Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Αγχωμένοι στην νήσο του Πάσχα





Σε όλο τον κόσμο εορτάζουν την Ανάσταση του Κυρίου.
Λίγο ως πολύ όλες οι θρησκείες πάντα είχαν μια κορυφαία εκδήλωση για την Ανάσταση γενικώς στο εορτολογιό τους.

Η Ανάσταση μπορεί να ερμηνεύεται ως η γιορτή της Αναγέννησης αλλά βασικά οι εκδηλώσεις αυτές γίνονται για να απαλυνθεί η αγωνία των πιστών ενόψει του βέβαιου θανάτου μας.


Οι θρησκείες είναι ασυναγώνιστες διότι ένας υποψήφιος δήμαρχος (πιχι) μπορεί να υποσχεθεί ασφαλτοστρώσεις , ένας κομμουνιστής την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.


Οι θρησκείες υπόσχονται αθανασία .


Επιπλέον (εκτός των υπαρξιακών , πολιτικών και οικονομικών ενδιαφερόντων τους ) λειτουργούν και ως φαρμακευτικές εταιρείες παραγωγής και εμπορίας φτηνών λαικών παυσίπονων.


Στην Κέρκυρα λόγω μιας πατροπαράδοτης διαστροφής εορτάζουμε δύο φορές την Ανάσταση για σιγουριά.


Η Πρώτη Ανάσταση γίνεται το Μεγάλο Σαββατο το πρωί στις έντεκα και η Δεύτερη (και αποτελεσματικότερη) γίνεται στις δώδεκα τα μεσάνυχτα.


Για να γίνει μια Ανάσταση, όμως, πρέπει να έχει προηγηθεί μια ταφή.


Η Ταφή γίνεται την Παρασκευή το βράδυ.


Δεν πρόκειται για μια ταπεινή ταφή ενός επαρχιακού γραφείου κηδειών αλλά για αναρίθμητες πομπές ανθοστόλιστων επιτάφιων που διασχίζουν την πόλη και που αν δεν προσέξεις υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να σε πατήσει κανένας η κάποια μπάντα που τονε συνοδεύει.


Τόσο ο μαρτυρικός θάνατος όσο και η θριαμβευτική Ανάσταση αποτελούν ένα σύνολο μια ανεκδιήγητης φασαρίας για την νήσο του Πάσχα που δύσκολα αντέχεται από τους κοινούς θνητούς.


Για τις ανάγκες της τοπικής οικονομίας επιστρατεύονται τα πάντα .


Μαζορέτες , διώροφα λεωφορεία , γιγαντιαία κρουαζιερόπλοια, μουσικές μπάντες , ανθοστόλιστοι επιτάφιοι , κανάτια, κεριά , φωτεινοί σταυροί , πυροτεχνήματα , κυβερνητικοί παράγοντες και χιλιάδες κομπάρσοι.


Μια χολιγουντιανή παράσταση που ονομάζεται από τους Τουρ Οπερέιτορς «Παραδοσιακό Πάσχα στην Κέρκυρα».


Χιλιάδες αλλόφρονες πιστοί στριμωγμένοι στους δρόμους προσπαθούν να πάνε κάπου και κανείς τους δεν ξέρει που.
Ήρθαν από τα πέρατα της οικουμένης να τα δουν όλα σε δύο εικοσιτετράωρα.


«Έχασα τα κλειδιά.»
«Άφησα το αυτοκίνητο στο λιμάνι.»
«Να πάμε και για καφέ.»
«Ξέχασαμε το λουρί του σκύλου.»
«Που θα βρούμε κάρβουνα.»
«Πέφτουν τα κανάτια τρεχάτε.»
«Δεν έχουμε κερί.»
«Σταλεγα εγώ!»
«Θα χάσουμε τα πυροτεχνήματα.»
«Που έχει εστιατόριο για μαγειρίτσα.»
«Ποιός θα σηκωθεί το πρωί για το αρνί.»
«Να πάμε και για ποτό.»
«Με χτυπάει το παπούτσι.»
«Δεν έχω μονάδες.»


Ένα αγχωμένο τρελοκομείο που ζει έναν απίστευτο εφιάλτη ελπίζοντας ότι θα αναστηθεί για να τον ξαναζήσει.


Κάτι τέτοιες ώρες τα μαζεύω και φεύγω.


Το φέρι της γραμμής προς Ηγουμενίτσα είναι σχεδόν άδειο.
Ξαπλώνω στον καναπέ του σαλονιού σκεπασμένος με το μπουφάν ,με το σακίδιο προσκεφάλι και παίρνω έναν υπνάκο.


«Σήκω Φτάσαμε»


Ξυπνάω σκιαγμένος .


«Που φτάσαμε;»
«Ποιοι είμαστε;»
«Που πάμε;»
«Ποιο είναι το νόημα της ζωής;»


Από το παράθυρο κυλάνε απαλά οι ακτές της Θεσπρωτίας.


Σιγά σιγά ξανάρχεται η μνήμη.


Θα κάνουμε Πάσχα σε ένα μοναστήρι .


Κάποιος «Άγιος Διονύσιος» πήγε και έχτισε ένα μοναστήρι στο άντρο της ακολασίας των Θεών στις πλαγιές του Ολύμπου.
Γενικά δεν έχω εμπιστοσύνη στους απανταχού Διονύσηδες και ειδικά στους Ζακυνθινούς παρόλο που αναγνωρίζω ότι έχουν μια σπονδή που τους κάνει παράτολμους.


Σκέφτομαι ένα Πάσχα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα ενός μοναστηριού χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα φωτισμένο μόνο με το φως των κεριών.


Να ψάλουν το «Αι γενεαί πάσαι» στην σιγαλιά του βουνού και να κρατάω την ανάσα μου .


Θα μου λείψει , βέβαια, και το Αντάτζιο του Αλμπινόνι αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα.


Κάπου στο βάθος της μισοσκότεινης εκκλησίας να κάθετε στο στασίδι με σταυρωμένα χέρια μια νεαρή καλόγρια χτυπημένη από την μοίρα και να μου ρίχνει κρυφές αμαρτωλές ματιές.


Μόλις σημάνουν οι καμπάνες της Αναστάσεως να πάω να την φιλήσω με πάθος ασυγκράτητο.


Ύστερα , λέει, να πάω για ύπνο χωρίς μαγειρίτσες, τσιλιχούρδια και βαμμένα αυγά.
Με ένα ποτήρι κρασί και λίγο τυρί, αγναντεύοντας τα όρη.


Να κοιμηθώ σαν πουλάκι τουλάχιστον εννιά ώρες.


Το πρωί να μου πει η ηγουμένη «Χριστός Ανέστη» .
Κάτι θα με τρώει να της πω: «Αν υπήρχε Αθανασία δεν θα υπήρχε Ζωή» αλλά θα συγκρατηθώ και θα απαντήσω ταπεινά: «Αληθώς ο Κύριος».


Δεν είναι ώρα τώρα να τσακωθώ με την καλόγρια και να μου ριχτούνε και οι Θεοί του Ολύμπου από πάνω.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Αναμνήσεις ενός Αθέου.



Τηρώ κατά γράμμα  τις οικογενειακές μου παραδόσεις.

Για κάποιο λόγο η οικογένεια μου στο βάθος των αιώνων  είχε  ψυχρές σχέσεις (θα έλεγα ) με την εκκλησία αλλά και με τα ιερατεία εν γένει.

Ψάχνοντας το φαινόμενο δια μέσω του γενεαλογικού μας δένδρου διαπιστώνω ότι ακόμα και οι δεξιοί προπαπούδες μου ήταν βλάσφημοι και εχθρικοί προς τα θεία και την εκκλησία.

Εξαίρεση έκαναν μόνον στις λιτανείες όπου συμμετείχαν στην χορωδία για λόγους καλλιτεχνικούς.

Ο καλύτερος εξ υμών ήταν απλώς αντικληρικάντης.

Έχω συλλέξει πλήθος αυτοσχέδιων Κερκυραϊκών βλασφημιών που και ο πιο διεστραμμένος νους δεν θα ημπορούσε να επινοήσει.

Αποφεύγω να παραθέσω, έστω και ένα μικρό δείγμα εδώ για δύο λόγους . Αφενός, μας διαβάζουν και μικρά παιδιά και αφετέρου, δεν είναι ώρα να με ξατρέχουνε και οι Παπάδες.

Παρόλα αυτά  ένας από τους καλύτερους φίλους μου είναι ο ΠαπαΔημήτρης.

Είναι εφημέριος σε ένα ορεινό χωριό και περνάει ανελλιπώς κάθε μέρα από μπροστά μου.

Μια μέρα δεν άντεξε και μου είπε:

«Σταμάτη παιδί μου  μπορείς να μου πεις γιατί όποτε με βλέπεις πιάνεις  τα αρχίδια σου;»

«Μην το πάρεις προσωπικά Πάτερ Δημήτριε . Πρόκειται για μια προκατάληψη….. κάτι σαν ψυχαναγκασμός…. μου φαίνεται ότι αν δεν πιάκω τα αρχίδια μου θα μου πάει στραβά η μέρα.»

«Καλά … θα σε κανονίσω εγώ»  μου λέει και φεύγει.

Έκτοτε όποτε περνάει από μπροστά μου, πριν προλάβω να αντιδράσω, πιάνει πρώτος  τα αρχίδια του αυτός .

Καταλαβαίνετε  , βεβαίως, ότι οι σχέσεις μας είναι …πώς να το πούμε κομψά;….. «δημιουργικά ανταγωνιστικές»;… Ίσως.

Αυτά  όλα δεν συνεπάγονται ότι δεν πάω στην Εκκλησία.
Το αντίθετο μάλιστα.
Μου αρέσει που ο Παπασταμάτης είναι αυστηρά τονισμένος και σε συνδυασμό με την Τετραφωνική χορωδία δημιουργούν μια εξαιρετική ατμόσφαιρα.
Δεν ξέρει , βεβαίως ότι η Τετραφωνία στις εκκλησιές έχει απαγορευτεί με διάταγμα από το πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως αλλά αυτή είναι μια λεπτομέρεια ιστορικού χαρακτήρα που αφορά τους ειδικούς.

Το Ιερατείο της Κόβας του ΚΚΕ με διαβάλλει δεξιά και αριστερά για την παρουσία στα εκκλησιαστικά δρώμενα αδυνατώντας (όπως όλα τα ιερατεία των φανατικών ) να καταλάβει τους λόγους.

Κανείς πιστός δεν έχει επισκεφτεί τα μοναστήρια και τις εκκλησιές ανά την Ελλάδα που έχω επισκεφθεί εγώ.

Όταν οι πιστοί εκδρομείς χλαπακιάζουνε κοντοσούβλια  εγώ περιπλανιέμαι σε ιερούς ναούς.

Μια φορά μάλιστα κόντεψα να το πληρώσω με την ζωή μου όταν ένας φανατικός καλόγερος  παραλίγο θα με έριχνε από τα Μετέωρα.

Αγνάντευα τα πέρατα στην κορφή ενός βράχου των Μετεώρων όταν με πλησίασε ένας καλόγερος που πουλούσε κρασιά, λάδια, κομποσκοίνια και ελιές Καλαμών.

Μετά τις πρώτες συστάσεις , ο διάλογος μας σύντομα  επεκτάθηκε σε σοβαρά πνευματικά ζητήματα.

«Ο Θεός , Πάτερ, είναι ένα ον σε κατάσταση πληρότητος;»
Ερωτώ αφελώς.

«Βεβαίως» μου απαντάει.

«Εφ όσον είναι έτσι …» συνεχίζω «…θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ένα όν σε κατάσταση πληρότητος δεν έχει ανάγκες.»

«Ασφαλώς»  μου λέει ο , συμπαθής κατά τ’ άλλα,  συνομιλητής μου.

«Εφόσον είναι έτσι Πάτερ, γιατί στο πρώτο άρθρο του καταστατικού που μας έδωσε λέει «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου , ουκ έσσονται σοι Θεοί έτεροι πλην εμού» Τι  ανάγκη έχει να τον δοξάσουμε και να του αναγνωρίσουμε την μοναδικότητα;»

Αγρίεψε το μάτι του.

«Αυτά είναι λόγια του Σατανά!»

«Αυτά είναι λόγια δικά μου και απάντηση δεν έλαβα πάτερ»

Εκεί ήταν που αν συνέχιζα παρακάτω την συζήτηση υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να ρίξει  το Σατανά από τα γκρεμνά ο πνευματικός αυτός άνθρωπος και γύρισα την κουβέντα στα μέλια και στα φασκόμηλα.

Ανάλογες , οριακού χαραχτήρα,  συζητήσεις  μου αρέσει να κάνω τις ελεύθερες ώρες μου και με Μάρτυρες του Ιεχωβά.

Ο Κώστας , λόγου χάριν, είναι Μάρτυρας του Ιεχωβά και με επισκέπτεται κάθε Σάββατο για το καθιερωμένο κήρυγμα.

Συνήθως έχει ένα ύφος εγκαρτέρησης του ανθρώπου που έχει μια μεγάλη αποστολή.

Τις προάλλες μου ήρθε αγριεμένος.

Παραξενεύτηκα γιατί πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι.

«Θα κάνω μήνυση του Δήμαρχου»

«Γιατί ρε Κώστα , τι έγινε;»

«Με ρίξανε οι σκύλοι κάτω στην Πάνω Πλατεία και ένας από αυτούς με δάγκασε εδώ.. στη μέση και μου κάνανε δύο ράμματα.»

«..Ααα! Κώστα μου όλα και όλα, εδώ δεν φταίει ο Δήμαρχος»

«..και ποιος φταίει; …να τσου μαζέψει!»

«Κώστα μου εδώ φταίει ο..Θεός.»

«..και γιατί φταίει ο Θεός;»

«Γιατί ο Θεός έκανε τσου σκύλους να δαγκάνουνε και να τρώνε κρέας. Ας τους έκανε να τρώνε πρικαλίδα σαν τσι προβατίνες.»

«Τέλος πάντων… πές πως ήταν ο σκύλος που σε δάγκασε;»

«Κοντός κόκκινος μακρουλός»

«Αααα! Ο Μπούμπης! Να τονε προσέχεις αυτόνε! Έχει κάνει μια συμμορία στην Πάνω Πλατεία και δαγκάνουνε Μάρτυρες του Ιεχωβά».

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

Έξι – Δύο, Δύο – Δέκα , Δέκα - έξι



Κοιμάμαι δέκα ώρες το εικοσιτετράωρο.

Πέφτω για ύπνο στις έντεκα και ξυπνάω στις εφτάμισι . Σύν μία ώρα (τολάχιστο)  το μεσημέρι , φτάνω τις δέκα ώρες.

Όσο κοιμάμαι αφήνω στο ποδάρι μου τον φίλο μου το Μήτσο.

Αυτός κοιμάται τρείς ώρες το εικοσιτετράωρο (όταν είναι ξεθεωμένος).

Η μεγάλη μας διαφορά με τον Μήτσο είναι ότι αυτός μπορούσε πάντα να κοιμάται όσες ώρες ήθελε σε πουπουλένια στρώματα  ενώ εγώ λαγοκοιμόμουνα πάντα σε ένα κάθισμα λεωφορείου από τις πέντε μέχρι τις  έξι τα ξημερώματα.

Για το Μήτσο, όμως,  και την πολυτάραχη ζωή του,  θα γράψω σε κάποιο μελλοντικό μου αφήγημα, αν δεν με πατήσει κανένα αυτοκίνητο.

Συνεχίζω λοιπόν στο θέμα μου.

Η βάρδια «έξι – Δύο» των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά θεωρούταν καλή διότι ξεμπέρδευες σχετικά γρήγορα.

Το μεγάλο πρόβλημα ήταν το ξεκίνημα.

Ξυπνούσα στις τέσσερισίμισι  τα άγρια χαράματα.

Σε μισή ώρα έπρεπε να: Πλυθώ, να πλύνω τα δόντια μου, να πιώ καφέ , να ντυθώ, να πάρω και το φαί μου  να διασχίσω μια απόσταση δύο χιλιομέτρων με τα πόδια και να βρίσκομαι στην στάση της λεωφόρου Συγγρού.

Περπατούσα σαν υπνοβάτης.
Έπαιρνα τις στροφές στις γωνίες των δρόμων χωρίς να ανοίξω τα μάτια μου.
Μαζί μου είχα και ένα τενεκεδένιο  στρογγυλό τάπερ με το φαγητό μου.

Στην στάση συναντούσα μέσα στα σκοτάδια ένα τραβεστί ντυμένο με ένα κατάλευκο διαφανές αραχνοΰφαντο νυφικό που από μέσα φορούσε  άσπρο καλτσόν με ζαρντιέρες . 
Οι παλιοί έλεγαν ότι παλιά δούλευε ελασματουργός στα Ναυπηγεία Ελευσίνας.

Στις πέντε ακριβώς ερχόταν η «Νταλίκα».
Η «Νταλίκα» ήταν ένα κίτρινο  βαγόνι που το έσερνε ένας τράκτορας.

Η κατάσταση ήταν αφόρητη. Κοιμισμένοι, αξούριστοι κακοντυμένοι προλετάριοι  σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα από καπνούς,  βρωμερές ανάσες και πρωινές κλανιές.

Εάν έκανες το λάθος ,λόγω απειρίας,  μπαίνοντας να τους ξυπνήσεις φωνάζοντας  «καλημέρα παιδιά»,  κινδύνευες να φας ξύλο.

Έξι παρά τέταρτο είμαστε στα Ναυπηγεία .
Στην ουρά να χτυπήσουμε κάρτα. Να πάμε στα αποδυτήρια να αλλάξουμε ρούχα και να βρεθούμε στο πόστο μας ακριβώς στις έξι.
Το καλό ήταν ότι  όταν έβρισκα ευκαιρία  κοιμόμουνα όσο μπορούσα μέσα σε ένα ντεπόζιτο .
Το Ντεπόζιτο ήταν μεγέθους μεγάλου δωματίου.
Έμπαινα από την θυρίδα στο νταβάνι μαζί με ένα φύλλο φελιζόλ και έπεφτα για ύπνο στο πάτωμα.

Με ξύπναγε ο εργοδηγός με μια βαριοπούλα.
Χτυπούσε απέξω  τον λαμαρινένιο τοίχο του ντεπόζιτου και γινόταν χαλασμός.
Κουδούνιζε το σύμπαν.
Ο Ήχος δεν έμπαινε από τα αυτιά σου. Έμπαινε από κάθε πόρο του δέρματος σου.

Ξύπναγες σε κατάσταση σόκ.

Έτσι συμπάθησα και διάφορους λογοτέχνες όπως τον Μπουκόφσι και τον Νίκο Καββαδία . Όχι τόσο  γιατί ήταν αναγνωρισμένοι διεθνώς όσο γιατί είχαμε κοινά βιώματα .

Όταν , λόγου χάριν, έλεγε το ποίημα «Νερό καλάρει το φορπίκ , νερό και τα πανιόλα» ταυτιζόμουνα διότι,  αυτά μου ήταν οικεία, τα κατασκεύαζα,  αλλά και μέσα σε κάτι τέτοια ντεπόζιτα κοιμόμουνα.

Εκεί έγινα δημοφιλής και αξιοσέβαστος επειδή επινόησα μια  πρωτοποριακή μέθοδο για να βγάζω καφέ τζάμπα από τα πρωτόγονα τότε μηχανήματα του καφέ.

Έκοβα με ζγρόμπια  ροδέλες σε μέγεθος δίφραγγου από ένα φύλλο μολύβδου που είχε πάχος όσο ακριβώς και το δίφραγγο. 
Γέμιζα την τσέπη μου με μολυβένιες ροδέλες  και κερνούσα καφέδες, σοκολάτες και τσάγια το προλεταριάτο.
Σε αντάλλαγμα με αφήνανε να κοιμάμαι στο φορπίκ απερίσπαστος τον ύπνο του δικαίου.
Αυτή η περίοδος υπνοθεραπείας δεν κράτησε πολύ  διότι η ανακάλυψη μου διαδόθηκε και μαζέψανε τα μηχανήματα του καφέ. 
  
Έτσι που λες αγαπητέ  και ευαίσθητε αναγνώστη. Στην πολυτάραχη ζωή μου εκτός από όλα τα άλλα στερήθηκα και τον ύπνο.

Με τον Μήτσο από τότε θέλαμε να οργανώσουμε την Επανάσταση αλλά δεν ταιριάζανε τα ωράριά μας.

Στις πέντε που πήγαινα εγώ στη Συγγρού ο Μήτσος γύρναγε στο σπίτι για ύπνο και όταν γύρναγα εγώ ο Μήτσος κοιμότανε.

Τώρα που μεγαλώσαμε είπαμε να συντονιστούμε αλλά πάλι τίποτα .

Εγώ τώρα βγάζω τα απωθημένα μου κοιμώμενος δέκα ώρες σερί . Ο Μήτσος κοιμάται κανα δύο ώρες το πρωί .

Έτσι εφαρμόζουμε την μέθοδο να μένει πάντα κάποιος ξύπνος μη γίνει τίποτα και δεν προλάβουμε.

Είναι Σαββάτο μεσημέρι.

Κάθομαι σε Καφενεδάκι με θέα στη θάλασσα και ρεμβάζω.

«Θάχει ξυπνήσει ο Μήτσος ώρα να πάω να πάρω το μπιζολότο μου.»  σκέφτομαι.

Περνάει  ένας γνωστός.

«Τι κάνεις;;…κάθεσε;;;» μου λέει έκπληκτος.

«Δεν δουλεύω άλλο, είμαι σχεδόν συνταξιούχος.» απαντώ ψύχραιμα.

« Και λοιπόν;;  Εγώ δουλεύω ακόμα και παίρνω και σύνταξη.»

«Γούστα είναι αυτά..» του λέω «… τον άλλονε τονε διώχνουνε από τη φυλακή και ξαναγυρίζει πίσω.»

Γιαυτό σου λέω αγαπητέ αναγνώστη, το θέμα δεν είναι αν θα τα καταφέρεις να δραπετεύσεις , το θέμα είναι να μην παραδοθείς.    


Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Το αμάρτημα της Μητρός μου


Υπάρχει ένα ασυνήθιστο έθιμο στο χωριό μου. 

Κάθε χρόνο , κατά την διάρκεια των γιορτών  η χορωδία λέει τα κάλαντα έξω από κάθε σπίτι όπως παντού.


Αργά τη νύχτα όμως , μετά το πέρας της μουσικής καντάδας στους ζωντανούς,  πηγαίνουν και λένε τα κάλαντα και στους πεθαμένους.
Αν πάς να πεις τα κάλαντα στο Πρώτο νεκροταφείο Αθηνών μάλλον δεν θα έχει καμιά σημασία για κανέναν.

Σε ένα μικρό χωριό όμως τα πράματα αλλάζουν .

Εδώ  είναι θαμμένοι  οι άνθρωποι του κάθε ενός, οι φίλοι του, η ιστορία του.

Η πίεση εδώ είναι τεράστια.

Έτσι , λοιπόν , το Κόρο μας και φέτος, ανηφόρισε προς το μικρό νεκροταφείο.

Εκεί μέσα στα σκοτάδια και το κρύο παρατάχθηκαν σοβαροί οι χορωδοί και ο μαέστρος έβγαλε τελετουργικά από την τσέπη του το «διαπασών» για να δώσει τόνο.
Αριστερά οι πριμο-σεκόντοι και δεξιά οι  βαρυτονό-μπασοι.
Ο Μαέστρος δίνει το νεύμα να ξεκινήσουν τα χιλιοειπωμένα κάλαντα αλλά αμέσως με μια νευρική κίνηση διακόπτει τους χορωδούς.

Ένας είχε γυρισμένη την πλάτη προς τον μαέστρο.

«Ρε Μήτσο!...από δώ!...που κοιτάς κατά κει!»

«Εμένα Αλέκο μου η μάνα μου είναι θαμμένη κατά κει. Δεν μπορώ να τσι τραγουδήσω με γυρισμένο το μπλάτη!»

«..Και τι θέλεις να κάνουμε τώρα; …Να τραγουδάει ο καθένας κατά τον τάφο τσι μάνας του;»

Σε οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση της χορωδία μπορούσε να συγχωρηθεί κάποιο αμάρτημα. Ένα φάλτσο. Κάποιο απειροελάχιστο μουσικό ολίσθημα.
Εδώ όχι.
Εδώ ακούνε οι παλιοί. Οι άνθρωποι που έγραψαν την ιστορία της χορωδίας.
Οι Μύθοι του χωριού.
Εδώ δίνανε εξετάσεις όλοι.

Η Μάνα μου τραγούδαγε από όταν γεννήθηκε.
Έτσι συμβαίνει εδώ και αιώνες στο χωριό. Οι πάντες τραγουδάνε. Τόσο που αν πεις ότι είσαι επαγγελματίας τραγουδιστής θα σε κοιτάξουν καλά καλά.
«Τι παναπεί επαγγελματίας τραγουδιστής;»
«Σε πλερώνουνε για να τραγουδάς;»
« Και γιατί δε τραγουδάνε μοναχοί τους;»

Αναπάντητα ερωτήματα.

Η Μάνα μου λοιπόν τραγούδαγε όταν έπλενε. Όταν μαγείρευε . Όταν περπατούσε. Στις εκδρομές . Στα κομμωτήρια. Στο λεωφορείο. Παντού.

Μια φορά την άκουσα νύχτα να τραγουδάει και στην κρεβατοκάμαρα.

«Σταμάτα ρε μάνα να κοιμηθούμε καμία φορά!»

Στην Αθήνα της άρεσε σε μερικά τραγούδια ο Ζαμπέτας. Λίγο και ο Κηλαηδόνης . Από τους παλιούς της άρεσε ο Ατίκ, ο Πολυμέρης και γενικά η κανταδόροι της Αθήνας.

Οι Ρεμπέτες και ο Καζατζίδης την αφήνανε αδιάφορη. 
Άλλος κόσμος.

Περισσότερο όμως της αρέσανε τα δικά μας.

Θυμάμαι μια φορά όταν ήμουνα μικρός στην κουζίνα έπλενε τα πιάτα και τραγούδαγε το «Πέτα σκέψη».

Επρόκειτο για μια τρισάθλια μεταγλώττιση του “Va Pensiero από το “Nabucco  του “Verdi”.

Το τραγούδαγε η χορωδία για ευκολία.

Δίπλα ο πατέρας μου καθάριζε λάχανα.

«Πιάστο από πιο χαμηλά Μαρία μου!... δε θα βγει η φωνή σου εκεί πάνω…. δεν είσαι και δεκαοχτώ χρονώ κοπέλα!»

Τονε κοίταξε άγρια στο κούτελο.  Για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζω όταν ήταν νευριασμένη δεν τον κοίταζε στα μάτια αλλά λίγο παραπάνω.

«Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου…. που όλα τα ξέρεις!»

Συνέχισε το τραγούδι από κει που το πιάσε αλλά όταν έφτασε στο  « Χρυσή άρπα των προφητών» (arpa dor dei fatitici vati) και η φωνή της έπρεπε να φτάκει στον ουρανό, δεν τα κατάφερε.

Ο Πατέρας μου συνέχισε σοβαρός , δήθεν αδιάφορα,  να καθαρίζει τα λάχανα αλλά κάποια στιγμή του έφυγε ένα αδιόρατο μειδίαμα.

Αυτό ήταν.

Άνοιξε την κατάψυξη, άρπαξε ένα κατεψυγμένο κοτόπουλο και του το πέταξε.

Ευτυχώς έσκυψε και το κοτόπουλο έκανε ένα βαθούλωμα στον τοίχο που έμεινε για χρόνια να μου θυμίζει το αμάρτημα της μητρός μου.

Οι Γειτόνοι απορούσαν. Πίστευαν ότι οι καυγάδες των τρελοκερκυραίων γινόταν για «δευτερεύοντα»  ζητήματα.

Άσε που δεν καταλαβαίνανε και τις δικές μας παραδόσεις.

Το κατάλαβα πολύ αργότερα στην Κέρκυρα. Η σχέση του κόσμου με την όπερα και τα δικά μας χωριάτικα τραγούδια δεν έκρυβε καμία υπεροψία έναντι των μπουζουκιών η των κλαρίνων παρόλο που σε μερικές περιπτώσεις τα περιγελάμε.

Πρόκειται για την ίδια αίσθηση που προκαλεί σε κάθε λαό η παραδοσιακή του μουσική.

Όταν έχει κάποια συναυλία με κομμάτια όπερας βλέπεις ανθρώπους ηλικιωμένους να δακρύζουν και να σιγοτραγουδούν η παιδιά με τα καθημερινά τους ρούχα να παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή.
Καμιά σχέση με τα «Μέγαρα»  των Αθηνών, με τις γούνες και τους δήθεν «μουσικόφιλους» της υψηλής κοινωνίας.

Εδώ η όπερα συνδέεται αμέσως με την εποχή του τέλους της αριστοκρατίας και τις μεγάλες κοινωνικές επαναστάσεις.

Η πρώτη ομιλία των ανθρώπων ήταν τραγουδιστή.
Αργότερα γίναμε πολιτισμένοι και για να τραγουδήσουμε θέλουμε ένα μποτιλιόνι κρασί.
                       
*Στις 27 του Γενάρη στα 1901 στην Κέρκυρα κηρύχτηκε τριήμερο πένθος. Τα εργοστάσια σταμάτησαν , τα μαγαζιά έκλεισαν, οι σημαίες μεσίστιες και οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα.
Είχε πεθάνει ο μεγάλος . Ο Τζουζέπε Βέρντι.

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018

Ένας Μπον βιβέρ στο μαγειριό



 Τον Πωλ  τον γνώρισα στο μαγειριό.
Δεν υπήρχε άδειο τραπέζι και ήρθε στο δικό μου.

«Παρακαλώ κύριε μπορώ να καθίσω;»

Ψηλός λεπτός , καλοχτενισμένος  με  ωραία μαλλιά και αρκετά μακριά για την ηλικία του.

«Ωραίος άντρας…»  σκέφτηκα  «…στα νιάτα του θα είχε κάψει καρδιές».

Μου συστήθηκε. «Πωλ Πουλίδης … φωτογράφος»

«Και πού έχετε το φωτογραφείο παρακαλώ;»
Χαμογέλασε.
«Όχι τέτοιος φωτογράφος.. φωτορεπόρτερ καλύτερα»

Από κείνη την ημέρα στο μαγειριό γίναμε πολύ καλοί φίλοι .

Δεν ξέρω …. Δεν ταιριάζαμε πουθενά … ήμασταν άνθρωποι από  τελείως διαφορετικούς κόσμους  αλλά  κάτι απροσδιόριστο με έκανε να τον συμπαθήσω  από την πρώτη στιγμή.

Αν μας έβλεπε κανείς να καθόμαστε και να συζητάμε στο ίδιο τραπέζι θα απορούσε .

Αυτός φορούσε  ωραία ρούχα , ένα λεπτό φουλάρι στο λαιμό , μια λεπτή μακριά καπαρντίνα και καλογυαλισμένα σκαρπίνια .

Εγώ με τα λερωμένα ρούχα της δουλειάς  και με αρβύλες γεμάτες λάσπες.

Εξαιτίας του Πωλ έκοψα την συνήθεια να διαβάζω εφημερίδες στο φαγητό. Κάθε που τον συναντούσα μου έλεγε  ιστορίες από την πολυτάραχη ζωή του.
Ατελείωτες ιστορίες που τις άκουγα  σα μικρό παιδί.

Όταν έτρωγα μόνος μου, μου  έλειπαν από το τραπέζι οι ιστορίες του Πωλ.

Είχε γυρίσει όλο τον κόσμο φωτογραφίζοντας μεγάλους σταρ του σινεμά, σπουδαίους πολιτικούς , πρίγκιπες , βασίλισσες , μεγιστάνες και εμίρηδες.

Δεν έβγαζε  απλές φωτογραφίες . Ακτινογραφούσε την κάθε περίπτωση. Μάθαινε τα πάντα για τις παρανομίες , τα εγκλήματα, τις μεγάλες απάτες και τους μεγάλους  έρωτες  των σπουδαίων αυτού του κόσμου.

Κάποτε τον ρώτησα: «Γιατί δεν έγινες πολεμικός φωτορεπόρτερ που είχε  και περισσότερα λεφτά όπως λες»

«Δεν μπορούσα Σταμάτη. Γεννήθηκα μέσα στα χαλάσματα του πολέμου και μέσα στην πείνα… ήθελα να ξεχάσω… να  δω την αστραφτερή πλευρά του κόσμου… ποτέ δεν έγινα μέρος της …απλώς την παρατηρούσα και την φωτογράφιζα… άγριος κόσμος …αδίστακτος  αλλά  χωρίς ερείπια , χωρίς ανέχεια και χωρίς πτώματα στους δρόμους.»

Γύρναγε στους δρόμους και πούλαγε άλμπουμ με φωτογραφίες του.

Θυμάμαι μία στην ακρόπολη όταν είχε έρθει η Μαρία Κάλλας . Πέταγε την φωτογραφική μηχανή στον αέρα  και μόλις την ξανάπιανε πάταγε το κλείστρο και ότι έβγαινε.

Κοίταγαν εντυπωσιασμένοι οι Γιαπωνέζοι τουρίστες και χειροκροτούσαν.

Του είπα να τις ανεβάσουμε στο διαδίκτυο να γίνουν περισσότερο γνωστές. Δεν ήθελε .

«Δεν ξέρω από αυτά και δεν προλαβαίνω να μάθω… άσε που δεν θα ξέρω ποιος τις είδε . Ενώ έτσι μιλάω με τον κόσμο… είναι αλλιώς.»

Ο Πωλ στα γεράματα του ήταν μόνος .

Αλλάξανε και οι καιροί , δεν ήθελε και δεν ενδιαφερόταν να προσαρμοστεί.

Στενοχωριόταν περισσότερο γιατί ένοιωθε ξένο τον σημερινό  κόσμο .

Μια φορά μου είπε ότι αισθάνεται σαν  να έκανε ένα ταξίδι στο μέλλον , να παγιδεύτηκε εκεί και να μην μπορεί να γυρίσει πίσω.

«Σε ζηλεύω» μου έλεγε πολλές φορές.

«Τι ζηλεύεις ρε Πωλ;  Η ζωή μας είναι ένα σύνολο επιλογών που στοιχίζουν έτσι και αλλιώς στο καθένα μας»

Ήρθε ο σερβιτόρος  για τον λογαριασμό.

«Εσύ γιατί πλήρωσες λιγότερα;» μου είπε ο Πωλ χαριτολογώντας.

«Αυτός είναι ο τιμοκατάλογος ρε Πωλ . Εγώ παρήγγειλα  μακαρόνια και εσύ μούθελες Σοφρίτο».

Τελευταία τον έβλεπα συχνά στο σούπερ μάρκετ .

Συνήθως αγόραζε κονσέρβες και λίγα φρούτα.

Σπάνια  πήγαινε στο μαγειριό.

Φαινόταν καταβεβλημένος αλλά διατηρούσε την γοητεία , την ευγένεια και τη  αξιοπρέπεια του.

Πάντα προσεκτικά ντυμένος καθαρός και καλοχτενισμένος.

Προχτές μας άφησε ο Πωλ και δεν πρόλαβα να καταγράψω και τις ιστορίες του .

Δυό τρεις φωτογραφίες του μείνανε στο διαδίκτυο.  

«Πωλ Πουλίδης - εικόνες - αναζήτηση»