Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

Οι κορδέλες του Παντελεημόνου



Από αρχαιοτάτων χρόνων το όνειρο της Ανθρωπότητας ήταν οι ίσιοι δρόμοι.

Όλα τα έθνη και τα δόγματα επιδίωκαν πάντα να φέρουν τους πιστούς τους και τους υπηκόους τους στον ίσιο δρόμο.

Απ ηθικής πλευράς δεν έχουμε εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Από πλευράς, όμως , έργων οδοποιίας οι αλλαγές είναι μεγάλες .

Υπάρχει μια διαρκής τάση να ισιώσουν οι δρόμοι.

Καταργούνται περιττές στροφές, τρυπάμε βουνά , γεφυρώνουμε χάσματα.

Φαίνεται ότι χρειαζόμαστε τους ίσιους δρόμους για να τρέχουμε γρηγορότερα από την μελαγχολία.

Πλησιάζω στα φανάρια του Τζάβρου με 38 βαθμούς.

Κλείνω το γκάζι και βγάζω φλάς αριστερά.

Παλιά με βάραινε το κράνος αλλά όσο γερνάω το συνηθίζω.

Ίσως φταίει που έχω μεγαλύτερη συναίσθηση του κινδύνου να με γράψει κανένας τροχονόμος.

Στους «γιατρούς» έχει δροσιά όπως πάντα. Για δύο χιλιόμετρα αλλάζει ο καιρός και μπαίνουμε στο Φθινόπωρο.

Νομίζω ότι τώρα είναι ο καιρός να ανεβάσει κάποιος θίασος τον Έμπορο της Βενετίας.

Όχι , όμως αυτόν που παρουσιάζεται σαν το τέρας του Καπιταλισμού η του Σιωνισμού.

Όχι . Δεν μαρέσει έτσι .. και δεν μου λέει και τίποτα.

Θέλω τον άλλον που ωθεί τα πράματα στα άκρα όχι για να εκδικηθεί αλλά γιατί ξέρει πολύ καλά ότι εκεί, στα άκρα, πέφτουν οι βενετσιάνικες μάσκες των «αθώων θυμάτων», αποκαλύπτονται τα τέρατα και έρχονται αντιμέτωποι όλοι με όλους.

Στου Τρουμπέτα στρίβω δεξιά εντελώς αψυχολόγητα και ανεβαίνω την Πυλίδα.

Για κάποιο λόγο μου αρέσουν οι στροφές.

Έτσι συμβαίνει άλλωστε και σε όλους τους Σ.Μ.Ε.Α. ( Σιδηρουργοί Με Ειδικές Ανάγκες) .

Η Πυλίδα είναι έρημη ως συνήθως. Θα είσαι πολύ τυχερός αν συναντήσεις κανένα Σωκρακίτη να περνάει.

Κοιτάω το ρολόι μου. Κοντεύει εξίμησι. Το στόμα μου έχει στεγνώσει από τον καυτό αέρα.

Ώρα για το φρούτο μας.

Σταματάω «στου ερημίτη».

Εδώ ανάμεσα στα πουρνάρια είχε κάμει την κατοικιά του κάποιος ερημίτης γύρω στο ’70.

Πέθανε αργότερα και κανένας δεν ξέρει ούτε πως τον λέγανε.

Είχε φυτέψει διάφορα. Είχε και πηγάδι.

Βρήκα δυο- τρείς αμπουρνέλες κόκκινες και μερικές κοντούλες από την απιδιά του.

Καλά είναι και αυτά.

Θυμάμαι τότε που ανακάλυψα την έρημη κατοικιά.

Είχε φτιάξει ένα κρεβάτι με τούβλα για ποδάρια και είχε βάλει επάνω ένα σανίδωμα με ένα στρώμα από εκείνα τα παλιά με μαλλί η με μπαμπάκι. 
Το είχε βάλει στο κέντρο του μικρού δωματίου, σαν βωμό. 
Μπροστά το παράθυρο με θέα προς την ρεματιά.

Είχε κάνει και καμπινέ λίγο πιο πέρα.

Για χαρτί υγείας είχε κάνει μια πατέντα με ένα περιοδικό κρεμασμένο με ένα σκουριασμένο σύρμα.

Στο εξώφυλλο της «Βεντέτα» χαμογελούσε η Ζωζώ Σαπουντζάκη στα νιάτα της, ντυμένη μπεμπέκα και με εκείνο το στόμα που έμοιαζε με τσι γράβες του Σκριπερού.

Το περιοδικό ήταν σκισμένο μέχρι την σελίδα 28.

Αμέσως μετά ακολουθούσαν τα ζώδια.

Μια χοντρούλα αστρολόγος χαμογελούσε με νόημα στην μικρή φωτογραφία και μας πληροφορούσε ότι «..ανοίγονται μεγάλες ευκαιρίες για μια λαμπρή επαγγελματική καριέρα στους κριούς».

Αυτό το χαρμόσυνο νέο δεν πρόλαβε να το διαβάσει ο ερημίτης.

Φαίνεται ότι απεβίωσε μόλις σκούπισε τον κώλο του με την σελίδα 27.

Πίνω νεράκι φρέσκο στην Βρύση της Επίσκεψης μαζί με ένα τσούρμο κεντρίνες και νάσου μπροστά μου οι φοβερές «Κορδέλες του Παντελεημόνου».

Έτσι τις έλεγε η Νόνα μου η Βανθία και στο παιδικό μου μυαλό είχα κάποιο ατελείωτο κατακόρυφο και γυμνό βουνό που στο πλάι του είχε σκαλισμένο ένα δρόμο όπου μετά βίας περνούσε ένα κάρο και οι άνθρωποι κινδύνευαν να τους καταπιεί η άβυσσος.

Κατά τις εφτάμιση φτάνω στον Απραό.

Ο Κώστας έχει σχολάσει και το μπαράκι της παραλίας το έχει αναλάβει η Τάμυ.

Πλήρης άπνοια και ερημιά.

Ξαπλώνω ανάσκελα στο νερό και ετοιμάζομαι για τον διαλογισμό μου .

Απέναντι οι Άγιοι Σαράντα.

Η , έστω, όσοι απέμειναν από δαύτους.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Μακαρόνια με κιμά



Χτές έφτιαξα μακαρόνια με κιμά.

Φρέσκια ντομάτα από τσου Αγραφούς .

Κρέας μοσχαρίσιο από Βελονάδες.

Παπαρδέλες φρέσκες της Τζόρτζιας της Ιταλίδας  ζυμωμένες με φρέσκα αυγά από τον Αι Θανάση.

Ποίημα.

Στην πρώτη πιρουνιά χτυπάει το τηλέφωνο.

Θεωρώ ιερές στιγμές την πρώτη ρουφηξιά του καφέ το πρωί  και την πρώτη πιρουνιά από τα μακαρόνια.

Οι στιγμές όμως είναι κρίσιμες και σηκώνω το τηλέφωνο.

Είναι η Σοφία.

Δεν μπόρεσε να έρθει στην συγκέντρωση εξαιτίας σοβαρού  οικογενειακού προβλήματος .

Θα  ασκώσει όμως «μπαντιέρα στο μπαλκόνι της την Ελληνική σημαία με ένα όχι στην μέση».

Στην Μνήμη του  στρατηγού Γεωργίου Σαλβάνου από την Περίθεια και του λοχαγού Σπύρου Θύμη από τη χωρά.

Η Ελλάδα είχε συνθηκολογήσει το ’41 και ο Σαλβάνος αρνήθηκε να παραδώσει τα οχυρά στους Γερμανούς.

Τους επιτέθηκαν με χιλιάδες αεροπλάνα και τανκς .

Έδωσε όπλα μέχρι στις νοσοκόμες και πολέμησε μέχρι την τελευταία σφαίρα.

Τον καταδίκασε το Ελληνικό  στρατοδικείο για την ανυπακοή του αυτή.

Όταν τον ρώταγες  για τον πόλεμο, δεν σου έδειχνε τα παράσημα του αλλά την καταδικαστική απόφαση του στρατοδικείου.

«Μέχρι και η τελευταία πουτάνα του κόντε θεοτόκη έχει δρόμο στην Κέρκυρα και τον Σαλβάνο δεν τον ξέρει κανείς»

Ανακατεύω αμήχανα τα μακαρόνια στο πιάτο.

Μούρχεται στο μυαλό ο φίλος μου ο Σταμάτης Μεσημέρης από το Βαλανειό.

Έγραφε  ποιήματα και τα τραγουδούσε. Είχε γράψει «Όχι σε όλα που μου δένουν κόμπο την αλήθεια, όχι σε όλα στα παλιά και νέα παραμύθια».

Ελάχιστοι τον ήξεραν.

Ερχόταν στο κατώι μου και μου τραγουδούσε με την παλιοκιθάρα μου.

Ξεκουρδιζόταν διαρκώς η Μι Μπάσσο και εκνευριζόταν.

Γελούσα και τουλεγα ότι κάποια στιγμή θα την αλλάξω.

Η Γερμανία δεν είναι μόνον ο Σόιμπλε και η Μέρκελ και η Κέρκυρα δεν είναι μόνο ο Ρουβάς και η Άτζελα.

Με τούτα και με κείνα μου κρυώσανε τα μακαρόνια.

Το βραδάκι ανεβαίνω πάνω από τον Πέλεκα.

Δεν αντέχω την φασαρία.

Κάθομαι σε μια κολόμπα στην άκρη.

Στο βάθος το λιβάδι του Ρόπα.

Ο Ήλιος κατεβαίνει ανεπαίσθητα.

Κάθεται απαλά πάνω από τσου Γιανάδες.

Σαν να σκιάζεται μην ταράξει την στιγμή.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Αργούν να μας προδώσουν



Κάνει ζέστη το απόγευμα στην Γαρίτσα.

Οι περιπατητές ιδροκοπάμε.

Ζέστη και υγρασία.

Συνηθισμένα πράματα.

Ανήσυχα βλέμματα και νευρικά βήματα.

Σίγουρα θα μας προδώσουν…. είναι προκαθορισμένο… ξέρουν «αυτοί».

Θα διώξουν ετούτον και θα βάλουν τον άλλον.

Γυρνάει ο καιρός μέσα σε μερικά λεπτά.

Ο Λεβάντες σαρώνει την Θάλασσα.

Μυρίζει βροχή.

Σφίγγεται το κεφάλι μου.

Δεν θέλω κουβέντες  δεν θέλω ένταση.

Στην πλατεία μοιράζουν προκηρύξεις που γράφουν «όχι».

Αρχίζει να βρέχει.

Μαζεύουν τις καρέκλες.

Αύριο, λογικά,  θα μας προδώσουν.

Έτσι, άλλωστε, γίνεται πάντοτε.

Ο  Ιούδας , ο Εφιάλτης , Ο Πήλιος Γούσης , η Κερκόπορτα, η Βάρκιζα.

Γιατί αργούν;

Να γυρίσουμε επιτέλους στο σπίτι. Να βάλουμε κάτι να φάμε. Να ξαπλώσουμε  ήσυχοί.

Εμείς είμαστε απλοί άνθρωποι.

Απλοί αγωνιστές .

Αθώοι υπηρέτες που κάναμε το χρέος μας.

Ξαφνικά μας πρόδωσαν.

Αλλά σήμερα αργούν.

Νύχτωσε και οι προδότες δεν ήρθαν ακόμη.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς προδότες.

«Αυτοί οι άνθρωποι ήσαν μια κάποια λύσις».

Στο Σαρόκο κόβει ο Λεβάντες και βγαίνει ξαφνικά η πανσέληνος του Ιουλίου πάνω από την λεωφόρο Αλεξάνδρας.


Εντελώς ανέλπιστα.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Η Τζίντζολα


Οι περισσότεροι λένε ότι δεν θυμούνται τα όνειρά τους την επόμενη μέρα.

Άλλοι πάλι, ξεχνάνε μόνον τα ανομολόγητα όνειρά και θυμούνται μόνον αυτά τα περίεργα που εμπεριέχουν κάποιο παράξενο, λέει,  συμβολισμό.

Εγώ , τις καλοκαιρινές νύχτες, συνήθως βλέπω όνειρα με γυναίκες του περίγυρού μου.

Η «Τζίντζολα» , για παράδειγμα, έχει έρθει πολλές φορές στον ύπνο μου.

«Τζίντζολα» είναι το παρατσούκλι της Τασίας διότι λένε (αυτοί που ξέρουν) ότι «έχει μια ρώγα σα Τζίντζολα».

Λίγο , λοιπόν,  που μου αρέσουν οι Τζίντζολες, λίγο που μου αρέσει και η Τασία, ήταν νύχτες που έβλεπα στον ύπνο μου να δαγκάνω ασταμάτητα Τζίντζολες.

Προχτές , όμως , είδα όνειρο (βασικά)  πολιτικοιδεολογικού –ψυχολογικού   περιεχομένου.

Υπάρχει στην γειτονιά μας ένας βιοτέχνης που όλοι τονε λένε «Βιομήχανο».

Συμπαθής και ανυποψίαστος.  Καταστράφηκε πρώτος-πρώτος την ημέρα που οι εφημερίδες  έγραψαν ότι «Έρχεται κρίση» και βούλιαξε στα χρέη.

Είδα , λοιπόν, τον «Βιομήχανο» στον ύπνο μου και η επιχείρηση του , όχι μόνο πήγαινε καλά αλλά είχε «σηκώσει»  και δυο τρείς ορόφους.

Δούλευα ανυποψίαστος στο ισόγειο του εργοστασίου και ξαφνικά εμφανίζεται μια συνδικαλίστρια και μου λέει ότι στον πρώτο όροφο  οι εργάτες δουλεύουν εκτεθειμένοι στην …ραδιενέργεια.

Η Συνδικαλίστρια δεν έχει εμφανισιακά καμιά σχέση με το στερεότυπο που γνωρίσαμε στην μεταπολίτευση.

Ετούτη είναι λεπτή κομψή ευγενική και φοράει ένα κολλητό σκούρο μπλέ φόρεμα με φερμουάρ στην πλάτη και γόβα  ξώφτερνη.

Ανεβαίνω μαζί της ανήσυχος στον πρώτο όροφο και τι να δώ! Η Αίθουσα ήταν γεμάτη με τεράστιες μπαταρίες στο ύψος ενός ανθρώπου. Λαμπάκια αναβοσβήνουν  ενδιάμεσα και χαρούμενοι εργάτες αστειεύονται  γελούν  και συζητούν  αμέριμνοι στους διαδρόμους.

Ρωτήσαμε έναν αν είναι ευχαριστημένος και μας είπε χαμογελαστός ότι παίρνει πολύ καλό μισθό, δουλεύει χαλαρά και δεν έχει κανένα παράπονο.

Στο πρόσωπό του και στα χέρια του είχε στίγματα από μικρές πληγές στο δέρμα όπως όλοι.

Ταράχτηκα.

«Τα βλέπεις;..» μου λέει η συνδικαλίστρια «..πρέπει να καταγγείλεις τον Καπιταλιστή».

Σκέφτομαι ότι αν τον  καταγγείλω  θα καταστρέψω τον μοναδικό  Καπιταλιστή που συμπάθησα και θα στρέψω και τους χαρούμενους εργάτες εναντίον μου διότι θα μείνουν χωρίς ραδιενέργεια.

Από την άλλη , αν δεν πω τίποτα θα απογοητεύσω την συνδικαλίστρια, θα ξεπέσω στα μάτια της και θα με καταγγείλει ως «Πράχτορα του ταξικού εχθρού».

Δεν ξέρω τι να κάνω.

Μάλλον εκείνη την κρίσιμη στιγμή του διλήμματος θα πρέπει να είμαι ανήσυχος στο κρεβάτι και να αλλάζω συνέχεια πλευρό.

Τελικά αποφασίζω να καταγγείλω τον Καπιταλιστή και να δραπετεύσω με την  Συνδικαλίστρια.

Οι Εργάτες απειλούν να με βιάσουν όπου με βρουν και εγώ βρίσκομαι στον Απραό το ηλιοβασίλεμα με την συνδικαλίστρια δίπλα στο κύμα.

Αγκαλιαζόμαστε  και το χέρι μου κατεβάζει απαλά το φερμουάρ του σκούρου μπλέ εφαρμοστού φορέματος της που συνήθως φοράνε γραμματείς η δικηγορίνες σε δικηγορικά γραφεία της Νέας Υόρκης στις μεταμεσονύκτιες ταινίες του «Άλφα».

Το φόρεμα πέφτει απαλά στο κύμα και νοιώθω να με τρυπάνε δυό τεράστιες σκληρές Τζίντζολες .

Κάνουμε έρωτα στην άμμο του Απραού και λίγο πριν την κορύφωση του πάθους μας ξυπνάω.

Τόχω παρατηρήσει και άλλες φορές.

Τα όνειρα μου παραμένουν πάντα ημιτελή και μπερδεμένα.


Θα το κοιτάξω.

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Το κιβώτιο



Ο Νίκος Παργινός τρώει κάθε μέρα στις έντεκα το πρωί ένα από κείνα τα συσκευασμένα αρτοσκευάσματα με γέμιση σοκολάτας που πουλάνε τα περίπτερα.

Δεν το αγοράζει από το περίπτερο που βρίσκεται έξω από την πόρτα των Λυκείων.
Περνάει απέναντι στα διαλλείματα και το αγοράζει από το σούπερ μάρκετ με εξήντα λεπτά.
Έτσι, με δέκα ευρώ την βδομάδα, που του δίνει ο πατέρας του, τρώει όλη τη βδομάδα την μαρέντα του και του μένουν και για καφέ την Παρασκευή στο Λιστόν.

«Βασικά» του αρέσουν τα πεινιρλί αλλά κάνουν δύο ευρώ και «δεν βγαίνει».

Δεν θα υπήρχε ενδιαφέρον στην μικρή καθημερινή ιστορία του μικρού Νικολάου Παργινού αν δεν συνέβαινε κάτι που με έσπρωξε να γράψω.

Λίγο καιρό πριν  ένα γραφείο κηδειών τοιχοκόλλησε μια αφισέτα για τον  θάνατο ενός αγνώστου στους περισσότερους.

Τον ήξεραν λίγοι στην γειτονιά του. Έμενε μόνος . Η γυναίκα του είχε πεθάνει κάπου στο ΄90. Δεν έκαναν παιδιά και κανένας δεν γνωρίζει κάποιον από τους μακρινούς του συγγενείς (αν υπάρχουν).

Στην κηδεία, αυτοί που πήγαν ήταν μετρημένοι στα δάκτυλα.

Διαδόθηκε ότι στο υπόγειο της μονοκατοικίας που έμενε βρέθηκε ένα κιβώτιο. Το είχε βάλει  στην μέση του δωματίου και είχε κλειδώσει μαζί και ένα γερμανικό λυκόσκυλο.

Όταν άνοιξαν βρήκαν ετοιμοθάνατο το λυκόσκυλο και, λένε, ότι στο κιβώτιο είχε χρυσές λίρες , κοσμήματα ακριβά και πολλά χρήματα.

Με τον θάνατό του έκλεισε η αυλαία μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες της πόλης μας.

Ένας από τους μακρινούς του προγόνους είχε έρθει το 1817 από την Πάργα.

Εκείνα τα χρόνια οι Εγγλέζοι κάνανε στα Γιάννενα μια συμφωνία με τον Αλή Πασά.
Θα του πουλούσαν την Πάργα και δεν θα βοηθούσαν τους Σουλιώτες  αρκεί και αυτός να παραιτούταν από κάθε αξίωση του στα Επτάνησα.

Έτσι , λοιπόν, οι Άγγλοι πήραν ένα σεβαστό ποσό από τον Αλή Πασά και οι Παργινοί υποχρεώθηκαν να πουλήσουν τα υπάρχοντά τους και να φύγουν.

Αμέσως εμφανίστηκαν  σαν τα μανιτάρια Real Estate από τους ελάχιστους γραμματιζούμενους Παργινούς και συνετάχθησαν τα συμβόλαια.

Από την γρήγορη και βεβιασμένη αυτή συναλλαγή αλλάξανε χέρια μεγάλες περιουσίες.

Όταν οι Παργινοί αποβιβάστηκαν στην Σπηλιά μαζεύτηκε κόσμος για να τους δει.

Στεκόταν στις δύο πλευρές του δρόμου και στη μέση περνούσε ένα αμίλητο και κουρασμένο πλήθος που όλοι κουβαλούσαν στην πλάτη τους ένα σακί.
Για αυτό το σακί δεν «πληρωθήκαν».
Μέσα ήταν τα κόκκαλα των πεθαμένων τους.

Είχαν και οι «μεσίτες»  σακί αλλά μέσα δεν είχαν κόκκαλα.

Ένας από αυτούς «αξιοποίησε»  το σακί του και έγινε σπουδαίος και τρανός.

Από γενιά σε γενιά το σακί  μετατράπηκε σε εργοστάσια, ακίνητα, μεγάλες εκτάσεις και στο τέλος συρρικνώθηκε σε  ένα κιβώτιο.

Ο Αλή Πασάς ξεφορτώθηκε τους «κλέφτες» Παργινούς που τον έκλεβαν στο τελωνείο.
Ξέκανε και τους Σουλιώτες που είχανε στήσει μια Μπίζνα απάνω στα βουνά με «διόδια»  και ταπαίρνανε χοντρά από τους «τίμιους διερχόμενους εμπόρους».

Οι «Ευγενείς» Άγγλοι ξεκοκάλισαν τα χρυσάφια που πήραν από τον Αλή Πασά για να φορτωθούν αυτοί τους Παργινούς.

Οι «τίμιοι Μεσίτες» γίνανε «αυτοδημιούργητοι αστοί» μπήκαν στα σαλόνια και έκαναν που και πού καμιά αγαθοεργία για να συντηρούν το φιλολαϊκό τους προφίλ.

Οι Παργινοί πήραν μερικά κέρματα στην τσέπη, ένα σακί αναμνήσεις στην πλάτη και πιάσανε δουλειά στο εργοστάσιο του "μεσίτη".

Ο τελευταίος απόγονος των «μεσιτών»  πέθανε μόνος και κανένας δεν φαίνεται να ενδιαφέρετε για τα κόκκαλα του.

Το κιβώτιο δεν ξέρουμε ακόμα που κατέληξε.

Ο σκύλος σώθηκε από μια φιλοζωική οργάνωση και τον πήρε ένας χωριάτης να του φυλάει το χτήμα.

Ο μικρός Νίκος Παργινός συνεχίζει κάθε μέρα στις έντεκα  να κάθετε στα σκαλιά της πολυκατοικίας απέναντι από τα λύκεια και να μασουλάει συντηρητικά των εξήντα λεπτών.

Περνάμε μπροστά από το περιστύλιο του Μαίτλαντ.
Η Ξεναγός  με την ταμπέλα εξηγεί σε ένα πλήθος τουρίστες το «πόσο σπουδαία προσωπικότητα υπήρξε».

Ο Ιάσωνας δίπλα  με βλέπει σκεπτικό και με ρωτάει «τι έχω».


«Που να σου εξηγώ!»
.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Ο Θεός αγαπάει τους μουτρωμένους

Νομίζω ότι η Ιερότερη στιγμή της βδομάδας είναι η πρωινή κυριακάτικη, ανοιξιάτικη βόλτα,  αρκεί να αλητεύεις μόνος  με τις σκέψεις σου.

Υπάρχει σήμερα μια μουντάδα με ολίγη από Ήλιο που μετατρέπεται αργά σε ήλιο με ολίγη από μουντάδα.

Η όστρια η ψαροχέστρα (που λένε και οι ψαράδες) μας  έχει καθίσει στο σβέρκο αλλά ο Ιάκωβος (ο προσωπικός μου Μετεωρολόγος) με έχει διαβεβαιώσει ότι  Τρίτη με Τετάρτη το πολύ θα το γυρίσει σε μαΐστρο και θα καθαρίσει.

Ωραία είναι και έτσι.

Αυτό το δυσδιάκριτο της  πρωινής μουντάδας  αρέσει στην  φύση, όπως και σε όλα τα θηλυκά άλλωστε.

Περπατάω και κοιτάω τις πλάκες του πεζοδρομίου.

Λίγοι γνωρίζουν ότι σε αυτές τις πλάκες είναι γραμμένη μια σπουδαία ερωτική ιστορία που μπροστά της ωχριά ακόμα και η «Κύρια με τις Καμέλιες».

Ένας φίλος μου , λοιπόν,  προκειμένου να  γοητεύσει  μια κοπέλα αγόρασε εκατοντάδες μαρκαδόρους και άρχισε από τον Ανεμόμυλο να γράφει σε κάθε πλάκα του πεζοδρομίου «σ΄αγαπώ».

Έγραφε κάθε βράδυ από τις έντεκα μέχρι τις οχτώ το πρωί.
Το πεζοδρόμιο έχει μάκρος κοντά δύο χιλιόμετρα και πλάτος τέσσερα μέτρα. Σε κάθε τετραγωνικό μέτρο αντιστοιχούν , κατά μέσον όρο,  πέντε πλάκες.

Με έναν πρόχειρο υπολογισμό που έκανα μου έβγαινε σαράντα χιλιάδες πλάκες.

Έκανε , δηλαδή περίπου μια εβδομάδα εργαζόμενος σκληρά όλη νύχτα για να γράψει σαράντα χιλιάδες φορές «σ΄αγαπώ».

Τέτοια επιμονή δεν έχει ούτε ο ψωριασμένος κεραμιδόγατος που πολιορκεί κάθε βράδυ την Λουτσίντα.

Όλα πήγαιναν καλά στην πρωινή μου περιπλάνηση ώσπου με πρόλαβε η Τζώρζια.

Περπατούσε γρήγορα , μουτρωμένη και με το κεφάλι κάτω.
Σου έδινε την εντύπωση ότι είχε ξεχάσει το  «μάτι» της κουζίνας ανοιχτό και γύριζε για να το σβήσει.

«Καλημέρα» της λέω.
«Που την είδες την Καλημέρα;…» μου απαντά  «…μας περόνιασε τα κόκκαλα η μούχλα.»

Πριν προλάβω να την συγκρατήσω μου άδειασε ένα φορτηγό προβλήματα πάνω στο κεφάλι.
«Τα μουράγια που θα τα πάρει η θάλασσα..»
«Το έργο στο ΝΑΟΚ που δεν θα τελειώσει ποτέ…»
«Μας πνίξανε τα σκουπίδια…»
«Σκάψανε όλη την πόλη και την αφήκανε έτσι…»
«Το αφρικάνικο σκαθάρι που θα εξαφανίσει όλους τσου φοίνικες..»
Μέχρι και μια υποψία σκατίλας έπιασε η μύτη της από κάποιο καναλέτο και την έκανε «βρώμα και.. λυσωδία».

Περνάμε το Κορφού Παλλάς, ανεβαίνουμε τον ανήφορο του ΝΑΟΚ  και συνεχίζει να με μαστιγώνει.

Αισθάνομαι σαν  τον Βαραβά που θα καταλήξω τελικά να με σταυρώσει στον μνημείο του Μαίτλαντ.

Κάτι τέτοιες στιγμές σκέφτομαι ότι πάντα (καθώς λένε) στις ενδιάμεσες περιόδους της ιστορίας κυριαρχεί η απαισιοδοξία.

Έτσι θάναι.

Αλλιώς την «Πρέβεζα»  θα την είχε γράψει ο Ροσσίνι και τον κουρέα της Σεβίλλης ο Καρυωτάκης.

Ωστόσο, λες, ότι η απαισιοδοξία είναι και η απαραίτητη προϋπόθεση για να στρατολογήσουν οπαδούς τα θρησκευτικά και πολιτικά δόγματα.

Για να υποσχεθείς στον πελάτη έναν παράδεισο πρέπει να  έχει βεβαιωθεί ότι αυτό που ζει είναι μια κόλαση.

Το χειρότερο που μπορείς να κάνεις στον μάρτυρα του Ιαχωβά (που με κουράρει) είναι να του πεις ότι είσαι ευχαριστημένος από την ζωή…. έστω και μερικώς.

Θα βγάλει σπυριά. 
Θα προσπαθήσει να σε πείσει ότι όλα πάνε κατά διαόλου και ότι ο άνθρωπος θα γνωρίσει την πραγματική ευτυχία στον παράδεισο.

Σκέφτεσαι , όμως, ότι αν  στον παράδεισο δεν υπάρχει το καλό και το κακό με τι θα ασχολούμαστε;

Αν δεν υπάρχουν γκρεμοί και βουνά παρά μονάχα λιβάδια, ο παράδεισος θα μοιάζει με την Λάρισα.

Η ζωή θα γίνει βαρετή και θα γενικευτούν οι περιπτώσεις των μανιοκαταθλιπτικών.

Αν είναι έτσι τότε πως θα αυτοκτονήσει κάποιος στον παράδεισο;  Γκρεμός δεν θα υπάρχει.

Ακόμα και αν  αρχίσεις στις κλωτσιές κανένα λιοντάρι για να σε φάει πάλι δεν γίνεται τίποτα διότι τα λιοντάρια θα τα έχει κάνει ο Θεός χορτοφάγα και θα κοιμούνται αγκαλιά με τσι προβατίνες…. και αν τελικά βρείς τον τρόπο και αυτοκτονήσεις που θα πάς μετά; …ξανά στον παράδεισο;

Τέτοια σκέφτομαι ανεβαίνοντας τον Γολγοθά του ΝΑΟΚ και η Τζώρζια πίσω, μου έχει οργώσει τον πλάτη βουρδουλιές.

Το επόμενο σαββατοκύριακο λέω να κάνω την διαδρομή  Στρινίλας – Παντοκράτορας.


Τρείς ώρες πριν να φέξει.
.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Η Συμμορία του Μπούμπη



Εκτός από όλα τα άλλα που συμβαίνουν στην (πολυτάραχη) ζωή μου πρέπει να αντιμετωπίζω κάθε τόσο και τον μάρτυρα του Ιαχωβά που με έχει αναλάβει εργολαβικά.

Μάλλον τους έχει εξιτάρει το γεγονός ότι είμαι άθεος και έχουν βαλθεί να με μυήσουν.

Προχτές μου ήρθε αγριεμένος.

Παραξενεύτηκα διότι συνήθως έχει ένα, δήθεν, γαλήνιο ύφος του πεφωτισμένου που ήρθε εξ ουρανού με μοναδικό σκοπό να με σώσει.

«Με δαγκάσανε οι σκύλοι στην Πάνω πλατεία…» μου λέει  «…με ρίξανε κάτω, μου σκίσανε το παντελόνι και μου ρίξανε και μια δαγκαμασιά στο πλάτη….. Πήγα στο νοσοκομείο και μου κάνανε δύο ράμματα ….. Θα κάνω μήνυση του Νικολούζου*».

«Δεν φταίει ο Νικολούζος» του λέω σοβαρά.

«..και ποιος φταίει; … να μαζέψει τσου σκύλους και να τσου βάλει σε σκυλοκομείο».

«Άκου…»  του απαντώ «…για τσου σκύλους δεν φταίει ο Νικολούζος…. φταίει ο Θεός.»

Με κοιτάζει σοβαρός.

«..Και γιατί φταίει ο Θεός;»

«Γιατί αυτός έφτιαξε τσου σκύλους….. ας μη τσου φτιάχνε σαρκοφάγους…. ας τσου φτιάχνε να βόσκουνε πρικαλίδα.»

Μπερδεύεται.

Με κοιτάζει αμήχανα και μάλλον θυμωμένος.

Αυτοί οι άνθρωποι  έχουν όλοι την ίδια κοψιά.

Προσέξτε το ύφος του Κουτσούμπα στην τηλεόραση.
Ένα ράμα.

Συνεχίζω ακάθεκτος την προέλαση μου.

«Για να σιγουρευτούμε , πάντως, ρώτησε τον.»
«Ποιόν;» με ρωτάει.
«Το Θεό, βεβαίως…..»
«Δεν μπορούμε να ξέρουμε τους σκοπούς του Θεού.» μου απαντάει με ύφος κατηγορηματικό.
« Καλά, τόσο σπουδαίο είναι να μας το πει να μας φύγει και η απορία:» συνεχίζω εγώ.

Η Συζήτηση φρακάριζε και έδωσα ένα τέλος.

«Από την περιγραφή του σκύλου που σε δάγκασε φαίνεται ότι πρόκειται για τον Μπούμπη.
Να έχεις το νού σου.
Έχει φτιάξει μια συμμορία  και έχουνε βάλει στο μάτι τσου μάρτυρες του Ιαχωβά»



*(Νικολούζος = Δημάρχος Κερκυραίων με τον συνδυασμό του ΣΥΡΙΖΑ)

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Αναμονές


Γνώρισα τον Θύμιο πριν από αρκετά χρόνια.
Είναι καιρός, τώρα, που έχει πεθάνει.
Μου ζήτησε να του περιφράξω ένα χτήμα πέντε στρεμμάτων και να του φτιάξω και ένα σιδερένιο πορτόνι .
Πήγαμε στο χτήμα με το σκονισμένο φορτηγάκι μου.
Στον δρόμο μου είπε σχεδόν όλη την ιστορία της ζωής του.
Έφυγε μετά τον πόλεμο και δούλεψε στα ξένα.
Ήταν απλός άνθρωπος , σοβαρός και με μονίμως θλιμμένο βλέμμα.
Το χτήμα του ήταν σε ένα ύψωμα πάνω από μια από τις γνωστότερες και ωραιότερες παραλίες του νησιού.
Ήταν το μόνο που είχε μείνει απούλητο από την περιουσία του πατέρα του.
Θυμόταν ότι ο παππούς του το είχε σε μεγάλη εκτίμηση όχι για την θέα αλλά γιατί εκεί έστηνε αγκίστρια και έπιανε δεκάδες κοτσυφούς και κίχλες.
Η οικογένεια επιβίωσε τα χρόνια εκείνα και από τα αγκίστρια.
Έτσι γίναμε φίλοι με τον Θύμιο.
Ο Θύμιος έβαλε μπροστά και έφτιαξε τα θεμέλια για ένα σπίτι αρκετά μεγάλο.
Οι δύο του γιοί δεν έδιναν σημασία γιατί τότε είχαν το μυαλό τους αλλού.
Επειδή τα λεφτά θα τελείωναν πριν γίνει το σπίτι ο Θύμιος προτίμησε να ρίξει το βάρος στην σωστή θεμελίωση.
Έτσι, όταν γέρασε, ήταν έτοιμη μια επίπεδη πλάκα με έναν μεγάλο βόθρο δίπλα και με «αναμονές» για να συνεχίσουν οι επόμενοι.
Τούλεγα να το μοιράσει.
Μουλεγε ότι αν τα παιδιά του δεν μπορούν να το χτίσουν και να συμβιώσουν τότε ας το κάνουν τα εγγόνια του..και αν δεν το κάνουν και τα εγγόνια ας το κάνουν τα δισέγγονα και αν δεν μπορούν και αυτά .. «μη συφτάκει και γένει».
Πέθανε ο Θύμιος. Πήγα και στην κηδεία του και πολύ σύντομα οι γιοί τον ξέχασαν . 
Κανένας δεν είχε λεφτά να χτίσει το σπίτι και αρχίσανε και οι καυγάδες.
Ο Μικρότερος ήθελε να βάλουν λεφτά για να ξανακάνουν τα θεμέλια στην άκρη του χτήματος για να είναι κοντά στον γκρεμό ώστε να έχει περισσότερη θέα.
Ο Μεγαλύτερος ήθελε να μείνει εκεί που είναι διότι δεν θα ξαναγινόταν καλύτερη θεμελίωση.
Ο Καιρός περνούσε με καυγάδες και ελλείψει χρημάτων δεν γινόταν τίποτα.
Δεν φτάνει αυτό άλλα μόλις ο γιος του μεγαλύτερου πήγε να φτιάξει μια πρόχειρη κατασκευή με τουβλέτες στην μια άκρη της πλάκας για να πηγαίνει κανένα σαββατοκύριακο ο άλλος του έφερε την αστυνομία.
Τον σταμάτησαν και άρχισαν και τα δικαστήρια.
Η πλάκα χορτάριασε γύρω γύρω και ίσα που φαίνεται πλέον από τον δρόμο.
Όταν περνάω, πλέον, από εκεί προσπαθώ να μην την κοιτάζω.
Θυμάμαι το μελαγχολικό βλέμμα του Θύμιου.