Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

«…για κάτι υπόθεσες ψυχικές » *

 Τον  παπαδημήτρη  τον γνώριζα από τότε που δούλευε σερβιτόρος στο Λιστόν.

Είχε βγάλει μια γνωμάτευση  σύμφωνα με την οποία  «το αίμα είναι σαν τον καφέ. Αν μένεις  συνέχεια όρθιος  κατακάθεται στα πόδια και παθαίνεις  θρόμβωση.»

Εκείνο τον καιρό , της δραχμής,  τα πουρμπουάρ πέφτανε βροχή.

Οι Άγγλοι αφήνανε πιο πολύ πουρμπουάρ από τον λογαριασμό.

Με το που ήρθε το ευρώ ο παπαδημήτρης πραγματοποίησε το μεγάλο του όνειρο.

Έγινε περιπτεράς.

Τώρα θα καθότανε  όλη μέρα και το χρήμα θα ερχόταν μόνο του.

Η πιτσιρικαρία από τα σχολεία  σταμάτησε τα πανάκριβα σάντουιτς του κυλικείου  και εστράφη στα κρουασάν και στο μπουκαλάκι το νερό από το περίπτερο του παπαδημήτρη.

Όλα πήγαιναν καλά ώσπου η Ελλάς μπήκε στα μνημόνια.

Ήταν τότε που η πιτσιρικαρία   πέρασε στο απέναντι  πεζοδρόμιο και ψώνιζε κρουασάν και νερό από το σούπερ μάρκετ.

Δεν άντεχε που δεν άντεχε ο παπαδημήτρης το ατελείωτο καθισιό και  βρήκε την ευκαιρία να κάνει κάτι ενδιάμεσο.

Εγκατέλειψε το περίπτερο και έγινε παπάς.

Ήταν τότε που η Ελλάς όδευε προς την μετατροπή της σε ενεργειακό κόμβο.

Εδώ θα είχε σταθερό μισθό και το κυριότερο , θα ήταν και όρθιος και καθιστός.

Η νέα περίοδος στην ζωή του παπαδημήτρη ήρθε την κατάλληλη στιγμή.

Το συναντούσα συχνά και κυρίως όταν ερχόταν στην πόλη για την μισθοδοσία και τα σχετικά ψώνια.

Μια μέρα μου λέει.

-«Έχω ένα παράπονο από σένα Σταμάτη»

-«Τι παράπονο παπαδημήτρη μου;»

-« Κάθε που με βλέπεις πιάνεις τα αρχίδια σου.»

-«Δεν είναι προσωπικό παπαδημήτρη. Ο Πατέρας μου είπε να πιάνω τα αρχίδια μου κάθε που βλέπω παπά αλλιώς θα μου πάει στραβά όλη η ημέρα…δεν λέει η Αγία Γραφή:  «Τίμα τν πατέρα σου κα τν μητέρα σου. να ε σοι γένηται κα να μακροχρόνιος γένη π τς γς» ; Το ακολουθώ».

Με κοιτάει βλοσυρός και μου λέει:

-«Καλά θα σε κανονίσω εγώ!»

Έκτοτε, όποτε με συναντούσε,  έπιανε πρώτος τα αρχίδια του.

Είχε ήδη δημιουργηθεί ανάμεσα μας μια πνευματική σχέση.

Η  θρησκευτική μου παιδεία προήλθε από την εποχή που ήμουν στρατιώτης  και μόνιμος φρουρός των συνόρων της πατρίδος.

Είχα βρει μια Αγία Γραφή στη σκοπιά και μην έχοντας τι άλλο να διαβάσω την έμαθα απέξω.

Αγνοώντας την πνευματική μου αυτή ενασχόληση ο λοχαγός μου με κατακεραύνωνε στην αναφορά του λόχου αποκαλώντας με «Αναρχοκομμουνιστή, Εαμοβόυλγαρο και ληστοκομμουνιστοσυμμορίτη».

Του ζήτησα να μου το γράψει για να το θυμάμαι και μου έριξε πέντε μέρες φυλακή.

Ωστόσο οι θρησκευτική μου παιδεία με βοήθησε να  αντεπεξέρχομαι επιτυχώς στις συζητήσεις με  διάφορες φράξιες του χριστιανισμού.

Τις προάλλες ρώτησα τους μάρτυρες του Ιεχωβά  γιατί , μετά τον κατακλυσμό του Νώε, όλα τα καγκουρώ πήγαν στην Αυστραλία.

Δεν έλαβα απάντηση και με παρέπεμψαν στον Θεό.

Τους είπα ότι τον ρώτησα αλλά δεν μου απάντησε.

Θα το θέσουν μου είπαν στην επόμενη συνέλευση τους.

Επανέρχομαι στον παπαδημήτρη.

Η Θητεία του παπαδημήτρη ως Ιερέα πρέπει να ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής του.

Τα ωραία όμως κάποτε τελειώνουν και ο παπαδημήτρης αποδήμησε εις Κύριον.

Ήταν η μοναδική κηδεία παπά στην οποία επήγα.

Το πρόβλημα ήταν ότι εκεί ήταν πολλοί παπάδες.

Διακριτικά και προσεκτικά ,  με αργές κινήσεις,  είχα σταυρωμένα τα χέρια μου μπροστά , στο ύψος των γεννητικών μου οργάνων,  και κοιτώντας  τον καθένα παπά  με το ένα χέρι κάλυπτα το άλλο ενώ  έκανα την δουλειά μου προσέχοντας να μην ξεχάσω κανέναν.

Οι  φίλοι μου απεφάνθησαν ότι αυτό το κόλλημα μου χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και έτσι απευθύνθηκα στον προσωπικό μου ψυχαναλυτή ο οποίος ζει και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη.

Έχει κάνει σπουδές στην Αμερική και τον ήξερα από την εποχή που ήμασταν στην ΚΝΕ που , ως γνωστόν , (..λέει στην ζωή το μέγα Ναι) .

Μου απάντησε δια αλληλογραφίας λέγοντας μου ότι η περίπτωση μου είναι σοβαρή, χαρακτηρίζοντας την μάλιστα , «κακοήθη ψυχαναγκασμό».

Με προέτρεψε , δε, να παρακολουθήσω ξανά στο You Tube την αστυνομική σειρά  «Ντετεκτιβ  Μόνκ».

Αν και αυτό δεν φέρει αποτέλεσμα θα με καλέσει να συμμετάσχω σε  σχετική θεραπευτική ομάδα  που έχει συγκροτήσει.

Θα μου κάνει και καλή τιμή.

 

·        Ο Τίτλος είναι  απόσπασμα από το έργο του Διονυσίου Σολωμού «Η Γυναίκα της Ζάκυθος»

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

Δεν υπάρχει τίποτα τόσο μικρό που να μην μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις.

 Το πρωί στο σούπερ μάρκετ δεν υπάρχει ψυχή.

Τρέχω και παίρνω από το ράφι ένα πακέτο παξιμάδια.

Σε δευτερόλεπτα είμαι στο ταμείο που, εν τω μεταξύ,  έχουν μπει μπροστά μου στην σειρά καμία δεκαριά νοματαίοι.

Που ήτανε όλοι αυτοί;

Κάνω υπομονή και κρατάω την ψυχραιμία μου.

Ενώ η ουρά προχωρά αργά  ακούω πίσω μου θόρυβο.

Κοιτάω αδιάφορα στο βάθος.

Κάποιου του έπεσε ένα μπουκάλι κρασί.

Ώσπου να έρθει η Σοφία με την σφουγγαρίστρα , παίρνει την στροφή η  Κυρά Ντάντα  με το παλούκι της και ένα μικρό καλάθι  στο άλλο χέρι.

Πατάει στο κρασί και φεύγει θεαματικά μπροστά.

Ανοίγουν τα πόδια της και βεντουζάρει στο πάτωμα σε στάση σπαγγάτο σαν την Μάγια Πλινσένσκαγια  στην  λίμνη των Κύκνων.

Τρέχουν τα ασθενοφόρα.

Γυρίζω στο σπίτι και ετοιμάζω το φαί.

Από τον νεροχύτη ακούγονται κάτι περίεργοι θόρυβοι από τον κάτω κόσμο.

Δεν δίνω σημασία.

Ξαφνικά ακούω φωνές από κάτω.

Η Κυρία Μαργαρίτα  ζητάει απελπισμένα βοήθεια.

Βγάζω την κατσαρόλα από το μάτι και κατεβαίνω τρέχοντας τις σκάλες.

Είχανε έρθει κάτι υδραυλικοί να φτιάξουν την αποχέτευση στο δρόμο. Η Κυρία Μαργαρίτα  βγήκε στην αυλή να δει τι γίνεται . Οκατάκοιτος άνδρας της  σηκώθηκε με το «Πί» και πήγε και αυτός. Στο διάδρομο έπεσε και χτύπησε στο κούτελο.

Πάω να μπω από το πορτόνι της αυλής αλλά η Μαργαρίτα το έχει κλειδωμένο με αλυσίδες και λουκέτα.

Δεν βρίσκει τα κλειδιά .

Εν τω μεταξύ έρχεται το ασθενοφόρο αλλά δεν θα μπορούν να μπουν για να πάρουν τον τραυματία.

Τρέχω και φέρνω από την αποθήκη μπαλαντέζα και κόφτη , πηδάω τον  φράχτη και κόβω τις αλυσίδες.

Βοηθάω τους τραυματιοφορείς να σηκώσουν τον γείτονα και γεμίζουν τα χέρια μου και τα ρούχα μου αίματα.

Γυρίζω σπίτι. Ξαναβάζω το φαί στη φωτιά και κάνω μπάνιο.

Το απόγευμα ξεκινάω για τον καθημερινό απογευματινό μου περίπατο.

Βίλα Ρόσσα, πλατεία Σαρόκο, λεωφόρος Αλεξάνδρας, Ανεμόμυλος, ξανά πίσω, ΝΑΟΚ, πλατεία, μουράγια, σπηλιά, Οβριακή, ξανά σαρόκο και πίσω Βίλα Ρόσσα.

Οκτώμισι χιλιόμετρα.

Τόχω μετρήσει στο γκούγκλ έρθ.  

Στην κολόνα του Ντούγκλα  πατάω έναν τεράστιο κούτσουλο.

(Για τους αλλοεθνείς , «Κουτσουλο»  στην Κέρκυρα λέμε το σκατό).

Ο Κούτσουλος, λοιπόν,   ήταν μαλακός και φρέσκος. Υποθέτω ότι είναι από κάποιο αδέσποτο σκύλο.

Τρίβω την σόλα μου στο χορτάρι αλλά ο κούτσουλος έχει εισχωρήσει στην τρακτερωτή σόλα και δεν βγαίνει με τίποτα.

Συνεχίζω ενώ με βασανίζει η ιδέα ότι θα τον πάρω μέχρι το σπίτι και θα βρωμίσει ο τόπος.

Σταματάω στο Δεσσύλα και κατεβαίνω τα σκαλιά προς την θάλασσα όπου κάνουν  το μπάνιο τους το καλοκαίρι  οι Γαριτσιώτισσες Τζίες μα τα ολόσωμα μαγιό της δεκαετίας του εξήντα.

Προσπαθώ να πλύνω στην θάλασσα την σόλα του παπουτσιού μου ισορροπώντας στο ένα πόδι.

Μου πέφτει το παπούτσι στην θάλασσα.

Στην αγωνιώδη προσπάθεια μου να το πιάσω πέφτω μέσα στο νερό μέχρι τη μέση.

Πιάνω το παπούτσι και βγαίνω σε κακή κατάσταση.

Γυρνάω στο σπίτι κακήν κακώς.

Στον δρόμο σκέφτομαι την περίπτωση Στήβεν Χώκιν .

Ο μεγάλος αυτός  αστροφυσικός προσπαθούσε σε όλη την ζωή του να λύσει το μυστήριο την προέλευσης του κόσμου (ολόκληρου).

Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα «πάντα»  (μάλλον) ξεκίνησαν από ένα απειροελάχιστο σημείο που για κάποιο (άγνωστο) λόγο εξερράγη  και προέκυψε το σύμπαν που βλέπουμε σήμερα.

Ξανακάνω μπάνιο και βλέπω μια ταινία δράσης.

Η πρωταγωνίστρια είναι μια συνηθισμένη γυναίκα που γυρνάει στο σπίτι της από το σούπερ μάρκετ την νύχτα.

Την ώρα που φτάνει στο παρκινγκ  εκεί διαδραματίζεται ένα έγκλημα  εν αγνοία της.

Ένα πρεζόνι σκοτώνει με έναν πυροσβεστήρα μια άλλη γυναίκα και την ληστεύει.

Η πρωταγωνίστρια πιάνει τον πυροσβεστήρα και τον αφήνει στο πεζοδρόμιο , παίρνει το αυτοκίνητο της και φεύγει ανυποψίαστη.

Βρίσκει η αστυνομία τα δακτυλικά της αποτυπώματα στο πυροσβεστήρα και τρώει ισόβια για φόνο.

Δεν βρίσκεις άκρη φίλε μου.

Σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να γράψω ένα μυθιστόρημα στο στυλ «Μια μέρα από την ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς»…η καλύτερα «Μια μέρα της ζωής του Άμπεντ Σαλάμα» για να αποφύγω και τις κακές κριτικές .

Πέφτω για ύπνο  αφήνοντας την αθώα πρωταγωνίστρια να σαπίζει στις φυλακές.

Αύριο  βλέπουμε.

 

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2025

Ταραντέλα Καριέρα τσι Κέρκυρας ΤΟ ΕΠΟΣ

Κάποια στιγμή αποφάσισα να κάνω μια διαδικτυακή εφημερίδα Κερκυραϊκή-πολιτικό -σατυρική ως συνεχιστής των τοπικών μας παραδόσεων.

Ως γνωστόν στην Κέρκυρα κυκλοφόρησαν πάνω από είκοσι εφημερίδες σατυρικές μόνο κατά τον 18ο , 19ο, και εικοστό αιώνα.

Μιλάμε για τον «Μαύρο Γάτο» , την «Ψαλλίδω», Τον «Ποντικό» , Τον «Σατανά» τον «Καθρέπτη» τον «Περιπαίκτη» και πολλές άλλες που μπορείτε να βρείτε στην σελίδα του Μουσείου Κέρκυρας διαβάστε εδώ

Την σατυρική εφημερίδα της ψηφιακής εποχής την ονόμασα «Ταραντέλα Καριέρα τσι Κέρκυρας».

Το όνομα προέρχεται από ένα καΐκι του 18ου αιώνα που ήταν το πλωτό ταχυδρομείο εκείνης  της εποχής .

Ήταν τύπου «Ταραντέλας»  (δηλαδή με δίχτυα), που παρέπεμπε σύμφωνα με την Ενετική διάλεκτο στην γνωστή δηλητηριώδη αράχνη (λόγω των διχτυών)  και «Καριέρα» εκ του  επίσης Ενέτικου  «Corriere» = ταχυδρομείο . Η όπως λέμε σήμερα Currier.

Η σάτιρα είναι επικίνδυνο πράμα. Δεν είναι απαρίθμηση ειδήσεων . Ούτε δημοσίευση εντέχνως διατυπωμένων ανακοινώσεων.

Λίγοι την  αντέχουν .

Πολλοί το διασκεδάζουν ,  αρκεί να μην τους αφορά.

Οι φανατικοί των κάθε είδους ιερατείων δεν θέλουν ούτε να ακούν οτιδήποτε περί αυτής.

Έτσι που λέτε η Ταραντέλα έγινε πασίγνωστη στα μέρη μας   και πλήθος σάτυρων έσπευσε να ενταχθεί στο πλήρωμα της.

Δεν τους θυμάμαι καν όλους όσους επιχείρησαν κατά καιρούς να συμμετάσχουν στο εγχείρημα.

Υπήρχε ένας σκληρός πενταμελής πυρήνας αφοσιωμένων σάτυρων.

Υπήρχε ένας ευρύτερος κύκλος που έγραφε σχετικά συχνά και υπήρχε και ένας τρίτος κύκλος χαλαρός όπου δοκιμάζονται οι επίδοξοι  συντάκτες.

Ένας εξ αυτών των τελευταίων επιχείρησε κάνα δύο φορές να γράψει αλλά δεν εύρισκε ανταπόκριση από το κοινό.

Κρυάδες.

Περιορίστηκε να σχολιάζει αυτά που έγραφαν οι άλλοι ώσπου  μας ζήτησε να κηρύξουμε την ..επανάσταση αλλιώς δεν αξίζουμε τίποτα και θα αποχωρήσει μεγαλοπρεπώς.

 «Για πότε λες;»

«Για το ερχόμενο Σαββατοκύριακο.»

Του διαβεβαιώσαμε ότι θα ξεκινήσουμε την επανάσταση το ερχόμενο Σαββατοκύριακο.

Μεσοβδόμαδα μάθαμε ότι «το ερχόμενο Σαββατοκύριακο» είχε κανονίσει να μετακομίσει στον Βόλο και να παντρευτεί εκεί ως σώγαμπρος.

Γλυτώσαμε και από δαύτον.

Είχαμε και τέτοιους αλλά λέω να αναφερθώ στους βασικούς πυλώνες.

Το editorial  το έγραφε καθημερινά κάποιος ανώνυμος με τίτλο «Αβάντι Μόμολο».

Ξεκαρδιστικό.

Για όσους δεν γνωρίζουν,  «Μόμολο» λέμε τον γελοίο.

Υπάρχει δε ένας κορυφαίος δημοσιογράφος στα μέρη μας που το όνομα του μοιάζει με τον «Μόμολο».

Αυτός, λοιπόν,  θεώρησε ότι πίσω από το «Αβάντι Μόμολο» κρύβεται ένας παλιός τους συμμαθητής που τον μισούσε και τον ονόμαζε «Μόμολο» στην τάξη.

Έτσι,  λοιπόν, έκανε μήνυση του ανυποψίαστου συμμαθητή του.

Αυτό ήταν!

Σχεδιάσαμε την επόμενη κίνηση μας.

Θα πηγαίναμε στο δικαστήριο οι μισοί ως μάρτυρες κατηγορίας και οι υπόλοιποι ως μάρτυρες υπερασπίσεως.

Το βασικό μοτίβο όλων θα ήταν ότι θα λέγαμε την λέξη «Μόμολος» όσες φορές περισσότερο γινόταν.

Θάπεφτε πολύ γέλιο.  Τελικά τον  έσωσε που απέσυρε την μήνυση.

Σημαντικότερη μορφή της Ταραντέλας ήταν ο Κωνσταντίνος Κοπρώνυμος.

Δανείστηκε το όνομα από τον αυτοκράτορα του μεσαιωνικού Βυζαντίου Κωνσταντίνο τον Ε’ που τον είχαν ονομάσει έτσι οι Αρχιερείς γιατί βλαστημούσε πολύ.

Ο Κωνσταντίνος Κοπρώνυμος ( η «Κοπρώ»),  έγραφε στην αρχαΐζουσα  για σύγχρονα καθημερινά ζητήματα με έναν εκπληκτικό τρόπο.  

Ακολουθούσε η «Σιόρα Βιτόρια» η «Μπουμπού».

Η Μπουμπού έμενε σε ένα μακρινό ημιορεινό χωριό απολύτως απομονωμένη από τους πάντες.

Ούτε λεωφορείο δεν περνούσε από εκεί.

Σχολίαζε την καθημερινότητα της πόλης με ισχυρές δόσεις κουτσομπολιού που όσοι την διάβαζαν ήταν σίγουροι ότι ζει στο Καμπιέλο.

Ήξερε τα πάντα. Ποτέ δεν μας αποκάλυψε τα δίκτυα πληροφοριών της.  

Ο «Μανέτας»  ήταν ένα διαγραμμένο μέλος τους ΚΚΕ που είχε έρθει από το Βέλγιο όπου δούλευε ως μετανάστης.

Αυτός έκανε μανιωδώς κριτική στα πεπραγμένα του ΚΚΕ.

Τους πέρναγε από τον κώλο του βελονιού.

Τα ίδια και ο «Πέρονας». Ετούτος όμως καυτηρίαζε δημοτικά θέματα.

Εξαιρετικά διηγήματα από την «Τατούμ ο Νήλ» που συνεχίζει με δική της σελίδα και σήμερα.

Εγώ έγραφα ως «Il Trovatore» και συνεχίζω και σήμερα με το ομώνυμο προφίλ.

Επίσης έγραφα ως «Άγιος Σπυρίδων» εγκαλώντας τους πιστούς μου στην χριστιανική ηθική και τάξη.

Τους εξηγούσα ότι δεν προλαβαίνω να ασχοληθώ με όλες τις ασθένειες και τις πολιορκίες και έχω περιοριστεί μονάχα στις σοβαρές (Πανούκλα , χολέρα, φυματίωση κλπ).

Για χοληστερίνη , ζάχαρο και παχυσαρκία να πάτε στο νοσοκομείο.

Εν κατακλείδι, ευχαριστούσα πάντα  «την Ταραντέλα Καριέρα της Κέρκυρας και την Κομσομόλσκαγια Πράβδα που είναι οι μόνες εφημερίδες που δεν λογοκρίνουν τα κείμενα μου».

Γράψαμε ιστορία με την «Ταραντέλα Καριέρα τσι Κέρκυρας».

Γελάσαμε και πολύ.

Προετοιμάζαμε κείμενα και κυλιόμαστε στα πατώματα από τα γέλια.

Κάναμε καινούριο συκώτι.

Αποκτήσαμε πολλούς αναγνώστες φανατικούς  φίλους αποκτήσαμε και πολλούς εχθρούς . Κουκουέδες. Δημάρχους, αναρχικούς , υπέρβαρους, λεσβίες, γκέι, στρέιτ, χωριάτες , πολλούς!

Έτσι γίνεται με αυτές τις δουλειές.

Στο τέλος μας διαγράψανε χωρίς εμφανή λόγο.

Έτσι γίνεται πάντα.

Μας ζήταγαν να πληρώνουμε δέκα ευρώ για να μας προωθήσουν το κάθε πόστ.

Αν δεν το κάναμε μας έκοβαν συνέχεια την απήχηση.

Ώσπου μια μέρα μας  κατέβασαν την σελίδα.

Δε βαριέσαι. Όλοι συνεχίζουμε και μια των ημερών μπορεί να επιχειρήσουμε ξανά.

Εάν δεν επιχειρήσουμε εμείς κάποιοι άλλοι θα βγάλουν την επόμενη Ταραντέλα Καριέρα τσι Κέρκυρας.

Σιγά μη χάσει η Βενετιά βελόνι.  

Που να φαντασθεί ο εκδότης του Μαύρου Γάτου ότι στην ψηφιακή εποχή θα συνέχιζε η Ταραντέλα και μάλιστα χωρίς να τυπώνεται σε χαρτί , με εκατόν είκοσι χιλιάδες αναγνώστες την βδομάδα.


Τρίτη 5 Αυγούστου 2025

Κάνε κουπί Νινέττα


 

Τέτοιες μέρες κάθε χρόνο αποχωρώ σε ένδειξη διαμαρτυρίας.

Αποχωρώ το Πάσχα διότι δεν υποφέρω τα χολιγουντιανά δρώμενα.

Ο Χριστός γεννήθηκε από μάνα παρθένα.

Δούλεψε σε ξυλουργείο.

Έκανε παρέα με ψαράδες και με πουτάνες.

Έκανε το νερό κρασί.

Περπάτησε πάνω στο νερό.

Τον πιάσανε και τον σαπίσανε στο ξύλο.

Το σταυρώσανε και αναστήθηκε.

Τον πιστεύω.

Τα έχω κάνει και εγώ αυτά.

Οι βλοσυροί Παπάδες με τις χρυσοκέντητες στολές και τα βεγγαλικά με απωθούν.

Αποχωρώ και τώρα,  μέσα στο δεκαπενταύγουστο.

Δεν αντέχω τις λιτανείες του Αγίου .

Δεν αντέχω τις βαρκαρόλες.

Δεν αντέχω την παραποίηση της Ιστορίας.

Τέτοιες μέρες οι προύχοντες και ο λαός γιορτάζουν το (ένα) από τα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνος του θαυματουργού.

Σύμφωνα με τους εκκλησιαστές μας , ο Άγιος έδιωξε με την βοήθεια αγγέλων με πύρινα σπαθιά «τσου Τούρκους» που πολιορκούσαν την ιερή μας νήσο τον Αύγουστο του 1716.

Η ιστορική αλήθεια είναι ότι οι Οθωμανοί αποχώρησαν διότι προηγουμένως είχαν χάσει την μάχη  έξω από την Βιέννη και δεν είχαν κανένα λόγω να πολεμήσουν για την Κέρκυρα που την χρειαζόταν ως διαμετακομιστικό σταθμό στην περίπτωση που νικούσαν.

Οι «ευγενείς»  όμως (που εκμεταλλευόταν οικονομικά το σκήνωμα του Αγιού)  είπαν στο κουτολάσι ότι μας έσωσε ο Άγιος και δώστου οι προσφορές σε κτήματα και περιουσίες στον θαυματουργό.

Παρακάμπτω το ότι (το σκήνωμα του θαυματουργού Αγιού)  μας είπαν οι «ευγενείς» που το έφεραν από την Κωσταντινούπολη ότι είναι το ορίτσιναλ.

Κανένας δεν ξέρει ποιανού (η ποιανής)  είναι,  διότι εκείνα τα χρόνια «εις την πόλιν» είχαν το συνήθειο οι προύχοντες να αποξηρένουν τους πεθαμένους συγγενείς τους και να τοποθετούν τα  σκηνώματα στις εισόδους των αρχοντικών.

Φεύγοντας μετά το 1453 πήραν μαζί και τα σκηνώματα.

Άσε που δεν είχε ανακαλυφθεί και το DNA.

Την ίδια εποχή που οι Κωσταντινουπολίτες αποξήραιναν νεκρούς, οι Κερκυραίοι αποξήραιναν μπακαλιάρους ( το λεγόμενο στακοφίσι) που έκανε φοβερή ψαρόσουπα.

Το θέμα μας όμως δεν είναι αυτό.

Η μεγάλη ιεροσυλία των ημερών είναι ότι έχουν συνταιριάξει οι αθεόφοβοι την λιτανεία του Αγιού για  το υποτιθέμενο θαύμα του 1716 με την…Βαρκαρόλα.

Κάθε χρόνο κάνουν έναν ανίερο συνδυασμό για τουριστικούς λόγους και βάζουν μέσα και εκδηλώσεις «βαρκαρόλας».

Που κολλάει η Βαρκαρόλα;

Πουθενά.  

Τι είναι η Βαρκαρόλα;

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.

Οι βαρκαρόλες,  το λοιπόν,  είναι τα ψαράδικα, εν γένει, τραγούδια των ψαράδων της Αδριατικής του Ιονίου και όχι μόνο.

Τραγούδια των ψαράδικων κοινοτήτων που τα τραγουδούσαν στις ταβέρνες στην Ίστρια, στην Τεργέστη, στην Βενετία , στην Αγκόνα, στην Πεσκάρα και στα ιόνια νησιά.

Οι βαρκαρόλες  ενέπνευσαν και τους κλασικούς τόσο που μεγάλοι όπως ο Τσαϊκόφσκι ,ο Βάγκνερ η ο Ροσσίνι έγραψαν συμφωνικές βαρκαρόλες.

Οι δικοί μας φωστήρες τα κάνανε παρελάσεις από βάρκες με δύστυχους μουσικούς που παλεύουν να παίξουν βιολί όρθιοι απάνω στη βάρκα μέσα στους   μαΐστρους  του Αυγούστου,  ενώ οι τουρίστες μαγεμένοι από το υπερθέαμα με την φωταγωγημένες βάρκες τρώνε το σουβλάκι τους και την πίτσα τους στα κουρτελάτσα.

Θυμάμαι τον Τζέκο τον Αλβανό ψαρά.

Είχε έναν ματαιωμένο έρωτα με μια Κερκυραία (που πήγε ο άμοιρος κε έμπλεξε!)

Το τσούρμο του έκανε τραγούδι.

«Ο Τζέκος στο καΐκι του

Μετζάστα τη σημαία

Γιατί τον απαρνήθηκε

Η κούλα η Κερκυραία»

Όπου :Μετζάστα (mezz asta) = Μεσίστια.

Ενιγουέι.

Αυτές ήτανε βαρκαρόλες.

Όχι αυτές οι αηδίες της  τουριστικής βιομηχανίας.

Τέτοια πράματα δεν τα αντέχει ο οργανισμός μου.

Αποχωρώ.

Έχω κλείσει σπηλιά στις Πρέσπες.

Παλιά εκεί μένανε ασκητές.

Δροσιά.

Θέα στην λίμνη.

Γαλήνη.

Ανάσα.

«Κάνε κουπί Νινέττα

είμαστε στην μέση του πελάγου.

Αν συνεχίσεις την μουρμούρα

δεν θα πιάσουμε σαρδέλες.»

Έλεγε η βαρκαρόλα της Ίστρια στην τοπική διάλεκτο.

«In mezzo al mare se mormora

Si pescan le sardele

Adio fiumane belle

Non ci vedremmo piu»


Την εφκή μου ναχετε.

 

Τα λέμε απόδιαβα.

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

Η Μεγαλειοτάτη

 Ήταν ένα καλοκαίρι πριν  από λίγα χρόνια που κατέφθασαν στο νησί των Φαιάκων οι πρώτοι μετανάστες από την Βόρεια Αφρική.

Ο προορισμός τους ήταν η Ιταλία όπου θα δούλευαν στην συγκομιδή της ντομάτας.

Ελάχιστοι Ιταλοί εργάτες γής θα άντεχαν να δουλεύουν όλο το καλοκαίρι κάτω από τον ήλιο για δώδεκα ώρες την ημέρα.

Οι μετανάστες κατέλυσαν μέσα στα ερείπια των παλαιών εργοστασίων στο λιμάνι και στις γειτονικές οικοδομές εν αναμονή της αναχώρησης τους για την Ιταλία.

Όπως ήταν αναμενόμενο , όπως συμβαίνει πάντα , εμφανίστηκαν οι «ανησυχούντες» νοικοκυραίοι.

Εμφανίστηκαν όμως και οι αλληλέγγυοι.

Στην σύσκεψη αποφασίστηκε πρώτα να οργανωθεί συσσίτιο  διότι ήταν νηστικοί και εξαντλημένοι.

Εισηγήτρια μια από τις ελάχιστες εναπομείνασες «Οβριές».

Στην εισήγησή της μας ενημέρωσε ότι ..«Τάχει θερίσει η πείνα τα φλιμένα».

«Έπρεπε κάτι να κάνουμε» 

Ήτανε και το «Μουλού»  που ήθελε να δούμε «ενδελεχώς»  το «ιδεολογικό πλαίσιο». Τους εξηγήσαμε ότι ώσπου να βρούμε το «ιδεολογικό πλαίσιο»  θα μας είχανε πεθάνει από την πείνα οι μετανάστες .

Έτσι μοιράστηκαν οι αρμοδιότητες.

Άλλος τις ντοματοσαλάτες.

Άλλος τα πλαστικά πιάτα μαχαιροπίρουνα και χαρτοπετσέτες. 

Οι νοικοκυρές τα ταψιά με τα γεμιστά, τους μουσακάδες το παστίτσιο ,  τα καζάνια με το σοφρίτο και την παστιτσάδα. 

Εμένα μου αναθέσανε τα ψωμιά.

Δυσβάστακτο να αγοράζεις πενήντα ψωμιά την ημέρα αλλά με παρηγορούσε που το μεσημέρι δεν χρειαζόταν να μαγειρέψω διότι έτρωγα καλά στο «εστιατόριο»  των μεταναστών κατάχαμα.

Μας είδαν και οι Μαντουκιώτησες και ερχόταν και αυτές με τα ταψιά τους.

Τρείς φορές την βδομάδα ήτανε το συσσίτιο αλλά τους δίναμε και για την επόμενη μέρα.

Κείνες τις μέρες , λοιπόν, νάσου και καταφθάνει  στο νησί και η «Μεγαλειοτάτη»  των μεταναστών για διακοπές. 

Όταν  λέμε «καταφθάνει» δεν εννοούμε  μόνη της,  με ένα σακίδιο στην πλάτη.

Εννοούμε ότι  καταφθάνει με έναν στρατό από φρουρούς, μαγείρους, νυχούδες, νταντάδες  , δασκάλους για τα παιδιά, γιατρούς, υπηρέτριες και κομμώτριες.

Κλείνει τρείς σουίτες στο πολυτελέστερο ξενοδοχείο για αυτήν.

 Κλείνει τέσσερα μπανγκαλόου για τα φορτηγά με τα ρούχα της  και δύο φορτηγά με παιχνίδια από το Τζάμπο αξίας σαράντα χιλιάδων ευρώ.

Κλείνει και τα δωμάτια του προσωπικού της.

Αναλογιζόμουν με την κοινή λογική  Τι θα τα έκανε όλα αυτά για μερικές μέρες και δεν έβγαζα νόημα.

Σκεφτόμουν ότι και όλη μέρα να μην έκανε άλλη δουλειά και να άλλαζε κιλότες πάλι δεν προλάβαινε να τις δοκιμάσει όλες.

Άσε τα κιβώτια με τα παιχνίδια των παιδιών που δεν ήταν δυνατόν να ανοιχτούν όλα.

Εν τω μεταξύ μας τελείωνανε και τα λεφτά για το συσσίτιο των μεταναστών της Μεγαλειοτάτης.

Τότε σκέφτηκα να γράψω μια ανοιχτή επιστολή προς την Μεγαλειοτάτη και να ζητήσω βοήθεια.

Η επιστολή άρχιζε με την προσφώνηση «Μεγαλειοτάτη».

Συνέχιζε, δε,  με μια περιγραφή της κατάστασης των μεταναστών της χώρας της  και  του οικονομικού αδιεξόδου της επιτροπής αλληλεγγύης.

Της ζητούσα τέλος να περιοριστεί σε δύο σουίτες των εκατόν είκοσι τετραγωνικών η κάθε μία και να μας δώσει τα χρήματα που θα εξοικονομηθούν προκειμένου να συνεχίσουμε να ταΐζουμε τους υπηκόους της.

Δεν είχα μεγάλες ελπίδες αλλά έλα που η επιστολή κυκλοφόρησε στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο μεταφρασμένη στα Γαλλικά και δημιουργήθηκε σάλος.

Εγώ για καλό τόκανα.

Το μάθανε και τα σοσιαλιστικά κόμματα των μεταναστών και κατέθεσαν επερώτηση στην βουλή τους.

Έτσι υποχρεώθηκε ο Μεγαλειότατος να ρίξει τα μούτρα του και να πάει στην Βουλή για να εξηγήσει πόσο κάνουν οι κιλότες της Μεγαλειοτάτης και πόσο στοίχισαν οι διακοπές της.

Πέρασαν χρόνια από τότε.

Προχτές το βράδυ γύριζα   από μια συναυλία.

Σταματήσαμε και για ένα ποτό και αργήσαμε.

Ήταν αργά και τα μαγαζιά είχανε κλείσει.

Βλέπω φώτα στα «είδη προικός» του Αντώνη.

-«Τι κάνεις εδώ ρε Αντώνη τέτοια ώρα;»

-«Δεν τάμαθες; Ξανάρθε  η Μεγαλειοτάτη!» μου λέει με γουρλωμένα μάτια.

-«Καλά και εσένα σε τι σε αφορά;»

-«Την προηγούμενη φορά μου αγόρασε όλες τις μαξιλαροθήκες  για να είναι καινούργιες. Έμαθα ότι είναι στην πόλη απόψε και περιμένω μήπως ξαναπεράσει.»

- «Και μέχρι πότε θα μείνεις ανοιχτός, δηλαδή;»

-«Μέχρι τις πέντε …θα πάω μετά για μια δύο ώρες ύπνο και θα ξαναγυρίσω.»

Τάχασα!

Τότε κατάλαβα πλήρως ότι το πρόβλημα δεν ήταν κυρίως η Μεγαλειοτάτη  αλλά οι υπήκοοι της.

Οι μετανάστες  συνεχίζουν κάθε καλοκαίρι μαζεύουν ντομάτες  στα χωράφια του Σαλέντο και της Απούλια.

Ευτυχώς υπάρχει  και εκεί «επιτροπή αλληλεγγύης».

Πάνω από τα χωράφια, στην τεράστια αερογέφυρα,   έχουν κρεμάσει ένα πανό που λέει:

«Όταν κοιτάμε αφ υψηλού τους μετανάστες  να θυμόμαστε τους παππούδες μας».

Κυριακή 29 Ιουνίου 2025

Διακοπές στην Αλβανία


Είναι γνωστό ότι πηγαίνω για διακοπές πάντα εκεί που δεν πάνε οι άλλοι και πάντα κάτω από τον 42ο παράλληλο.

Δεν τον σηκώνει ο οργανισμός μας τον βορρά.

Παλιότερα γυρνάγαμε την Ιταλία με τα τρένα σαν την άδικη κατάρα.

Θυμάμαι μια φορά βρεθήκαμε στην Πάρμα και μας ήρθε η ιδέα να επισκεφτούμε το Μοναστήρι της Πάρμα.

Ο Ιταλός στην πλατεία μας είπε ότι είναι «πέντε χιλιόμετρα σε αυτή την κατεύθυνση».

Ύστερα από πέντε χιλιόμετρα μέσα στο λιοπύρι συναντήσαμε μέσα στα χωράφια μια αγρότισσα που έσερνε με το ζόρι μια αγελάδα.

Κάθιδροι ρωτάμε: «Signora , perfavoreuna domandadove il monastero di Parma

Μας έστειλε πέντε χιλιόμετρα στην αντίθετη κατεύθυνση.

Αφού εξεκολιαστήκαμε στον ποδαρόδρομο μάθαμε ότι το Μοναστήρι της Πάρμα …δεν υπάρχει  παρά μόνο στο μυθιστόρημα.

Επειδή , όμως οι τουρίστες ρωτάνε , οι ντόπιοι τους στέλνουν «πέντε χιλιόμετρα κατά κει».

Δεν σου λέει κανείς έξι χιλιόμετρα , ας πούμε .  

Σου λένε όλοι πέντε . Λες και έχουνε πάρει απόφαση σε συνέλευση.

Τώρα, λοιπόν,  που σφίξανε οι κώλοι πηγαίνουμε στην Αλβανία .

Είναι κοντά , είναι φτηνά (ακόμα) και γνωρίζεις  έναν άγνωστο κόσμο, του παραπετάσματος,   που τόνε βλέπουμε  κάθε μέρα από το παράθυρο μας  και δεν αξιωθήκαμε ποτέ να πάμε. .

Όταν λέμε «διακοπές στην Αλβανία» δεν εννοούμε τα παράλια. Εδώ η Αλβανία είναι σαν το Σιδάρι. Ομπρέλες , Ιταλοί, αντηλιακά και  ψαροταβέρνες με κατεψυγμένα ψάρια και νάιλον πατάτες.

Μιλάμε για τα ενδότερα της Αλβανίας.

Οι εικόνες είναι από διαφορετικά ταξίδια στην Αλβανία αλλά τις παραθέτω την μία δίπλα στην άλλη.

Βγαίνεις Ηγουμενίτσα και μετά την Σαγιάδα περνάς τον συνοριακό σταθμό στο Μαυρομάτη (που δεν έχει κίνηση).

Δεν καταδέχεσαι να μπεις στους Άγιους Σαράντα που κοντεύουν να γίνει η πρωτεύουσα της αρχιτεκτονικής κακογουστιάς.

Συνεχίζεις προς τα βουνά.

Βάζεις να παίζει την «Δεροπολίτισσα» για να φτιάξεις ατμόσφαιρα βουκολική  και να προσαρμοστείς  στο νέο περιβάλλον.

Στους Γεωργουσάτες σταματάς οπωσδήποτε στην ταβέρνα του «Γιοβάνη».

Αν είσαι τυχερός ( και είναι στο μενού)   θα φας προβατίνα στην  γάστρα κάτω    από τα πλατάνια.

Μιλάμε για μία κατάσταση εξωπραγματική. Πάς να πιάσεις το κόκκαλο και σου μένει στο χέρι.

Επόμενη στάση Λιμπόχοβο.

Παγωμένα νερά που πίνεις και χωνεύεις  ακόμα και τον Άδωνη.

Μαθαίνεις τα πάντα περί των Μπεκτάς και πας και για προσκύνημα στην εκκλησία που την λένε «Τεκέ».

Την επομένη συνεχίζεις προς Πρεμετή και θερμά λουτρά στην Λαγκαρίκα.

Τα θερμά λουτρά είναι σε ένα ποτάμι με παραδοσιακό τοξωτό γεφύρι που μυρίζει παντού θειάφι.

Βασικά είναι φυσικές πέτρινες βάσκες στην άκρη του ποταμιού.

Δεν μπαίνεις διότι έχεις πίεση έντεκα με εφτά και αν μπεις θα σου πέσει στο εννιά με πέντε  και δεν θα μπορείς να πάρεις τα ποδάρια σου.

Την έχεις ξαναπατήσει στην Υπάτη.

Παρακάτω είναι το Θεϊκό Λεσκοβίκι.

Εδώ το κρασί είναι αξεπέραστο. Μιλάμε ότι συναγωνίζεται επαξίως (σε διεθνείς διαγωνισμούς) τα καλύτερα Γαλλικά κρασιά.

Ανηφορίζεις τα βουνά προς την Ερσέκα.

Στην κορφή σταματάς σε ένα καφενεδάκι στην μέση του πουθενά.

Τολμάς να ζητήσεις ντεκαφεινέ εσπρέσο.

Και όμως έχει.

Στην Κορυτσά ο σκύλος του ξενοδοχείου εκτός από φύλακας στην πύλη , φυλάει και τα πρόβατα ενός τσοπάνου της  περιοχής.

«Εδώ για να ζήσεις πρέπει να κάνεις δύο δουλειές» με πληροφορούν.

Το μεγαλοπρεπές κτήριο στην κεντρική πλατεία της Κορυτσά είναι η γκαλερί της πόλης παρακαλώ.

Το βράδυ συναυλία στο παζάρι δωρεάν με κεμπάπ και κρασάκι του θεού.

Στα σούπερ μάρκετ οι τιμές είναι σχεδόν ίδιες με τις δικές μας αλλά στις λαϊκές αγορές βρίσκει καλά φρούτα και λαχανικά σε τιμές πολύ καλές.

Έτσι και αλλιώς οι Αλβανοί δεν έχουν (ακόμα) κουλτούρα σούπερ μάρκετ.

Εμείς αν μας τελειώσουν οι οδοντογλυφίδες και είναι σαββατοκύριακο  παθαίνουμε παράκρουση.

Αυτοί έχουν στο σπίτι τους ψυγείο καταψύκτες με τα πάντα δικά τους.

Επιστρέφουμε στο Λιμπόχοβο.

Το εστιατόριο του χωριού έχει τοπικά εδέσματα.

Παραγγέλνουμε τσίπουρο με μεζέ και μας φέρνουν

Ένα πιάτο κολοκυθοκορφάδες γεμιστές.

Ένα πιάτο μελιτζάνες (ντόπιες)  γεμιστές που τις κάνουν με ξύδι.

Ένα πιάτο λιωμένο τυρί.

Ένα πιάτο τυρί κρέμα.

Μια πιατέλα κοτόπιτα με την μισή κότα ψημένη από πάνω.

Πατάτες τηγανιτές και ψωμί ψημένο με λάδι, ρίγανη και σκόρδο.

Πληρώσαμε δεκαεφτάμισυ ευρώ.

Την επομένη ξεκινήσαμε για Προγκονάτ.

Το βρήκα στο χάρτη πάνω στα βουνά.

Εικοσιέξι χιλιόμετρα βορειοδυτικά από το Τεπελένι.

Στο «Κρύο Νερό» στάση για καφέ και παγωμένο ξυνόγαλο.

Στο Τεπελένι στάση για μπουρέκ. Δηλαδή τυρόπιτα η σπανακόπιτα που περιμένεις να βγει από το φούρνο.

Μετά ήρθαν οι εκπλήξεις.

Ανεβαίνοντας το δρόμο προς το ορεινό Προγκονάτ περίμενες ότι θα βρεις κατσικόδρομους.

Το χωριό έχει δέκα οικογένειες  τσοπαναραίων.

Εκεί είναι το τέλος του δρόμου.

Ο δρόμος από το Τεπελένι προς το Προγκονάτ συναγωνίζεται επαξίως τους δρόμους της Ελβετίας.

Απερίγραπτο.

Ένας ορεινός δρόμος που εξυπηρετεί το πολύ εκατό άτομα και που δεν υπάρχει στην Ελλάδα, στα ορεινά τουριστικά μέρη,  ούτε κατά διάνοια.

Αρνί στη σούβλα με πατάτες ντοματοσαλάτα και τυριά κάτω από τα πλατάνια στην πλατεία (εικοσιοκτώ ευρώ).

Ο σερβιτόρος μίλαγε απταίστως Ελληνικά.

«Που έμαθες Ελληνικά παιδί μου εδώ πάνω στα βουνά;»

«Η μάνα μου δούλευε στην Αθήνα , στην Γλυφάδα,  και εγώ γεννήθηκα  και πήγα σχολείο εκεί. Τώρα γυρίσαμε και ανοίξαμε την ταβέρνα.»

Μας έφερε και μια πιατέλα αμπουρνέλες ίδια ράτσα με τις δικές μας που πήγε και τις έκοψε εκείνη την ώρα.

Στο γυρισμό προς το Τεπελένι , στην μέση στα βουνά,  σταματάω για χέσιμο.

Όπως συμβαίνει πάντα , ακριβώς εκείνη τη στιγμή, στην μέση της απόλυτης ερημιάς , ακούω ποδοβολητά.

Ο νόμος του Μέρφυ.

Ίσα που πρόλαβα και βρακώθηκα.

Ένα τσούρμο μαυριδεροί εργάτες , Πακιστανοί νομίζω, ντυμένοι με πορτοκαλί φόρμες , καπέλα και εργατικά παπούτσια κατηφόριζαν.

Ρωτάω τον επικεφαλή που φαινόταν για Αλβανός αν μιλάει Ελληνικά .

Μίλαγε και αυτός.

Ήταν, λέει, το συνεργείο συντήρησης του δρόμου. Το καλοκαίρι φροντίζουν να είναι ο δρόμος καθαρός από καμία κατολίσθηση και τον χειμώνα, με δύο εκχιονιστικά μηχανήματα,  τον καθαρίζουν από τα χιόνια. 

Ο Χριστός και η Παναγία!!!!