Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Ο Γκιώνης και η μανιοκατάθλιψη




Τέτοιες μέρες της ανοίξεως τα βράδια μου αρέσει να κάθομαι στον Μπότζο μου στο χωριό με το μαντολίνο μου.
Ο Μπότζος είναι ένα μικρό μπαλκονάκι με εξωτερική σκάλα και με αποθηκούλα από κάτω για τα εργαλεία και τα ξύλα.
Παραδοσιακή χωριάτικη βενετσιάνικη αρχιτεκτονική.
Συνήθως την άνοιξη έχω δύο γειτόνους και ακροατές.
Ένα Γκιώνης από απέναντι στα κεραμίδια και την Λισάβω πλαγίως δεξιά.
Ο Γκιώνης κρατάει τα ακομπανιαμέντα με κείνο τον μονότονο  κελαίδημα του.
Μερικές φορές αλλάζει το χρόνο  ξαφνικά και με μπερδεύει.
Σκέφτομαι να του κάνω την παρατήρηση αλλά  υποψιάζομαι ότι αδιαφορεί παντελώς για το μαντολίνο μου και μάλλον προσπαθεί εναγωνίως να προσελκύσει κάποιο θηλυκό.
Η Λισάβω πλαγίως απέναντι ,φαντάζομαι, ότι ούτε αυτή συμμερίζεται την ρομαντικότητα της στιγμής. Τα τελευταία χρόνια  βρίσκεται σε μια περίεργη κατάσταση όπου «όλα πάνε στραβά».
Όταν βρέχει «Μας έπνιξε!»
Όταν κάνει κρύο «Μας θέρισε!»
Όταν έχει λιακάδα «Μας έκαψε!»
Ουδέποτε είναι καλός ο καιρός για την Λισάβω.
Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν κάποια ιδιοτροπία των γηρατειών ώσπου ένας συγχωριανός, ο Σταμάτης ο Μεσημέρης,  (αν τον θυμάται κανείς) μου είπε ότι πρόκειται για μια φοβερή ασθένεια που λέγεται «μανιοκατάθλιψη».
Ο Σταμάτης ήταν σπουδαίος ψυχαναλυτής (η κάτι τέτοιο) αλλά διέπρεψε και ως ποιητής και μουσικός πασίγνωστων ασμάτων όπως εκείνο που λέει «..μέσα σε όλη αυτή τη δίνη, όρθιο πες μου τι θα μείνει».
Ένα απόγευμα , ένα χρόνο  πριν πεθάνει από μια άλλη φοβερή ασθένεια,  προσπάθησε ματαίως να με πείσει ότι «αν είχε μια άλλη μουσική» το εν λόγω άσμα θα ήταν πολύ καλύτερο αλλά οι «εταιρείες» το θέλανε αλλιώς.
Πήρε μάλιστα μια παλιοκιθάρα που είχα σπίτι και μου το τραγούδησε στην δική του εκδοχή.
Είπα να μην μιλήσω αλλά επέμενε να ακούσει την ειλικρινή μου γνώμη.
«Δεν μου αρέσει έτσι αγαπημένε μου!.. Το τραγούδι δεν είναι σερενάτα.. το τραγούδι έχει παράπονο και οργή.»
Δεν μου ξαναμίλησε.
Ο Σταμάτης, λοιπόν,  συμβούλευε και την μάνα μου ως γιατρός.
Η Μάνα μου έπασχε και αυτή από αυτήν την άγνωστη και μυστηριώδη ασθένεια της κατάθλιψης .
Τα βράδια καθόντουσαν στο πεζούλι  και συζητούσαν περισσότερο σαν ομοιοπαθείς και λιγότερο ως γιατρός με ασθενή .
Μια φορά θυμάμαι μπήκε  στην συζήτηση η νόνα μου η Βανθία.
«..και δε μου λες Σταμάτη μου, τι δουλειά κάνεις στην Αθήνα;»
«Τραγουδάω Βανθία μου.»
«Και σε πλερώνουνε για να τραγουδάς;»
«Ναι»
«Και γιατί δεν τραγουδάνε μοναχοί τους;»
Ρωτούσε με ειλικρινή  απορία η Νόνα μου.
Έτσι κυλούσανε τα πράματα ώσπου η φοβερή αυτή ασθένεια (η κατάθλιψη)  κατέβαλε πολλούς σπουδαίους ανθρώπους.
Τόσο που φοβάσαι να βγεις στον Μπότζο να παίξεις  μαντολίνο διότι υπάρχει κίνδυνο να κακοχαρακτηριστείς ιδιαίτερα σήμερα που ο φοβερός Κορονοϊός απειλεί τους πάντες και μαζί με αυτόν  βρίσκεται σε μεγάλη έξαρση και ο ιός της μανιοκατάθλιψης.
Παίρνω το αυτοκίνητο να γυρίσω στην πόλη.
Ανεβαίνοντας του Τρουμπέτα η ιταλίδα εκφωνήτρια του “Rdio Puglia 92.3 fm” Με πληροφορεί ότι « στρατιωτικά καμιόνια με εκατοντάδες νεκρούς του Μπέργαμο από τον Κορονοϊό οδεύουν προς τα κρεματόρια διότι τα νεκροταφεία δε χωράνε άλλους».
Στου Τρουμπέτα, μόλις περνάω το διάσελο, ξαναπιάνω «δεύτερο πρόγραμμα».
«Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας γιατί τ’ άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας».
Ω! Μάνα μου!
Στις κορδέλες του Σκριπερού ένας (άχρονος) Μητροπάνος με αναζητά «στη Σαλονίκη ξημερώματα.»
Ζεϊμπέκικο! Φαντάσου να τονε βάζανε  να τραγουδήσει και Ισπανικό τάγκο.
Παλεύω να βρω το κουμπί να αλλάξω σταθμό.
Πατάω την διπλή διαχωριστική γραμμή πάνω στις στροφές.
Ας ελπίσουμε να μην έρχεται κανένας από απέναντι που ακούει Μάλαμα.
Πάω στην Λαϊκή.  Άκουσα ότι οι τράτες βγάλανε σαρδέλα και γαύρο.
Απολυμαίνω τα παπούτσια μου στην είσοδο σε ειδικά ποτισμένο χαλάκι με αντισηπτικό.
Τέσσερα ευρώ η σαρδέλα , τέσσερα και ο γαύρος.
Παίρνω από μισό κιλό.
Συναντάω ένα παλιό στρατόκαυλο των ειδικών δυνάμεων με κοιλιά και φαλάκρα.
«Για όλα φταίει ο Σόρος, η λέσχη Μπίντελμεργκ, οι Εβραίοι, οι Τούρκοι, μας ψεκάζουν…»
Τον αφήνω να παραληρεί και φεύγω.
Στην Θεοτόκη συναντάω έναν παλιό αριστερό καθηγητή με μουστάκι.
«Ο Καπιταλισμός τα έχει σχεδιάσει όλα τόσο  καλά που εμείς (οι τιποτένιοι) είμαστε έρμαια των σχεδίων του».
Στο Σαρόκο ένα σιντριβάνι στη μέση του δρόμου .
Έσπασε η σωλήνα της ΔΕΥΑΚ.
Θα μας κόψανε το νερό και δεν θα μπορώ να πλύνω τα ψάρια.
Γράφω διηγήματα μέχρι νάρθει το νερό.
Την Κυριακή θα ξαναπάω στο χωριό.
Ας ελπίσουμε να έχει χρονιστεί ο Γκιώνης.
Φοβάμαι ότι πάσχω και εγώ.
Ίσως όχι από Κορονοϊό.
Σίγουρα όμως από μανιοκατάθλιψη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: