναι άλλο.

Η Καρμπονάρα, η φημισμένη μακαρονάδα (που οι βέβηλοι ανά τον κόσμο την κάνουν με κρέμα γάλακτος) έχει μια ιστορία χαμένη στα βάθη των αιώνων την οποία αποκαλύπτω σήμερα απαλλάσσοντας τον αναγνώστη από τον κόπο να ασχοληθεί με τόσο ταπεινά και ανούσια θέματα.

Η «Καρμπονάρα» (εκ του Carbone) μεταφραζόμενη στην Ελληνική θα λεγόταν «Καρβουνιάρα».

Για να  γνωρίσει κανείς την προέλευσή του ονόματος της θα πρέπει να γυρίσει πίσω στην εποχή του Ρομπέν των Δασών.

Ο Ρομπέν των Δασών ήταν ένας μύθος αλλά όπως όλοι οι μύθοι δημιουργήθηκαν μέσα σε κάποια πραγματικότητα και ως εκ τούτου είναι αληθινοί.

Εκείνα λοιπόν τα μεσαιωνικά χρόνια οι αγρότες που δεν άντεχαν την καταπίεση και την απάνθρωπη συμπεριφορά των φεουδαρχών κατέφευγαν στα πυκνά δάση της Κεντρικής Ευρώπης και συγκροτούσαν αυτόνομες κοινότητες (χιλιάδων ανθρώπων)  που κατά κύριο λόγω ασχολούνταν με την παραγωγή κάρβουνου το οποίο και εμπορευόταν.

Είχαν δε οπλιστεί και είχαν διαμορφώσει και θεσμούς για την λειτουργία της κοινωνίας τους.

Έκτοτε πέρασαν πολλοί αιώνες και ήρθε η εποχή που ο στρατηγός Γαριβάλδη ξεκίνησε την επανάσταση για την δημιουργία του Ιταλικού κράτους.

Το πιο επίλεκτο σώμα του στρατεύματος τους , δηλαδή κάτι σαν τους κομάντος των σύγχρονων στρατών, το ονόμασε «Καρμπονάρους» , δηλαδή «Καρβουνιάρηδες»,  προς ανάμνηση των Καρμπονάρων του Μεσαίωνα .

Τους έδωσε αυτή την ονομασία, προφανώς  τόσο για ιδεολογικούς λόγους όσο και γιατί οι Καρμπονάροι του Γαριβάλδη  ήταν εξίσου σκληροτράχηλοι με τους Καρμπονάρους του Μεσαίωνα.

Οι Καρμπονάροι του Γαριβάλδη, λοιπόν, μάζευαν τα αποφάγια της προηγούμενης μέρας και τα ανακάτευαν με μακαρόνια για την επόμενη μέρα.

Η μακαρονάδα αυτή ονομάστηκε «Καρμπονάρα».

Σιγά τα ωά!

Το ίδιο κάνω και εγώ κάθε μέρα στην εποχή της τεχνίτης νοημοσύνης και της κβαντικής διεμπλοκής.

Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ.

Κατά την διάρκεια της επανάστασης του Γαριβάλδη στην Ιταλία αρκετοί κυνηγημένοι Καρμπονάροι ήρθαν στην Κέρκυρα όπου και διέμειναν για κάποιο διάστημα.

Δύο εξ αυτών που ήταν γιατροί η φοιτητές της Ιατρικής βρήκαν καταφύγιο σε ένα σπίτι στο δάσος μερικά χιλιόμετρα βόρεια της πόλης το οποίο του παραχώρησε κάποιος Κερκυραίος αστός.

Το σπίτι αυτό σήμερα ίσα που φαίνεται από τον δρόμο και βρίσκεται ακριβώς στην διασταύρωση που πάει για Παλιοκαστρίτσα  και για τα χωριά του Αγύρου.

Εκεί,  σε αυτό το σπίτι έμεναν οι δύο Καρμπονάροι και έγιναν γνωστοί διότι παρείχαν και τις ιατρικές τους υπηρεσίες στους κατοίκους της γύρω περιοχής.

Έτσι η γέφυρα του ποταμιού σε αυτή την διασταύρωση ονομάστηκε «Γέφυρα των Γιατρών».

Αργότερα οι Καρμπονάροι επιχείρησαν να ξαναπάνε στην Ιταλία όπου τους πιάσανε και τους εκτέλεσαν.

Ο μύθος , όμως , έλεγε ότι κρεμάστηκαν από την κόρδα του σπιτιού και έκτοτε το σπίτι ήταν στοιχειωμένο.

Τον μύθο συντηρούσαν και οι ληστές της περιοχής όπου στήνανε καρτέρι τα βράδια και όταν πέρναγαν τα κάρα από τα χωριά κρύβονταν κάτω από το γιοφύρι φορώντας σεντόνια και χτυπώντας αλυσίδες.

Οι χωρικοί έντρομοι εγκατέλειπαν τα κάρα και γύρναγαν σπίτι τους.

Σήμερα στο σπίτι των γιατρών μένει ένας πολύ καλός φίλος Γάλλος αρχιτέκτονας  ο οποίος συμφώνησε με τους ιδιοκτήτες να ζει εκεί και να συντηρεί το σπίτι.

Ζηλεύω . Πόσο μάλλον που στην περιοχή αυτή η θερμοκρασία είναι πάντα τέσσερις με πέντε βαθμούς χαμηλότερα.

Τα λέω όλα αυτά διότι τα χρόνια περνάνε,  πολλά ξεχνιούνται και,  κάποτε , κάποιοι μπορεί να αναρωτηθούν την ώρα που τρώνε την Καρμπονάρα τους.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Πουτσαντσίνι

 


 

Τέτοιες μέρες , κάποιον Ιούλιο πριν από καιρό βρέθηκα στο Σωκράκι ένα απόγευμα με κάτι φίλους.

Πίναμε την τσιστσιμπύρα μας στην πλατεία του χωριού συζητώντας ανάλαφρα θέματα και ρεμβάζοντας.

Στο βάθος του πλακόστρωτου δρόμου βλέπω έναν γέρο με μπαστούνι γερμένο από τα χρόνια να έρχεται αργά.

Στην γωνιά μια συνομήλικη του γριά να κρύβεται και κρυφοκοιτάζει τον γέρο που πλησιάζει.

Δίπλα της είχε ένα κουβά γεμάτο νερό.

Μόλις φτάνει ο γέρος στην γωνία , βγαίνει η γριά στη μέση του δρόμου ,του ρίχνει το νερό στο κεφάλι και φεύγει τρέχοντας.

Ο γέροντας της φωνάζει διάφορα ακατάληπτα που έμοιαζαν με βρισιές.  

Ταχάσαμε.

Σκεφτήκαμε ότι θα είχαν κάποια διαφορά μεταξύ τους.

Οι Σωκρακίτες του καφενείου μας καθησύχασαν. «Πρόκειται για ένα έθιμο που συμβαίνει τέτοιες μέρες του Ιουλίου. Ρίχνει νερό ο ένας του άλλου απροειδοποίητα.»

Νόμιζα ότι ήταν κάποιο τοπικό Σωκρακίτικο έθιμο που δεν έλεγε να ξεχαστεί ώσπου φέτος τον Ιούλιο βλέπω την συμμορία του εγγονού μου να ετοιμάζει κουβάδες στην γειτονιά.

Βγάλανε τις φανέλες τους.

Ετοίμασαν τα νεροπίστολα και ξεκίνησε ο πόλεμος κατά παντός που έκανε το λάθος να περάσει από εκεί.

Όσες γριές προλάβανε μαζέψανε τα σκαμπό βρεγμένες και κλειστήκανε μέσα μέχρι να περάσει το κακό.

Μιλάμε για ένα ξέφρενο πανηγύρι με γέλια και φωνές χωρίς έξοδα και χωρίς παρεξηγήσεις.

Προσπάθησα να μάθω την προέλευση του εθίμου αλλά δεν τα κατάφερα.

Επίσης προσπάθησα πολλές φορές να εξηγήσω διάφορα ανεξήγητα σε σχέση με την επτανησιακή ψυχοσύνθεση χωρίς κάποιο σοβαρό αποτέλεσμα.

Η ειρωνεία , η φάρσα, ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός σαν να βρίσκονται στο DNA μας.

Δύσκολα μπορούμε να επικοινωνήσουμε με άλλους πληθυσμούς της περιοχής εξαιτίας αυτής μας της ψυχοσύνθεσης.

Έψαξα και για τα Πετεγολέτσα.

Σήμερα έχουν εξελιχθεί σε μια σειρά εκδηλώσεων του Δήμου προς αναβίωση του εθίμου με αστεία και πειράγματα.

Τα χρόνια των Ενετών ήταν καθιερωμένο σε κάθε πόλη της επικράτειας, μια φορά το χρόνο να βγαίνουν «όλα στο φόρο».

Μάλλον λειτουργούσε σαν βαλβίδα εκτόνωσης.

Το κάνουν και σε θεραπευτικές κοινότητες απεξάρτησης.

Αν το κάνεις σήμερα αυτό σε μια κλειστή κοινωνία σε οποιοδήποτε μέρος θα σκοτωθούν μεταξύ τους για πράγματα που όλοι γνωρίζουν αλλά μένουν κρυφά.

Σε άλλα μέρη τα δικά μας  καθημερινά πειράγματα θεωρούνται αιτία πολέμου.

Μια φορά, θυμάμαι, συνωμότησε όλη γειτονιά εναντίον μου.

Ετοίμασαν ένα έγγραφο της υπηρεσίας δίωξης οικονομικού εγκλήματος , κανονικό,  με φάκελο της εφορίας και με σφραγίδα , του δευτέρου γυμνασίου μεν,  αλλά ποιος θα την  κοίταζε.

Το έγγραφο με καλούσε να πάω να παρουσιαστώ στην υπηρεσία και μάλιστα στο προϊστάμενο , κάποιο κύριο Δόγκανο, διότι «είχαν πληροφορίες για οικονομικά εγκλήματα»  τα οποία είχα διαπράξει.

Πήγα στην εφορία ψάχνοντας το γραφείο του «κυρίου Δόγκανου» μέχρι που κάποιος εφοριακός κοίταξε το χαρτί και μου είπε αδιάφορα:

«Φίλε σου κάνουν πλάκα. Δεν υπάρχει εδώ Δόγκανος, το έγγραφο έχει αριθμό 666 και ημερομηνία Παρασκευή και 13»

Κάποια άλλη φορά ταξίδευα με την παρέα από την Κέρκυρα στην Αθήνα και από εκεί στην Θεσσαλονίκη.

Στο δρόμο αρρώστησα με πυρετό.

Σταματήσαμε να κοιμηθούμε στον Βόλο.

Οι άλλοι βγήκανε το βράδυ για τσίπουρα και εγώ έμεινα στο ξενοδοχείο με πυρετό και με  κλεισμένο το λαιμό να πίνω το ένα τσάι πάνω στο άλλο.

Όταν επιτέλους γυρίσαμε στην πατρίδα ορκίστηκα να μην ξαναπάω στον Βόλο.

Μερικές μέρες μετά χτυπάει το τηλέφωνο.

-«Λέγετε»

-«Ο κύριος Κυριάκης;»

-«Μάλιστα , ποιος είναι;»

-«Είμαι ο σερβιτόρος του ξενοδοχείου που μείνατε στον Βόλο.»

-«Και τι θέλετε;»

-«Ξέρετε … ξέχασα να σας χρεώσω ένα τσάι και το αφεντικό μου ζητάει να το πληρώσω εγώ … λυπάμαι αλλά με αυτό το μεροκάματο ζω και…»

-«Και τι να κάνω εγώ τώρα ρε φίλε; Πώς να σου πληρώσω το τσάι από την Κέρκυρα;»

-«Να σας δώσω το αριθμό του λογαριασμού μου…. Είναι κρίμα και εγώ εργάτης είμαι.»

Την άλλη μέρα πήγα στην Εθνική βλαστημώντας να πληρώσω το τσάι και τους βρίσκω όλους απέξω να χασκογελάνε.

Εν τω μεταξύ στη γειτονιά επικρατούσε la legge del silenzio.

Οργάνωσα συστηματικά και με υπομονή την αντεπίθεσή μου.

Απέναντι μου είχε το μαγαζί του ένας έμπορος επίπλων που ήταν από τους βασικούς ύποπτους.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του ήταν ότι κάθε τόσο στάζανε πάνω στο κεφάλι του οι «γκιλότες» των από πάνω που απλώνανε  πρωί πρωί.

Έβγαινε να πιεί τον καφέ του με τους συνταξιούχους της γειτονιάς σε ένα πλαστικό τραπέζι έξω από το μαγαζί . Τότε η άλλη από πάνω άπλωνε και γινότανε κόλαση.

Φωνές και κατάρες.

"Που να μη συφτάκεις να τα μαζέψεις"

Πήγα και έδεσα από την ταράτσα μια σακούλα γεμάτη νερό.

Τράβηξα το σπάγκο μέχρι την άκρη της ταράτσας και τον έριξα κάτω στο δρόμο, τον έδεσα σε ένα κάγκελο στην γωνία και περίμενα.

Μόλις ήρθαν οι συνταξιούχοι , μπήκε μπροστά το γκαζάκι με το μπρίκι και ο καφές.

Περίμενα μέχρι να βάλουν το φλιτζάνι στα χείλι και έκοψα τον σπάγκο.

Δέκα κιλά νερό πέσανε πάνω στο τραπέζι διαλύοντας τα πάντα.

Ο έμπορος βγήκε στη μέση του δρόμου μούσκεμα  με τα χέρια ψηλά φωνάζοντας :

«Πουτάνες!!!!»

Παρόμοιες φάρσες υπάρχουν άπειρες.

Σχεδόν αισθάνεσαι άσχημα αν κανείς δεν ενδιαφέρεται να ασχοληθεί μαζί σου.

Θα αναφερθώ σήμερα  στον γκουρού της φάρσας , του σαρκασμού και της αθυροστομίας,   στον θρυλικό Πουτσαντσίνι.

Ο Πουτσαντσίνι γεννήθηκε βρίζοντας και,  καθώς λένε όσοι τον ξέρουν καλά, έπιασε και τον κώλο της μαμής η οποία εντυπωσιάστηκε από το μέγεθος του πέους του.. «που παρόμοιο δεν είχανε ξαναδεί τα μάτια της».

Με πιέζουν να γράψω ένα πόνημα με τίτλο «Τα παιδικά χρόνια του Πουτσαντσίνι» αλλά φοβάμαι μην μου κλείσει το προφίλ το φέιςμπουκ.

Μιλάμε για την βαθιά Κέρκυρα.  

Το όνομα του είναι σχεδόν άγνωστο στο πολύ κόσμο. Όλοι τον ξέρουν με το παρατσούκλι του.

Εκτός των άλλων ήταν και η μασκότ του ΑΟ Κέρκυρα, ο αγαπημένος όλων των φιλάθλων.

Ακολουθούσε την ομάδα από μικρό παιδί.

Μια φορά μπήκε κρυφά στο Φέρυ μπώτ μαζί με την ομάδα.

Τον βρήκανε κρυμμένο σε μια βάρκα.

Τονε δέσανε με σχοινιά στο κατάρτι και τον στείλανε πίσω στον πατέρα του που τον έψαχνε με την αστυνομία.

Ο Πουτσαντσίνι είναι κοντός και παχουλός.

Δεν έπαιξε ποτέ μπάλα.

Πάντα ήταν απλός φίλαθλος  και το παιδί για όλες τις δουλειές.

Τελευταία αναβαθμίστηκε σε τραυματιοφορέας μέχρι που τούπεσε ο τραυματίας από το φορείο στην μέση του γηπέδου.

Σε ένα ιστορικό αγώνα μέσα στην έδρα μας είμαστε στο τελευταίο λεπτό και τρώμε τρία γκόλ από τον ΠΑΣ Γιάννενα.

Εκείνη την μαύρη και  δραματικότερη στιγμή στην ιστορία του Κερκυραϊκού ποδοσφαίρου   ξεσηκώνεται η εξέδρα μας και καλεί  τον προπονητή να κάνει την αποφασιστική κίνηση δια του συνθήματος:

«Βάλτε μέσα τον Πουτσαντσίνι!!!».

Τι να κάνουμε. Έτσι είμαστε.

Ασφαλώς όταν περνάμε στην απέναντι ακτή επιστρατεύουμε τα τελευταία ίχνη «σοβαρότητας»  που μας έχουν απομείνει και  προσπαθούμε να είμαστε όσο πιο «κόσμιοι» γίνεται.

Μην περιμένετε ,πάντως,  και πολλά.