Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021

Κατάχρησις εξουσίας

 


Η Θεία Ράνια με έγδερνε κάθε Κυριακή πρωί με τα γένια της.

Με σήκωνε ψηλά και με φίλαγε ασταμάτητα.

Ήταν μια από τις παιδικές τραυματικές μου εμπειρίες.

Εκτός από το μουστάκι είχε γένια και σε διάφορες κρεατοελιές εδώ και εκεί.

Μου θύμιζε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο που έβλεπα στο δημοτικό στο πιο γρέτζο.

Η μάνα μου την έλεγε «αλόγα» και την αντιπαθούσε.

Η Θεία Ράνια  είχε αναλάβει να προστατεύει και να κουμαντάρει τον θείο Θωμά.

Οποιαδήποτε κίνηση του θείου Θωμά  στο τραπέζι, στο δρόμο και,  φαντάζομαι και στο κρεβάτι, ήταν υπό την κρίση της θείας Ράνιας.

Ο Θείος Θωμάς  ήταν το ακριβώς αντίθετο .

Πάντα φοβισμένος , πάντα υποχωρητικός , πάντα χαμηλών τόνων , όμορφάντρας , λεπτός ,κομψός , πάντα καλοντυμένος, καλοχτενισμένος και με μαλλιά κατάμαυρα κολλημένα με μπριγιόλ . Φορούσε , δε, και μαύρα γυαλιά ηλίου.

Μου θύμιζε τον Κούρκουλο στην ταινία «Κατάχρησις εξουσίας» με εκείνο το στυλ όταν ερχόταν από τον Έβρο με μια Μπεενβέ 316 φορτωμένος με ηρωίνη.

Η διαφορά ήταν ότι ο θείος Θωμάς είχε ένα φολξβάγκεν σκαραβαίο χίλια τρακόσια κυβικά που το έλεγε «Ταρζάν».

Ο Θείος Θωμά και η θεία Ράνια ήταν δύο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί.

Η Θεία Ράνια ήταν μια δεξιά , νευρική, αγριεμένη αντρογυναίκα που τάβαζε με τους πάντες.

Μια φορά σε μια διασταύρωση κατέβηκε από τον Ταρζάν  (από την θέση του συνοδηγού που καθόταν πάντα ) άνοιξε την πόρτα του απέναντι αυτοκινήτου και έσυρε έξω από τα πέτα  κάποιο δυστυχή οδηγό  που, κατά την εκτίμηση της θείας Ράνιας,  δεν είχε προτεραιότητα.

Ο Θείος Θωμάς ήταν αριστερός που στα παιδικά του χρόνια πέρασε και από τους Λαμπράκηδες και είχε να το λέει.

Φοβόταν τα πάντα και σε κάθε συζήτηση περιλαμβανόταν πάντα και μια μικρή ιστορία του με θάνατο, με καρκίνο, με έμφραγμα ,  με αυτοκινητιστικό δυστύχημα η με πτώση αεροπλάνου.

Η Θεία Ράνια συνηγορούσε πάντα στις απόψεις του θείου Θωμά και προσέθετε και αυτή μια ανάλογη ιστορία τρόμου για του λόγου το αληθές.

 

Ήταν πρωτοπόρος, αν σκεφτεί κανείς ότι σήμερα ο φόβος έχει διαχυθεί παντού.

Δούλευε σε ένα μαγαζί  με κατεψυγμένα προϊόντα και πίστευε  ότι  εξαιτίας των κατεψυγμένων είχε αποκτήσει «καρδιά».

Σύμφωνα με την θεωρία του , τα παγωμένα κοτόπουλα προκαλούσαν συστολή των αρτηριών των χεριών του με αποτέλεσμα να ανεβαίνει η πίεση και η καρδιά του να μπαίνει σε δοκιμασία.

Ματαίως ο γιατρός του έλεγε ότι δεν έχει τίποτα και όλα αυτά τα προκαλεί ο φόβος του.

«Αν ήταν έτσι θα είχαν εξαφανισθεί οι Νορβηγοί»

Ο Θείος Θωμάς αγόρασε πιεσόμετρο και η θεία Ράνια ανέλαβε να του μετράει την πίεση τρείς φορές την ημέρα.

Κάθε Κυριακή μεσημέρι μαθαίναμε ακριβώς την πίεση του θείου Θωμά για κάθε μέρα της εβδομάδας αναλυτικά  καθώς και πλήρες δελτίο θανάτων της περιοχής.

Εν συνεχεία ρευόμαστε ασταμάτητα  τα γεμιστά της Θείας Ράνιας τα οποία τα έφτιαχνε  σχεδόν με σκέτο κιμά, λάδια φουλ και που και πού έβρισκες μέσα και κανένα σπυρί ρύζι.

Σε κάποια συζήτηση ο θείος Θωμάς ανέφερε  ότι το «Κεφάλαιο μας πίνει το αίμα».

Η Θεία Ράνια ανησύχησε και τον έβαλε από τότε να κάνει κάθε έξι μήνες ανάλυση αίματος  που μόλις είχε γίνει μόδα και λεγόταν «τσεκ απ».

Έτσι κυλούσε η ζωή μας τα μεσημέρια της Κυριακής στο τραπέζι  ώσπου μια Κυριακή δεν ήρθαν.

Το βράδυ χτυπάει το τηλέφωνο.

Το σηκώνει ο πατέρας μου. Γουρλώνει τα μάτια και λέει: «Πέθανε!».

«Πέθανε ο θείος ο Θωμάς;» ερωτώ.

«Όχι …πέθανε η θεία Ράνια.»

Αδιανόητο!

Η Θεία Ράνια ήταν ογκόλιθος υγείας. Αν σούδινε φούσκο σε ξάπλωνε κάτω.

Κι όμως η θεία Ράνια πέθανε πριν τον θείο Θωμά.

Δεν περνάνε δέκα μέρες  και ξαναχτυπάει το τηλέφωνο.

«Παντρεύεται!»

«Ποιος παντρεύεται ρε πατέρα;»

«Ο Θείος Θωμάς!»

«Κιόλας!»

«Ναι . βρήκε στο νεκροταφείο μια χήρα και την ερωτεύτηκε.»

Έτσι , που λέτε,  ο θείος Θωμάς βρέθηκε με δύο διαμερίσματα , ένα εξοχικό και δύο «οικοπεδάκια».

Δεν πέρασε ένα εξάμηνο και χτυπάει το τηλέφωνο.

«Πέθανε!»

«Ποιος πέθανε ρε πατέρα ο θείος Θωμάς;»

«Όχι! .. η χήρα.»

Άντε πάλι ξανά στα νεκροταφεία.

Για να μην σας τα πολυλογώ  ο θείος Θωμάς  από νεκροταφείο σε νεκροταφείο απέκτησε μια μικρή αλλά υπολογίσιμη περιουσία.

Την τελευταία φορά τον συνάντησα στο φέρυμπότ για Ηγουμενίτσα.

Έφευγε για διακοπές με την τελευταία χήρα.

Είχα χάσει τον λογαριασμό.

Μούφερε καφέ.

«Γεράσαμε ανιψιέ» μου λέει με βλέμμα θλιμμένο.»

«Μια χαρά..» του λέω «..τι ήθελες ; Να πεθάνεις νέος;»

Συνέχισε  σαν να μην με άκουσε.

«Τελευταία ακούω κάτι πεταρίσματα.»

«Τι πεταρίσματα;» ερωτώ αφελώς.

«Στην καρδιά.» μου λέει χαμηλόφωνα.

Κατέβηκε από το φέρυ  με μία  Άλφα Ρομέο Τζουλιέτα καμπριολέ.

Φορούσε γυαλιά ηλίου και ένα φουλάρι μεταξωτό που ανέμιζε.

«Τα λέμε ανιψιέ.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: