Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Η Σιωπή του Στέφανου

 Ο Στέφανος ζει σε ένα διαμέρισμα που απέχει περίπου πενήντα μέτρα από το παράθυρο μου.

 

Τον βλέπω κάθε πρωί στις οκτώμισι.

 

Βλέπω επίσης και την κορυφή των Αγίων Δέκα.

 

Η κορυφή των Αγίων Δέκα μου δείχνει τον καιρό.

Αν έχει σύννεφο σαν καπέλο στην κορυφή είναι όστρια με χαμηλό βαρομετρικό.

Αυτό , σε συνδυασμό με την συνήθη νευροφυτική μου διαταραχή, σημαίνει ότι πάμε για βροχή.

 

Ο Στέφανος μου έλεγε άλλα πράματα.

Χρειαζόμουν επιπλέον πληροφορίες για να βεβαιωθώ.

Απευθύνθηκα στην κυρία Τασία που τα ξέρει όλα.

 

Ο Στέφανος βγαίνει έξω πολύ σπάνια.

 

Περπατάει μόνος αργά μέχρι το Σαρόκο και επιστρέφει στο σπίτι.

 

Πριν την συνταξιοδότησή του δούλευε σε ένα εργοστάσιο ως συντηρητής.

 

Ήταν τορναδόρος αλλά έκανε και όλες τις επισκευές των μηχανών.

Ουσιαστικά ήταν ένα είδος προϊσταμένου και έμπιστου του αφεντικού.

 

Τον μισούσαν και τον φοβόντουσαν όλες οι γυναίκες που δούλευαν εκεί.

 

Το αφεντικό παρουσιαζόταν σαν ένας χαμογελαστός και καλόβολος άνθρωπος .

 

Ο Στέφανος όμως ήταν το αληθινό αποκρουστικό του πρόσωπο.

 

Λέγανε πολλά για αυτόν.

 

Αργότερα τα εργοστάσια έκλεισαν και ο Στέφανος άνοιξε ένα μικρό μηχανουργείο.

Σε λίγα χρόνια και με βαριά καρδιά το έκλεισε γιατί οι δουλειές λιγόστεψαν και δεν άντεχε να πληρώνει νοίκια.

 

Τώρα είναι στο μπαλκόνι κάθε πρωί στις οκτώμισι ακίνητος και καθισμένος σε μια καρέκλα.

 

Νομίζω ότι με κοιτάει αλλά η Τασία μου λέει ότι αποκλείεται να βλέπει τόσο μακριά .

 

Έκανε και εγχείριση καταρράκτη.

 

Τις περισσότερες φορές , μου λέει η Τασία, βγαίνει στο μπαλκόνι από τις τέσσερις τα ξημερώματα.

 

Έχω δει πολλούς Στέφανους.

 

Η Τασία έχει συναντήσει περισσότερους λόγω του ότι έχει επαφές σε όλο τον κόσμο.

 

Η ψυχολογική ανάλυση όμως του (κάθε) Στέφανου έγινε από μια αγγλική εφημερίδα που την ανέθεσε στην τεχνητή νοημοσύνη.

 

Ο Στέφανος λοιπόν "...κάθεται στην πολυθρόνα του τα απογεύματα με την τηλεόραση χαμηλά, βλέποντας κάτι που στην πραγματικότητα δεν παρακολουθεί.

 

Σηκώνεται, φτιάχνει ένα φλιτζάνι τσάι και ξανά κάθεται.

 

Δεν είναι ακριβώς δυστυχισμένος.

 

Απλώς δεν είναι κάτι συγκεκριμένο.

Όταν τον επισκέπτονται τα εγγόνια, χαμογελάει, γνέφει καταφατικά και δεν λέει πολλά.

 

Όταν περνούν φίλοι, αφήνει τη γυναίκα του να μιλήσει.

 

Όταν τηλεφωνεί η κόρη του, η συζήτηση είναι σύντομη και πρακτική.

 

Δεν είναι καταθλιμμένος με τον προφανή τρόπο.

 

Δεν αρνείται να ασχοληθεί.

 

Απλώς βρίσκεται κάπου αλλού τώρα.

 

Αγνοεί τι του έχει συμβεί στην πραγματικότητα.

 

Δεν έχασε την ενέργειά του.

 

Έχασε την απάντησή του σε μια ερώτηση στην οποία δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι απαντούσε, με όλη του τη ζωή, για σαράντα χρόνια.

 

Για το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του, όταν κάποιος τον ρωτούσε ποιος είσαι;, η απάντηση ερχόταν αυτόματα.

 

«Είμαι μηχανικός. Είμαι εργοδηγός. Εργάζομαι στις πωλήσεις. Διαχειρίζομαι την αποθήκη. Είμαι αυτός που κρατάει τη γραμμή σε λειτουργία.»

 

Αυτή η απάντηση δεν ήταν απλώς μια περιγραφή θέσης εργασίας.

Ήταν ένα πλήρες πακέτο ταυτότητας.

Του έλεγε τι ώρα να ξυπνήσει.

Του έλεγε πού να βρίσκεται.

Του έλεγε ποιοι ήταν οι συνομήλικοί του.

Του έλεγε τι άξιζε για την οικογένειά του .

 

Όταν έφυγε από την δουλειά, δεν έχασε απλώς μια μισθοδοσία.

Δεν έχασε το κύρος του και την εξουσία του.

Έχασε ολόκληρη την απάντηση στην ερώτηση.

 

Κανείς δεν του είχε διδάξει κάτι άλλο.

 

Μια μελέτη του 2024 συνέκρινε τα συμπτώματα κατάθλιψης σε άνδρες και γυναίκες που βρίσκονταν στη σύνταξη.

 

Διαπίστωσε κάτι εντυπωσιακό: η σημασία που απέδιδαν οι άνδρες στην εργασία τους ήταν σημαντικά ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας για την κατάθλιψη μετά τη συνταξιοδότηση σε σχέση με τις γυναίκες.

 

Όταν η δουλειά σήμαινε τα πάντα, η απώλειά της κόστιζε τα πάντα.

 

Λένε ότι οι γυναίκες τείνουν να διατηρούν ένα ευρύτερο χαρτοφυλάκιο ταυτοτήτων σε όλη τους τη ζωή .

Η Γυναίκα είναι μητέρα, φίλη, αδελφή, γειτόνισσα, μέλος της κοινότητας.

 

Οι άνδρες, ιδιαίτερα οι άνδρες αυτής της γενιάς, ενθαρρύνονταν να επικεντρωθούν αποκλειστικά σε μία ταυτότητα.

 

Η καριέρα είναι το επίκεντρο.

 

Όλα τα άλλα ήταν συμπληρωματικά.

 

Όταν η καριέρα τελειώνει, ο τίτλος εξαφανίζεται και δεν υπάρχει τίποτα από κάτω έτοιμο να πάρει τη θέση του.

 

Έτσι, όταν συμβαίνει η κατάρρευση της ταυτότητας — και σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για μια σιωπηλή κατάρρευση ταυτότητας ο άντρας δεν έχει λόγια να το εξηγήσει.

 

Του δίδαξαν ότι το να ζητάς βοήθεια είναι αδυναμία.

 

Του δίδαξαν ότι ένα πρόβλημα που δεν μπορείς να διορθώσεις είναι ένα πρόβλημα που δεν συζητάς.

 

Δεν μπορεί να πει στη γυναίκα του: « Δεν ξέρω ποιος είμαι τώρα».

 

Δεν μπορεί να πει στον φίλο του: « Μου λείπει το να με χρειάζονται».

 

Δεν μπορεί να πει στον γιο του: « Είμαι χαμένος με έναν τρόπο που ποτέ δεν πίστευα ότι θα χανόμουν».

 

Το λεξιλόγιο αυτό δεν υπάρχει σε αυτόν.

 

Δεν εγκαταστάθηκε ποτέ.

 

Έτσι κάθεται στην πολυθρόνα και δεν λέει τίποτα.

 

Όχι επειδή δεν έχει τίποτα να πει αλλά επειδή οι μόνες προτάσεις που θα ήταν αληθινές, είναι προτάσεις που μεγάλωσε για να μην μπορεί να πει.

 

Η σιωπή δεν είναι ειρήνη.

 

Δεν είναι καν απόσυρση.

Είναι η ορατή επιφάνεια μιας εσωτερικής κρίσης που δεν έχει γλώσσα και δεν έχει κοινό.

 

Το οδυνηρό είναι ότι οι άνθρωποι γύρω του συχνά το παρερμηνεύουν.

 

Η γυναίκα του νομίζει ότι έχει αποχωρήσει από τον γάμο.

 

Αυτός απλώς δεν ξέρει πώς να φέρει μια αναπάντητη ερώτηση στο δωμάτιο.

 

Τα ενήλικα παιδιά του νομίζουν ότι γίνεται λίγο γκρινιάρης, λίγο απόμακρος.

 

Στέκεται μέσα στο ίδιο κενό ταυτότητας που είχε και ο πατέρας του, χωρίς να έχει ιδέα τι να κάνει γι' αυτό.

 

Οι φίλοι του από τη δουλειά, αυτοί που υπέθετε ότι ήταν φίλοι, σιγά σιγά σταματούν να τηλεφωνούν.

 

Η φιλία λειτουργούσε κυρίως σε κοινό πλαίσιο — δεν ξέρουν για τι να συζητήσουν τώρα που το καθημερινό πλαίσιο δεν υπάρχει.

 

Τα παρατηρεί όλα αυτά.

 

Δεν τα σχολιάζει.

 

Για να σχολιάσει θα απαιτούσε ένα λεξιλόγιο που δεν έχει.

 

Υπάρχει μια πρόταση που οι άντρες που έχω δει να το ξεπερνούν αυτό από την άλλη πλευρά τελικά πρέπει να γράφουν μόνοι τους, συνήθως μόνοι τους, συχνά αρκετά αργά.

 

"Έχτισα όλη μου την αξία γύρω από την παραγωγή. Με επαινούσαν για αυτό για σαράντα χρόνια.

Τώρα δεν υπάρχει τίποτα να παράγω και πρέπει να καταλάβω ποιος είμαι χωρίς την παραγωγή. Κανείς δεν μου είπε ότι αυτό θα συμβεί.

Κανείς δεν με δίδαξε πώς να το κάνω.

Και πρέπει να μάθω τώρα, στα εξήντα οκτώ μου, αυτό που η γυναίκα μου και η αδερφή μου ανακάλυψαν δεκαετίες πριν - ότι το να είσαι χρήσιμος και το να είσαι άνθρωπος δεν είναι το ίδιο πράγμα."

Αυτή η πρόταση είναι δύσκολο να γραφτεί. Δεν είναι στο ιδίωμά του.

 

Το ιδίωμα που του δόθηκε δεν επιτρέπει σύγχυση τέτοιου βάθους.

 

Η σιωπή δεν είναι αυτό που είναι.

 

Είναι απλώς ότι έχει απομείνει όταν κανείς δεν του ζήτησε ποτέ να είναι κάτι άλλο."

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

«…για κάτι υπόθεσες ψυχικές » *

 Τον  παπαδημήτρη  τον γνώριζα από τότε που δούλευε σερβιτόρος στο Λιστόν.

Είχε βγάλει μια γνωμάτευση  σύμφωνα με την οποία  «το αίμα είναι σαν τον καφέ. Αν μένεις  συνέχεια όρθιος  κατακάθεται στα πόδια και παθαίνεις  θρόμβωση.»

Εκείνο τον καιρό , της δραχμής,  τα πουρμπουάρ πέφτανε βροχή.

Οι Άγγλοι αφήνανε πιο πολύ πουρμπουάρ από τον λογαριασμό.

Με το που ήρθε το ευρώ ο παπαδημήτρης πραγματοποίησε το μεγάλο του όνειρο.

Έγινε περιπτεράς.

Τώρα θα καθότανε  όλη μέρα και το χρήμα θα ερχόταν μόνο του.

Η πιτσιρικαρία από τα σχολεία  σταμάτησε τα πανάκριβα σάντουιτς του κυλικείου  και εστράφη στα κρουασάν και στο μπουκαλάκι το νερό από το περίπτερο του παπαδημήτρη.

Όλα πήγαιναν καλά ώσπου η Ελλάς μπήκε στα μνημόνια.

Ήταν τότε που η πιτσιρικαρία   πέρασε στο απέναντι  πεζοδρόμιο και ψώνιζε κρουασάν και νερό από το σούπερ μάρκετ.

Δεν άντεχε που δεν άντεχε ο παπαδημήτρης το ατελείωτο καθισιό και  βρήκε την ευκαιρία να κάνει κάτι ενδιάμεσο.

Εγκατέλειψε το περίπτερο και έγινε παπάς.

Ήταν τότε που η Ελλάς όδευε προς την μετατροπή της σε ενεργειακό κόμβο.

Εδώ θα είχε σταθερό μισθό και το κυριότερο , θα ήταν και όρθιος και καθιστός.

Η νέα περίοδος στην ζωή του παπαδημήτρη ήρθε την κατάλληλη στιγμή.

Το συναντούσα συχνά και κυρίως όταν ερχόταν στην πόλη για την μισθοδοσία και τα σχετικά ψώνια.

Μια μέρα μου λέει.

-«Έχω ένα παράπονο από σένα Σταμάτη»

-«Τι παράπονο παπαδημήτρη μου;»

-« Κάθε που με βλέπεις πιάνεις τα αρχίδια σου.»

-«Δεν είναι προσωπικό παπαδημήτρη. Ο Πατέρας μου είπε να πιάνω τα αρχίδια μου κάθε που βλέπω παπά αλλιώς θα μου πάει στραβά όλη η ημέρα…δεν λέει η Αγία Γραφή:  «Τίμα τν πατέρα σου κα τν μητέρα σου. να ε σοι γένηται κα να μακροχρόνιος γένη π τς γς» ; Το ακολουθώ».

Με κοιτάει βλοσυρός και μου λέει:

-«Καλά θα σε κανονίσω εγώ!»

Έκτοτε, όποτε με συναντούσε,  έπιανε πρώτος τα αρχίδια του.

Είχε ήδη δημιουργηθεί ανάμεσα μας μια πνευματική σχέση.

Η  θρησκευτική μου παιδεία προήλθε από την εποχή που ήμουν στρατιώτης  και μόνιμος φρουρός των συνόρων της πατρίδος.

Είχα βρει μια Αγία Γραφή στη σκοπιά και μην έχοντας τι άλλο να διαβάσω την έμαθα απέξω.

Αγνοώντας την πνευματική μου αυτή ενασχόληση ο λοχαγός μου με κατακεραύνωνε στην αναφορά του λόχου αποκαλώντας με «Αναρχοκομμουνιστή, Εαμοβόυλγαρο και ληστοκομμουνιστοσυμμορίτη».

Του ζήτησα να μου το γράψει για να το θυμάμαι και μου έριξε πέντε μέρες φυλακή.

Ωστόσο οι θρησκευτική μου παιδεία με βοήθησε να  αντεπεξέρχομαι επιτυχώς στις συζητήσεις με  διάφορες φράξιες του χριστιανισμού.

Τις προάλλες ρώτησα τους μάρτυρες του Ιεχωβά  γιατί , μετά τον κατακλυσμό του Νώε, όλα τα καγκουρώ πήγαν στην Αυστραλία.

Δεν έλαβα απάντηση και με παρέπεμψαν στον Θεό.

Τους είπα ότι τον ρώτησα αλλά δεν μου απάντησε.

Θα το θέσουν μου είπαν στην επόμενη συνέλευση τους.

Επανέρχομαι στον παπαδημήτρη.

Η Θητεία του παπαδημήτρη ως Ιερέα πρέπει να ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής του.

Τα ωραία όμως κάποτε τελειώνουν και ο παπαδημήτρης αποδήμησε εις Κύριον.

Ήταν η μοναδική κηδεία παπά στην οποία επήγα.

Το πρόβλημα ήταν ότι εκεί ήταν πολλοί παπάδες.

Διακριτικά και προσεκτικά ,  με αργές κινήσεις,  είχα σταυρωμένα τα χέρια μου μπροστά , στο ύψος των γεννητικών μου οργάνων,  και κοιτώντας  τον καθένα παπά  με το ένα χέρι κάλυπτα το άλλο ενώ  έκανα την δουλειά μου προσέχοντας να μην ξεχάσω κανέναν.

Οι  φίλοι μου απεφάνθησαν ότι αυτό το κόλλημα μου χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και έτσι απευθύνθηκα στον προσωπικό μου ψυχαναλυτή ο οποίος ζει και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη.

Έχει κάνει σπουδές στην Αμερική και τον ήξερα από την εποχή που ήμασταν στην ΚΝΕ που , ως γνωστόν , (..λέει στην ζωή το μέγα Ναι) .

Μου απάντησε δια αλληλογραφίας λέγοντας μου ότι η περίπτωση μου είναι σοβαρή, χαρακτηρίζοντας την μάλιστα , «κακοήθη ψυχαναγκασμό».

Με προέτρεψε , δε, να παρακολουθήσω ξανά στο You Tube την αστυνομική σειρά  «Ντετεκτιβ  Μόνκ».

Αν και αυτό δεν φέρει αποτέλεσμα θα με καλέσει να συμμετάσχω σε  σχετική θεραπευτική ομάδα  που έχει συγκροτήσει.

Θα μου κάνει και καλή τιμή.

 

·        Ο Τίτλος είναι  απόσπασμα από το έργο του Διονυσίου Σολωμού «Η Γυναίκα της Ζάκυθος»

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

Δεν υπάρχει τίποτα τόσο μικρό που να μην μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις.

 Το πρωί στο σούπερ μάρκετ δεν υπάρχει ψυχή.

Τρέχω και παίρνω από το ράφι ένα πακέτο παξιμάδια.

Σε δευτερόλεπτα είμαι στο ταμείο που, εν τω μεταξύ,  έχουν μπει μπροστά μου στην σειρά καμία δεκαριά νοματαίοι.

Που ήτανε όλοι αυτοί;

Κάνω υπομονή και κρατάω την ψυχραιμία μου.

Ενώ η ουρά προχωρά αργά  ακούω πίσω μου θόρυβο.

Κοιτάω αδιάφορα στο βάθος.

Κάποιου του έπεσε ένα μπουκάλι κρασί.

Ώσπου να έρθει η Σοφία με την σφουγγαρίστρα , παίρνει την στροφή η  Κυρά Ντάντα  με το παλούκι της και ένα μικρό καλάθι  στο άλλο χέρι.

Πατάει στο κρασί και φεύγει θεαματικά μπροστά.

Ανοίγουν τα πόδια της και βεντουζάρει στο πάτωμα σε στάση σπαγγάτο σαν την Μάγια Πλινσένσκαγια  στην  λίμνη των Κύκνων.

Τρέχουν τα ασθενοφόρα.

Γυρίζω στο σπίτι και ετοιμάζω το φαί.

Από τον νεροχύτη ακούγονται κάτι περίεργοι θόρυβοι από τον κάτω κόσμο.

Δεν δίνω σημασία.

Ξαφνικά ακούω φωνές από κάτω.

Η Κυρία Μαργαρίτα  ζητάει απελπισμένα βοήθεια.

Βγάζω την κατσαρόλα από το μάτι και κατεβαίνω τρέχοντας τις σκάλες.

Είχανε έρθει κάτι υδραυλικοί να φτιάξουν την αποχέτευση στο δρόμο. Η Κυρία Μαργαρίτα  βγήκε στην αυλή να δει τι γίνεται . Οκατάκοιτος άνδρας της  σηκώθηκε με το «Πί» και πήγε και αυτός. Στο διάδρομο έπεσε και χτύπησε στο κούτελο.

Πάω να μπω από το πορτόνι της αυλής αλλά η Μαργαρίτα το έχει κλειδωμένο με αλυσίδες και λουκέτα.

Δεν βρίσκει τα κλειδιά .

Εν τω μεταξύ έρχεται το ασθενοφόρο αλλά δεν θα μπορούν να μπουν για να πάρουν τον τραυματία.

Τρέχω και φέρνω από την αποθήκη μπαλαντέζα και κόφτη , πηδάω τον  φράχτη και κόβω τις αλυσίδες.

Βοηθάω τους τραυματιοφορείς να σηκώσουν τον γείτονα και γεμίζουν τα χέρια μου και τα ρούχα μου αίματα.

Γυρίζω σπίτι. Ξαναβάζω το φαί στη φωτιά και κάνω μπάνιο.

Το απόγευμα ξεκινάω για τον καθημερινό απογευματινό μου περίπατο.

Βίλα Ρόσσα, πλατεία Σαρόκο, λεωφόρος Αλεξάνδρας, Ανεμόμυλος, ξανά πίσω, ΝΑΟΚ, πλατεία, μουράγια, σπηλιά, Οβριακή, ξανά σαρόκο και πίσω Βίλα Ρόσσα.

Οκτώμισι χιλιόμετρα.

Τόχω μετρήσει στο γκούγκλ έρθ.  

Στην κολόνα του Ντούγκλα  πατάω έναν τεράστιο κούτσουλο.

(Για τους αλλοεθνείς , «Κουτσουλο»  στην Κέρκυρα λέμε το σκατό).

Ο Κούτσουλος, λοιπόν,   ήταν μαλακός και φρέσκος. Υποθέτω ότι είναι από κάποιο αδέσποτο σκύλο.

Τρίβω την σόλα μου στο χορτάρι αλλά ο κούτσουλος έχει εισχωρήσει στην τρακτερωτή σόλα και δεν βγαίνει με τίποτα.

Συνεχίζω ενώ με βασανίζει η ιδέα ότι θα τον πάρω μέχρι το σπίτι και θα βρωμίσει ο τόπος.

Σταματάω στο Δεσσύλα και κατεβαίνω τα σκαλιά προς την θάλασσα όπου κάνουν  το μπάνιο τους το καλοκαίρι  οι Γαριτσιώτισσες Τζίες μα τα ολόσωμα μαγιό της δεκαετίας του εξήντα.

Προσπαθώ να πλύνω στην θάλασσα την σόλα του παπουτσιού μου ισορροπώντας στο ένα πόδι.

Μου πέφτει το παπούτσι στην θάλασσα.

Στην αγωνιώδη προσπάθεια μου να το πιάσω πέφτω μέσα στο νερό μέχρι τη μέση.

Πιάνω το παπούτσι και βγαίνω σε κακή κατάσταση.

Γυρνάω στο σπίτι κακήν κακώς.

Στον δρόμο σκέφτομαι την περίπτωση Στήβεν Χώκιν .

Ο μεγάλος αυτός  αστροφυσικός προσπαθούσε σε όλη την ζωή του να λύσει το μυστήριο την προέλευσης του κόσμου (ολόκληρου).

Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα «πάντα»  (μάλλον) ξεκίνησαν από ένα απειροελάχιστο σημείο που για κάποιο (άγνωστο) λόγο εξερράγη  και προέκυψε το σύμπαν που βλέπουμε σήμερα.

Ξανακάνω μπάνιο και βλέπω μια ταινία δράσης.

Η πρωταγωνίστρια είναι μια συνηθισμένη γυναίκα που γυρνάει στο σπίτι της από το σούπερ μάρκετ την νύχτα.

Την ώρα που φτάνει στο παρκινγκ  εκεί διαδραματίζεται ένα έγκλημα  εν αγνοία της.

Ένα πρεζόνι σκοτώνει με έναν πυροσβεστήρα μια άλλη γυναίκα και την ληστεύει.

Η πρωταγωνίστρια πιάνει τον πυροσβεστήρα και τον αφήνει στο πεζοδρόμιο , παίρνει το αυτοκίνητο της και φεύγει ανυποψίαστη.

Βρίσκει η αστυνομία τα δακτυλικά της αποτυπώματα στο πυροσβεστήρα και τρώει ισόβια για φόνο.

Δεν βρίσκεις άκρη φίλε μου.

Σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να γράψω ένα μυθιστόρημα στο στυλ «Μια μέρα από την ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς»…η καλύτερα «Μια μέρα της ζωής του Άμπεντ Σαλάμα» για να αποφύγω και τις κακές κριτικές .

Πέφτω για ύπνο  αφήνοντας την αθώα πρωταγωνίστρια να σαπίζει στις φυλακές.

Αύριο  βλέπουμε.