Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2021

Μια οργισμένη Έλσα τσι Κάρτε Λάκουες

 


 

Την Έλσα την ξέρω από μαθήτρια.

 

Πήγαινε στο τρίτο λύκειο Κέρκυρας και έμενε ακριβώς από πάνω.

 

Από μικρή ήταν μονίμως μουτρωμένη.

 

Δεν την είδα ποτέ να χαμογελάει.

 

Όταν τσακωνότανε με την μάνα της την ακούγανε στο Σαρόκο.

 

Τηνε χάσαμε για κάποια χρόνια για σπουδές στην Ξάνθη.

 

Γύρισε σε χειρότερη κατάσταση.

 

Την φοβάμαι , την λυπάμαι και την συμπονώ (με αυτή τη σειρά).

 

Μόλις γύρισε από την Ξάνθη ταβαλε και με εμένα.

 

Σε μια άτυχη στιγμή βγαίνοντας από το σπίτι μου ξέχασα τα κλειδιά μέσα .

 

"Όχι ρε πούστη μου!" αναφώνησα.

 

Για κακή μου τύχη εκείνη την ώρα κατέβαινε η Έλσα από τσι σκάλες και με άκουσε.

Άκουσα τον εξάψαλμο .

Με κατήγγειλε σε όλο τον κόσμο ως "σεξιστή".

 

Ματαίως  προσπάθησα να της δικαιολογηθώ.

 

"Δεν έχω τίποτα με τους γκευ ορή κοπέλα . Τους πούστηδες δεν μπορώ ".

 

Τίποτα. Με κατέταξε στους δήθεν αριστερούς με δεξιά νοοτροπία.

Το άντεξα και συνέχισα την κοπιώδη και πολυτάραχη ζωή μου με ακόμα έναν στιγματισμό.

 

Με έχουν κατηγορήσει για ρεβιζιονιστή, για λίκβινταριστη, για οπορτουνιστή, για τροτσκιστής, για αριστεριστή αλλά για σεξιστή πρώτη φορά.

Δεν πειράζει .ούτως ή άλλως ουδέποτε κατάλαβα τι σημαίνουν όλα αυτά ακριβώς.

 

Η Έλσα βρίζει τους πάντες για όλα τα δεινά του σύμπαντος κόσμου.

 

Εσχάτως την είδα και σε διαδήλωση αναρχικών να φωνάζει «Λευτεριά σε όσους είναι στα κελιά» . Στην αρχή υπέθεσα ότι ήταν της «επιτροπής  αλληλεγγύης για την απελευθέρωση του συντρόφου Τζοχατζόπουλου»  αλλά έκανα λάθος.

 

Εν συνεχεία τσακώθηκε και με τους αναρχικούς αποκαλώντας του «κότες» διότι δεν υποστήριξαν δυναμικά και όσο θα έπρεπε τους εξεγερμένους ψεκασμένους.

 

Ήδη έχει προσχωρήσει στο κίνημα κατά των εμβολιασμών διότι «αυτή το κορμί της το κάνει ότι θέλει».

 

Η Έλσα βρίζει τους πάντες όταν δεν είναι μπουκωμένη.

 

Φαντάζομαι ότι όταν ξυπνάει τρώει το πρωινό της.

Εν συνεχεία παίρνει μια ζαμπονοτυρόπιτα από την γωνία και την τρώει περπατώντας.

Στις δέκα και μισή  τρώει άλλη μία για μαρέντα στην πιάτσα.

Το μεσημέρι , φαντάζομαι ότι τρώει και το μεσημεριανό της στο σπίτι.

Το απόγιομα τρώει μια πίτα στου Μπούζη για τις κόψει τη δείλια.

Το βραδάκι τρώει άλλη μία στο πικάντικο καθισμένη στο σκαλί της στέρνας στην πλατεία Βραχλιώτη πριν γυρίσει στο σπίτι για το δείπνο.

 

Την βλέπω από την γωνία περιμένοντας να μου ετοιμάσουν ένα εσπρέσο ντεκαφεϊνάτο  τέικαγουέη.

 

Είμαι κρυμμένος σε ένα δάσος από κρεμασμένα τισέρτ  δήσις σπάρτα, Λέντ ζέπελιν, Τσέγκεβάρα, Μολών λαβέ  κλπ.

 

Η Έλσα πατάει την πρώτη δαγκανιά και φεύγουνε τα τζατζίκια μπάντα κιάλλη.

 

Φοράει μια βέστα που θυμίζει Μουζαχεντίν  και κάθεται στο σκαλί της  στέρνας της πλατείας Βραχλιώτη με ανοιχτά τα ποδάρια.

 

Μούρχεται να πάω να της πω: «Σώνει ορή κοπέλα θα πάθεις τίποτα!»

 

Κρατιέμαι βεβαίως γιατί αν κάνεις κανένα τέτοιο λάθος  και σε πιάκει στο στόμα της είναι καλύτερα να πάς να παραδοθείς στην ασφάλεια.

 

Παρεμπιπτόντως, η πλατεία Βραχλιώτη πήρε το όνομά της από κάποιον Βραχλιώτη φαρμακοποιό μια άλλης εποχής που τονε βάλανε οι ευγενείς στο λίμπρο ντ όρο  επειδή τον είχανε μεγάλη ανάγκη.

 

Τότε όλο το «Εθνικό Σύστημα Υγείας» ήταν το φαρμακείο του Βραχλιώτη που πούλαγε πανάκριβα ματζούνια  δια πάσαν νόσον.

 

Συνηθίζουμε να ονομάζουμε την γύρω περιοχή «Κάρτε Λάκουες» εξαιτίας του ότι εκεί (πιο δίπλα από το Μπρίστολ) υπήρχε ένα κτήριο όπου , την εποχή της Ενετοκρατίας, στεγαζόταν η Guardia dell acqua  , δηλαδή , η φρουρά του νερού.

Αυτό το  στρατιωτικό άγημα ήταν επιφορτισμένο με την αρμοδιότητα να φρουρεί σε εικοσιτετράωρη βάση τις στέρνες της πόλης.

Ο λόγος ήταν ότι ο οποιοσδήποτε τρελός η εχθρός θα μπορούμε με μια απλή κίνηση να δηλητηριάσει όλο τον πληθυσμό.

 

Μερικοί Ιστορικοί ισχυρίζονται ότι η ονομασία προέρχεται από τον δρόμο στο σαν Τζιάκομο που ονομάστηκε Calle dell acqya  σαν τον αντίστοιχο δρόμο στην Βενετία.

 

Δεν θα τα χαλάσουμε.

Έτσι η αλλιώς η Guardia dell acqua  υπήρχε και στεγαζόταν εκεί.

 

Θα αναρωτηθεί κανείς «Τόσο πολύ ενδιαφερόταν οι ευγενείς  και οι Ενετοί για την υγεία του λαού;

 

Η απάντηση είναι «Ναι» αλλά όχι από αγάπη αλλά από ανάγκη.

 

Για να συνεχίσουν να ήταν αφέντες έπρεπε να συνεχίσουν να υπάρχουν οι δούλοι.

 

Άσε που αρκετοί από αυτούς δεν είχαν στα αρχοντικά τους πηγάδια και κινδύνευαν να δηλητηριαστούν μαζί με τον λαό.

 

Αυτά ήθελα να πω στην Έλσα το μοιραίο εκείνο βράδυ στην είσοδο της πολυκατοικίας που  μου έθεσε το κρίσιμο ερώτημα : «Δηλαδή εσύ τι πιστεύεις, ότι το κεφάλαιο θέλει να εμβολιάσει τον λαό γιατί  ενδιαφέρεται για την υγεία του;»

 

Απάντησα «Ναι» αλλά πριν προλάβω να συνεχίσω κοκκίνισε , άστραψε το μάτι της και με αποκάλεσε : «Αριστερό του κώλου».

 

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2021

 

Το μικρό σπίτι στο λιβάδι του Ρόπα

 

Χτές το βράδυ περπατώντας στα Κουρτελάτσα συνάντησα έναν πλανόδιο μικροπωλητή παυλόσουκων.

Ήρθε η εποχή τους.

Αλλού τα λένε «Φραγκόσυκα» και δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλή φρούτα .

Στην Κέρκυρα και στην Βόρεια Ιταλία είναι τόσο αγαπητά   που τα λέμε χαϊδευτικά «φρεσκαμέντο»  και τα πουλάνε στους δρόμους έναντι ενός ευρώ το κομμάτι (καθαρισμένα).

Για πολλούς αποτελεί μυστήριο η μεγάλη αγάπη των Κερκυραίων για τα παυλόσουκα.

Η αλήθεια είναι ότι όταν οι Ενετοί επιδότησαν την δενδροφύτευση της Κέρκυρας με ελαιόδεντρα είχαν θέσει ως όρο να φυτευτούν επίσης στα όρια του κάθε κτήματος και παυλοσουκιές.

Οι παυλοσουκιές χρησίμευαν ως αντιπυρική ζώνη πρωτίστως και δευτερεύοντος ως αγκαθωτός φράχτης με νόστιμα και ζουμερά φρούτα. Το δε λάδι πρωτίστως χρησίμευε για την παραγωγή σαπουνιού (το μόνο απορρυπαντικό της εποχής εκείνης , για τον φωτισμό των πόλεων και τέλος ως τροφή με μεγάλη θρεπτική αξία.

Σοφοί οι πρόγονοι μας αλλά θα μου πείτε, τι σχέση έχουν όλα αυτά με το μικρό σπίτι στο λιβάδι του Ρόπα.

Έλα ντέ!

Ο πλανόδιος μικροπωλητής παυλόσουκων στα Κουρτελάτσα μου έφερε στο μυαλό τον Φτύμιο και το μικρό σπίτι στο λιβάδι του Ρόπα.

Καταρχήν ο «Φτύμιος»  είναι ο «Θύμιος»  άλλων τουριστικών προορισμών η ο «Ευθύμιος» της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Λέμε «Φτύμιος» κατά τον ίδιο τρόπο που κακοποιούμε διάφορες λέξεις τόσο της Αγγλικής όσο και της Ελληνικής γλώσσας.

Τις μικρότερης έκτασης κακοποιήσεις τις κάνουμε στις (χιλιάδες) Ενετικής προέλευσης λέξεις.

Λέμε για παράδειγμα «πάρκι» , «μπλέ ελεκτρί», «σούπεμάρκε», «Μισοκομείο», «Αστενομία», «Θηριοειδής» .

Εν ολίγης κόβουμε το άβολο τελικό σύμφωνο της Αγγλικής και παραμορφώνουμε τις δύσκολες ελληνικές λέξεις.

Η πιο άγρια κακοποίηση της Αγγλικής νομίζω γίνεται στην λέξη «Πιτσιρουρί».

Η λέξη αυτή υποδηλώνει ευστοχία. Πώς λέμε.. «τον πέτυχε στο δόξα πατρί.».

Στην Κερκυραϊκή , λοιπόν, θα πούμε «τον επίτυχε μες στο πιτσιρουρί».

Η λέξη προήλθε από ένα επιφώνημα των Άγγλων αλλά και των Κερκυραίων παικτών του Κρίκετ στην κάτω πλατεία κατά την διάρκεια του αγώνα που υποδήλωνε ευστοχία «pitch in the ring».

Ενιγουέϊ.

Ξεφύγαμε πάλι.

Ο Φτύμιος,  λοιπόν,  είναι γόνος μια πάμφτωχης πολυμελούς Κερκυραϊκής  οικογένειας και έχει στην ιδιοκτησία του ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι του Ρόπα.

Το «λιβάδι του Ρόπα» πήρε το όνομα του (μάλλον)  από έναν άγριο θάμνο που υπάρχει άφθονος στην περιοχή και που στην αρχαία ελληνική γλώσσα λεγόταν «Ρώπαξ».

Το μυαλό του ανυποψίαστου μέσου Έλληνα αναγνώστη θα πάει σε κάποιο απέραντο κάμπο.

Το Λιβάδι του ρόπα ήταν ένα μικρό έλος που (ματαίως) αποξηράνθηκε από τους Άγγλους και μετατράπηκε σε μία μικρή επίπεδη μακρόστενη ακαλλιέργητη έκταση .  

Η γενική λογική του μέσου Κερκυραίου είναι να δίνουμε μεγάλες διαστάσεις σε μικρά πράματα.

Ο «Γυάλινος πύργος» , για παράδειγμα , είναι μια πολυκατοικία τριών ορόφων και ενός ημιώροφου.

Η ψηλότερη κορφή του «Όρους» είναι εννιακόσια ογδόντα μέτρα (μαζί με την κεραία της ΕΡΤ).

Η «Εθνική Λευκίμμης» και η «Εθνική Παλαιοκαστρίτσας» είναι δύο καρόδρομοι που μπροστά τους η επαρχιακή οδός Φλώρινας –Πρεσπών είναι Ελβετία.

Ενώ το «διεθνές αεροδρόμιο του Καποδίστρια» έχει γίνει ο εφιάλτης των πιλότων ανά τον κόσμο.

Στην προσγείωση ο πιλότος θα πρέπει να περάσει ξυστά από το καμπαναριό της Βλαχέραινας  για να σταματήσει λίγο πριν από το πάρκι του Λίντλ.

Πάλι ξεστράτισα.  

Ο Φτύμιος , λοιπόν, μετά από συνεχείς επεκτάσεις μετέτρεψε το καλύβι που κλερονόμησε από τον πατέρα του σε «βίλλα» και έτσι έγινε ο πρώτος πιτόρος της Κέρκυρας με βίλλα στο λιβάδι του Ρόπα δίπλα από τον καταυλισμό των Ρομά.

Είχε δε και την άποψη ότι οι Ρομά θα πρέπει να μετεγκατασταθούν εί δυνατόν «εις το Κράτσαλο» μακριά από τα μάτια του πολιτισμένου κόσμου.

Ο δεύτερος καημός του ήταν να κόψει τσι τριτοκοσμικές παυλοσουκιές από τα όρια του κτήματός του και να φτιάξει έναν πέτρινο φράχτη με κολονάκια όπου στην κορυφή θα αναπαύονται γύψινα  λιοντάρια για να προστατεύουν την περιουσία του Κόντε πιτόρου.

Μιας και τόφερε η κουβέντα , «Πιτόρος»  είναι ο ζωγράφος στην Ενετική διάλεκτο αλλά εμείς το χρησιμοποιούμε και για τους ελαιοχρωματιστές ,λίγο ως ειρωνεία και λίγο ως καταξίωση.

Τις προάλλες τον συνάντησα στην Ανουτσιάτα. Φορούσε τα ρούχα της δουλειάς και ερχόταν από ένα σπίτι που έχει αναλάβει να βάψει.

Επηρεασμένος από τις πυρκαγιές ανά την Ελλάδα με κοίταξε με ανήσυχο μάτι.

«Θυμάσαι πρόπερσι που έπιασε η μεγάλη πυρκαγιά στο λιβάδι του Ρόπα;»

Η «Μεγάλη πυρκαγιά»  ήταν τέσσερα στρώματα καλαμιώνας, χόρτα και μερικά πουρνάρια .

«Σταμάτησε  μπροστά στο σπίτι μου. Έβαλε το χέρι του ο Άγιος Σπυρίδωνας και δεν εκαήκαμε ζωντανοί».

Το κοιτάω στα μάτια με τρυφερότητα και του χαϊδεύω αργά την σκονισμένη φαλάκρα.

«Ο Άγιος Σπυρίδωνας , Φτύμιο μου , ασχολείται με πανούκλες, χολέρες , λέπρες καθώς και με γεωστρατηγικά ζητήματα όπως το Ασέδιο των Κορυφών. Το σπίτι σου σώθηκε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.»

Με κοιτάει με απορία.

«Αν πηγαίνανε καλά οι δουλειές σου , αγόρι μου, θα έκοβες τσι παυλοσουκίες και η στιά θα έμπαινε στο σπίτι.

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021

Κατάχρησις εξουσίας

 


Η Θεία Ράνια με έγδερνε κάθε Κυριακή πρωί με τα γένια της.

Με σήκωνε ψηλά και με φίλαγε ασταμάτητα.

Ήταν μια από τις παιδικές τραυματικές μου εμπειρίες.

Εκτός από το μουστάκι είχε γένια και σε διάφορες κρεατοελιές εδώ και εκεί.

Μου θύμιζε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο που έβλεπα στο δημοτικό στο πιο γρέτζο.

Η μάνα μου την έλεγε «αλόγα» και την αντιπαθούσε.

Η Θεία Ράνια  είχε αναλάβει να προστατεύει και να κουμαντάρει τον θείο Θωμά.

Οποιαδήποτε κίνηση του θείου Θωμά  στο τραπέζι, στο δρόμο και,  φαντάζομαι και στο κρεβάτι, ήταν υπό την κρίση της θείας Ράνιας.

Ο Θείος Θωμάς  ήταν το ακριβώς αντίθετο .

Πάντα φοβισμένος , πάντα υποχωρητικός , πάντα χαμηλών τόνων , όμορφάντρας , λεπτός ,κομψός , πάντα καλοντυμένος, καλοχτενισμένος και με μαλλιά κατάμαυρα κολλημένα με μπριγιόλ . Φορούσε , δε, και μαύρα γυαλιά ηλίου.

Μου θύμιζε τον Κούρκουλο στην ταινία «Κατάχρησις εξουσίας» με εκείνο το στυλ όταν ερχόταν από τον Έβρο με μια Μπεενβέ 316 φορτωμένος με ηρωίνη.

Η διαφορά ήταν ότι ο θείος Θωμάς είχε ένα φολξβάγκεν σκαραβαίο χίλια τρακόσια κυβικά που το έλεγε «Ταρζάν».

Ο Θείος Θωμά και η θεία Ράνια ήταν δύο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί.

Η Θεία Ράνια ήταν μια δεξιά , νευρική, αγριεμένη αντρογυναίκα που τάβαζε με τους πάντες.

Μια φορά σε μια διασταύρωση κατέβηκε από τον Ταρζάν  (από την θέση του συνοδηγού που καθόταν πάντα ) άνοιξε την πόρτα του απέναντι αυτοκινήτου και έσυρε έξω από τα πέτα  κάποιο δυστυχή οδηγό  που, κατά την εκτίμηση της θείας Ράνιας,  δεν είχε προτεραιότητα.

Ο Θείος Θωμάς ήταν αριστερός που στα παιδικά του χρόνια πέρασε και από τους Λαμπράκηδες και είχε να το λέει.

Φοβόταν τα πάντα και σε κάθε συζήτηση περιλαμβανόταν πάντα και μια μικρή ιστορία του με θάνατο, με καρκίνο, με έμφραγμα ,  με αυτοκινητιστικό δυστύχημα η με πτώση αεροπλάνου.

Η Θεία Ράνια συνηγορούσε πάντα στις απόψεις του θείου Θωμά και προσέθετε και αυτή μια ανάλογη ιστορία τρόμου για του λόγου το αληθές.

 

Ήταν πρωτοπόρος, αν σκεφτεί κανείς ότι σήμερα ο φόβος έχει διαχυθεί παντού.

Δούλευε σε ένα μαγαζί  με κατεψυγμένα προϊόντα και πίστευε  ότι  εξαιτίας των κατεψυγμένων είχε αποκτήσει «καρδιά».

Σύμφωνα με την θεωρία του , τα παγωμένα κοτόπουλα προκαλούσαν συστολή των αρτηριών των χεριών του με αποτέλεσμα να ανεβαίνει η πίεση και η καρδιά του να μπαίνει σε δοκιμασία.

Ματαίως ο γιατρός του έλεγε ότι δεν έχει τίποτα και όλα αυτά τα προκαλεί ο φόβος του.

«Αν ήταν έτσι θα είχαν εξαφανισθεί οι Νορβηγοί»

Ο Θείος Θωμάς αγόρασε πιεσόμετρο και η θεία Ράνια ανέλαβε να του μετράει την πίεση τρείς φορές την ημέρα.

Κάθε Κυριακή μεσημέρι μαθαίναμε ακριβώς την πίεση του θείου Θωμά για κάθε μέρα της εβδομάδας αναλυτικά  καθώς και πλήρες δελτίο θανάτων της περιοχής.

Εν συνεχεία ρευόμαστε ασταμάτητα  τα γεμιστά της Θείας Ράνιας τα οποία τα έφτιαχνε  σχεδόν με σκέτο κιμά, λάδια φουλ και που και πού έβρισκες μέσα και κανένα σπυρί ρύζι.

Σε κάποια συζήτηση ο θείος Θωμάς ανέφερε  ότι το «Κεφάλαιο μας πίνει το αίμα».

Η Θεία Ράνια ανησύχησε και τον έβαλε από τότε να κάνει κάθε έξι μήνες ανάλυση αίματος  που μόλις είχε γίνει μόδα και λεγόταν «τσεκ απ».

Έτσι κυλούσε η ζωή μας τα μεσημέρια της Κυριακής στο τραπέζι  ώσπου μια Κυριακή δεν ήρθαν.

Το βράδυ χτυπάει το τηλέφωνο.

Το σηκώνει ο πατέρας μου. Γουρλώνει τα μάτια και λέει: «Πέθανε!».

«Πέθανε ο θείος ο Θωμάς;» ερωτώ.

«Όχι …πέθανε η θεία Ράνια.»

Αδιανόητο!

Η Θεία Ράνια ήταν ογκόλιθος υγείας. Αν σούδινε φούσκο σε ξάπλωνε κάτω.

Κι όμως η θεία Ράνια πέθανε πριν τον θείο Θωμά.

Δεν περνάνε δέκα μέρες  και ξαναχτυπάει το τηλέφωνο.

«Παντρεύεται!»

«Ποιος παντρεύεται ρε πατέρα;»

«Ο Θείος Θωμάς!»

«Κιόλας!»

«Ναι . βρήκε στο νεκροταφείο μια χήρα και την ερωτεύτηκε.»

Έτσι , που λέτε,  ο θείος Θωμάς βρέθηκε με δύο διαμερίσματα , ένα εξοχικό και δύο «οικοπεδάκια».

Δεν πέρασε ένα εξάμηνο και χτυπάει το τηλέφωνο.

«Πέθανε!»

«Ποιος πέθανε ρε πατέρα ο θείος Θωμάς;»

«Όχι! .. η χήρα.»

Άντε πάλι ξανά στα νεκροταφεία.

Για να μην σας τα πολυλογώ  ο θείος Θωμάς  από νεκροταφείο σε νεκροταφείο απέκτησε μια μικρή αλλά υπολογίσιμη περιουσία.

Την τελευταία φορά τον συνάντησα στο φέρυμπότ για Ηγουμενίτσα.

Έφευγε για διακοπές με την τελευταία χήρα.

Είχα χάσει τον λογαριασμό.

Μούφερε καφέ.

«Γεράσαμε ανιψιέ» μου λέει με βλέμμα θλιμμένο.»

«Μια χαρά..» του λέω «..τι ήθελες ; Να πεθάνεις νέος;»

Συνέχισε  σαν να μην με άκουσε.

«Τελευταία ακούω κάτι πεταρίσματα.»

«Τι πεταρίσματα;» ερωτώ αφελώς.

«Στην καρδιά.» μου λέει χαμηλόφωνα.

Κατέβηκε από το φέρυ  με μία  Άλφα Ρομέο Τζουλιέτα καμπριολέ.

Φορούσε γυαλιά ηλίου και ένα φουλάρι μεταξωτό που ανέμιζε.

«Τα λέμε ανιψιέ.»

Σάββατο, 24 Απριλίου 2021

Η κόμη της κυρίας Βασιλικής Δαπέργολα

 


 

Ο εμβολιασμός μου ήταν προγραμματισμένος για το μεσημέρι της Πέμπτης.

Έφτασα στο νοσοκομείο της Κέρκυρας ένα τέταρτο νωρίτερα.

Κατά την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου μου, είπα στην γιατρό για μια αλλεργία που είχα πάθει πριν από καιρό από αντιβιοτικό Amoxil.

  Για  λόγους προληπτικούς μου έβαλαν «πεταλούδα» πριν τον εμβολιασμό μου.

Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να καθίσω μια ώρα και ένα τέταρτο στην αίθουσα αναμονής πριν φύγω.

Έψαξα στο βάθος για κάθισμα.

Κάθισα. Μεσολαβούσε ένα κενό απαγορευμένο κάθισμα και στο επόμενο καθόταν μια γυναίκα με άσπρα μαλλιά κομμένα καρέ στο χρώμα της πέρλας.

Στο χέρι της είχε και αυτή πεταλούδα.

Κατάλαβε ότι την κοιτάω με την άκρη του ματιού μου.

Γύρισε και με κοίταξε ίσια στα μάτια.

Την αναγνώρισα.

Η Βασιλική.

Την είχα γνωρίσει πριν από χρόνια σε μια παρουσίαση βιβλίου στην Αναγνωστική Εταιρεία.

Το βιβλίο είχε τίτλο «Η Προσωδιακή γλώσσα των αρχαίων Ελλήνων»

Κάθισα στο μοναδικό κενό κάθισμα.

Δίπλα μου καθόταν η Βασιλική.  

Τότε τα μαλλιά της ήταν στο φυσικό τους χρώμα , γκρι προς το άσπρο και πιασμένα  πρόχειρα πίσω.

Στο διάλλειμα πιάσαμε την κουβέντα.

Συνεχίσαμε την συζήτηση στο τέλος της εκδήλωσης περπατώντας προς την Μανδρακίνα.

Καθίσαμε σε ένα πέτρινο παγκάκι στο Μποσκέτο και συνεχίσαμε γύρω από την πλατεία.

Καθίσαμε για τσάι στην Κοφινέττα.

Το βιβλίο μας είχε δώσει το έναυσμα και συζητούσαμε για τον Νεαντερντάλιο αυλό.

Ταξιδέψαμε πίσω στο χρόνο και καθίσαμε μέσα στις σπηλιές των Νεάντερνταλ δίπλα στην φωτιά ακούγοντας τις μουσικές τους.

«Οι πρόγονοι μας έλεγαν ιστορίες δίπλα στις φωτιές  τις νύχτες και έπαιζαν μουσική γιατί φοβόντουσαν τα σκοτάδια».

Έτσι  γεννήθηκε η λογοτεχνία και η μουσική.

Η Βασιλική μου έλεγε ότι αν υπάρχει Θεός θα ήθελε από αυτόν μόνο μια χάρη. Να της στείλει ένα cd  με μουσικές από τον Νεαντερντάλιο αυλό αυτού του μακρινού μας προγόνου.

Έκτοτε έβλεπα την Βασιλική αραιά σε συναυλίες , στο θέατρο  η σε παρουσιάσεις βιβλίων.

Τον τελευταίο καιρό λόγω της πανδημίας είχα καιρό να την δώ και σήμερα νάσου ξανακάθισα δίπλα της τυχαία με μια πεταλούδα στο χέρι αμφότεροι.

Όπως πάντα είχαμε πολύ συγκεκριμένο χρόνο στην διάθεσή μας.

Μία ώρα και δεκαπέντε λεπτά.

Ήταν η ευκαιρία να μάθω περισσότερα.

Ποιος ξέρει πότε θα τελειώσει η πανδημία.

Η Βασιλική τελείωσε την Εμπορική σχολή Κέρκυρας .

Η Εμπορική σχολή τότε ήταν κάτι σαν την ΑΣΟΕΕ για να μην σας πω σαν την Σορβόννη.

Τελικά κατέληξε να βγάζει καλούς λογιστές.

Θεωρώ ότι το επάγγελμα του λογιστή θα πρέπει να έχει ενταχθεί πρώτο στα βαρέα και ανθυγιεινά.

Πάντα απορούσα πως μπορεί ένα φυσιολογικός άνθρωπος να είναι λογιστής.

Η Βασιλική δούλευε στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Το γραφείο της ήταν μπροστά στην είσοδο του λογιστηρίου μαζί με τα γραφεία άλλων δύο κοριτσιών.

Εκεί αντιμετώπιζαν το πρώτο κύμα της εισβολής των πελατών έτοιμες για όλα.

Τροποποιητικές , ετήσιες δηλώσεις, φιπιά, έψιλον εννέα, τα πάντα.

Στο βάθος είχε το αρχηγείο ο άντρας της.

Υποψιάζομαι ότι δεν έκανε τίποτα απολύτως.

Καθόταν μπροστά σε μια οθόνη και η έπαιζε παιχνίδια η έβλεπε πορνοταινίες.

Τον χώριζε από το μέτωπο της πρώτης γραμμής του στρατεύματος μια τζαμαρία  αμμοβολισμένη που μαζί με την σκόνη που συσσωρευόταν έκανε την ήδη ακαθόριστη φιγούρα του να ξεθωριάζει συνεχώς.

Τις υπόλοιπες ελεύθερες ώρες του είχε σκάφος δίχτυα και παραγάδια.

Εν τω μεταξύ η Βασιλική έτρεχε σε φροντιστήρια τα παιδιά , να φτιάξει τον κήπο, να μαγειρέψει, να συγυρίσει το σπίτι, και το βράδυ να φορέσει και κάτι σέξυ για να κρατήσει ζωντανό τον έρωτα.

Επειδή όλα έχουν κάποιο τέλος μέσα στην απειροσύνη του σύμπαντος κόσμου , η σχέση οδηγήθηκε στο τελικό ξεθώριασμα.

Εκεί που δεν είσαι σίγουρος αν εξακολουθείς να βλέπεις την ξεθωριασμένη εικόνα η σε γελούν τα μάτια σου.

Έτσι η Βασιλική ζει μόνη και όπως την βλέπω μάλλον περνάει  την καλύτερη περίοδο της ζωής της.

Της κάνω και ένα  ευμενές και ειλικρινές σχόλιο για τα μαλλιά της.

Μου αρέσει αυτό το «Περλέ Σαντρέ» αν θυμάμαι καλά που μου είπε.

Αν μια κοπελίτσα βάψει άσπρα τα μαλλιά της  δεν σημαίνει σχεδόν τίποτα.

Αν τα βάψει άσπρα μια γυναίκα στην ηλικία της Βασιλικής σημαίνει ότι δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα.

Σηκώνομαι .

«Πάω να μου βγάλουνε την πεταλούδα. Τα λέμε»

Κάνω μερικά βήματα και ξαναγυρνάω.

«Αλήθεια.. δεν μου είπες… Ο Άντρας σου ζει;»

Με κοιτάει χαμογελώντας.

«Δε νομίζω».

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2021

Στην Παρανομία !

 


 

Την εποχή της χούντας εκτός των άλλων ήμουν και ποδηλάτης σε ένα σύλλογο που λεγόταν «Βυζάντιο» και που αργότερα συνετάχθη στην ΑΕΚ  και έγινε το ποδηλατικό της τμήμα.

Ωραία εποχή. Η Ποδηλασία δεν ήταν της μόδας και οι ποδηλάτες ήμαστε σαν τους Μοϊκανούς.

Ιστορικοί αγώνες.

Αθήνα – Αλίαρτος, Ανάβαση Χορτιάτη, Σιρκουί της Βάρκιζας, Πίστα της Ρόδου.

Ένα Σαββάτο βράδυ η ομάδα αποφάσισε να πάμε να το γλεντήσουμε στην Πλάκα.

Η «αρχόντισσα» ήταν ένα μαγαζί όπου τραγουδούσαν γνωστά ονόματα της εποχής.

Μανώλης Μητσιάς , Πετρή Σαλπέα, Δήμητρα Γαλάνη, Θέμης Ανδρεάδης κλπ.

Παραγγείλαμε κρασί και φρούτα και πάνω που ο Θέμης Ανδρεάδης ετοιμαζότανε να πάει στην Ζούγκλα με τον Ταρζάν, μπουκάρει  η ασφάλεια.

Μας μαζεύουν , τραγουδιστές , πελάτες , σερβιτόρους, λαντζιέρες, μαγείρους και μας βάζουν σε λεωφορεία.

Μείναμε όρθιοι όλη νύχτα σε μια μακρόστενη αίθουσα στην Μπουμπουλίνας χωρίς να μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί.

Το πρωί μας άφήσανε.

Έκτοτε η παρανομία έχει μπει στο πετσί μου.

Λίγο καιρό αργότερα και ενώ είχε τελειώσει η χούντα και βρισκόμασταν σε δημοκρατικό καθεστώς δούλευα στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά.

Κάθε πρωί η μάνα μου ετοίμαζε ένα τάπερ μεταλλικό με τρία κλίπ που μου έβαζε το φαγητό του μεσημεριού.

Τότε στο εστιατόριο των Ναυπηγείων έτρωγε μονάχα η εργατική αριστοκρατία. Η Μεσαία τάξη της εργατιάς έτρωγε κανένα σάντουιτς από την καντίνα και οι φτωχομπινέδες φέρναμε το φαγητό από το σπίτι σε στρογγυλά μεταλλικά τάπερ.

Τα μακαρόνια με κιμά ήτανε το αγαπημένο μου φαγητό  εφόσον τα μακαρόνια ήταν ζεστά.

Στην περίπτωσή μας η μάνα μου το φαγητό το έφτιαχνε από την προηγούμενη  και τα μακαρόνια τα έβραζε μέχρι να γίνουνε λάσπη.

Έτσι το μεταλικό τάπερ όταν το άνοιγα ήταν μασίφ μακαρόνια και κιμάς.

Έκανα τόπο απάνω σε έναν πάγκο με αντλίες , σωλήνες και επιστόμια. Πηδούσα επάνω και εκεί ήταν η τραπεζαρία μου.

Τότε είχα ανακαλύψει και μια πατέντα όπου έκοβα με ζγρόμπια  μικρές  μολυβένιες  ροδέλες τις οποίες έριχνα στα αυτόματα μηχανήματα του καφέ και έβγαζα καφές η κακάο, η τσάι.

Κερνούσα δε και όλο τον κόσμο με αποτέλεσμα να έχω γίνει ιδιαίτερα συμπαθής.

Κάποια μέρα που γυρνούσα στο σπίτι μου στον Άγιο Σώστη είδα στο βάθος του δρόμου κόσμο.

Σταμάτησα απορημένος.

Κάποιος με έπιασε από το μπράτσο.

«Τι έχεις εκεί μέσα».

«Το φαί μου». του λέω

Κοιτάζει μέσα και πετάγεται πίσω.

Με πίασανε τρείς. Μου πήρανε τη σακούλα με το τάπερ. Με βάλανε σε ένα αυτοκίνητο   και με πήγανε στην ασφάλεια.

Αφού εξέτασε το τάπερ ο πυροτεχνουργός το πρωί με άφησανε.

Αργότερα έμαθα ότι εκεί που με πιάσανε είχανε  σκοτώσει τον Μπάμπαλη , ένα ακάθαρμα βασανιστή της χούντας.

 Σκατά στο λάκκο του.

Έκτοτε έχω διαρκώς την αίσθηση ότι βρίσκομαι στο λάθος σημείο την λάθος στιγμή.

Αυτή η αίσθηση μου έχει γίνει εφιάλτης.

Να σας δώσω να καταλάβετε.

Βρίσκομαι στην πάνω πλατεία  και έξω από το μνημείο του Μαίτλαντ  η ουροδόχος κύστη μου κοντεύει να σπάσει.

Με  απλά λόγια κινδυνεύω άμεσα να κατουρηθώ απάνω μου.

Τα δημόσια ουρητήρια της πλατείας είναι κλειστά από την εποχή του ύπατου αρμοστού της Κέρκυρας Τόμας Μαίτλαντ του μισητού.

Κοιτάζω κατά το παλάτι .

Κανείς.

Κοιτάζω κατά το ΝΑΟΚ.

Κανείς.

Πίσω από ένα δέντρο βγάζω το ταλαιπωρημένο πέος μου και την ώρα την πρώτης ανακούφισης περνάνε ένα ζευγαράκι, το τρίτο σώμα προσκόπων, η φιλαρμονική Μάντζαρος , το τραίνο των οχτώ για την Κατερίνη, ο Θόδωρος  και αν συνέχιζα θα πέρναγε σίγουρα και ο άγιος Σπυρίδωνας.

Νομίζετε ότι υπερβάλω.

Μια φορά βρέθηκα στην κορφή στο Βελούχι.

Τέρμα θεού.

Κόντευα να χεστώ απάνω μου πριν φτάσω στο Καρπενήσι.

Σταματάω στην κορφή ανάμεσα στα  βουνά.

Πίσω βουνά.

Αριστερά λαγκάδια .

Δεξιά   πλαγιές με έλατα.

«Ακόμα και F16 να έρθει προλαβαίνω» σκέφτηκα.

Αμ δε!

Μόλις κατέβασα τα παντελόνια μου και ενώ βρισκόμουν στο πρώτο (και  καθοριστικό σφίξιμο) ακούω κουδούνια.

Νόμιζα ότι ήταν παραισθήσεις και ξαφνικά προβάλει ένα κοπάδι προβατίνες με τσοπάνο , υποτσοπάνο, ανθυποτσοπάνο, τσομπάνα , τα πιτσιρίκια και τα τσοπανόσκυλα.

Με ποδοπατάνε.

Στο τέλος περνάει  και ένα τσοπανόσκυλο σαν το λεοντάρι της Νεμέας και μου δίνει και μια γλυψιά στα μούτρα.

Δεν βρίσκεις άκρη.

Θα μου πείτε γιατί σας τα λέω όλα αυτά.

Μουρθανε στο μυαλό σήμερα.

Ξυπνάω το πρωί και μαθαίνω ότι οι μπάτσοι δείρανε ένα παιδί στην Νέα Σμύρνη.

Θα μου πεις «Μπάτσοι είναι παιδιά δέρνουνε».

Έχουμε συνηθίσει.

Βγαίνω από το σπίτι μου να πάω να αγοράσω μια φτηνή λεκάνη τουαλέτας από του Κολοβού στα τρία γιοφύρια.

Με περιμένει ο υδραυλικός για να την τοποθετήσει.

Μισοκοιμισμένος ανεβαίνω στο παπί.

Κατεβαίνω τις «Καθολικές καλόγριες» και στο βάθος βλέπω μπλόκο στου Κωτσέλα.

Στρίβω δεξιά και μπαίνω σε μια στοά με συνεργεία.

Βρίσκω και άλλους εκεί να περιμένουν.

«Τι κάνουμε τώρα σύντροφε;» ερωτώ.

«Περιμένουμε υπομονετικά να φύγουνε» μου απαντά.

Δεν μπορώ να περιμένω. Με περιμένει ο υδραυλικός.

Στο στενάκι μπαίνω δεξιά και ανεβαίνω στο λόφο Κογιεβίνα.

Κατηφορίζω προς Καπουτσίνους και μέσω Πλατυτέρας γυρνάω σπίτι μου.

Σβήνω το μηχανάκι και παίρνω βαθιές ανάσες.

Άκυρος ο καμπινές.

Πέσαμε πάνω στο μπλόκο της Κοκκινιάς.

Πάω για καφέ.

Παίρνω το χάρτινο φλιτζάνι και μπαίνω  στην στοά.

Με περιμένει ο Σπύρος . Έχει έτοιμο σκαμπό και δικαιολογία.

«Μένουμε από πάνω και κατεβήκαμε να πιούμε τον καφέ μας.»

Σκέπτομαι  θετικά σε μια προσπάθεια να το αντέξω.

Εχτές  ήταν χειρότερα.

Με πιάσανε στην Αλεπού με το παπί χωρίς δίπλωμα, ταυτότητα, ασφάλεια, άδεια, κράνος και sms.

Τα είχα ξεχάσει όλα μέσα στην αγωνία μου να πάω στον Συνεταιρισμό Ξυλουργών να πάρω μια τάβλα για ράφι.

Η Ταρίφα θα ήταν 1500 ευρώ αν ήμουν τυχερός.

Μου ζήτησε μόνο το sms.

Ως αγνάντευε για το επόμενο θύμα έγραψα το sms και ω! του θαύματος πήρα αμέσως απάντηση.

Έφυγα με μια αίσθηση σαν να γλύτωσα από την σφαγή στα Καλάβρυτα.

Θα μπορούσε να θεωρήσει ότι τονε στραβοκοίταξα και να μου σπάσει και τα πλευρά σαν εκείνο τον δυστυχή στην Νέα Σμύρνη.

Το βλέπω θετικά.

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2021

Ο Τάφος του Ινδού

 

Υπάρχει ένας κεντρικός δρόμος της Κέρκυρας που λέγεται «Οδός Δονάτου Δημουλίτσα».

Πήρε το όνομά του από έναν βιομήχανο ευεργέτη με Σουλιώτικη καταγωγή  που γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1862 και απεβίωσε το 1937.

Ως γνωστόν οι ευεργέτες του έθνους ήτο πάντοτε βιομήχανοι.

Ο εν λόγω όμως ευεργέτης έχει ένα ιστορικό παρελθόν με μεγάλο ενδιαφέρον.

Ας πάρουμε τα πράματα από την αρχή.

Το 1803 ο Αλή Πασάς  εκδιώκει  για πρώτη φορά τους Σουλιώτες από το Σούλι.

Πολλοί ήρθαν στην Κέρκυρα και άλλοι έμειναν στην Πάργα .

Το 1816 Ο Μαίτλαντ ο μισητός (του οποίου το μνημείο βλέπουμε του κάθε που περνάμε από την πάνω πλατεία )   αγόρασε έναντι 150.000 λιρών την Πάργα από τον Αλή Πασά.

Ο Λόγος που ο Αλή Πασάς  έδιωξε τους Σουλιώτες από το Σούλι και πούλησε και την Πάργα στον Μαίτλαντ  δεν είναι γνωστός  από τα καθώς πρέπει ιστορικά κείμενα του έθνους των Ελλήνων.

Το λοιπόν.

Το καιρώ εκείνω  η Πάργα ήταν η πύλη εισόδου στην Ήπειρο.

Δεν υπήρχε Ηγουμενίτσα , Εγνατία οδός  και  διόδια  κατασκευαστικών εταιρειών.

Υπήρχε η Πάργα  με τελωνείο και φρούριο και ο δρόμος πήγαινε από την Πάργα στο Γλυκύ , στην Παραμυθιά , στην Δωδώνη και από κει στα Γιάννενα.

Οι μεν Παργινοί ληστεύανε τον Αλή Πασά στο Τελωνείο

Οι δε Σουλιώτες είχανε στήσει μια φάμπρικα διοδίων στο γιοφύρι του Αχέροντα στο Γλυκύ και παίρνανε  του  Αλή Πασά 10% διόδια από τα σιτηρά και λοιπά εμπορεύματα .

Όσο το 10% παρέμενε σταθερό ο Αλή Πασάς δεν μιλούσε.

Όταν άρχισε να ανεβαίνει , ανέβαινε και η τιμή του ψωμιού στα Γιάννενα  καθώς και ο τιμάριθμος εν γένει με αποτέλεσμα ο Αλή Πασάς να βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο  της λαϊκής διαμαρτυρίας.

Αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος που ο Αλή Πασάς τα έβαλε με τους Σουλιώτες και με τους Παργινούς.

 Τα περί θρησκεύματος και  εθνικών διαφορών , οι ιστορικοί του έθνους ας πάνε να τα πούνε αλλού.

Έτσι , λοιπόν, ο πάππους του Δονάτου Δημουλίτσα μετακόμισε από το Σούλι στην Πάργα αρχικά , όπου  από  υιός τσοπάνου έγινε δικηγόρος.

Ο Παππούς Δονάτος Δημουλίτσας  ήτανε και τυχερός.

Όταν μετά από λίγα χρόνια ο Αλή Πασάς πούλησε την Πάργα του Μαίτλαντ , εκτός από τα 150 χιλιαρικάκια λίρες που πήρε,  υποχρεώθηκε βάσει συμβολαίου να επιτρέψει στους Παργινούς να πουλήσουν την περιουσίες τους πριν φύγουν.

Εδώ αναλαμβάνει ο παππούς Δονάτος Δημουλίτσας  που ήξερε γράμματα .

Το τι έγινε στις αγοραπωλησίες της Πάργας ένας Θεός το ξέρει και ο Παππούς του  Ευεργέτου.

Το θέμα είναι ότι όταν φτάκανε στην Κέρκυρα οι Παργινοί (κατά τας γραφάς του Άγγλου παρατηρητού) ανεβαίνανε τον Αγιαντώνη φορτωμένοι με σακιά όπου μέσα είχανε τα κόκκαλα  των προγόνων τους που ξεθάψανε από τα νεκροταφεία .

Σακιά κουβάλαγε και ο Δικηγόρος αλλά πολλοί εικάζουν ότι δεν είχαν μέσα κόκκαλα.

Ο άγγονας του δικηγόρου  έγινε βιομήχανος και ενετάχθη στην υψηλή κοινωνία της Κέρκυρας.

Ο άγγονας του άγγονα  έμεινε χωρίς εργοστάσια αλλά του μείνανε  οι αντιπαροχές μια ς ολόκληρης περιοχής  στην άκρη της πόλης.

Ήταν ανοιχτοχέρης. Χάριζε διαμερίσματα , έπινε πολύ, και  κράτησε για τον εαυτό του τον «τάφο του Ινδού».

Ο Τάφος του Ινδού είναι ένα διαμέρισμα  που έχει μόνο είσοδο.

Τα πίσω παράθυρα βλέπουν σε μια κανιζέλα  30 πόντων.

Κανιζέλα λέμε ένα στενό διάδρομο ανάμεσα από δύο κτήρια  που ίσα που χωράει να περάσει ένας άνθρωπος .

Ο «Τάφος του Ινδού»  είναι ένα διαμέρισμα   που για να δεις το φώς του Ηλίου πρέπει να  φτάκεις στο Σαρόκο.

Ο παράδεισος της ΔΕΗ.

Εδώ έζησε ο απόγονος του Δονάτου Δημουλίτσα  μέχρι που καλέσανε την κλάση του.

Αργότερα ο τάφος του Ινδού νοικιάστηκε σε μια Αλβανίδα μετανάστρια που κατάφερε να μείνει μέσα ενανίμιση ολόκληρο χρόνο.

Ακολούθησα εγώ . Ένας  άθεος , αναρχοκομμουνιστής , εαμοβούλγαρος  και κομμουνιστοληστοσυμμορίτης.

 

Εδώ έμεινα τριάντα χρόνια  λόγω του ότι ήμουν ανθεκτικότερος της Αλβανίδος .

Ευτυχώς δεν είχε υγρασία.

Τώρα μετακομίζω και αναζητώ τα ίχνη των παλαιών διαμενόντων  του επόμενου σπιτιού.

«Η Αγγελίνα  φτιάχνει νυφικό από κομμάτια  εφημερίδων .

Τραγουδάει  νικηφόρα  άσματα.

Ντύνεται νύφη και καλεί τις αναμνήσεις της με το όνομα τους .

Γυρίζει το χαρτί και  πεθαίνει ενδόξως.»  

….Που  έλεγε και ο Φαμπρίτσιο  σε μια απέλπιδα προσπάθεια να  σχολιάσει  τα τις  τυχαιότητας .

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2021

Piove ancora a Corfù?

 


 

Το Μάκη τον είχα γνωρίσει όταν ήρθε στην Κέρκυρα  από το Περιστέρι (των Αθηνών).

Είχε έρθει για διακοπές με κάτι άλλους και μένανε  κάπου στην Αλεπού.

Εδώ γνώρισε την Μαρί  και έμεινε . Παντρευτήκανε και κάνανε και δύο κεφάλια παιδιά.

Η Μαρί  έμενε με τους  δικούς της στις εργατικές πολυκατοικίες της Κουλίνας αλλά έλεγε ότι μένει σε μια μονοκατοικία έξω από την πόλη.

Η  Κουλίνα  (όπως το λέει και το όνομα ) παλιά ήταν ένας  λόφος με πουρνάρια. Αργότερα  χτισθήκανε οι εργατικές  πολυκατοικίες και έγινε ολόκληρη συνοικία.

Η Μαρί λεγότανε βασικά Μαρία αλλά  στο λύκειο το έκανε «Μαρί» που ήτανε πιο σέξι και πιο δυτικό.

Ήτανε θυγατέρα ενός πολύ καλού επιπλοποιού από κείνους τους παλιούς που φτιάχνανε «αγιούς».

Πάντα εργάτης  και περιζήτητος.

Όταν γίνανε οι εργατικές πολυκατοικίες στην Κουλίνα πήρε ένα τριάρι και στέγασε την οικογένεια.

Ωραίος τύπος και αγαπητός.

Πίναμε τον καφέ μας στου Καμπανιόλου καμιά φορά και με έκανε να ξεκαρδίζομαι στα γέλια.

Ο Καμπανιόλος ήτανε ένας φτωχός αγρότης που ζούσε στην άκρη της πόλης .

Εκείνα τα χρόνια όσους αγρότες ζούσαν λίγο έξω από την πόλη τους λέγανε «Καμπανιόλους» υποτιμητικά.

Η Μαρί  πήγε να σπουδάσει ένα φεγγάρι στην Αθήνα σε σχολή θεάτρου και επέστρεψε άρον άρον λόγω του ότι «τα κυκλώματα» δεν την αφήνανε να δείξει το ταλέντο της.

Τότε γνώρισε τον Μάκη  στο μανάβικο που είναι απέναντι από του Καμπανιόλου.

Στα λίγα λεπτά που βρέθηκαν  στο μαγαζί  ο Μάκης  έλιωσε.

Κατά απαίτηση της Μαρί παντρευτήκανε στην Μητρόπολη.

Βγάλανε και φωτογραφίες στο Παλάτι.

Αν δεις το άλμπουμ νομίζεις ότι βλέπεις το γάμο του  Βασιλιά Γεωργίου του Α΄ με την Βασίλισσα  Όλγα Κωνσταντίνοβνα .

Έκτοτε ο Μάκης  δούλευε  τα καλοκαίρια σε εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων και το χειμώνα την έβγαζε  με το ταμείο ανεργίας .

Όσο «οι απαιτήσεις της ζωής»  μεγαλώνανε η Μαρί άρχισε την γκρίνια και   ο Μάκης  έπιασε δουλειά γυψοσανίδας με μεροκάματο χειμώνα καλοκαίρι.

Μόλις πέθανε ο πατέρας της Μαρί ξενοικιάσανε και πήγανε στην Κουλίνα με την μάνα της .

Επειδή οι «απαιτήσεις της ζωής»  δεν τελειώνουν  ο Μάκης έπιασε δουλεία το απόγευμα και ντελιβεράς σε σουβλατζίδικο.

Εν τω μεταξύ η Μαρί  έπινε το ποτό της ανελλιπώς κάθε βράδυ τσι Κάρτε Λάκουες σταυροπόδι ενώ η Μάνα της φύλαγε τα παιδιά και ο Μάκης έτρεχε σαν το Βέγγο με το παπί.

Ξεκίναγε από την Κουλίνα  ντυμένη σαν τόπ μόντελ .

Αν έβλεπες τα νύχια της, τις βλεφαρίδες της τα ρούχα της , τα μαλλιά της  νόμιζες ότι ετοιμαζότανε μια βδομάδα για να περάσει από τα λασπόνερα του Κωτσέλα.

Ο Κωτσέλας ήταν πάντα η υποβαθμισμένη συνοικία των πιο φτωχών Μαλτέζων εργατών που ξέμειναν στην Κέρκυρα μετά την οικοδόμησή της από τους  Άγγλους.

Η Μαρί πέρναγε του Κωτσέλα με ύφος πριγκίπισσας  που κατέβηκε να δει πως  ζει ο λαός.

Στις φιλενάδες της έλεγε ότι ο άντρας της είναι «σύμβουλος επιχειρήσεων».

Του απαγόρεψε δε , αν τύχαινε να περάσει με το παπί την Ευγενίου Βουλγάρεως, να σταματήσει να της μιλήσει.

Χτές  το βράδυ πήρα την ομπρέλα μου και βγήκα να πάρω ένα σουβλάκι.

Βρέχει εδώ και μέρες με πολύ κρύο.

Χειρότερο από χιόνι.

Βρέχει πολύ τους  χειμώνες εδώ.

Βρέχει για βδομάδες ολόκληρες.

Οι παλιοί λέγανε ότι  έβρεχε επί σαράντα μέρες ακατάπαυστα.

Βρέχει από πάνω.

Βρέχει από μπροστά.

Βρέχει από πίσω .

Βρέχει από τα πλάγια .

Μερικές φορές βρέχει και από κάτω.

Μια φορά βρέθηκα με την γυναίκα μου στο Μπρίντιζι.

Καθίσαμε σε ένα καφενείο και παραγγείλαμε καφέ.

Πιο δίπλα καθότανε μοναχός ένας γέροντας  που από ότι κατάλαβα ήταν ο ιδιοκτήτης του καφενείου.

Μας ρώτησε αν είμαστε Βενετσιάνοι. Η προφορά των Κερκυραίων μοιάζει με την προφορά των Βενετσιάνων και οι νότιοι Ιταλοί το καταλαβαίνουν αμέσως.

Είναι σαν αν ακούσουμε εμείς έναν από το Αγρίνιο.

Του είπα ότι είμαστε Κερκυραίοι.

«Α!  Στην Κέρκυρα ήμουν φαντάρος στον Πόλεμο.   Βρέχει ακόμα στην Κέρκυρα;»

Γελάσαμε.

Δισεκατομμύρια τόνοι νερό καταλήγουν κάθε χειμώνα στην θάλασσα και εμείς πίνουμε εμφιαλωμένο από το Λουτράκι.

Έτσι λοιπόν έφτασα στο Σουβλατζίδικο και βλέπω τον Μάκη να ετοιμάζεται να φύγει για παραγγελία.

Φορούσε ολόσωμο αδιάβροχο, κουκούλα, γαλότσες και γάντια.

Στενοχωρήθηκα αλλά προσπάθησα να μην το δείξω.

«Τι γίνεται ρε Μάκη;»

«Τι να γίνει ρε Σταμάτη δε βλέπεις εδώ;»

Κούνησα το κεφάλι μου.

Μπήκα στο Σουβλατζίδικο.

Ο Μάκης έφυγε μέσα στην βροχή.

Το μετάνιωσα και ξαναβγήκα.

«Θα κάνω ένα τοστ».

Άλλωστε η βροχή έχει και τα καλά της.

Διατηρεί αναλλοίωτη την επιδερμίδα της Μαρί.