Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Ο υποψήφιος




Τον υποψήφιο τον γνώρισα στην πρώτη γυμνασίου.
Είχε μανία να βάζει τρικλοποδιές. Κόσμος και κοσμάκης είχε σακατευτεί από τρικλοποδιά του υποψήφιου. Προτιμούσε τα κεφαλόσκαλα για να γίνεται θεαματικότερη η πτώση.

Είχε βάλει τρικλοποδιά και στον μαθηματικό , κάτι που θεωρούταν  εξαιρετικά μεγάλο τόλμημα.
Ο μαθηματικός   (που δεν μπορούσες ούτε να τον κοιτάξεις στα μάτια)  βρήκε πολύ αστεία την τρικλοποδιά του υποψήφιου.

Ο Υποψήφιος κέρδισε και στοίχημα όταν έπιασε τον κώλο της «Γαλλικούς».
Η «Γαλλικού» ήταν στρουμπουλή και φορούσε μια κολλητή και κοντή φούστα ( ένα ελάχιστο πάνω από το γόνατο)  που προκαλούσε  ερωτικά ρίγη  στην μαθητιώσα νεολαία της εποχής.
Έκανε ότι δεν κατάλαβε και ο υποψήφιος κέρδισε τέσσερα σάντουιτς από το κυλικείο με μορταδέλα και  κίτρινο τυρί.

Εκεί που τα βρήκε σκούρα ήταν όταν με έβαλε στο μάτι εξαιτίας του ότι ήμουν από τους λίγους που δεν γελούσα με τα κατορθώματά του.
Μούβαλε τρικλοποδιά και κόντεψα να τσακιστώ στα σκαλιά.

Τον περίμενα στην γωνία και τον σάπισα στο ξύλο.
Μετά την πρώτη μπουνιά στα μούτρα, που δεν την περίμενε , τον άρπαξα  από το λαιμό και τον έριξα κάτω.
Τούτριψα τα μούτρα στο χώμα.
 Έφαγε πολλές.
Τρομάξανε να τον πάρουνε από τα χέρια μου.

Περίμενα την άλλη μέρα να έρθει να με συλλάβει η ΕΣΑ αλλά τίποτα.
Πήγαμε στο σχολείο σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Έκτοτε , μάλιστα, έκανε ότι μπορούσε για να γίνουμε φίλοι.
Ματαίως διότι τον έβλεπα και μου γυρίζανε τα άντερα.

Ο πατέρας του υποψήφιου ήταν λογιστής σε ένα εργοστάσιο  επίπλων  και αργότερα άνοιξε μαζί με την μάνα του δικό τους λογιστικό γραφείο με πολλές διασυνδέσεις.

Ήταν καλύτερα να γνώριζες τον πατέρα του υποψήφιου παρά τον πρωθυπουργό.
Ακόμα περισσότερο την μάνα του.
Αστυνομία , δικαστές , στρατηγοί, υπουργοί, βουλευτές, γραμματείς υπουργείων , κλητήρες , δημόσιοι υπάλληλοι, οι πάντες ήταν γνωστοί του ζεύγους.

Ο Υποψήφιος μεγάλωσε σε συνθήκες πλήρους ασυλίας ότι και να έκανε.
Δεν παρακολούθησα όλη την πορεία του αλλά νομίζω ότι μάλλον είχα την τιμή να είμαι ο μόνος που τον έδειρε.

Αργότερα που πήγε στο Πανεπιστήμιο  έμαθα ότι έγινε αριστερός παρόλο που οι οικογένειά του ήταν όλοι δεξιοί.
Εκείνη την εποχή αν ήσουνα  φοιτητής και δεν ήσουνα αριστερός , σίγουρα θα ήσουνα λεπρός.

Ο Υποψήφιος διέπρεψε ως αριστερός φοιτητής και μάλιστα πήρε και διάκριση στην «οικονομική δουλειά» στο συνέδριο του κόμματος λόγω του ότι έδινε την μεγαλύτερη συνδρομή από όλους και είχε και ένα ξεχωριστό ταλέντο να «κόβει κουπόνια»  στις οικονομικές εξορμήσεις.

Εν τω μεταξύ εγώ ήμουν φαντάρος και σπούδαζα την Αγία Γραφή.
Είχα βρει μια Αγία Γραφή στην σκοπιά  και , μην έχοντας τι άλλο ακίνδυνο να διαβάζω για να περνάει η ώρα, είχα αποστηθίσει τα ευαγγέλια.
Έτσι, άλλωστε,  εξηγείται και η εξειδίκευση μου στην αντιμετώπιση παλαιοημερολογιτών και μαρτύρων του Ιεχωβά.

Πέρασα όλα τα σύνορα της πατρίδος μας από σκοπιά σε σκοπιά και από φυλάκιο σε φυλάκιο.

Ούτε ο Διγενής Ακρίτας δεν φύλαξε  στα σύνορα του Βυζαντίου  τόση σκοπιά όση εγώ.

Όταν γύρισα από ακρίτας στην Κακαβιά  , ο υποψήφιος ήταν ακόμα αριστερός φοιτητής.

Αλίμονο σου αν σου ξέφευγε καμιά κουβέντα που δεν ήταν σύμφωνη ακριβώς με τα «διδάγματα του Μαρξισμού» . Ήταν ικανός να σε σφάξει στο γόνατο σαν προβατίνα.

Αργότερα πήγε φαντάρος.

Γραφέας στο Σώμα Εφοδιασμού Μεταφορών.

Όταν λέμε «Γραφέας στο ΣΕΜ»  εννοούμε  «Ξύνω τα  αρχίδια μου σε  ένα γραφείο και μετράω μέρες μέχρι να απολυθώ».

Φρόντισε για αυτό ο  πατέρας του και η μάνα του που ήταν μεγάλοι πατριώτες  και ήθελαν να πάρουμε την Βόρειο Ήπειρο , την Μακεδονία, την Πόλη, την Αλεξάνδρεια  και τις Συρακούσες.

Αργότερα που γύρισε από την κόλαση του πολέμου ανέλαβε το γραφείο του πατέρα του και ειδικεύτηκε σε επιδοτήσεις ΕΣΠΑ.

Έκτοτε πέρασαν πολλά χρόνια και δεν τον ξαναείδα (ευτυχώς)  μέχρι που χαζεύοντας στο φέιςμπούκ  προχτές τον είδα σε προεκλογική αφίσα.

Φαλακρός με πουκάμισο σιδερωμένο χωρίς γραβάτα και βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.

«Μπορούμε!» λέει.

Ποιος; Αυτός! Που άμα του δώσεις να καρφώσει μια πρόκα στον τοίχο θα τσακίσει το δάχτυλο του.

Το «ανεξάρτητο ψηφοδέλτιο» έχει ως έμβλημα έναν ήλιο που από πάνω έχει μια ρίγα γαλάζια προς το Τυρκουάζ , παρακάτω μια ρίγα ρόζ Κιλοτί ,  και πιο κάτω μια ρίγα πράσινη  προς το   Βεραμάν.

Είναι της μόδος.

Προσαρμόστηκε.

Είμαι σίγουρος ότι άμα γίνει ξανά η μεγάλη Οκτωβριανή  Σοσιαλιστική Επανάσταση  θα είναι Πολιτικός Επίτροπος στην επιτροπή ήθους και διαφάνειας.

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Αγχωμένοι στην νήσο του Πάσχα





Σε όλο τον κόσμο εορτάζουν την Ανάσταση του Κυρίου.
Λίγο ως πολύ όλες οι θρησκείες πάντα είχαν μια κορυφαία εκδήλωση για την Ανάσταση γενικώς στο εορτολογιό τους.

Η Ανάσταση μπορεί να ερμηνεύεται ως η γιορτή της Αναγέννησης αλλά βασικά οι εκδηλώσεις αυτές γίνονται για να απαλυνθεί η αγωνία των πιστών ενόψει του βέβαιου θανάτου μας.


Οι θρησκείες είναι ασυναγώνιστες διότι ένας υποψήφιος δήμαρχος (πιχι) μπορεί να υποσχεθεί ασφαλτοστρώσεις , ένας κομμουνιστής την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.


Οι θρησκείες υπόσχονται αθανασία .


Επιπλέον (εκτός των υπαρξιακών , πολιτικών και οικονομικών ενδιαφερόντων τους ) λειτουργούν και ως φαρμακευτικές εταιρείες παραγωγής και εμπορίας φτηνών λαικών παυσίπονων.


Στην Κέρκυρα λόγω μιας πατροπαράδοτης διαστροφής εορτάζουμε δύο φορές την Ανάσταση για σιγουριά.


Η Πρώτη Ανάσταση γίνεται το Μεγάλο Σαββατο το πρωί στις έντεκα και η Δεύτερη (και αποτελεσματικότερη) γίνεται στις δώδεκα τα μεσάνυχτα.


Για να γίνει μια Ανάσταση, όμως, πρέπει να έχει προηγηθεί μια ταφή.


Η Ταφή γίνεται την Παρασκευή το βράδυ.


Δεν πρόκειται για μια ταπεινή ταφή ενός επαρχιακού γραφείου κηδειών αλλά για αναρίθμητες πομπές ανθοστόλιστων επιτάφιων που διασχίζουν την πόλη και που αν δεν προσέξεις υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να σε πατήσει κανένας η κάποια μπάντα που τονε συνοδεύει.


Τόσο ο μαρτυρικός θάνατος όσο και η θριαμβευτική Ανάσταση αποτελούν ένα σύνολο μια ανεκδιήγητης φασαρίας για την νήσο του Πάσχα που δύσκολα αντέχεται από τους κοινούς θνητούς.


Για τις ανάγκες της τοπικής οικονομίας επιστρατεύονται τα πάντα .


Μαζορέτες , διώροφα λεωφορεία , γιγαντιαία κρουαζιερόπλοια, μουσικές μπάντες , ανθοστόλιστοι επιτάφιοι , κανάτια, κεριά , φωτεινοί σταυροί , πυροτεχνήματα , κυβερνητικοί παράγοντες και χιλιάδες κομπάρσοι.


Μια χολιγουντιανή παράσταση που ονομάζεται από τους Τουρ Οπερέιτορς «Παραδοσιακό Πάσχα στην Κέρκυρα».


Χιλιάδες αλλόφρονες πιστοί στριμωγμένοι στους δρόμους προσπαθούν να πάνε κάπου και κανείς τους δεν ξέρει που.
Ήρθαν από τα πέρατα της οικουμένης να τα δουν όλα σε δύο εικοσιτετράωρα.


«Έχασα τα κλειδιά.»
«Άφησα το αυτοκίνητο στο λιμάνι.»
«Να πάμε και για καφέ.»
«Ξέχασαμε το λουρί του σκύλου.»
«Που θα βρούμε κάρβουνα.»
«Πέφτουν τα κανάτια τρεχάτε.»
«Δεν έχουμε κερί.»
«Σταλεγα εγώ!»
«Θα χάσουμε τα πυροτεχνήματα.»
«Που έχει εστιατόριο για μαγειρίτσα.»
«Ποιός θα σηκωθεί το πρωί για το αρνί.»
«Να πάμε και για ποτό.»
«Με χτυπάει το παπούτσι.»
«Δεν έχω μονάδες.»


Ένα αγχωμένο τρελοκομείο που ζει έναν απίστευτο εφιάλτη ελπίζοντας ότι θα αναστηθεί για να τον ξαναζήσει.


Κάτι τέτοιες ώρες τα μαζεύω και φεύγω.


Το φέρι της γραμμής προς Ηγουμενίτσα είναι σχεδόν άδειο.
Ξαπλώνω στον καναπέ του σαλονιού σκεπασμένος με το μπουφάν ,με το σακίδιο προσκεφάλι και παίρνω έναν υπνάκο.


«Σήκω Φτάσαμε»


Ξυπνάω σκιαγμένος .


«Που φτάσαμε;»
«Ποιοι είμαστε;»
«Που πάμε;»
«Ποιο είναι το νόημα της ζωής;»


Από το παράθυρο κυλάνε απαλά οι ακτές της Θεσπρωτίας.


Σιγά σιγά ξανάρχεται η μνήμη.


Θα κάνουμε Πάσχα σε ένα μοναστήρι .


Κάποιος «Άγιος Διονύσιος» πήγε και έχτισε ένα μοναστήρι στο άντρο της ακολασίας των Θεών στις πλαγιές του Ολύμπου.
Γενικά δεν έχω εμπιστοσύνη στους απανταχού Διονύσηδες και ειδικά στους Ζακυνθινούς παρόλο που αναγνωρίζω ότι έχουν μια σπονδή που τους κάνει παράτολμους.


Σκέφτομαι ένα Πάσχα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα ενός μοναστηριού χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα φωτισμένο μόνο με το φως των κεριών.


Να ψάλουν το «Αι γενεαί πάσαι» στην σιγαλιά του βουνού και να κρατάω την ανάσα μου .


Θα μου λείψει , βέβαια, και το Αντάτζιο του Αλμπινόνι αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα.


Κάπου στο βάθος της μισοσκότεινης εκκλησίας να κάθετε στο στασίδι με σταυρωμένα χέρια μια νεαρή καλόγρια χτυπημένη από την μοίρα και να μου ρίχνει κρυφές αμαρτωλές ματιές.


Μόλις σημάνουν οι καμπάνες της Αναστάσεως να πάω να την φιλήσω με πάθος ασυγκράτητο.


Ύστερα , λέει, να πάω για ύπνο χωρίς μαγειρίτσες, τσιλιχούρδια και βαμμένα αυγά.
Με ένα ποτήρι κρασί και λίγο τυρί, αγναντεύοντας τα όρη.


Να κοιμηθώ σαν πουλάκι τουλάχιστον εννιά ώρες.


Το πρωί να μου πει η ηγουμένη «Χριστός Ανέστη» .
Κάτι θα με τρώει να της πω: «Αν υπήρχε Αθανασία δεν θα υπήρχε Ζωή» αλλά θα συγκρατηθώ και θα απαντήσω ταπεινά: «Αληθώς ο Κύριος».


Δεν είναι ώρα τώρα να τσακωθώ με την καλόγρια και να μου ριχτούνε και οι Θεοί του Ολύμπου από πάνω.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Αναμνήσεις ενός Αθέου.



Τηρώ κατά γράμμα  τις οικογενειακές μου παραδόσεις.

Για κάποιο λόγο η οικογένεια μου στο βάθος των αιώνων  είχε  ψυχρές σχέσεις (θα έλεγα ) με την εκκλησία αλλά και με τα ιερατεία εν γένει.

Ψάχνοντας το φαινόμενο δια μέσω του γενεαλογικού μας δένδρου διαπιστώνω ότι ακόμα και οι δεξιοί προπαπούδες μου ήταν βλάσφημοι και εχθρικοί προς τα θεία και την εκκλησία.

Εξαίρεση έκαναν μόνον στις λιτανείες όπου συμμετείχαν στην χορωδία για λόγους καλλιτεχνικούς.

Ο καλύτερος εξ υμών ήταν απλώς αντικληρικάντης.

Έχω συλλέξει πλήθος αυτοσχέδιων Κερκυραϊκών βλασφημιών που και ο πιο διεστραμμένος νους δεν θα ημπορούσε να επινοήσει.

Αποφεύγω να παραθέσω, έστω και ένα μικρό δείγμα εδώ για δύο λόγους . Αφενός, μας διαβάζουν και μικρά παιδιά και αφετέρου, δεν είναι ώρα να με ξατρέχουνε και οι Παπάδες.

Παρόλα αυτά  ένας από τους καλύτερους φίλους μου είναι ο ΠαπαΔημήτρης.

Είναι εφημέριος σε ένα ορεινό χωριό και περνάει ανελλιπώς κάθε μέρα από μπροστά μου.

Μια μέρα δεν άντεξε και μου είπε:

«Σταμάτη παιδί μου  μπορείς να μου πεις γιατί όποτε με βλέπεις πιάνεις  τα αρχίδια σου;»

«Μην το πάρεις προσωπικά Πάτερ Δημήτριε . Πρόκειται για μια προκατάληψη….. κάτι σαν ψυχαναγκασμός…. μου φαίνεται ότι αν δεν πιάκω τα αρχίδια μου θα μου πάει στραβά η μέρα.»

«Καλά … θα σε κανονίσω εγώ»  μου λέει και φεύγει.

Έκτοτε όποτε περνάει από μπροστά μου, πριν προλάβω να αντιδράσω, πιάνει πρώτος  τα αρχίδια του αυτός .

Καταλαβαίνετε  , βεβαίως, ότι οι σχέσεις μας είναι …πώς να το πούμε κομψά;….. «δημιουργικά ανταγωνιστικές»;… Ίσως.

Αυτά  όλα δεν συνεπάγονται ότι δεν πάω στην Εκκλησία.
Το αντίθετο μάλιστα.
Μου αρέσει που ο Παπασταμάτης είναι αυστηρά τονισμένος και σε συνδυασμό με την Τετραφωνική χορωδία δημιουργούν μια εξαιρετική ατμόσφαιρα.
Δεν ξέρει , βεβαίως ότι η Τετραφωνία στις εκκλησιές έχει απαγορευτεί με διάταγμα από το πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως αλλά αυτή είναι μια λεπτομέρεια ιστορικού χαρακτήρα που αφορά τους ειδικούς.

Το Ιερατείο της Κόβας του ΚΚΕ με διαβάλλει δεξιά και αριστερά για την παρουσία στα εκκλησιαστικά δρώμενα αδυνατώντας (όπως όλα τα ιερατεία των φανατικών ) να καταλάβει τους λόγους.

Κανείς πιστός δεν έχει επισκεφτεί τα μοναστήρια και τις εκκλησιές ανά την Ελλάδα που έχω επισκεφθεί εγώ.

Όταν οι πιστοί εκδρομείς χλαπακιάζουνε κοντοσούβλια  εγώ περιπλανιέμαι σε ιερούς ναούς.

Μια φορά μάλιστα κόντεψα να το πληρώσω με την ζωή μου όταν ένας φανατικός καλόγερος  παραλίγο θα με έριχνε από τα Μετέωρα.

Αγνάντευα τα πέρατα στην κορφή ενός βράχου των Μετεώρων όταν με πλησίασε ένας καλόγερος που πουλούσε κρασιά, λάδια, κομποσκοίνια και ελιές Καλαμών.

Μετά τις πρώτες συστάσεις , ο διάλογος μας σύντομα  επεκτάθηκε σε σοβαρά πνευματικά ζητήματα.

«Ο Θεός , Πάτερ, είναι ένα ον σε κατάσταση πληρότητος;»
Ερωτώ αφελώς.

«Βεβαίως» μου απαντάει.

«Εφ όσον είναι έτσι …» συνεχίζω «…θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ένα όν σε κατάσταση πληρότητος δεν έχει ανάγκες.»

«Ασφαλώς»  μου λέει ο , συμπαθής κατά τ’ άλλα,  συνομιλητής μου.

«Εφόσον είναι έτσι Πάτερ, γιατί στο πρώτο άρθρο του καταστατικού που μας έδωσε λέει «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου , ουκ έσσονται σοι Θεοί έτεροι πλην εμού» Τι  ανάγκη έχει να τον δοξάσουμε και να του αναγνωρίσουμε την μοναδικότητα;»

Αγρίεψε το μάτι του.

«Αυτά είναι λόγια του Σατανά!»

«Αυτά είναι λόγια δικά μου και απάντηση δεν έλαβα πάτερ»

Εκεί ήταν που αν συνέχιζα παρακάτω την συζήτηση υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να ρίξει  το Σατανά από τα γκρεμνά ο πνευματικός αυτός άνθρωπος και γύρισα την κουβέντα στα μέλια και στα φασκόμηλα.

Ανάλογες , οριακού χαραχτήρα,  συζητήσεις  μου αρέσει να κάνω τις ελεύθερες ώρες μου και με Μάρτυρες του Ιεχωβά.

Ο Κώστας , λόγου χάριν, είναι Μάρτυρας του Ιεχωβά και με επισκέπτεται κάθε Σάββατο για το καθιερωμένο κήρυγμα.

Συνήθως έχει ένα ύφος εγκαρτέρησης του ανθρώπου που έχει μια μεγάλη αποστολή.

Τις προάλλες μου ήρθε αγριεμένος.

Παραξενεύτηκα γιατί πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι.

«Θα κάνω μήνυση του Δήμαρχου»

«Γιατί ρε Κώστα , τι έγινε;»

«Με ρίξανε οι σκύλοι κάτω στην Πάνω Πλατεία και ένας από αυτούς με δάγκασε εδώ.. στη μέση και μου κάνανε δύο ράμματα.»

«..Ααα! Κώστα μου όλα και όλα, εδώ δεν φταίει ο Δήμαρχος»

«..και ποιος φταίει; …να τσου μαζέψει!»

«Κώστα μου εδώ φταίει ο..Θεός.»

«..και γιατί φταίει ο Θεός;»

«Γιατί ο Θεός έκανε τσου σκύλους να δαγκάνουνε και να τρώνε κρέας. Ας τους έκανε να τρώνε πρικαλίδα σαν τσι προβατίνες.»

«Τέλος πάντων… πές πως ήταν ο σκύλος που σε δάγκασε;»

«Κοντός κόκκινος μακρουλός»

«Αααα! Ο Μπούμπης! Να τονε προσέχεις αυτόνε! Έχει κάνει μια συμμορία στην Πάνω Πλατεία και δαγκάνουνε Μάρτυρες του Ιεχωβά».

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

Έξι – Δύο, Δύο – Δέκα , Δέκα - έξι



Κοιμάμαι δέκα ώρες το εικοσιτετράωρο.

Πέφτω για ύπνο στις έντεκα και ξυπνάω στις εφτάμισι . Σύν μία ώρα (τολάχιστο)  το μεσημέρι , φτάνω τις δέκα ώρες.

Όσο κοιμάμαι αφήνω στο ποδάρι μου τον φίλο μου το Μήτσο.

Αυτός κοιμάται τρείς ώρες το εικοσιτετράωρο (όταν είναι ξεθεωμένος).

Η μεγάλη μας διαφορά με τον Μήτσο είναι ότι αυτός μπορούσε πάντα να κοιμάται όσες ώρες ήθελε σε πουπουλένια στρώματα  ενώ εγώ λαγοκοιμόμουνα πάντα σε ένα κάθισμα λεωφορείου από τις πέντε μέχρι τις  έξι τα ξημερώματα.

Για το Μήτσο, όμως,  και την πολυτάραχη ζωή του,  θα γράψω σε κάποιο μελλοντικό μου αφήγημα, αν δεν με πατήσει κανένα αυτοκίνητο.

Συνεχίζω λοιπόν στο θέμα μου.

Η βάρδια «έξι – Δύο» των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά θεωρούταν καλή διότι ξεμπέρδευες σχετικά γρήγορα.

Το μεγάλο πρόβλημα ήταν το ξεκίνημα.

Ξυπνούσα στις τέσσερισίμισι  τα άγρια χαράματα.

Σε μισή ώρα έπρεπε να: Πλυθώ, να πλύνω τα δόντια μου, να πιώ καφέ , να ντυθώ, να πάρω και το φαί μου  να διασχίσω μια απόσταση δύο χιλιομέτρων με τα πόδια και να βρίσκομαι στην στάση της λεωφόρου Συγγρού.

Περπατούσα σαν υπνοβάτης.
Έπαιρνα τις στροφές στις γωνίες των δρόμων χωρίς να ανοίξω τα μάτια μου.
Μαζί μου είχα και ένα τενεκεδένιο  στρογγυλό τάπερ με το φαγητό μου.

Στην στάση συναντούσα μέσα στα σκοτάδια ένα τραβεστί ντυμένο με ένα κατάλευκο διαφανές αραχνοΰφαντο νυφικό που από μέσα φορούσε  άσπρο καλτσόν με ζαρντιέρες . 
Οι παλιοί έλεγαν ότι παλιά δούλευε ελασματουργός στα Ναυπηγεία Ελευσίνας.

Στις πέντε ακριβώς ερχόταν η «Νταλίκα».
Η «Νταλίκα» ήταν ένα κίτρινο  βαγόνι που το έσερνε ένας τράκτορας.

Η κατάσταση ήταν αφόρητη. Κοιμισμένοι, αξούριστοι κακοντυμένοι προλετάριοι  σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα από καπνούς,  βρωμερές ανάσες και πρωινές κλανιές.

Εάν έκανες το λάθος ,λόγω απειρίας,  μπαίνοντας να τους ξυπνήσεις φωνάζοντας  «καλημέρα παιδιά»,  κινδύνευες να φας ξύλο.

Έξι παρά τέταρτο είμαστε στα Ναυπηγεία .
Στην ουρά να χτυπήσουμε κάρτα. Να πάμε στα αποδυτήρια να αλλάξουμε ρούχα και να βρεθούμε στο πόστο μας ακριβώς στις έξι.
Το καλό ήταν ότι  όταν έβρισκα ευκαιρία  κοιμόμουνα όσο μπορούσα μέσα σε ένα ντεπόζιτο .
Το Ντεπόζιτο ήταν μεγέθους μεγάλου δωματίου.
Έμπαινα από την θυρίδα στο νταβάνι μαζί με ένα φύλλο φελιζόλ και έπεφτα για ύπνο στο πάτωμα.

Με ξύπναγε ο εργοδηγός με μια βαριοπούλα.
Χτυπούσε απέξω  τον λαμαρινένιο τοίχο του ντεπόζιτου και γινόταν χαλασμός.
Κουδούνιζε το σύμπαν.
Ο Ήχος δεν έμπαινε από τα αυτιά σου. Έμπαινε από κάθε πόρο του δέρματος σου.

Ξύπναγες σε κατάσταση σόκ.

Έτσι συμπάθησα και διάφορους λογοτέχνες όπως τον Μπουκόφσι και τον Νίκο Καββαδία . Όχι τόσο  γιατί ήταν αναγνωρισμένοι διεθνώς όσο γιατί είχαμε κοινά βιώματα .

Όταν , λόγου χάριν, έλεγε το ποίημα «Νερό καλάρει το φορπίκ , νερό και τα πανιόλα» ταυτιζόμουνα διότι,  αυτά μου ήταν οικεία, τα κατασκεύαζα,  αλλά και μέσα σε κάτι τέτοια ντεπόζιτα κοιμόμουνα.

Εκεί έγινα δημοφιλής και αξιοσέβαστος επειδή επινόησα μια  πρωτοποριακή μέθοδο για να βγάζω καφέ τζάμπα από τα πρωτόγονα τότε μηχανήματα του καφέ.

Έκοβα με ζγρόμπια  ροδέλες σε μέγεθος δίφραγγου από ένα φύλλο μολύβδου που είχε πάχος όσο ακριβώς και το δίφραγγο. 
Γέμιζα την τσέπη μου με μολυβένιες ροδέλες  και κερνούσα καφέδες, σοκολάτες και τσάγια το προλεταριάτο.
Σε αντάλλαγμα με αφήνανε να κοιμάμαι στο φορπίκ απερίσπαστος τον ύπνο του δικαίου.
Αυτή η περίοδος υπνοθεραπείας δεν κράτησε πολύ  διότι η ανακάλυψη μου διαδόθηκε και μαζέψανε τα μηχανήματα του καφέ. 
  
Έτσι που λες αγαπητέ  και ευαίσθητε αναγνώστη. Στην πολυτάραχη ζωή μου εκτός από όλα τα άλλα στερήθηκα και τον ύπνο.

Με τον Μήτσο από τότε θέλαμε να οργανώσουμε την Επανάσταση αλλά δεν ταιριάζανε τα ωράριά μας.

Στις πέντε που πήγαινα εγώ στη Συγγρού ο Μήτσος γύρναγε στο σπίτι για ύπνο και όταν γύρναγα εγώ ο Μήτσος κοιμότανε.

Τώρα που μεγαλώσαμε είπαμε να συντονιστούμε αλλά πάλι τίποτα .

Εγώ τώρα βγάζω τα απωθημένα μου κοιμώμενος δέκα ώρες σερί . Ο Μήτσος κοιμάται κανα δύο ώρες το πρωί .

Έτσι εφαρμόζουμε την μέθοδο να μένει πάντα κάποιος ξύπνος μη γίνει τίποτα και δεν προλάβουμε.

Είναι Σαββάτο μεσημέρι.

Κάθομαι σε Καφενεδάκι με θέα στη θάλασσα και ρεμβάζω.

«Θάχει ξυπνήσει ο Μήτσος ώρα να πάω να πάρω το μπιζολότο μου.»  σκέφτομαι.

Περνάει  ένας γνωστός.

«Τι κάνεις;;…κάθεσε;;;» μου λέει έκπληκτος.

«Δεν δουλεύω άλλο, είμαι σχεδόν συνταξιούχος.» απαντώ ψύχραιμα.

« Και λοιπόν;;  Εγώ δουλεύω ακόμα και παίρνω και σύνταξη.»

«Γούστα είναι αυτά..» του λέω «… τον άλλονε τονε διώχνουνε από τη φυλακή και ξαναγυρίζει πίσω.»

Γιαυτό σου λέω αγαπητέ αναγνώστη, το θέμα δεν είναι αν θα τα καταφέρεις να δραπετεύσεις , το θέμα είναι να μην παραδοθείς.    


Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Το αμάρτημα της Μητρός μου


Υπάρχει ένα ασυνήθιστο έθιμο στο χωριό μου. 

Κάθε χρόνο , κατά την διάρκεια των γιορτών  η χορωδία λέει τα κάλαντα έξω από κάθε σπίτι όπως παντού.


Αργά τη νύχτα όμως , μετά το πέρας της μουσικής καντάδας στους ζωντανούς,  πηγαίνουν και λένε τα κάλαντα και στους πεθαμένους.
Αν πάς να πεις τα κάλαντα στο Πρώτο νεκροταφείο Αθηνών μάλλον δεν θα έχει καμιά σημασία για κανέναν.

Σε ένα μικρό χωριό όμως τα πράματα αλλάζουν .

Εδώ  είναι θαμμένοι  οι άνθρωποι του κάθε ενός, οι φίλοι του, η ιστορία του.

Η πίεση εδώ είναι τεράστια.

Έτσι , λοιπόν , το Κόρο μας και φέτος, ανηφόρισε προς το μικρό νεκροταφείο.

Εκεί μέσα στα σκοτάδια και το κρύο παρατάχθηκαν σοβαροί οι χορωδοί και ο μαέστρος έβγαλε τελετουργικά από την τσέπη του το «διαπασών» για να δώσει τόνο.
Αριστερά οι πριμο-σεκόντοι και δεξιά οι  βαρυτονό-μπασοι.
Ο Μαέστρος δίνει το νεύμα να ξεκινήσουν τα χιλιοειπωμένα κάλαντα αλλά αμέσως με μια νευρική κίνηση διακόπτει τους χορωδούς.

Ένας είχε γυρισμένη την πλάτη προς τον μαέστρο.

«Ρε Μήτσο!...από δώ!...που κοιτάς κατά κει!»

«Εμένα Αλέκο μου η μάνα μου είναι θαμμένη κατά κει. Δεν μπορώ να τσι τραγουδήσω με γυρισμένο το μπλάτη!»

«..Και τι θέλεις να κάνουμε τώρα; …Να τραγουδάει ο καθένας κατά τον τάφο τσι μάνας του;»

Σε οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση της χορωδία μπορούσε να συγχωρηθεί κάποιο αμάρτημα. Ένα φάλτσο. Κάποιο απειροελάχιστο μουσικό ολίσθημα.
Εδώ όχι.
Εδώ ακούνε οι παλιοί. Οι άνθρωποι που έγραψαν την ιστορία της χορωδίας.
Οι Μύθοι του χωριού.
Εδώ δίνανε εξετάσεις όλοι.

Η Μάνα μου τραγούδαγε από όταν γεννήθηκε.
Έτσι συμβαίνει εδώ και αιώνες στο χωριό. Οι πάντες τραγουδάνε. Τόσο που αν πεις ότι είσαι επαγγελματίας τραγουδιστής θα σε κοιτάξουν καλά καλά.
«Τι παναπεί επαγγελματίας τραγουδιστής;»
«Σε πλερώνουνε για να τραγουδάς;»
« Και γιατί δε τραγουδάνε μοναχοί τους;»

Αναπάντητα ερωτήματα.

Η Μάνα μου λοιπόν τραγούδαγε όταν έπλενε. Όταν μαγείρευε . Όταν περπατούσε. Στις εκδρομές . Στα κομμωτήρια. Στο λεωφορείο. Παντού.

Μια φορά την άκουσα νύχτα να τραγουδάει και στην κρεβατοκάμαρα.

«Σταμάτα ρε μάνα να κοιμηθούμε καμία φορά!»

Στην Αθήνα της άρεσε σε μερικά τραγούδια ο Ζαμπέτας. Λίγο και ο Κηλαηδόνης . Από τους παλιούς της άρεσε ο Ατίκ, ο Πολυμέρης και γενικά η κανταδόροι της Αθήνας.

Οι Ρεμπέτες και ο Καζατζίδης την αφήνανε αδιάφορη. 
Άλλος κόσμος.

Περισσότερο όμως της αρέσανε τα δικά μας.

Θυμάμαι μια φορά όταν ήμουνα μικρός στην κουζίνα έπλενε τα πιάτα και τραγούδαγε το «Πέτα σκέψη».

Επρόκειτο για μια τρισάθλια μεταγλώττιση του “Va Pensiero από το “Nabucco  του “Verdi”.

Το τραγούδαγε η χορωδία για ευκολία.

Δίπλα ο πατέρας μου καθάριζε λάχανα.

«Πιάστο από πιο χαμηλά Μαρία μου!... δε θα βγει η φωνή σου εκεί πάνω…. δεν είσαι και δεκαοχτώ χρονώ κοπέλα!»

Τονε κοίταξε άγρια στο κούτελο.  Για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζω όταν ήταν νευριασμένη δεν τον κοίταζε στα μάτια αλλά λίγο παραπάνω.

«Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου…. που όλα τα ξέρεις!»

Συνέχισε το τραγούδι από κει που το πιάσε αλλά όταν έφτασε στο  « Χρυσή άρπα των προφητών» (arpa dor dei fatitici vati) και η φωνή της έπρεπε να φτάκει στον ουρανό, δεν τα κατάφερε.

Ο Πατέρας μου συνέχισε σοβαρός , δήθεν αδιάφορα,  να καθαρίζει τα λάχανα αλλά κάποια στιγμή του έφυγε ένα αδιόρατο μειδίαμα.

Αυτό ήταν.

Άνοιξε την κατάψυξη, άρπαξε ένα κατεψυγμένο κοτόπουλο και του το πέταξε.

Ευτυχώς έσκυψε και το κοτόπουλο έκανε ένα βαθούλωμα στον τοίχο που έμεινε για χρόνια να μου θυμίζει το αμάρτημα της μητρός μου.

Οι Γειτόνοι απορούσαν. Πίστευαν ότι οι καυγάδες των τρελοκερκυραίων γινόταν για «δευτερεύοντα»  ζητήματα.

Άσε που δεν καταλαβαίνανε και τις δικές μας παραδόσεις.

Το κατάλαβα πολύ αργότερα στην Κέρκυρα. Η σχέση του κόσμου με την όπερα και τα δικά μας χωριάτικα τραγούδια δεν έκρυβε καμία υπεροψία έναντι των μπουζουκιών η των κλαρίνων παρόλο που σε μερικές περιπτώσεις τα περιγελάμε.

Πρόκειται για την ίδια αίσθηση που προκαλεί σε κάθε λαό η παραδοσιακή του μουσική.

Όταν έχει κάποια συναυλία με κομμάτια όπερας βλέπεις ανθρώπους ηλικιωμένους να δακρύζουν και να σιγοτραγουδούν η παιδιά με τα καθημερινά τους ρούχα να παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή.
Καμιά σχέση με τα «Μέγαρα»  των Αθηνών, με τις γούνες και τους δήθεν «μουσικόφιλους» της υψηλής κοινωνίας.

Εδώ η όπερα συνδέεται αμέσως με την εποχή του τέλους της αριστοκρατίας και τις μεγάλες κοινωνικές επαναστάσεις.

Η πρώτη ομιλία των ανθρώπων ήταν τραγουδιστή.
Αργότερα γίναμε πολιτισμένοι και για να τραγουδήσουμε θέλουμε ένα μποτιλιόνι κρασί.
                       
*Στις 27 του Γενάρη στα 1901 στην Κέρκυρα κηρύχτηκε τριήμερο πένθος. Τα εργοστάσια σταμάτησαν , τα μαγαζιά έκλεισαν, οι σημαίες μεσίστιες και οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα.
Είχε πεθάνει ο μεγάλος . Ο Τζουζέπε Βέρντι.