Η μικρή Λουλού με περιμένει κάθε πρωί στο χαλάκι της εξώπορτας.
Τρίβεται στα πόδια μου και κατεβαίνει τα σκαλιά κουνώντας
πέρα δώθε τον κώλο της.
Ξέρει ότι είναι η ώρα του φαγητού.
Σήμερα έχει μακαρόνια με κιμά.
Πίσω της έρχεται και ο Μαμούχαλος.
Πρόκειται για ένα βρωμερό γάτο των γύρω περιοχών.
Μυρίζει αφόρητα από μακριά. Είναι γεμάτος τσίμπλες,
αδραχτιλιόνους και τσιμπούρια.
Δεν ελπίζει σε κάποια ερωτική σχέση. Η μικρή Λουλού είναι
στειρωμένη.
Την ακολουθεί για να φάει ότι της περισσέψει.
Η Μικρή Λουλού τρώει λίγο , προσεκτικά και χωρίς να λερωθεί.
Ότι αφήσει το τρώει ο Μαμούχαλος ο οποίος γεμίζει σάλτσες από
τα μουστάκια μέχρι τα αυτιά .
Καταλήγω ότι οι συμπεριφορές των φύλων είναι πάνω κάτω ίδιες
σε όλο το ζωικό βασίλειο.
Μια φορά βρέθηκα στην Σιάτιστα σε μια τοπική γιορτή.
Είχαν και παρέλαση-πασαρέλα
με άλογα στους κεντρικούς δρόμους.
Μπροστά πήγαινε η φοράδα.
Καμαρωτή , κατακάθαρη με το κεφάλι ψηλά να τινάζει κάθε τόσο την χτενισμένη χαίτη της
. Ένα βάδισμα μπαλαρίνας . Νόμιζες ότι οι οπλές της δεν άγγιζαν την άσφαλτο.
Πίσω ερχόταν ο Μαμούχαλος.
Αλλού πατούσε και αλλού βρισκόταν . Με το κεφάλι κάτω. Του
τρέχανε σάλια και αφροί. Έκανε να γυρίσει πίσω και τονε ξαναφέρνανε μπροστά . Και σαν να μην
έφταναν αυτά , στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης αφήνει και καμιά δεκαριά
καβαλίνες σαν τούρτες γενεθλίων.
Τραγωδία!
Τα ίδια συμβαίνουν και με το ανθρώπινο γένος.
Με διαβεβαιώνει για
αυτό ο μπάρμαν του καφέ Μιμόζα
που έχουν δει τα μάτια του πολλά.
Το ρώτησα να μου πει πως καταφέρνουν οι γυναίκες και
περπατάνε με αυτό το κουνιστό βάδισμα.
Του λέω ότι προσπάθησα να το κάνω και εγώ στο σπίτι μου και
δεν τα κατάφερα. .
Κάποιο μυστικό θα υπάρχει.
«Δεν είναι ακριβώς έτσι» μου λέει και ξεκινάει την ανάλυση.
«Υπάρχουν τρία βασικά
είδη γυναικείου βαδίσματος .
Καταρχήν υπάρχει το βάδισμα «τάβλα».
Εδώ η γυναίκα περπατάει βιαστικά και αγχωμένη. Έχει δουλειές. Δεν κουνιέται καθόλου . Είναι σαν
να σου λέει : «Δεν πιστεύω τίποτα , δεν ελπίζω τίποτα , είμαι παντρεμένη.»
Μετά υπάρχει το βάδισμα «Μπάντα κι’ άλλη». Αυτή κουνιέται υπερβολικά
και άγαρμπα σε στυλ «το παλεύω να προκαλέσω όπως –όπως ».
Το τρίτο είδος είναι η σωστή… η «Έλεγκανς».
Αυτή περνάει σαν αερικό.
Περπατάει με ένα ανεπαίσθητο κούνημα και με ένα ανάλαφρο βάδισμα που
νομίζει ότι αιωρείται.
Κυκλοφορεί, το
κατακαλόκαιρο που η άσφαλτος λειώνει, με
ένα ύφος τελείως ανέμελο.
Ενώ εμείς σουρώνουμε από τους ιδρώτες, αυτή είναι τελείως στεγνή.
Το χειμώνα που εμείς παθαίνουμε πνευμονία με πουλόβερ , ,μπουφάν
και μπότες, αυτή βγαίνει στην πιάτσα με
ένα φορεματάκι ξώπλατο.
Το μεγάλο μυστικό είναι το νωχελικό βάδισμα και το
ανεπαίσθητο λίκνισμα.»
Τέτοια μου λέει ο μπάρμαν του καφέ Μιμόζα και τον ακούω με
ανοιχτό το στόμα σαν μικρό παιδί.
Το ηλιοβασίλεμα είμαι στα μουράγια . Ανατολικά έχουν αρχίσει
να ανάβουν τα φώτα της Κονίσπολης.
Δυτικά ο ήλιος έχει κατέβει πάνω από το Σωκράκι.
Απόλυτη ηρεμία . Οι σφυγμοί μου στους εβδομήντα.
Η στιγμή είναι μαγική και μοναδική. Κανένα ηλιοβασίλεμα δεν
είναι ίδιο .
Εκεί που είμαι ακουμπημένος στο κάγκελο και ρεμβάζω περνάει
από πίσω μου μια οπτασία.
Οι σφυγμοί ανεβαίνουν στους ενενήντα, όλο με μίας.
Στέκεται μπροστά στο ηλιοβασίλεμα και ρυθμίζει την
φωτογραφική μηχανή του κινητού της.
Φοράει ένα κάτασπρο πανάκι που κρέμεται από τους ώμους της με
δύο τιραντούλες.
Το ύψος από το φόρεμα είναι οριακό.
Ελπίζω σε ένα μαϊστράλι.
Ξαφνικά φυσάει.
Το φουστανάκι ανεβαίνει ελάχιστα και πάντως εντός των ορίων.
Αν φορούσα εγώ ράσο μέχρι τους αστραγάλους , θα μου είχε
φτάσει στο λαιμό.
Είναι φανερό, υπάρχει
αναμφισβήτητα συνωμοσία των δυνάμεων της φύσεως.
Σε ένα άλλο ηλιοβασίλεμα είχα βρεθεί στην Μυρτιώτισσα.
Ανατολικά ήταν οι γυμνιστές και δυτικά εμείς οι συντηρητικοί
με τα μαγιό.
Είμαι ξαπλωμένος και απολαμβάνω το ηλιοβασίλεμα.
Ξαφνικά έρχεται από πάνω ο Γιάννης ολόγυμνος.
-«Μην ξεχάσεις αύριο στις οχτώ την συγκέντρωση στο Εργατικό
Κέντρο.»
-«Δεν θα την ξεχάσω ρε Γιάννη αλλά κάνε μου και εσύ μια
χάρη.»
-Ότι θέλεις.»
-«Μήπως μπορείς να κάνεις λίγο στην άκρη τα αρχίδια σου γιατί μου
κρύβεις το ηλιοβασίλεμα;»
‘Έτσι που λες αγαπητέ αναγνώστη. Αυτά τραβάω.
Το Σαββατόβραδο βρέθηκα στο ετήσιο φεστιβάλ του εναλλακτικού
εργαστηρίου.
Οι φοιτητές του τμήματος Τεχνών ήχου και εικόνας είχαν τραπεζάκι με ένα περιοδικό που
εκδίδουν.
Το ξεφυλλίζω. Διακρίνω ένα άρθρο για την «Θηλυκότητα».
-« Τι είναι η «θηλυκότητα» ρε παιδιά;»
-«Παρακλάδι του Κουίρ»
-«..Και τι είναι το Κουίρ ρε παιδιά;»
Ο διπλανός μου με
τραβάει παραπέρα και μου λέει : «Άστο, υπάρχει χάσμα γενεών».
-«Αυτό ρε φίλε δεν είναι χάσμα , αυτό είναι η χαράδρα του
Βίκου».
Θα μου πεις αγαπητέ αναγνώστη «που θέλεις να καταλήξεις;».
Πουθενά δεν θέλω να καταλήξω ρε φίλε και εγώ μπερδεμένος
είμαι.