Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2024

Τότε που κλονίστηκε η πίστη μου

Το ταξίδι Θεσσαλονίκη – Ηγουμενίτσα-Κέρκυρα   είχε γίνει πλέον πολύ βαρετό.

Τόσες φορές που πήγα και γύρισα είχα μάθει τον δρόμο τόσο καλά που μερικές φορές οδηγούσα με κλειστά τα μάτια στην κυριολεξία.

Μια από αυτές τις φορές είπα να ακολουθήσω μια εναλλακτική διαδρομή.

Θα αναρωτηθεί κανείς : «υπάρχει τέτοιος δρόμος;» .

Και όμως υπάρχει.

Στην διασταύρωση της Σιάτιστα , την τελευταία στιγμή,  έστριψα προς Νεάπολη  σαν κάποιο  αόρατο χέρι να με έσπρωχνε προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Νεάπολη είναι μια μικρή βαρετή κωμόπολη με ένα κεντρικό δρόμο με μερικά μαγαζιά  αριστερά και δεξιά του δρόμου που σε παραπέμπει σε ταινία  της άγριας Δύσης.

Μετά την Νεάπολη αρχίζουν τα ωραία.

Ο δρόμος για το ορεινό Πεντάλοφο   είναι μεν ανηφορικός και όλο στροφές αλλά το τοπίο σε αποζημιώνει.

Καθώς ανέβαινα τις ατελείωτες στροφές σκεφτόμουν ότι τα λεφτά που μου είχαν απομείνει δεν θα έφταναν για να περάσω με το φέριμποτ  από την Ηγουμενίτσα.

Συν τοις άλλοις  είχα αρχίσει να πεινάω και εκεί επάνω στα βουνά δεν υπήρχε ψυχή ζώσα.

Σταμάτησα για κατούρημα και  μέτρησα και τα λεφτά που μου είχαν μείνει.

Δεν φτάνανε με τίποτα.

Μου έλειπε ένα εικοσάρικο για να μπω αξιοπρεπώς στο πλοίο  και να πιώ και ένα καφέ.

Στην κορυφή στο Πεντάλοφο βλέπω το μοναδικό σημείο ζωής  σε όλη την διαδρομή.

Μια έρημη καντίνα  στην άκρη του γκρεμού.

Αφού δεν φτάνανε , που δεν φτάνανε τα λεφτά , αποφάσισα να φάω ένα σάντουιτς να ξεγελάσω την πείνα μου.

Ο καντινιέρης μου έφτιαξε ένα  γιγαντιαίο   σάντουιτς με μισή μπαγκέτα , τεράστιο χωριάτικο λουκάνικο γιομάτο λάδια , κρεμμύδια, ντομάτα και μπόλικο κοκκινοπίπερο.

Μόλις πάω να πατήσω την πρώτη δαγκανιά νάσου και ξεπροβάλει πίσω από την καντίνα ένας μισομεθυσμένος.

Καθόταν σε ένα μικρό τραπεζάκι και έπινε μπύρες  .  Μέτρησα πέντε-έξι κουτάκια.

-«Από πού είσαι εσύ ρε λεβέντη;»

-«Από την Κέρκυρα» του απαντώ.

Γουρλώνει τα μάτια του και μου λέει:

-«Εσένα έψαχνα! Σε στείλε ο Άγιος Σπυρίδωνας!»

-«Είσαι σίγουρος;»  του λέω .

-«Έχω κάνει τάμα να ανάψω ένα κερί στον Άγιο Σπυρίδωνα… Ορίστε κάνε μου την χάρη και μόλις πάς στην Κέρκυρα πήγαινε και άναψε ένα κερί.»

Βγάζει ένα εικοσάρικό και μου το δίνει.

Μένω σύξυλος.

-«Ρε φίλε δώστα σε κανέναν άλλο εγώ δεν είμαι και τόσο θρήσκος.»

-«Όχι πάρε τα…. που θα βρω άλλον…. και άμα δεν πάς εσύ δώστα να το ανάψει η μάνα σου η κάποιος άλλος.»

Πήρα τα λεφτά και έφυγα.

Στο δρόμο  έκανα ανακεφαλαίωση: «Εγώ ένας συνεπής απόγονος άθεων γενεά προς γενεά   βγαίνω χωρίς σκέψη από τον δρόμο και ακολουθώ μια διαδρομή ορεινή και μακρινή που δεν υπάρχει ψυχή ζώσα.  Στην κορυφή του βουνού συναντάω τον μοναδικό άνθρωπο και μου δίνει όσα λεφτά μου έλειπαν για να περάσω απέναντι. Πόσες πιθανότητες υπάρχουν να σου συμβεί;»

Κατέβαινα τις ατελείωτες  στροφές προς Κόνιτσα άλλες φορές γελώντας και άλλες  κάνοντας μαθηματικούς υπολογισμούς για να βρω πόσες πιθανότητες υπάρχουν για να μου συμβεί αυτό που μου συνέβη.

Το πάλευα ορθολογιστικά αλλά κάποια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου και η περίπτωση του θαύματος.

Λές !;

Με το ένα χέρι οδηγούσα και με το άλλο κρατούσα το σάντουιτς.

Σε μια στροφή πέταλο , την τελευταία στιγμή,  απέφυγα τον γκρεμό του Ιρασιοναλισμού .

Επανήλθα στο  σάντουιτς το οποίο  ήταν τόσο μεγάλο που το τελείωσα κάπου στο Καλπάκι.

Έφτασα επιτέλους και , μετά την  δίαιτα  με κεμπάπ  μπουγάτσες και λιπαρά λουκάνικα ,  ετοίμασα μια καρμπονάρα με μπόλικο γκουαντσιάλε για να επανέλθω στην κανονική μου ζωή.

Ρουφάω την μακαρονάδα μου δεχόμενος ένα καταιγισμό διαφημίσεων για πρωκτοσυναλάρ, πάνες ακράτειας, και υπέρ απορροφητικές σερβιέτες.

Περιμένω με ανυπομονησία να τελειώσουν  διότι συνήθως ακολουθεί μια άκρως ενδιαφέρουσα εκπομπή με έναν γιατρό που, την ώρα του φαγητού,  θα μας εξηγήσει  με λεπτομέρειες την νέα πρωτοποριακή μέθοδο λαπαροσκοπικής εγχείρησης για καρκίνο του παχέως εντέρου.

Την επόμενη μέρα ψάχνω  να βρω κάποιον να πάει να ανάψει το κερί στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Δεν υπήρχε κανείς διαθέσιμος .

 Άσε που με κοιτάζανε καλά-καλά με ύφος «Καλά τι έπαθε ετούτος εδώ;»

Με τούτα και με κείνα μάθανε πολλοί ότι ψάχνω κάποιον να τον στείλω να ανάψει το κερί.

Ένα πρωί χτυπάει το τηλέφωνο.

-«Ποιος είναι παρακαλώ.»

Από το υπερπέραν ακούγεται μια φωνή βαθειά και μπάσα.

-«Εδώ Άγιος Σπυρίδωνας…. θα έρθετε επιτέλους να ανάψετε εκείνο το κερί;»

Γελάσαμε με την καρδιά μας .

Ωστόσο έπρεπε να τηρήσω την υπόσχεση μου στον μεθυσμένο και θεοσεβούμενο  κτηνοτρόφο με κάθε τρόπο .

Μην βρίσκοντας κανέναν να στείλω  δεν μου έμενε άλλη επιλογή από το να πάω να το ανάψω  εγώ ο ίδιος.

Πώς να πάω όμως στον Άγιο;

Αν με έβλεπε κανένα μάτι τι θα έλεγα;

Εγώ ο πατριάρχης του αθεϊσμού να πηγαίνω να ανάψω κερί στον Άγιο;

Γίνονται τέτοια πράματα;

Έριξα τα μούτρα μου  και πήγα νύχτα από κανιζέλα σε κανιζέλα φορώντας καπέλο  και τυλιγμένος με κασκόλ.

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

Το γεωτρύπανο

Οι συνηθισμένοι σεισμοί μπορεί να προκαλέσουν ανησυχία η ακόμα και καταστροφικές ζημιές.

Υπάρχουν, όμως , πολύ σπάνια, σεισμοί που μπορούν, εκτός των άλλων ,  να αλλάξουν το χωροχρόνο. 

Ένας τέτοιος σεισμός έγινε πριν από  μερικά χρόνια στην Χιλή. 

Είχε ως συνέπεια να μετατοπίσει κατά τι τον άξονα περιστροφής της Γής με αποτέλεσμα να αλλάξει ελάχιστα και ο χρόνος . 

Είχε επίσης ως αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό των εργατών  στις στοές ενός ορυχείου  χαλκού σε βάθος ενός χιλιομέτρου.

Στην διάρκεια του σεισμού κατέρρευσε ένας ολόκληρος λόφος πάνω από την είσοδο.

Μην φαντασθείτε  κάποιο μικρό ορυχείο οπου κατάμαυροι εργάτες  σκάβουν με μια αξίνα σερνόμενοι στις στοές.

Εδώ επρόκειτο για μια ολόκληρη πολιτεία κάτω από το έδαφος.

Είχε αποθήκες τροφίμων, εστιατόριο, κουζίνες, αίθουσες ψυχαγωγίας , νοσοκομείο, καλά οργανωμένο φαρμακείο, κοιτώνες, καύσιμα , επαρκές δίκτυο εξαερισμού , αποθέματα νερού και όλα όσο χρειαζόταν  για να ζήσουν  οι εκατοντάδες εργαζόμενοι  αυτάρκεις σε βάθος εκατοντάδων μέτρων κάτω από την επιφάνεια της Γής.

Αμέσως οι αρχές της χώρας σήμαναν συναγερμό και συνεργεία ξεκίνησαν το έργο του απεγκλωβισμού.

Τι συνέβαινε όμως μέσα  στην υπόγεια πολιτεία;

Στην αρχή επικράτησε πανικός και αμηχανία μέσα στο απόλυτο σκοτάδι . 


Αργότερα λύγισαν οι πιο αδύνατοι .


Τρέλα, απόπειρες αυτοκτονίας , κατάθλιψη , επιθετικότητα, απελπισία.


Οι πιο ψύχραιμοι ανέλαβαν να οργανώσουν την ζωή για μια πολύχρονη επιβίωση κάτω από αυτές τις συνθήκες.

Συγκρότησαν συνέλευση και οριστήκαν επιτροπές  με προέδρους επιτροπών και μέλη.


Η διαχείριση των τροφίμων , η  κουζίνα και το συσσίτιο, η διαχείριση του νερού, η ψυχαγωγία  και η υγειονομία   και βέβαια η σημαντική Επιτροπή χρονοτήρησης.

Έπρεπε να ορισθούν η  ημέρα και η νύχτα και να τηρούνται αυστηρά  τα χρονοδιαγράμματα της καθημερινότητας .

Ακόμα έπρεπε να ορισθεί ο χώρος του  νεκροταφείου  και η τελετουργία της ταφής.

Ήταν ζήτημα επιβίωσης όλων και δεν επιτρεπόταν καμία παρέκκλιση.

Όλα με την δημοκρατική επίφαση που επιβάλλει μια ευνομούμενη κοινωνία. 

Η κοινωνία των εγκλωβισμένων έβρισκε τον ρυθμό της και προσαρμόστηκε γρήγορα στις νέες συνθήκες.

Έπρεπε να αντέξουν όσο το δυνατόν περισσότερο στις  νέες συνθήκες .

Έπρεπε να πιστέψουν ότι ήταν δυνατόν να σωθούν.

Πολλοί δεν το πίστευαν  , ούτε μπορούσαν να φαντασθούν ότι  θα έφτανε εγκαίρως η σωτηρία τους.

Άλλοι όμως το πίστευαν.

Τους είχαν διδάξει ότι έπρεπε να ελπίζουν και να πιστεύουν. Δεν γινόταν αλλιώς . Η ζωή μόνον έτσι μπορεί να συνεχίζεται.


Η αμφιβολία προκαλεί αναταραχή και τελικά κατάρρευση της πίστης.

Έτσι τους έλεγαν αυτοί που ξέρουν. 

Άλλοι , πιο ευέλικτοι, τους έλεγαν «να πιστεύεις αμφιβάλλοντας».

Όσοι δεν αρκούνταν στην προσαρμογή , τα «βράδια», που καταλάγιαζαν οι θόρυβοι της «ημέρας» , ακουμπούσαν το αυτί τους στα πέτρινα τοιχώματα και αφουγκραζόταν.

«Η ακοή αυτών,  κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών, ταράττεται.

Η μυστική βοή τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.

Και την προσέχουν ευλαβείς.

Ενώ εις την οδόν έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.» *

Το γεωτρύπανο της Ιστορίας , παρόλα αυτά , συνέχιζε επί εικοσιτετραώρου βάσεως την περιστροφή του.

Έτσι συμβαίνει, άλλωστε, πάντα.

Όταν, πλέον, ήταν φανερό και στους πλέον δύσπιστους ότι η δίοδος ανοίγει, σε αντίθεση με ότι θα περίμενε κανείς ,επικράτησε ξανά πανικός , κατάθλιψη, επιθετικότητα.

Οι θεσμοί θα έπρεπε να διαλυθούν σε ελάχιστο χρόνο.

Ο διαχειριστής του φωτός , οι ελεγχόμενοι από αυτόν και οι συμμαχίες που είχε οργανώσει για να διατηρεί ακλόνητη την εξουσία του θα κατέρρεαν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. 

Η επιτροπή διαχείρισης τροφίμων θα έχανε  ξαφνικά τον λόγο ύπαρξης της.

Ο  επίτροπος της ψυχαγωγίας θα έπαυε να επιλέγει τις ταινίες που θα προβάλλονταν.

Η «επιτροπή χρονοτήρησης»   δεν θα είχε πλέον κανένα νόημα.

Ο πανίσχυρος πρόεδρος της «επιτροπής διαχείρισης  υδάτινων πόρων» θα ξαναγίνονταν σε ελάχιστα λεπτά ξανά ένας ασήμαντος εργάτης ορυχείου χαλκού.   

Όσο δύσκολο ήταν να προσαρμοστεί κανείς στην αρχή άλλο τόσο δύσκολο ήταν και να το ξανακάνει.


Μόλις το γεωτρύπανο εμφανιζόταν στην οροφή της στοάς Θα κατέρρεε όλη  η κοινωνική οργάνωση.

Επικράτησε ξανά πανικός , σύγχυση και αγωνία για την επομένη στιγμή.

Και επιπλέον, ποιος θα έβγαινε πρώτος για να δοκιμαστούν οι αντοχές του στο σοκ της προσαρμογής;

 

* Από το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «Σοφοί δε προσιόντων»

 

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Αθανάσιος Δελάρτας

 Μεγάλη μορφή ο Θανάσης.

Όσο τον θυμάμαι ήταν σερβιτόρος  στο Λιστόν, στη μέση του δρόμου, όρθιος.

Ήτανε , λέει του «εξωτερικού» . Δεν μπορούσε να δουλέψει μέσα. Τον έπνιγαν οι κλειστοί χώροι.

Σερβιτόρος μια ζωή από τους παλιούς , τους ορθόδοξους , πάντα ετοιμόλογος και  ευφάνταστος .

Βαθιά Κέρκυρα.

Λαϊκό παιδί από ένα χωριό της Μέσης.

Δεν σέρβιρε απλώς . Έκανε δωρεάν ψυχοθεραπεία.

Εκεί  πηγαίναμε για ένα και μόνο λόγο , γιατί ήταν σερβιτόρος ο Θανάσης .

Μίλαγε πάντοτε σοβαρά και κοίταγε αλλού.

Το καλούσε η κυρία από το διπλανό τραπέζι και της έλεγε αυστηρά:

«Περιμένετε κυρία μου  να τελειώσω την κουβέντα μου!».

Τον ρώταγες : Τι δουλειά έκαναν οι πρόγονοι σου στο χωριό  και σου απαντούσε: «Πίπες».

Μεσολαβούσε μια μικρή αμηχανία  και συνέχιζε να μας εξηγεί ότι τα χρόνια εκείνα όλοι οι κάτοικοι των  γύρω χωριών κάνανε πίπες. 

Τις φτιάχνανε από ξύλο κυδωνιάς. Ήταν, λέει, το καλύτερο.

Τις περνάγανε και ένα αυτοσχέδιο βερνίκι που το φτιάνανε στο σπίτι.

Τα χρόνια εκείνα η πίπα ήταν απαραίτητο αξεσουάρ του καπνιστή διότι όλοι για λόγους οικονομίας κόβανε το τσιγάρο στη μέση και δεν μπορούσες να το πιάσεις αν δεν είχες πίπα.

Τέτοια λαογραφικά μας έλεγε ο Θανάσης  ώσπου τον πήρανε τα  χρόνια , κουράστηκε από την ορθοστασία και αποφάσισε να  αλλάξει επάγγελμα .

«Θα γίνω  υπάλληλος περιπτέρου».

Βάλαμε τα γέλια. Τον είχαμε συνηθίσει πάντα όρθιο. Προσπαθούσαμε να τον φανταστούμε συνέχεια καθιστό.

Τόπε και τόκανε . Έπιασε δουλειά σε περίπτερο ως υπάλληλος.

 Δεν μπορούσε όμως να κάθεται και ήταν συνέχεια όρθιος έξω από το περίπτερο.

Τον ρωτήσαμε πως του φαίνεται το περίπτερο και μας απαντούσε : «Καλό,  ρε παιδιά, αλλά με στενεύει λίγο στις μασχάλες».

Ακριβώς απέναντι του ήταν ένα κρεοπωλείο.

Ανάμεσα στα  τσιγκέλια με τις  γουρουνοκεφαλές και τα νούμπουλα, ο χασάπης είχε και ένα κουάδρο με το χαμόγελο της Τζοκόντα.

«Δεν μου λες ρε Θανάση τι έπαθε ο χασάπης και κρέμασε αυτό το κουάδρο ?» Ερωτώ για να ανοίξουμε την κουβέντα.

«Τον συγκίνησε η ιστορία της Τζοκόντα.»  Απαντά ο Θανάσης πριν προλάβω να αποσώσω την ερώτηση μου.

«Δηλαδή ξέρει ο χασάπης της ιστορία της Τζοκόντα?» συνεχίζω απορημένος.

«Όλοι οι χασάπηδες την ξέρουν.»  Μου απάντησε με βεβαιότητα  και συνεχίζει αμέσως.

«Η Τζοκόντα ήταν μια πάμφτωχη χωριατοπούλα που ζούσε μέσα στις λάσπες  και στις κουτσουλιές.

Μια μέρα πέρασε το βασιλόπουλο με το άλογό του και με το που την είδε της ερωτεύτηκε  αμέσως.

Έστειλε ανθρώπους να πάνε προξενιό στους γονείς της  και την κάλεσε στο παλάτι.

Μετά από λίγο καιρό έγιναν οι γάμοι.

Την πρώτη νύχτα του γάμου  γδύνεται το βασιλόπουλο και η Τζοκόντα μένει κατάπληκτη.

Το βασιλόπουλο είχε ένα τσουτσουνάκι τόσο δα………»  

«Τι θέλετε κύριε?.....  Δεν έχουμε Μάλμπουρο …μας τέλειωσε…»

«Πού είχαμε μείνει?»

«Στο τσουτσουνάκι» του λέω.

«Μάλιστα …… Η Τζοκόντα , βέβαια , ούτε να το σκεφτεί να ξαναγυρίσει  στο λασποχώρι. Έμεινε με το βασιλόπουλο και έκανε υπομονή.

Μια μέρα  το βασιλόπουλο κάλεσε τον σπουδαιότερο ζωγράφο του βασιλείου για να κάνει το πορτραίτο της Τζοκόντα. Θα έβαζε τον πίνακα στην κεντρική σάλα του παλατιού.

Μόλις ο ζωγράφος αντίκρισε την  Τζοκόντα θαμπώθηκε τόσο από την ομορφιά της  που δεν άντεξε και γδύθηκε για να της ριχτεί.

Τι να δει, τότε,  η άμοιρη Τζοκόντα?

Ο σπουδαίος ζωγράφος είχε επίσης ένα τσουτσουνάκι τόσο δά.

Εκείνη , τότε χαμογέλασε με εκείνο το μυστηριώδες , πικρό και  ανεπαίσθητα ειρωνικό χαμόγελο.»

Μας έλεγε και μας ξανάλεγε ότι το περίπτερο του  ήταν το μόνο περίπτερο στην πόλη που είχε όλα τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν. Αυτό συνέβη από τότε που έπιασε δουλειά αυτός. «Αν δεν είχε έρθει αυτός να δουλέψει  θα είχε κλείσει το μαγαζί»..

Η αλήθεια είναι ότι είχε τα ποιο σπάνια περιοδικά.  Έμεναν, όμως , για μήνες απούλητα.

Έτσι αποφασίσαμε να  δράσουμε.

Περνάει ο πρώτος και ζητάει την «Νέα Εστία».

«Τι είναι αυτό;» ρωτάει αιφνιδιασμένος.

Περάσαμε όλοι και στείλαμε και άλλους να ζητάνε την «Νέα Εστία».

Παράγγειλε ολόκληρο πακέτο από καμιά σαρανταριά τευχη με αφιέρωμα στον Χάνς  Γκεόργκ  Γκάνταμερ.

Του μείνανε και έκανε το πακέτο σκαμπό .

Το παράπονο του Θανάση ήταν ότι ήταν υποχρεωμένος να βρίσκεται όλη μέρα στο περίπτερο.

Σήκωνε την φανέλα του και μας έδειχνε πόσο άσπρος είναι.

«Δεν έχω πάει ποτέ στη θάλασσα ….. τρώω συνέχεια στου Ρουβά σαν  εργένης…. είμαι χειρότερα από τον Κουφοντίνα …αυτός τουλάχιστον έχει μεγαλύτερο κελί και τονε βγάζουνε και μια ώρα προαυλισμό».

Φαίνεται ότι τοπε παντού και το μάθανε και οι αναρχικοί.

Μια των ημερών  εμφανίστηκε ένα σύνθημα με μαύρα γράμματα  και ένα «άλφα» μέσα σε κύκλο πάνω στο ρολό του περιπτέρου.

«Λευτεριά στο σύντροφο Θανάση».

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

Ο Εκκλησιαστής

 Περπατάω στους δρόμους με θερμοκρασία γύρω στους  έξι βαθμούς Κελσίου και με πρησμένο το σαγόνι από μια φλεγμονή δοντιού που με βασανίζει χειμωνιάτικα.

Παίρνω αντιβίωση και προσπαθώ να απαλύνω τον πόνο μου με παυσίπονα όσο γίνεται πιο αθώα.

Έξω από το θέατρο έχουν στήσει το τραπεζάκι τους οι συνήθεις μάρτυρες του Ιεχωβά.

Είναι διασκεδαστικό να βλέπω την αμηχανία τους σε ερωτήματα μου που τους αιφνιδιάζουν.

-«Ο Θεός έχει κάνει πολλά λάθη . Το σημαντικότερο είναι ότι μας έκανε να μας πέφτουν τα δόντια αλλά να μας μένουν τα νύχια.  Τι να τα κάνουμε τα νύχια; Να ξυνόμαστε;»

Με κοιτούν έκπληκτοι.

-«Το άλλο λάθος του είναι ότι έκανε τους σκύλους να δαγκώνουν. Δεν μπορούσε να τους κάνει να τρώνε σανό σαν τα αρνιά;»

Αναλαμβάνει ο εμπειρότερος να μου απαντήσει.

-«Ο Θεός μας έκανε , κατ’ αρχήν, να μην μας πέφτουν τα δόντια  αλλά όταν οι πρωτόπλαστοι παραβίασαν τις εντολές τους  τότε μας φόρτωσε με όλα αυτά τα δεινά.»

-«Δηλαδή  εγώ έβγαλα απόστημα στο δόντι επειδή ο Αδάμ  και η Εύα κάνανε  έρωτα στον παράδεισο; Ας μην τους έβαζε γεννητικά όργανα.» Απαντώ.

 

Δεν το βάζουν κάτω.

-«Στο παράδεισο τα δόντια μας δεν θα  χαλάνε.»

Επιμένω.

-«Δηλαδή ρε παιδιά  εγώ τι να κάνω τώρα; Να περιμένω την Δευτέρα παρουσία για να μου κάνει απονεύρωση ο Θεός;»

Μου εξηγούν ότι ο δικός μας Θεός είναι ο Θεός της αγάπης. Τους εξηγώ με ιστορικά παραδείγματα  ότι η πιο αιματοβαμμένη θρησκεία στον κόσμο είναι ο χριστιανισμός.

Μου απαντούν ότι αυτοί ότι όταν πάνε φαντάροι δεν πιάνουν όπλο για να μην σκοτώσουν άνθρωπο.

-«Εγώ στο στρατό δήλωσα αρνητής συνείδησης.» μου λέει ο  ένας.

Συνεχίζω το ανηλεές σφυροκόπημα ενώ κάθε λέξη που βγαίνει από το στόμα μου συνοδεύεται με αφόρητο πονόδοντο.

-«Εγώ στο στρατό δήλωσα αναρχοκομμουνιστής , εαμοβούλγαρος και ληστοκομμουνιστοσυμμορίτης.»  του απαντώ.

-«Εμείς δεν είμαστε σαν τους άλλους δήθεν χριστιανούς.» μου αντιτείνει. 

-«Είναι που είσαστε λίγοι.  Αν είχατε την πλειοψηφία θα είχατε την αποτελεσματικότερη ιερά εξέταση και θα μου βγάζατε και τα υπόλοιπα δόντια με τανάλια.»

 

Μου διαβάζουν ένα άσχετο με την κουβέντα απόσπασμα από την Αγία γραφή σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν έναν αντιπερισπασμό όπως –όπως.

Περιμένω να τελειώσουν το διάβασμα και ζητώ τον λόγο να  τους διαβάσω και εγώ ένα δικό μου απόσπασμα.

Ανοίγω το κινητό μου και διαβάζω το σχετικό απόσπασμα  επιχειρώντας τον δικό μου αντιπερισπασμό.

-«Μου γεννιέται η διάθεση να κάτσω και ν’ αναλογιστώ πώς ξεκίνησαν όλα τούτα.

 

Μου γεννιέται η διάθεση να κάτσω και να σκεφτώ ότι η ζωή μου ταυτίστηκε με τον πόλεμο, με τη φυγή, σπίθες που κατακαίνε την πεδιάδα και κύματα νερού που την κατακλύζουν.

 

Κανονικά θα ‘πρεπε να ρίξω το κουρασμένο μου σαρκίο σε μία γωνιά και να ζήσω ήρεμα το υπόλοιπο της ζωής μου, βαυκαλίζοντας τη μνήμη μου με τα πρόσωπα των γυναικών και των φίλων που αγάπησα.

 

Ωστόσο είμαι ακόμη εδώ, κυνηγημένος από τα σκυλιά, με σκοπό να κλείσω το λογαριασμό εν ονόματι όλων αυτών των προσώπων.

 

Το βάσανο ενός παλιού αιρετικού που δε μπορεί να ησυχάσει.

 

Η ύστατη πρόκληση, η ύστατη μάχη.

 

Θα μπορούσα να ‘χα πεθάνει στο Φρανκενχάουζεν, στις πλατείες του Μίνστερ, στην Ολλανδία, στην Αμβέρσα, στα μπουντρούμια της Ιεράς Εξέτασης.

 

Κι όμως, βρίσκομαι εδώ.

 

Να τελειώσω την παρτίδα, να λύσω το αίνιγμα, αυτό είναι το τελευταίο καθήκον που έχω να επιτελέσω." *

 

Με κοιτούν με ανοιχτό το στόμα.

 

Το ξέρω μιλάω μόνος μου αλλά είναι ανάγκη να το κάνω.

 

Φαίνεται ότι θα χρειαστώ και άλλο αλγκοφρέν για να περάσει  και αυτό το μαρτυρικό βράδυ.

 

 

*Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο "Εκκλησιαστής" και το υπογράφει κάποιος ανώνυμος με το ψευδώνυμο

«Luther Blisset».

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2024

Η ΑΛΙΣΙΒΑ

 Αν σου χαλάσει το πλυντήριο και ο Δημήτρης αποφανθεί ότι «τα φτύσε» , τότε   η  κατάσταση είναι περισσότερο σοβαρή από ότι νομίζεις.

Όλα τα άλλα , λίγο πολύ αντέχονται για αρκετές μέρες.

Το πλυντήριο , όμως, πρέπει να αγοραστεί αμέσως , αλλιώς  (ε) βρόμησες.

Υπάρχουν πλυντήρια με 350 ευρώ  και με 1500 (ευρώ).

Τα καλύτερα είναι τα  φτηνότερα.

Ομιλώ εκ πείρας.

Όπου βλέπεις πολύ μπιχλιμπίδι , μακριά, θα σε αφήσει μεσοστρατίς. 

Στην αγωνιώδη μου περιήγηση προς  ανεύρεση φτηνού και ανθεκτικού πλυντηρίου  αναρωτιόμουν πως πλένανε στην προ πλυντηρίων εποχή οι άνθρωποι τα ρούχα τους.

Σε τέτοιες περιπτώσεις ρωτάς πάντα κάποια που να έχει πατήσει  για τα καλά τα ενενήντα.

Λέω κάποια διότι τα χρόνια τα παλιά μόνο «κάποια» έπλενε.

Προλαβαίνεις δεν προλαβαίνεις να μάθεις.

Άλλως θα πάρει  μαζί της το μυστικό.

Η Κατερίνα είναι ενενήντα πλάς.

Φαίνεται σαν να «παίζει τις καθυστερήσεις».

Η ίδια πιστεύει ότι είναι στα «πέναλτι».

Η Κατερίνα έχει αυτόν τον αφοπλιστικό αυτοσαρκασμό που τον συναντάς σε αρκετές Κερκυραίες χωριάτισσες και που δεν έχουν πλέον ανάγκη να αποδείξουν τίποτα  και σε κανέναν.

Η Κατερίνα έχει περάσει τόσα στην δύσκολη ζωή της που έχει γίνει σαν την Καλάμιτυ Τζέην της Άγριας Δύσης.

Είναι ενενήντα τόσο χρονών και είναι ξερακιανή σα  στακοφίσι.

Κάθε βράδυ πίνει το κρασί της στην ταβέρνα.

Από αυτήν έμαθα ότι, όταν ήταν μικρή (υποθέτω πριν και μετά τον πόλεμο) στις ταβέρνες των χωριών πίνανε κρασί (δικό τους) , ρακί (κριτικό) σε κάτι μικροσκοπικά  ποτηράκια που τα λέγανε «ρακόγυαλα»  και στις επίσημες νύχτες  πίνανε μαύρο ρούμι από κάτι βαρελάκια ξύλινα με ξύλινο βρυσάκι.

Επίσης πίνανε ως αναψυκτικό τσιτσιμπίρα που την έφτιαχνε ο ταβερνιάρης , την σφράγιζε με φελλό ,  που τον έδενε με σύρμα από την μποτίλια,  και άφηνε τις μποτίλιες στον ήλιο για να γίνει η ζύμωση.

Το κρασί από την αρχαιότητα.

Η ρακί  από τους Κρητικούς  πρόσφυγες του 1600.

Το ρούμι από τους Κουρσάρους που ξεμπάρκαραν…

..Και την τσιτσιμπίρα από τους Εγγλέζους.

Σε κάτι τέτοια μέρη μαθαίνεις ακόμα πολλά.  

Την ρωτάω, λοιπόν,  πως πλένανε παλιά  τα ρούχα.

«Με αλισίβα» μου λέει.

Δεν πρόλαβε να ανοίξει το στόμα της και πετάγεται να μου εξηγήσει ένας συνομήλικος της από ένα διπλανό τραπέζι.

Τον κόβω . «Άσε μας ρε λεβέντη.» .

Της άρεσε της  Κατερίνας.

 Σώπασαν  και οι άλλοι και  άρχισε να  μου εξηγεί.

Η Αλισίβα (Lisciva) είναι ο τρόπος με τον οποίο έπλεναν τα ρούχα την  μακράν και προ πλυντηρίων εποχή.

Πρώτα κουβαλούσαν στην πλάτη το νερό από την άλλη άκρη του Θεού.

Άναβαν φωτιά .

Έβραζαν το νερό και μέσα στο καζάνι έριχναν στάχτη και φύλλα δάφνης.

Έβαζαν τα ρούχα μέσα σε κάνιστρες .

Τα σκέπαζαν με ένα κομμάτι  κατάλληλο πανί για σούρωμα .

Έριχναν το σταχτόνερο από πάνω.

Στη συνέχεια έπλεναν τα ρούχα στο μαστέλο με πράσινο σαπούνι που έφτιαχναν οι ίδιες από λάδι ελιάς.

Έπαιρναν τέλος τα ρούχα και τα πήγαιναν στο ποτάμι η στις βρύσες (που ήταν μακριά) και τα ξέβγαζαν. 

Τα ρούχα γινόταν κατάλευκα . Καμιά σύγκριση με τα σημερινά απορρυπαντικά.

Εδώ ο αναγνώστης πρέπει να λάβει υπόψη του  ότι μιλάμε για τα ρούχα πολυμελών οικογενειών που ζούσαν σε περιβάλλον απόλυτης λασπουριάς.

Ακόμα και το πάτωμα της κουζίνας ήταν χωμάτινο και λασπωμένο.

Και αυτή ήταν η μια από τις γυναικείες δουλειές της καθημερινότητας.

Πρέπει να προσθέσουμε τη δουλειά στα χωράφια , το τάισμα των παιδιών και πολλά άλλα.

Αυτές οι γυναίκες δεν χάρηκαν ποτέ το φαί, τον ύπνο και τον έρωτα.

Αισθάνονταν  ενοχές ακόμα και  αν είχαν και  μια ώρα ελεύθερη.

Δεν μιλάμε για τη νεολιθική εποχή αλλά για  πριν το εξήντα.

Μιλάμε για τις μανάδες μας.

Δεν μιλάμε για μεγάλες γυναίκες .

Μιλάμε για ηλικίες των είκοσι έως τριάντα.

Στην Pavia της Ιταλίας , δίπλα στο φημισμένο Ponte Coperto,  βρίσκεται το άγαλμα μιας άγνωστης  πλύστρας .

 Πλένει δίπλα στο ποτάμι όλες τις εποχές του χρόνου .

 Έχω και μια φωτογραφία  με χιόνια στην πλάτη της.

Πιο πολλές φωτογραφίες βρίσκεις  από το άγαλμα της πλύστρας  παρά από την σκεπαστή γέφυρα δίπλα της.

Αυτό το άγαλμα κάνει περισσότερη εντύπωση και δικαίως.

Τέτοια αγάλματα χρειάζεται η κοινωνία.

Να  αξίζει τον κόπο να πάς στην «Κατάθεση στεφάνων»

Φτάνει πιά!

Γέμισε ο κόσμος με αγάλματα παλιανθρώπων.

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2023

Η στιγμή που έπεσε το σύστημα

 Τα πάντα είναι θέμα πιθανοτήτων.

Είτε μας αρέσει είτε όχι η τύχη  καθορίζει (σχεδόν ) τα πάντα.

Αυτή είναι και η θεμελιώδης διαφορά μου με τους θρησκευόμενους όλων των  θρησκειών, των δογμάτων και των αιρέσεων της οικουμένης.

Μου λέει για παράδειγμα ο μάρτυρας του ιεχωβά της γειτονιάς μου:

«Ότι βλέπεις γύρω σου το έχει φτιάξει  ο Θεός» .

«Όχι , αγαπητέ μου..»  του απαντώ  «..ότι βλέπεις γύρω σου έχει γίνει κατά τύχη.»

 «Δεν είναι αλήθεια..» μου λέει «..η αλήθεια βρίσκεται στον λόγο του Θεού».

 «Ε! όχι  αγαπητέ μου ... η αλήθεια βρίσκεται στους sex pistols

Με κοιτάει κατάπληκτος  με το ίδιο βλέμμα που  με κοιτούν και οι φανατικοί πιστοί του απόλυτου ντετερμινισμού.

Η πεποίθηση μου περί  τυχαιότητας των πάντων μου έχει προκύψει εξ ιδίας πείρας  και πολύ πριν αποφανθεί περί τούτου η κβαντική μηχανική.

Η αρχή της αβεβαιότητας με ακολουθεί παντού από μικρό παιδί.

Όταν ήμουν νεαρός οι εφημερίδες έγραψαν ότι επίκειται το τέλος του κόσμου. Ένας μετεωρίτης κατευθύνεται προς την Γή  και θα καταστρέψει τα πάντα.

Ρώτησα έναν καθηγητή μου και μου είπε:

«Μη φοβάσαι παιδί μου. Ο μετεωρίτης κατά 70%  θα περάσει χωρίς να μας ακουμπήσει.

Στην περίπτωση, όμως, που πέσει στην Γή, κατά 70% θα καεί όλος στην ατμόσφαιρα.

Στην περίπτωση που δεν καεί όλος.  θα φτάσει στην επιφάνεια της Γής μια μικρή πέτρα.

Για να σε σκοτώσει εσένα  ειδικά πρέπει να σου πέσει στο κεφάλι.

Συνυπολογίζουμε και διαιρούμε δια τα τετραγωνικά μέτρα της επιφάνειας του πλανήτη και βρίσκουμε ότι  η πιθανότητα είναι μία στα τρία τρισεκατομμύρια.  Τόσες πιθανότητες  υπάρχουν και να σου γλιστρήσουν τα κλειδιά από το χέρι και αντί για κάτω να πέσουν ..επάνω.»

Έτσι είναι . Υπάρχουμε και θα χαθούμε εξαιτίας της τύχης.  

Για παράδειγμα :

Ξυπνάω το πρωί και δεν έχω καπνό.

Πάω να αγοράσω και το  κιόσκι είναι κλειστό λόγω ανακαίνισης.

Πηγαίνοντας στο επόμενο μου μένει από βενζίνα το μηχανάκι.

Το πάω σπρώχνοντας μέχρι το βενζινάδικο.

Βρίσκω καπνό στο επόμενο  κιόσκι και γυρνάω  πίσω παγωμένος .

Πάω να κάνω καφέ τρέμοντας και έχει τελειώσει.

Φεύγω με τις  πυτζάμες και τις παντόφλες και πάω στο σούπερ μάρκετ.

Μέσα δεν υπάρχει ψύχη ζώσα εκτός από την ταμία.

Πηγαίνω τρέχοντας στο ράφι με τους καφέδες.

Ώσπου να γυρίσω πίσω είναι στο ταμείο καμιά δεκαριά να περιμένουν στην ουρά.

Σφίγγω τα δόντια και περιμένω.

Μπροστά μου είναι μια κυρία  προχωρημένης ηλικίας.

Δεν έχει ζυγίσει τα κρεμμύδια στο μανάβικο.

Φεύγει η υπάλληλος να τα ζυγίσει.

Επιτέλους έρχεται αλλά η κυρία  δεν βλέπει τα λεφτά .

Πάει η ταμίας να τα πάρει μόνη και τους πέφτει το πορτοφόλι με τα ψηλά.

Ψάχνουν να τα βρουν και οι δύο στο  πάτωμα.

Επιτέλους ήρθε  η σειρά μου.

Χτυπάει τον καφέ αλλά έχει τελειώσει το χαρτί.

Βάζει χαρτί αλλά «πέφτει το σύστημα» .

Τόσα χρόνια  αγωνιζόμαστε  να το γκρεμίσουμε .

Τώρα βρήκε να πέσει το σύστημα;

Γυρνάω σπίτι εξαντλημένος και φτιάχνω καφέ.

Δεν πρόκειται για κάποια  εξαίρεση.

Έτσι δουλεύει  το σύμπαν .

Θέλετε και άλλο παράδειγμα;

Βγαίνω για τον βραδινό μου περίπατο.

Η πόλη δεν διαθέτει δημόσιες τουαλέτες  παρά μόνο το πρωί στην λαϊκή .

Εάν δεν γνωρίζεις τον κωδικό από τις τουαλέτες  κάποιας καφετέρια θα κατουρηθείς επάνω σου.

Στην πάνω πλατεία δεν υπάρχει ψυχή ζώσα.

Κοιτάω δεξιά, τίποτα . Κοιτάω αριστερά , τίποτα.

 Ακριβώς την στιγμή που θα πάω να κατουρήσω σε ένα δέντρο σαν το σκύλο , τότε θα περάσει η λιτανεία του Αγίου, οι μαζορέτες , το 3ο σώμα προσκόπων , το λύκειο Ελληνίδων και η Παλαιά φιλαρμονική.

Μια φορά ταξίδευα προς Καρπενήσι από την Άρτα . Μιλάμε για ένα δρόμο που δεν τον έχουν ούτε οι χάρτες της Γκούγκλ.

Στην κορφή στο Βελούχι με πιάνει κόψιμο.

Βουνοκορφές από εδώ βουνοκορφές από εκεί.

Σκέφτομαι ότι και με F16 να έρθει κάποιος θα προλάβω να βρακωθώ.

Πάω πίσω από ένα πουρνάρι.

Εκεί που κάνω την ανάγκη μου ακούω κουδούνια.

Ξαφνικά εμφανίζεται ένα κοπάδι προβατίνες, ο βοσκός, η γυναίκα του,  τα παιδιά του ,  κάποιος αλβανός και καμιά δεκαριά τσοπανόσκυλα σαν λεοντάρια .

Περάσανε από πάνω μου.

Το μικρό το τσοπανόσκυλο μάλιστα μου έριξε και μια γλυψιά στα μούτρα.

Η τύχη αγαπητέ καθορίζει τα πάντα. Μην ακούς τι σου λένε.

Μας διαβεβαιώνει και ο αγαπημένος μου ποιητής Fabrizio de Andre  στο μνημειώδες ποίημα του «Volta la carta» όπου έτσι την πάτησε και η Αγγιολίνα  που εκεί που περπατούσε  σίγουρη και αμέριμνη πάνω στα μπλε  παπουτσάκια της,  την ερωτεύτηκε ένας αστυφύλακας,   γυρνάει όμως το χαρτί και πάει ο αστυφύλακας .

Χάος!