Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Η μικρή Λουλού

 Η μικρή Λουλού  με περιμένει κάθε πρωί στο χαλάκι της εξώπορτας.

Τρίβεται στα πόδια μου και κατεβαίνει τα σκαλιά κουνώντας πέρα  δώθε τον κώλο της.

Ξέρει ότι είναι η ώρα του φαγητού.

Σήμερα έχει μακαρόνια με κιμά.

Πίσω της έρχεται και ο Μαμούχαλος.

Πρόκειται για ένα βρωμερό γάτο των γύρω περιοχών.

Μυρίζει αφόρητα από μακριά. Είναι γεμάτος τσίμπλες, αδραχτιλιόνους   και τσιμπούρια.

Δεν ελπίζει σε κάποια ερωτική σχέση. Η μικρή Λουλού είναι στειρωμένη.

Την ακολουθεί για να φάει ότι της περισσέψει.

Η Μικρή Λουλού τρώει λίγο , προσεκτικά και χωρίς να λερωθεί.

Ότι αφήσει το τρώει ο Μαμούχαλος ο οποίος γεμίζει σάλτσες από τα μουστάκια μέχρι τα αυτιά .

Καταλήγω ότι οι συμπεριφορές των φύλων είναι πάνω κάτω ίδιες σε όλο το ζωικό βασίλειο.

Μια φορά βρέθηκα στην Σιάτιστα σε μια τοπική γιορτή.

Είχαν και παρέλαση-πασαρέλα  με άλογα στους κεντρικούς δρόμους.

Μπροστά πήγαινε η φοράδα.

Καμαρωτή , κατακάθαρη με το κεφάλι ψηλά  να τινάζει κάθε τόσο την χτενισμένη χαίτη της . Ένα βάδισμα μπαλαρίνας . Νόμιζες ότι οι οπλές της δεν άγγιζαν την άσφαλτο.

Πίσω ερχόταν ο Μαμούχαλος.

Αλλού πατούσε και αλλού βρισκόταν . Με το κεφάλι κάτω. Του τρέχανε σάλια και αφροί. Έκανε να γυρίσει πίσω και  τονε ξαναφέρνανε μπροστά . Και σαν να μην έφταναν αυτά , στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης αφήνει και καμιά δεκαριά καβαλίνες σαν τούρτες γενεθλίων.

Τραγωδία!

Τα ίδια συμβαίνουν και με το ανθρώπινο γένος.

Με διαβεβαιώνει για  αυτό  ο μπάρμαν του καφέ Μιμόζα που έχουν δει τα μάτια του πολλά.

Το ρώτησα να μου πει πως καταφέρνουν οι γυναίκες και περπατάνε με αυτό το κουνιστό βάδισμα.

Του λέω ότι προσπάθησα να το κάνω και εγώ στο σπίτι μου και δεν τα κατάφερα. .

Κάποιο μυστικό θα υπάρχει.

«Δεν είναι ακριβώς έτσι» μου λέει  και ξεκινάει την ανάλυση.

 «Υπάρχουν τρία βασικά είδη γυναικείου βαδίσματος .

Καταρχήν υπάρχει το βάδισμα «τάβλα».

Εδώ η γυναίκα περπατάει βιαστικά και αγχωμένη.  Έχει δουλειές. Δεν κουνιέται καθόλου . Είναι σαν να σου λέει : «Δεν πιστεύω τίποτα , δεν ελπίζω τίποτα , είμαι παντρεμένη.»

Μετά υπάρχει το βάδισμα «Μπάντα κι’ άλλη». Αυτή κουνιέται υπερβολικά και άγαρμπα σε στυλ «το παλεύω να προκαλέσω όπως –όπως ».

Το τρίτο είδος είναι η σωστή… η  «Έλεγκανς».

Αυτή περνάει σαν αερικό.  Περπατάει με ένα ανεπαίσθητο κούνημα και με ένα ανάλαφρο βάδισμα που νομίζει ότι αιωρείται.

 Κυκλοφορεί, το κατακαλόκαιρο που η άσφαλτος λειώνει,  με ένα ύφος τελείως ανέμελο.

Ενώ εμείς σουρώνουμε από τους ιδρώτες,  αυτή είναι τελείως στεγνή.

Το χειμώνα που εμείς παθαίνουμε πνευμονία με πουλόβερ , ,μπουφάν και μπότες,  αυτή βγαίνει στην πιάτσα με ένα φορεματάκι ξώπλατο.

Το μεγάλο μυστικό είναι το νωχελικό βάδισμα και το ανεπαίσθητο λίκνισμα.»

Τέτοια μου λέει ο μπάρμαν του καφέ Μιμόζα και τον ακούω με ανοιχτό το στόμα σαν μικρό παιδί.

Το ηλιοβασίλεμα είμαι στα μουράγια . Ανατολικά έχουν αρχίσει να ανάβουν τα φώτα της Κονίσπολης.

Δυτικά ο ήλιος έχει κατέβει πάνω από το Σωκράκι.

Απόλυτη ηρεμία . Οι σφυγμοί μου στους εβδομήντα.

Η στιγμή είναι μαγική και μοναδική. Κανένα ηλιοβασίλεμα δεν είναι ίδιο .

Εκεί που είμαι ακουμπημένος στο κάγκελο και ρεμβάζω περνάει από πίσω μου μια οπτασία.

Οι σφυγμοί ανεβαίνουν στους ενενήντα,  όλο με μίας.

Στέκεται μπροστά στο ηλιοβασίλεμα και ρυθμίζει την φωτογραφική μηχανή του κινητού της.

Φοράει ένα κάτασπρο πανάκι που κρέμεται από τους ώμους της με δύο τιραντούλες.

Το ύψος από το φόρεμα είναι οριακό.

Ελπίζω σε ένα μαϊστράλι.

Ξαφνικά φυσάει.

Το φουστανάκι ανεβαίνει ελάχιστα και πάντως εντός των ορίων.

Αν φορούσα εγώ ράσο μέχρι τους αστραγάλους , θα μου είχε φτάσει στο λαιμό.

Είναι φανερό,  υπάρχει αναμφισβήτητα συνωμοσία των δυνάμεων της φύσεως.

Σε ένα άλλο ηλιοβασίλεμα είχα βρεθεί στην Μυρτιώτισσα.

Ανατολικά ήταν οι γυμνιστές και δυτικά εμείς οι συντηρητικοί με τα μαγιό.

Είμαι ξαπλωμένος και απολαμβάνω το ηλιοβασίλεμα.

Ξαφνικά έρχεται από πάνω ο Γιάννης ολόγυμνος.

-«Μην ξεχάσεις αύριο στις οχτώ την συγκέντρωση στο Εργατικό Κέντρο.»

-«Δεν θα την ξεχάσω ρε Γιάννη αλλά κάνε μου και εσύ μια χάρη.»

-Ότι θέλεις.»

-«Μήπως μπορείς να κάνεις  λίγο στην άκρη τα αρχίδια σου γιατί μου κρύβεις το ηλιοβασίλεμα;»

‘Έτσι που λες αγαπητέ αναγνώστη.  Αυτά τραβάω.

Το Σαββατόβραδο βρέθηκα στο ετήσιο φεστιβάλ του εναλλακτικού εργαστηρίου. 

Οι φοιτητές του τμήματος Τεχνών ήχου και εικόνας  είχαν τραπεζάκι με ένα περιοδικό που εκδίδουν.

Το ξεφυλλίζω. Διακρίνω ένα άρθρο για την «Θηλυκότητα». 

-« Τι είναι η «θηλυκότητα» ρε παιδιά;»

-«Παρακλάδι του Κουίρ»

-«..Και τι είναι το Κουίρ ρε παιδιά;»

Ο διπλανός  μου με τραβάει παραπέρα και μου λέει : «Άστο, υπάρχει χάσμα γενεών».

-«Αυτό ρε φίλε δεν είναι χάσμα , αυτό είναι η χαράδρα του Βίκου».

Θα μου πεις αγαπητέ αναγνώστη «που θέλεις να καταλήξεις;».

Πουθενά δεν θέλω να καταλήξω ρε φίλε και εγώ μπερδεμένος είμαι.

 

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Η Σιωπή του Στέφανου

 Ο Στέφανος ζει σε ένα διαμέρισμα που απέχει περίπου πενήντα μέτρα από το παράθυρο μου.

 

Τον βλέπω κάθε πρωί στις οκτώμισι.

 

Βλέπω επίσης και την κορυφή των Αγίων Δέκα.

 

Η κορυφή των Αγίων Δέκα μου δείχνει τον καιρό.

Αν έχει σύννεφο σαν καπέλο στην κορυφή είναι όστρια με χαμηλό βαρομετρικό.

Αυτό , σε συνδυασμό με την συνήθη νευροφυτική μου διαταραχή, σημαίνει ότι πάμε για βροχή.

 

Ο Στέφανος μου έλεγε άλλα πράματα.

Χρειαζόμουν επιπλέον πληροφορίες για να βεβαιωθώ.

Απευθύνθηκα στην κυρία Τασία που τα ξέρει όλα.

 

Ο Στέφανος βγαίνει έξω πολύ σπάνια.

 

Περπατάει μόνος αργά μέχρι το Σαρόκο και επιστρέφει στο σπίτι.

 

Πριν την συνταξιοδότησή του δούλευε σε ένα εργοστάσιο ως συντηρητής.

 

Ήταν τορναδόρος αλλά έκανε και όλες τις επισκευές των μηχανών.

Ουσιαστικά ήταν ένα είδος προϊσταμένου και έμπιστου του αφεντικού.

 

Τον μισούσαν και τον φοβόντουσαν όλες οι γυναίκες που δούλευαν εκεί.

 

Το αφεντικό παρουσιαζόταν σαν ένας χαμογελαστός και καλόβολος άνθρωπος .

 

Ο Στέφανος όμως ήταν το αληθινό αποκρουστικό του πρόσωπο.

 

Λέγανε πολλά για αυτόν.

 

Αργότερα τα εργοστάσια έκλεισαν και ο Στέφανος άνοιξε ένα μικρό μηχανουργείο.

Σε λίγα χρόνια και με βαριά καρδιά το έκλεισε γιατί οι δουλειές λιγόστεψαν και δεν άντεχε να πληρώνει νοίκια.

 

Τώρα είναι στο μπαλκόνι κάθε πρωί στις οκτώμισι ακίνητος και καθισμένος σε μια καρέκλα.

 

Νομίζω ότι με κοιτάει αλλά η Τασία μου λέει ότι αποκλείεται να βλέπει τόσο μακριά .

 

Έκανε και εγχείριση καταρράκτη.

 

Τις περισσότερες φορές , μου λέει η Τασία, βγαίνει στο μπαλκόνι από τις τέσσερις τα ξημερώματα.

 

Έχω δει πολλούς Στέφανους.

 

Η Τασία έχει συναντήσει περισσότερους λόγω του ότι έχει επαφές σε όλο τον κόσμο.

 

Η ψυχολογική ανάλυση όμως του (κάθε) Στέφανου έγινε από μια αγγλική εφημερίδα που την ανέθεσε στην τεχνητή νοημοσύνη.

 

Ο Στέφανος λοιπόν "...κάθεται στην πολυθρόνα του τα απογεύματα με την τηλεόραση χαμηλά, βλέποντας κάτι που στην πραγματικότητα δεν παρακολουθεί.

 

Σηκώνεται, φτιάχνει ένα φλιτζάνι τσάι και ξανά κάθεται.

 

Δεν είναι ακριβώς δυστυχισμένος.

 

Απλώς δεν είναι κάτι συγκεκριμένο.

Όταν τον επισκέπτονται τα εγγόνια, χαμογελάει, γνέφει καταφατικά και δεν λέει πολλά.

 

Όταν περνούν φίλοι, αφήνει τη γυναίκα του να μιλήσει.

 

Όταν τηλεφωνεί η κόρη του, η συζήτηση είναι σύντομη και πρακτική.

 

Δεν είναι καταθλιμμένος με τον προφανή τρόπο.

 

Δεν αρνείται να ασχοληθεί.

 

Απλώς βρίσκεται κάπου αλλού τώρα.

 

Αγνοεί τι του έχει συμβεί στην πραγματικότητα.

 

Δεν έχασε την ενέργειά του.

 

Έχασε την απάντησή του σε μια ερώτηση στην οποία δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι απαντούσε, με όλη του τη ζωή, για σαράντα χρόνια.

 

Για το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του, όταν κάποιος τον ρωτούσε ποιος είσαι;, η απάντηση ερχόταν αυτόματα.

 

«Είμαι μηχανικός. Είμαι εργοδηγός. Εργάζομαι στις πωλήσεις. Διαχειρίζομαι την αποθήκη. Είμαι αυτός που κρατάει τη γραμμή σε λειτουργία.»

 

Αυτή η απάντηση δεν ήταν απλώς μια περιγραφή θέσης εργασίας.

Ήταν ένα πλήρες πακέτο ταυτότητας.

Του έλεγε τι ώρα να ξυπνήσει.

Του έλεγε πού να βρίσκεται.

Του έλεγε ποιοι ήταν οι συνομήλικοί του.

Του έλεγε τι άξιζε για την οικογένειά του .

 

Όταν έφυγε από την δουλειά, δεν έχασε απλώς μια μισθοδοσία.

Δεν έχασε το κύρος του και την εξουσία του.

Έχασε ολόκληρη την απάντηση στην ερώτηση.

 

Κανείς δεν του είχε διδάξει κάτι άλλο.

 

Μια μελέτη του 2024 συνέκρινε τα συμπτώματα κατάθλιψης σε άνδρες και γυναίκες που βρίσκονταν στη σύνταξη.

 

Διαπίστωσε κάτι εντυπωσιακό: η σημασία που απέδιδαν οι άνδρες στην εργασία τους ήταν σημαντικά ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας για την κατάθλιψη μετά τη συνταξιοδότηση σε σχέση με τις γυναίκες.

 

Όταν η δουλειά σήμαινε τα πάντα, η απώλειά της κόστιζε τα πάντα.

 

Λένε ότι οι γυναίκες τείνουν να διατηρούν ένα ευρύτερο χαρτοφυλάκιο ταυτοτήτων σε όλη τους τη ζωή .

Η Γυναίκα είναι μητέρα, φίλη, αδελφή, γειτόνισσα, μέλος της κοινότητας.

 

Οι άνδρες, ιδιαίτερα οι άνδρες αυτής της γενιάς, ενθαρρύνονταν να επικεντρωθούν αποκλειστικά σε μία ταυτότητα.

 

Η καριέρα είναι το επίκεντρο.

 

Όλα τα άλλα ήταν συμπληρωματικά.

 

Όταν η καριέρα τελειώνει, ο τίτλος εξαφανίζεται και δεν υπάρχει τίποτα από κάτω έτοιμο να πάρει τη θέση του.

 

Έτσι, όταν συμβαίνει η κατάρρευση της ταυτότητας — και σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για μια σιωπηλή κατάρρευση ταυτότητας ο άντρας δεν έχει λόγια να το εξηγήσει.

 

Του δίδαξαν ότι το να ζητάς βοήθεια είναι αδυναμία.

 

Του δίδαξαν ότι ένα πρόβλημα που δεν μπορείς να διορθώσεις είναι ένα πρόβλημα που δεν συζητάς.

 

Δεν μπορεί να πει στη γυναίκα του: « Δεν ξέρω ποιος είμαι τώρα».

 

Δεν μπορεί να πει στον φίλο του: « Μου λείπει το να με χρειάζονται».

 

Δεν μπορεί να πει στον γιο του: « Είμαι χαμένος με έναν τρόπο που ποτέ δεν πίστευα ότι θα χανόμουν».

 

Το λεξιλόγιο αυτό δεν υπάρχει σε αυτόν.

 

Δεν εγκαταστάθηκε ποτέ.

 

Έτσι κάθεται στην πολυθρόνα και δεν λέει τίποτα.

 

Όχι επειδή δεν έχει τίποτα να πει αλλά επειδή οι μόνες προτάσεις που θα ήταν αληθινές, είναι προτάσεις που μεγάλωσε για να μην μπορεί να πει.

 

Η σιωπή δεν είναι ειρήνη.

 

Δεν είναι καν απόσυρση.

Είναι η ορατή επιφάνεια μιας εσωτερικής κρίσης που δεν έχει γλώσσα και δεν έχει κοινό.

 

Το οδυνηρό είναι ότι οι άνθρωποι γύρω του συχνά το παρερμηνεύουν.

 

Η γυναίκα του νομίζει ότι έχει αποχωρήσει από τον γάμο.

 

Αυτός απλώς δεν ξέρει πώς να φέρει μια αναπάντητη ερώτηση στο δωμάτιο.

 

Τα ενήλικα παιδιά του νομίζουν ότι γίνεται λίγο γκρινιάρης, λίγο απόμακρος.

 

Στέκεται μέσα στο ίδιο κενό ταυτότητας που είχε και ο πατέρας του, χωρίς να έχει ιδέα τι να κάνει γι' αυτό.

 

Οι φίλοι του από τη δουλειά, αυτοί που υπέθετε ότι ήταν φίλοι, σιγά σιγά σταματούν να τηλεφωνούν.

 

Η φιλία λειτουργούσε κυρίως σε κοινό πλαίσιο — δεν ξέρουν για τι να συζητήσουν τώρα που το καθημερινό πλαίσιο δεν υπάρχει.

 

Τα παρατηρεί όλα αυτά.

 

Δεν τα σχολιάζει.

 

Για να σχολιάσει θα απαιτούσε ένα λεξιλόγιο που δεν έχει.

 

Υπάρχει μια πρόταση που οι άντρες που έχω δει να το ξεπερνούν αυτό από την άλλη πλευρά τελικά πρέπει να γράφουν μόνοι τους, συνήθως μόνοι τους, συχνά αρκετά αργά.

 

"Έχτισα όλη μου την αξία γύρω από την παραγωγή. Με επαινούσαν για αυτό για σαράντα χρόνια.

Τώρα δεν υπάρχει τίποτα να παράγω και πρέπει να καταλάβω ποιος είμαι χωρίς την παραγωγή. Κανείς δεν μου είπε ότι αυτό θα συμβεί.

Κανείς δεν με δίδαξε πώς να το κάνω.

Και πρέπει να μάθω τώρα, στα εξήντα οκτώ μου, αυτό που η γυναίκα μου και η αδερφή μου ανακάλυψαν δεκαετίες πριν - ότι το να είσαι χρήσιμος και το να είσαι άνθρωπος δεν είναι το ίδιο πράγμα."

Αυτή η πρόταση είναι δύσκολο να γραφτεί. Δεν είναι στο ιδίωμά του.

 

Το ιδίωμα που του δόθηκε δεν επιτρέπει σύγχυση τέτοιου βάθους.

 

Η σιωπή δεν είναι αυτό που είναι.

 

Είναι απλώς ότι έχει απομείνει όταν κανείς δεν του ζήτησε ποτέ να είναι κάτι άλλο."

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

«…για κάτι υπόθεσες ψυχικές » *

 Τον  παπαδημήτρη  τον γνώριζα από τότε που δούλευε σερβιτόρος στο Λιστόν.

Είχε βγάλει μια γνωμάτευση  σύμφωνα με την οποία  «το αίμα είναι σαν τον καφέ. Αν μένεις  συνέχεια όρθιος  κατακάθεται στα πόδια και παθαίνεις  θρόμβωση.»

Εκείνο τον καιρό , της δραχμής,  τα πουρμπουάρ πέφτανε βροχή.

Οι Άγγλοι αφήνανε πιο πολύ πουρμπουάρ από τον λογαριασμό.

Με το που ήρθε το ευρώ ο παπαδημήτρης πραγματοποίησε το μεγάλο του όνειρο.

Έγινε περιπτεράς.

Τώρα θα καθότανε  όλη μέρα και το χρήμα θα ερχόταν μόνο του.

Η πιτσιρικαρία από τα σχολεία  σταμάτησε τα πανάκριβα σάντουιτς του κυλικείου  και εστράφη στα κρουασάν και στο μπουκαλάκι το νερό από το περίπτερο του παπαδημήτρη.

Όλα πήγαιναν καλά ώσπου η Ελλάς μπήκε στα μνημόνια.

Ήταν τότε που η πιτσιρικαρία   πέρασε στο απέναντι  πεζοδρόμιο και ψώνιζε κρουασάν και νερό από το σούπερ μάρκετ.

Δεν άντεχε που δεν άντεχε ο παπαδημήτρης το ατελείωτο καθισιό και  βρήκε την ευκαιρία να κάνει κάτι ενδιάμεσο.

Εγκατέλειψε το περίπτερο και έγινε παπάς.

Ήταν τότε που η Ελλάς όδευε προς την μετατροπή της σε ενεργειακό κόμβο.

Εδώ θα είχε σταθερό μισθό και το κυριότερο , θα ήταν και όρθιος και καθιστός.

Η νέα περίοδος στην ζωή του παπαδημήτρη ήρθε την κατάλληλη στιγμή.

Το συναντούσα συχνά και κυρίως όταν ερχόταν στην πόλη για την μισθοδοσία και τα σχετικά ψώνια.

Μια μέρα μου λέει.

-«Έχω ένα παράπονο από σένα Σταμάτη»

-«Τι παράπονο παπαδημήτρη μου;»

-« Κάθε που με βλέπεις πιάνεις τα αρχίδια σου.»

-«Δεν είναι προσωπικό παπαδημήτρη. Ο Πατέρας μου είπε να πιάνω τα αρχίδια μου κάθε που βλέπω παπά αλλιώς θα μου πάει στραβά όλη η ημέρα…δεν λέει η Αγία Γραφή:  «Τίμα τν πατέρα σου κα τν μητέρα σου. να ε σοι γένηται κα να μακροχρόνιος γένη π τς γς» ; Το ακολουθώ».

Με κοιτάει βλοσυρός και μου λέει:

-«Καλά θα σε κανονίσω εγώ!»

Έκτοτε, όποτε με συναντούσε,  έπιανε πρώτος τα αρχίδια του.

Είχε ήδη δημιουργηθεί ανάμεσα μας μια πνευματική σχέση.

Η  θρησκευτική μου παιδεία προήλθε από την εποχή που ήμουν στρατιώτης  και μόνιμος φρουρός των συνόρων της πατρίδος.

Είχα βρει μια Αγία Γραφή στη σκοπιά και μην έχοντας τι άλλο να διαβάσω την έμαθα απέξω.

Αγνοώντας την πνευματική μου αυτή ενασχόληση ο λοχαγός μου με κατακεραύνωνε στην αναφορά του λόχου αποκαλώντας με «Αναρχοκομμουνιστή, Εαμοβόυλγαρο και ληστοκομμουνιστοσυμμορίτη».

Του ζήτησα να μου το γράψει για να το θυμάμαι και μου έριξε πέντε μέρες φυλακή.

Ωστόσο οι θρησκευτική μου παιδεία με βοήθησε να  αντεπεξέρχομαι επιτυχώς στις συζητήσεις με  διάφορες φράξιες του χριστιανισμού.

Τις προάλλες ρώτησα τους μάρτυρες του Ιεχωβά  γιατί , μετά τον κατακλυσμό του Νώε, όλα τα καγκουρώ πήγαν στην Αυστραλία.

Δεν έλαβα απάντηση και με παρέπεμψαν στον Θεό.

Τους είπα ότι τον ρώτησα αλλά δεν μου απάντησε.

Θα το θέσουν μου είπαν στην επόμενη συνέλευση τους.

Επανέρχομαι στον παπαδημήτρη.

Η Θητεία του παπαδημήτρη ως Ιερέα πρέπει να ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής του.

Τα ωραία όμως κάποτε τελειώνουν και ο παπαδημήτρης αποδήμησε εις Κύριον.

Ήταν η μοναδική κηδεία παπά στην οποία επήγα.

Το πρόβλημα ήταν ότι εκεί ήταν πολλοί παπάδες.

Διακριτικά και προσεκτικά ,  με αργές κινήσεις,  είχα σταυρωμένα τα χέρια μου μπροστά , στο ύψος των γεννητικών μου οργάνων,  και κοιτώντας  τον καθένα παπά  με το ένα χέρι κάλυπτα το άλλο ενώ  έκανα την δουλειά μου προσέχοντας να μην ξεχάσω κανέναν.

Οι  φίλοι μου απεφάνθησαν ότι αυτό το κόλλημα μου χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και έτσι απευθύνθηκα στον προσωπικό μου ψυχαναλυτή ο οποίος ζει και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη.

Έχει κάνει σπουδές στην Αμερική και τον ήξερα από την εποχή που ήμασταν στην ΚΝΕ που , ως γνωστόν , (..λέει στην ζωή το μέγα Ναι) .

Μου απάντησε δια αλληλογραφίας λέγοντας μου ότι η περίπτωση μου είναι σοβαρή, χαρακτηρίζοντας την μάλιστα , «κακοήθη ψυχαναγκασμό».

Με προέτρεψε , δε, να παρακολουθήσω ξανά στο You Tube την αστυνομική σειρά  «Ντετεκτιβ  Μόνκ».

Αν και αυτό δεν φέρει αποτέλεσμα θα με καλέσει να συμμετάσχω σε  σχετική θεραπευτική ομάδα  που έχει συγκροτήσει.

Θα μου κάνει και καλή τιμή.

 

·        Ο Τίτλος είναι  απόσπασμα από το έργο του Διονυσίου Σολωμού «Η Γυναίκα της Ζάκυθος»