Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Για ένα Μπαλότο* σανό

 Ο Μπούλης συνταξιοδοτήθηκε πριν κλείσει τριακονταπενταετία.

Ήταν από τους τυχερούς .

Κανονικά έπρεπε να βγει στα 25 χρόνια εργασίας λόγω βαρέων και ανθυγιεινών αλλά καταργήθηκαν πάνω στην πιο κρίσιμη στιγμή του εργασιακού του βίου.

Τον Μπούλη τον είχε στην δούλεψή της η κουμπάρα μας  η Κατίνα.

Όταν τον αγόρασε ήταν πράγματι «Μπούλης» .

Ως νεαρός γάιδαρος είχε επακριβώς  καθορισμένη υπηρεσία.

Το πρωί κατέβαινε με την Κατίνα τον κατήφορο προς το χτήμα.

Εκεί έμενε δεμένος από την ελιά μέχρι το απόγιομα.

Το βραδάκι  ανέβαιναν και οι δύο φορτωμένοι τον ανήφορο.

Η Κατίνα με τα εργαλεία της και ο Μπούλης με τα ξύλα  η με κανένα σακί ελιές.

Ουδέποτε η Κατίνα ανέβαινε στο σαμάρι.

Εκείνη την εποχή οι Μαρξιστές φιλόσοφοι ασχολούταν αποκλειστικά με το φαινόμενο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Επειδή στην ιστορία του πλανήτη μας δεν έχουμε συναντήσει ακόμα το φαινόμενο της εκμετάλλευσης γαιδάρου από γάιδαρο  θα είχε ενδιαφέρον να γραφτεί  και ένα τρίτομο  μαρξιστικό έργο ( σαν το «Κεφάλαιο» ας πούμε)  με θέμα   την εκμετάλλευση γαιδάρου από άνθρωπο.

Παρόλα αυτά η Κατίνα ήταν μια εξαίρεση . Τον αγαπούσε τον Μπούλη και  αυτό φαινόταν  στο τρόπο που τον φρόντιζε και του μιλούσε.

Τα πράγματα που έφερνε από το μικρό της κτήμα ήταν ασήμαντου βάρους.

Περισσότερο τον είχε για συντροφιά , άλλωστε Θα μπορούσε να κάνει τις δουλειές και χωρίς αυτόν.

Αν τον συγκρίνουμε, δε,  με τους γαιδάρους της Σαντορίνης , με τα εκατομμύρια σκυλιά που ζουν σε διαμερίσματα η τα πουλιά που ζουν σε κλουβιά, ο Μπούλης έκανε ζωή χαρισάμενη.  Έβοσκε όλη μέρα στο κτήμα της Κατίνας και έπαιρνε και τον υπνάκο του κάτω από τις ελιές.

Βεβαίως δεν γίνεται ουδεμία σύγκριση  με τα ζώα των «βιομηχανιών κρέατος» που θανατώνονται ύστερα από  αδιανόητα βασανιστήρια πάχυνσης προκειμένου να μπορούμε εμείς  οι  αθώοι προλετάριοι καταναλωτές  να λέμε στον εξίσου αθώο  και εκμεταλλευόμενο  χασάπη του σούπερ μάρκετ : «Βάλε δύο μπριζόλες λαιμού ,  δυο κιλά παιδάκια  και μια σκωτοπλεμοναριά».

Τα ζώα στην εποχή μας υπάρχουν μόνο για εμάς .

Η υποδούλωση του βασιλείου των ζώων είναι  σχεδόν ολοκληρωτική.

Τα χρειαζόμαστε ως μπριζόλες.

Σαν υποκατάστατα θρυμματισμένων σχέσεων.

Σαν  παυσίπονα της αβάστακτης μοναξιάς.

Σαν διασκεδαστές τσίρκων.

Σαν μεταφορείς υπέρβαρων τουριστών.

Η σαν πρεσβευτές της  διαταραγμένης σχέσης μας με την (υπόλοιπη) φύση.

Ο Μπούλης έζησε τριάντα χρόνια μαζί με την κουμπάρα μας  την Κατίνα μια ήσυχη ζωή.  

Τα βράδια κοιμόταν σε ένα  πρόχειρο κατάλυμα κάτω από μια σκάλα που  είχε κλείσει η Κατίνα με καλάμια  ώστε να μην κρυώνει.

Το λέγε και το ξανάλεγε ότι όταν μπορέσει θα του κάνει έναν καθώς πρέπει σταύλο.

Περάσανε τα χρόνια και η Κατίνα γέρασε μαζί με τον Μπούλη.

Λίγο που ήτανε θρήσκα και τηρούσε επακριβώς τις νηστείες  , λίγο που έτσι ήτανε το σκαρί της , ζούσε με ελάχιστα και  έφτασε  ενενήντα πέντε  χρονών.

Ήτανε αδύνατη και ξερακιανή «σα στακοφίσι»* , καθώς  έλεγε και ο πατέρας μου.

Κάποια στιγμή ο  ΟΓΑ έβγαλε της Κατίνας μια υποτυπώδη σύνταξη  που της περίσσευε κιόλας.  

Έτρωγε συνήθως αγριολάχανα  με λίγο λάδι, λίγο τυρί , κανένα κομιντόρο*  και βουτηχτό το ψωμί. Σπέζα*  μόνο ρύζι , μακαρόνια  και λίγο κρέας στις μεγάλες γιορτές του χρόνου. 

Μόλις  πήρε τα «αναδρομικά»  δήλωσε  σε όλο το χωριό ότι θα βγάλει σύνταξη και του Μπούλη.

Έτσι λοιπόν φώναξε μάστορα  και έχτισε δίπλα στην κουζίνα της  έναν σταυλο που ήταν καλύτερος από την κουζίνα της.  

Έβαλε μέσα και στρωσίδια . Τούφτιαξε ξύλινο παχνί ,  σανό βρώμης και του άλλαζε το νερό  τρείς φορές την ημέρα. 

Ως γνωστόν , ο Μπούλης , όπως και όλοι οι γάιδαροι και τα άλογα, αν έβλεπε ένα φυλλαράκι μέσα στο νερό δεν το πίνε. Έπρεπε το νερό να ήταν πεντακάθαρο.

Όλα πήγαινα καλά και η ζωή τους κυλούσε προς το τέλος της ώσπου μπήκε της Κατίνας η ιδέα ότι ο Μπούλης φοβάται το σκοτάδι.

Φώναξε λοιπόν την ΔΕΗ , βάλανε έναν μετρητή στον σταυλο  και έφερε και τον ηλεκτρολόγο να βάλει μια λάμπα του Μπούλη.

Αυτό ήταν.

Μετά από λίγο καιρό την ειδοποίησαν ότι ήρθε ο ΕΝΦΙΑ του σταύλου.

Η Κατίνα δεν είχε να τον πληρώσει. Οι γειτόνοι της είπαν ότι ο ΕΝΦΙΑ είναι ένα πράμα που αν δεν το πλερώσεις  «θα μπει στην εφορία» και δεν γλυτώνεις με τίποτα.

Η Κατίνα πήγε στον Παπά.

«Μη πλερώνεις  Κατίνα μου, έτσι και αλλιώς δεν  προλαβαίνουνε να μας κάνουν τίποτα.».

Έτσι και έγινε.

Πρώτα  απεβίωσε ο θρυλικός Μπούλης  και  λίγο καιρό αργότερα απεβίωσε και η κουμπάρα μας η Κατίνα αφήνοντας  απλήρωτο ένα δυσβάστακτο χρέος  στο υπουργείο οικονομικών.

Γράφω αυτά τα λίγα στην μνήμη δύο αγαπημένων και μοναχικών γειτόνων και με αφορμή  την αντιπαράθεση ανάμεσα στους δικαιολογούντες τα πάντα   και στους οργισμένους  υστερικούς.  

Είναι πλέον προφανές και στους πλέον δύσπιστους.

Μαζί με το βασίλειο των ανθρώπων έχει σοβαρό πρόβλημα και το βασίλειο των ζώων.

Ο Αυτοκράτορας είναι διαταραγμένος.  

Ας ελπίσουμε ότι θα τον προλάβουμε πριν βάλει φωτιά και κάψει την Ρώμη.

 

*Μπαλότο (Baloto) λέμε το δεμάτι σανού  η λέξη έχει προέλευση από  την Ενετική διάλεκτο.

*Στακοφίσι  (stock Fish) Λέμε τον αποξηραμένο μπακαλιάρο. Προέρχεται από την Αγγλική γλώσσα.

*Σπέζα ( Spesa) λέμε τα τρόφιμα που δεν παράγουμε εμείς και πρέπει να τα αγοράσουμε.  Η Λέξη προέρχεται από την ενετική διάλεκτο.

*Κομιντόρο ( Comi doro  o  Pomo doro) λέμε την ντομάτα.  Ενετικό και αυτό.

Σάββατο 8 Ιουλίου 2023

Προϋποθέσεις

 Στην πρώτη δημοτικού ήθελε να πετάξει.

Θα πήδαγε δοκιμαστικά από τον μαντρότοιχο με μια ομπρέλα.

Φοβήθηκε όμως μην χτυπήσει.

Μάζεψε την ομπρέλα και γύρισε σπίτι.

Δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις.

 

Στο πάρτι της δευτέρας γυμνασίου ήθελε να φιλήσει την Κατερίνα.

Τοφέρε από δώ , τόφερε από κει , τελικά εγκατέλειψε την προσπάθεια.

Δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις.

 

Πάντα του άρεσε το πιάνο.

Γράφτηκε και στο ωδείο.

Για να κάνει , όμως, εξάσκηση έπρεπε να αγοράσει πιάνο.

Τελικά  εγκατέλειψε την προσπάθεια διότι…

Δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις.

 

Όταν ήταν ακόμα νέος πίστευε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Τον έπεισαν τελικά οι σοφότεροι ότι πρέπει να κάνει υπομονή διότι…

Δεν είχαν ωριμάσει οι προϋποθέσεις.

 

Αργότερα αποφάσισε να γίνει αγρότης.

Θα φύτευε μια έκταση με κερασιές .

Πάντα του αρέσανε τα κεράσια.

Η   τοποθεσία, όμως,   ήταν ακατάλληλη.

Προφανώς δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις.

 

Ήθελε πάντα να κάνει ένα ταξίδι με τρένο   στις στέπες της Μογγολίας.

Έκανες τους υπολογισμούς  του. 

Έκοψε από δω, έκοψε από κει, αλλά  τίποτα.

Τελικά το ταξίδι αναβλήθηκε επ αόριστον .

Εκείνη  τη στιγμή δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις.

 

Ήθελε να παντρευτεί και να κάνει παιδιά.

Δίσταζε όμως διότι το εισόδημά του  δεν το επέτρεπε.

Στα πενήντα πέντε το εισόδημά του είχε ανέβει αρκετά άλλα τότε…

Δεν  υπήρχαν οι προϋποθέσεις.

 

Σκέφτηκε να κάνει ένα εκτροφείο πέστροφας.

Το νερό του ποταμιού όμως ήταν λίγο και η επιχείρηση δεν ήταν σίγουρο ότι θα πετύχει.

Ασφαλώς δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις.

 

Ερωτεύτηκε  μια γειτόνισσα .

Μια φορά βρέθηκαν μόνοι  στο ασανσέρ.

Στο ισόγειο κατέβηκαν αμίλητοι.

Ήταν παντρεμένη.

Δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις.

 

Πάντα ήθελε πολύ να διαολοστείλει το αφεντικό του και  να φύγει.

Δεν το έκανε όμως ποτέ διότι…

Δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις.

 

Δεν μπόρεσε  να χαρεί ούτε μια φορά την πανσέληνο του Αυγούστου .

Είχε δουλειές .

Δεν προλάβαινε.

Δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις.

 

Είναι δέκα η ώρα.

 

Μετράει τις σταγόνες του ορού.

 

Σε λίγο θα περάσουν οι γιατροί.

 

Γυρνάει το κεφάλι του προς  το παράθυρο.

 

Δύο δεκαοχτούρες κάθονται στην κουπαστή του μπαλκονιού και κουτσομπολεύουν.

 

Θέλει να σηκωθεί,  να βγει έξω  και να  πάρει μέρος στην κουβέντα.

 

Πρέπει να πάρει την άδεια του Γιατρού .

 

Είναι σίγουρος ότι θα του πει: 

 

«Λυπάμαι , δεν υπάρχουν οι  προϋποθέσεις».

 

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2023

Τα σφυριά της όπερα «Il Trovatore»

 Ο   Κώστας  γκρινιάζει  σε κάθε ευκαιρία.

Τώρα τάχει βάλει με έναν νεαρό μουσικό του δρόμου.

-«Τώρα, στο Θεό σου,  είναι  όργανο αυτό;»

Ο νεαρός συμμετέχει   σε μια αυτοσχέδια μπάντα στον πεζόδρομο στην Πόρτα Ρεάλε.

Κάθεται πάνω σε ένα χειροποίητο κιβώτιο και το χτυπάει ρυθμικά.

Ο Κώστας έχει επίσης την πεποίθηση ότι  για να τραγουδήσει κάποιος πρέπει να έχει καλή φωνή  ,  ως εκ τούτου, ο ίδιος έχει αποκλείσει τον εαυτό του από τους άδοντες και ψάλλοντες. 

Θυμάμαι παλιά, όταν ήμουν παιδί ,  στον Πειραιά  υπήρχε ένα μηχανουργείο με χυτήριο που έφτιαχνε καμπάνες.

Όταν ο μάστορας ανέβαζε  την καμπάνα στον τόρνο  έφερνε έναν τυφλό που ήταν ειδικός στο κούρδισμα.

Ο μάστορας έπαιρνε ένα πάσο την καμπάνα και μετά την χτύπαγε.

Ο τυφλός του έκανε νόημα να συνεχίσει.

Όταν έβρισκαν τον  ακριβέστατο  , κατά την εκτίμηση του τυφλού  ήχο, σταματούσαν.

Αυτή η ιεροτελεστία μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

Πολύ αργότερα έμαθα ότι οι καμπάνες είναι μουσικά όργανα ακριβώς τονισμένα  και μάλιστα παραμένουν τονισμένα στο διάβα των αιώνων.

Κάποτε, βέβαια,  θα σκουριάσουν αρκετά και θα ξεκουρδιστούν αλλά μακάρι να προλαβαίναμε να ακούσουμε τις καμπάνες να ξεκουρδίζονται.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα βουδιστικά κύμβαλα η τα σήμαντρα των μοναστηριών.

Νομίζεις ότι είναι ένα κομμάτι μέταλλο η ξύλο που το χτυπάς και παράγει κάποιο τυχαίο ήχο.

Αυτό συμβαίνει μόνο με τους (ξεγάνωτους) τενεκέδες.

Αν χτυπήσεις μια λάτα και ο ήχος της είναι ορισμένος τότε αυτή η λάτα γίνεται μουσικό όργανο.

Αν κοπανάς ένα πανάκριβο πιάνο στο γάμο του καραγκιόζη κάνεις απλώς φασαρία.

Το ίδιο συμβαίνει αν χτυπήσεις τις καμπάνες της εκκλησιάς όπως νάναι.

Τις Κυριακές ξυπνάω κατά τις οχτώ και περιμένω στο κρεβάτι μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες τ’ Άγιαρσένιου.

Μιλάμε για ένα απλό μεν αλλά ωραιότατο και πλήρες μουσικό κομμάτι με δύο καμπάνες.

Εάν αυτές οι δύο  καμπάνες  στα χέρια ενός κωδωνοκρούστη παράγουν αυτή την αρμονία μπορεί να φανταστεί κανείς τι μουσικές βγάζουν οι καμπάνες της Παναγίας των Παρισίων.

Μιλάμε ότι ο Κουασιμόδος θα έπρεπε να ήταν δεξιοτέχνης μεγάλος.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις φωνές όλων των ανθρώπων.

Όλες οι φωνές  (μα όλες)  είναι ωραίες , αρκεί να είναι τονισμένες , αλλιώς είναι γκάρισμα  (τρόπος του λέγειν, βέβαια, διότι υπάρχουν  και πολύ καλά τονισμένα γκαρίσματα γαιδάρων).

Στο Coro dei zingari της όπερας  «Il Trovatore»  τα μουσικά όργανα που συνοδεύουν την χορωδία (που υποδύεται τους τσιγγάνους) είναι δύο μεγάλα σφυριά και ένα αμόνι.

Τα σφυριά , στο συγκεκριμένο αμόνι , παράγουν ένα φυσικό Λά φυσικό και ένα Λά μια οχτάβα επάνω που χτυπάνε εναλλάξ   ένα τέταρτο με μια παύση τετάρτου. Όπως σφυρηλατούσαν  το μέταλλο οι παλαιοί σιδηρουργοί. 

Αυτό δεν είναι περίπου. Είναι απόλυτο. Έτσι είναι στην παρτιτούρα.

Δεν γίνεται να κοπανάς ότι νάναι. Δεν υποφέρεται.

Πρέπει να βρεις δύο σφυριά στο εμπόριο που να είναι κοντά σε αυτές τις νότες, και να τα τροχίζεις μέχρι να βγάλουν ακριβώς αυτές τις δύο νότες.

Μιλάμε , δουλειά για βουρλισμένους.

Να φανταστεί κανείς ότι σε ολόκληρη την Ιταλία υπάρχει ένα τέτοιο αμόνι με δύο σφυριά στη  σκάλα του Μιλάνου που τα δανείζεται όποιος ανεβάζει Τροβατόρε.

Θα μου πείτε «ποιόν ενδιαφέρουν αυτές οι λεπτομέρειες ;»

Όμως σε αυτό το σημείο βρίσκεται η μεγάλη μαγεία .

Το ηλιοβασίλεμα είναι η αίσθηση και η μαγεία της στιγμής.

Όσες φωτογραφίες και να το βγάλεις θα καταλήξουν στον κάδο ανακύκλωσης του υπολογιστή σου.

Τα έργα της όπερας που ζουν  στο διάβα των αιώνων είναι φαινομενικά μικρές αφελείς ιστορίες με πολύ όμορφες μεν μουσικές που θα μπορούσε όμως  να τις σβήσει ο χρόνος.

Γραφτήκαν στις μεγάλες καμπές ,  ζουν στο συλλογικό υποσυνείδητο και στην  συλλογική ανάμνηση αυτών των στιγμών. Ήταν  δημιουργήματα ανθρώπων τους οποίους γέννησαν οι μεγάλες καμπές.

Λένε πολύ περισσότερα από αυτά που καταλαβαίνει κανείς στο πρώτο άκουσμα.

Έκαναν το αδιανόητο για την εποχή τους.

Τότε που ακόμα όλοι πίστευαν ότι οι «ευγενείς» δεν ήταν απλώς πολύ πλούσιοι αλλά ήταν  διαφορετικό βιολογικό είδος από τον λαό, ανέβασαν στο προσκήνιο τους ανώνυμους πληβείους και τους έδωσαν όνομα .

Την Βιολέτα , την πόρνη με τις ηθικές αξίες , τους δούλους του Ναβουχοδονόσωρ και τους Τσιγγάνους του Τροβατόρε.

Έδωσαν υπόσταση στους έσχατους.

Δημιούργησαν ένα Χόλυγουντ μιας άλλης εποχής που συγκρουόταν με την αριστοκρατία και που δεν ξεπεράστηκε ποτέ.

Στο Σαν Τζιάκομο , στην Κέρκυρα , που λίγα χρόνια πριν ήταν ακόμα η στοά των ευγενών , ανέβηκε για πρώτη φορά ο Κουρέας της Σεβίλλης κουρελιάζοντας την αριστοκρατία και τραγουδώντας  «Largo al factotum della citta  «Κάντε στην άκρη να περάσει ο πολυμήχανος της πόλης»

Αργότερα , αν είμαστε τυχεροί (που δεν το νομίζω με την ατυχία που μας δέρνει) μπορεί να ακούσουμε τα επόμενα σφυριά του Τροβατόρε.

Χρειάζεται υπομονή και να αφουγκραζόμαστε.   

Ότι επηρέασε στον ύψιστο βαθμό  το ανθρώπινο γένος είχε μέσα του κάτι σχεδόν αόρατο και μεγαλειώδες.

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

Signora Liberta , Signorina fantasia

 Η κυρία Ελευθερία έμενε στην διπλανή μας αυλή.

 

Εκείνον τον καιρό τα σπίτια είχαν ακόμα αυλές και κεραμίδια.

 

Με το ένα μάτι διάβαζα και με το άλλο περίμενα να βγει η κυρία Ελευθερία να απλώσει τα ρούχα της.

 

Εξαιτίας κάποιας σκοτεινής συνωμοσίας των δυνάμεων της φύσης, ουδέποτε ο άνεμος σήκωνε το φουστάνι της κυρίας Ελευθερίας πέραν ενός κρίσιμου ορίου.


Για κάποιο ανεξήγητο λόγο , επίσης, η μάνα μου, «βρώμα» την ανέβαζε , «του σχοινιού και του παλουκιού» την κατέβαζε.

 

Κάποια φορά, δε, την αποκάλεσε και «καραπουτανάρα».


Παρά ταύτα ανάμεσα σε μένα και στην κυρία Ελευθερία υπήρχε μια γλυκιά ατμόσφαιρα.

 

Θυμάμαι μια φορά,  έπεσα εκεί που παίζαμε στο δρόμο , σηκώθηκα κλαίγοντας να πάω σπίτι μου και έπεσα πάνω στην κυρία Ελευθερία .

 

Μου έβγαλε με προσοχή ένα πετραδάκι που είχε σφηνωθεί στο ματωμένο μου γόνατο , μου χάιδεψε το πόδι , μου χαμογέλασε και μου είπε να πάω σπίτι μου να μου βάλει η μάνα μου ιώδιο.

 

Εν τω μεταξύ εγώ είχα βυθιστεί ανάμεσα στα στήθη της που για έναν επίσης ανεξήγητο λόγο ουδέποτε μπορούσες να δεις πέραν ενός ορισμένου βάθους.


Η κυρία Ελευθερία έμεινε για πάντα κάτι το μυστηριώδες και απλησίαστο.

 

Την θεωρούσα πάντα ως μια κρυφή ερωμένη μου που ήταν αδιανόητο να μπει κάποιος ανάμεσα μας .

 

Μια φορά , μάλιστα , στην οδό Μάχης Αναλάτου  έδωσα και εγώ μια ιστορική και αιματηρή μάχη για την Ελευθερία.

 

Ήταν όταν εκεί που παίζαμε ποδόσφαιρο κάποιος θεώρησε σκόπιμο να με προκαλέσει λέγοντας κάτι που εξέλαβα ως προσβλητικό για την κυρία Ελευθερία.

 

Αργότερα έμαθα ότι  εκεί είχε δώσει μια εξίσου αιματηρή μάχη για την Ελευθερία και ο Καραϊσκάκης .

 

Πέρασαν πολλά χρόνια.

 

Έκτοτε την συναντάω κάθε τόσο.

 

Νομίζω την έχω δει από μακριά ένα βράδυ με κακοκαιρία στο λιμάνι της Πάτρας  να περιμένει ταξί  κρατώντας  μια τσάντα με ψώνια.

 

Την έχω δει στον σταθμό  Λαρίσης .

Φορούσε γκρί ταγιέρ. 

Κρατούσε στο ένα χέρι μια εφημερίδα και στο άλλο τον δολοφόνο της.

 

Την έχω δει μόνη στην πλώρη του πλοίου για  το Μπάρι αναμαλλιασμένη από όλους τους ανέμους της νύχτας.

 

Την έχω δει φευγαλέα στο «Ιπποκράτειο» στην Θεσσαλονίκη  να περνάει στο διάδρομο  με ένα καροτσάκι γεμάτο φάρμακα και ορούς.

 

Την είδα ξανά σε ένα σκοτεινό μοναστήρι στα Γρεβενά  να ανάβει ένα κερί.

Την  είδα να περνάει μέσα σε ένα ταξί στην πλατεία Αριστοτέλους  καθώς περίμενα  στο φανάρι την νοσταλγία του αύριο.

Ακριβή σαν το κρασί και δωρεάν σαν την θλίψη.

 

Τυλιγμένη στα σύννεφα της αμφιβολίας και της ομορφιάς.

Signora Liberta , Signorina Fantasia *

 

*Από ένα ποίημα του Fabrizio  De André 

Κυριακή 11 Ιουνίου 2023

steel will

 Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η αμερικάνικη ταινία που αρχικά επιλέχτηκε για το φεστιβάλ Καννών απορρίφτηκε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ , απαγορεύθηκε η προβολή της και κατασχέθηκαν οι κόπιες.

Ποιος ήταν ο λόγος.  

Δεν θέλω να κουράσω το σινεφίλ κοινό  με λεπτομέρειες και μπαίνω κατευθείαν στο θέμα .

Η ταινία   αρχίζει με εικόνες από ένα αμερικάνικο  στρατιωτικό αεροδρόμιο σε ένα νησί του Ειρηνικού.

Ο πρωταγωνιστής σηκώνεται νυσταγμένος από το κρεβάτι του ντύνεται και προχωρεί προς το  υπόστεγο του αεροδρομίου.

Είναι ο κορυφαίος πιλότος σε ένα από τα τελευταίου τύπου πολεμικά αεροπλάνα των ΗΠΑ.

Μπαίνει στο  αεροπλάνο  και τροχοδρομεί στον διάδρομο απογείωσης για μια περιπολία ρουτίνας στον ειρηνικό ωκεανό.

Αμέσως μετά την απογείωση ακολουθούν οι  τίτλοι της ταινίας.

Ενώ κοιτά αφηρημένος ένα μικρό νησάκι του ειρηνικού κοντά στις ακτές της  Ταιβάν  αισθάνεται να ανεβαίνει η θερμοκρασία στο πιλοτήριο.

Το πρώτο δευτερόλεπτο  η θερμοκρασία είναι αφόρητη.

Το δεύτερο δευτερόλεπτο  το πιλοτήριο  καίει .

Το τρίτο δευτερόλεπτο ο πιλότος πατάει το κουμπί της εκτίναξης.

Το τέταρτο δευτερόλεπτο  το αεροσκάφος  δίπλα του γίνεται συντρίμμια.

Ένα κομμάτι του σκάφους τον χτυπάει  και χάνει τις αισθήσεις του.

Το σώμα του αναίσθητο πέφτει με το αλεξίπτωτο στον ωκεανό.

Βυθίζεται αιμορραγώντας.

Ο θάνατος του είναι βέβαιος.

Εκείνη τη στιγμή μια αντικαθεστωτική Κινέζα ασύλληπτης ομορφιά με στρίγκ  που ψάρευε με την πιρόγα της  πέφτει στην θάλασσα και τον τραβάει από τα σχοινιά του αλεξίπτωτου.

Η εικόνα κλείνει αργά.

Επανέρχεται αργά στην καλύβα της καλλονής  η οποία του βάζει καταπλάσματα από πρωτόγονα  κινέζικα μαντζούνια στην πληγή.

Έχει ανεβεί από πάνω του και του κάνει εντριβές  με τους πρωτόγονους τρόπους των αρχαίων λαών της περιοχής.

Γύρω τους  διάφοροι άθλιοι  κουτσοδοντιασμένοι  κινέζοι ψαράδες κοιτάζουν έκπληκτοι.

Ο πολιτισμένος Αμερικάνος υπερήρωας συνέρχεται  σιγά - σιγά.

Βλέπει την καλλονή με τον στρίγκ  καθισμένη απάνω του και αναστατώνεται.

Η κάμερα  και οι ξεδοντιασμένοι ψαράδες αποχωρούν διακριτικά.

Στην επόμενη σκηνή  ο πολιτισμένος υπερήρωας  και η ανατολίτισσα αντικαθεστωτική καλλονή  ξυπνούν  γυμνοί  στο υποτυπώδες κρεβάτι της καλύβας σκεπασμένοι με ένα λεπτό σεντόνι.

Η καλλονή σηκώνεται τυλιγμένη με το σεντόνι  να ετοιμάσει το πρωινό  όπως συνηθίζουν οι Κινέζοι ψαράδες μετά την συνουσία .

Μιλάει απταίστως  Αγγλικά ΗΠΑ.

Ο υπερήρωας πιλότος προσπαθεί να καταλάβει τι του συνέβη.

Στην αρχή το μυαλό του πάει στου εξωγήινους.

Γρήγορα επαναφέρει στην μνήμη του πληροφορίες της CIA που τους είπαν στην σχολή για ένα υπερόπλο λέιζερ που έχουν ανακαλύψει οι Ρώσοι μουζίκοι  και που πιθανώς το έχουν πουλήσει κοψοχρονιά στου κινέζους χωριάτες.

Σηκώνεται βιαστικά και βγαίνει έξω.

Πηγαίνει στην παραλία και παίρνει την πιρόγα της καλλονής.

Η καλλονή προσπαθεί να τον συγκρατήσει.

Ανοίγεται στο πέλαγο  αλλά χάνει τον προσανατολισμό του και τόνε πιάνουνε οι Κινέζοι  λιμενικοί κομμουνιστές .

Τον ανακρίνουνε με φρικτά βασανιστήρια και ημιθανή τον στέλνουν στα κεντρικά .

Στο δρόμο  ανοίγει με ένα σύρμα τις χειροπέδες . Παίρνει το πιστόλι του ανίκανου και απολίτιστου κινέζου κομμουνιστή  και σκοτώνει καμία τριανταριά με μια γεμιστήρα.

Μπαίνει σε ένα αεροδρόμιο και κλέβει ένα πανάρχαιο αεροπλάνο  με έλικες .

Τελειώνουν τα καύσιμα και προσγειώνεται σε  ένα χωράφι.

Τον μαζεύει μια  άλλη καλλονή που είναι και αυτή αντικαθεστωτική  , μιλάει απταίστως  Αγγλικά  και φοράει ένα καυτό σορτς . 

Τον κρύβει στην καλύβα της να μην τον βρουν .

Τον ταΐζει σκέτο ρύζι λαπά και το στομάχι του αγγλοσάξονα μαθημένο από υψηλή κουζίνα κοντεύει να  κρεπάρει από την αθλιότητα της κινέζικης κουζίνας.

Αφού κάνουν έρωτα του αποκαλύπτει ότι σε  μία κοντινή τοποθεσία υπάρχει μια μυστική Κινέζικη στρατιωτική βάση όπου  φυλάσσονται τα σχέδια  του υπερόπλου ακτίνων λέιζερ που πήρανε από του Ρώσους.

Τον ακολουθεί και μπουκάρουνε νύχτα στην βάση.

Φτάνουν στην  αίθουσα που φυλάσσονται τα σχέδια.

Ο υπερπιλότος τυχαίνει να έχει στην τσέπη του ένα στικάκι χωρητικότητας πεντακόσια τεραμπάϊτ  και αντιγράφει όλα τα αρχεία.

Όσο γίνεται η αντιγραφή χτυπάει συναγερμός και πλησιάζουν πάνοπλοι και αγριεμένοι κινέζοι φρουροί.

Η αγωνία κορυφώνεται.

Βάζει το στικάκι στην τσέπη  και κρύβονται.

Πιάνει τον τελευταίο και του κόβει το λαιμό με σουγιά.

Του παίρνει το κινέζικο καλάσνικοφ και σκοτώνει και τους υπόλοιπους.

Με δύο καλαζνικοφ στα χέρια πυροβολεί δεξιά και αριστερά .

Οι γεμιστήρες δεν λένε να τελειώσουν.

Όπως πηδάνε το φράχτη τρώει μια σφαίρα στο πόδι.

Κάνει να σταματήσει και  η αντικαθεστωτική αγρότισσα  με το καυτό σορτσάκι  δέχεται μια σφαίρα στην πλάτη και πεθαίνει στα χέρια του.

Συνεχίζει μόνος κουτσαίνοντας.

Μπαίνει σε ένα κινέζικο μαχητικό stealth 5ης  γενιάς που βρίσκεται τυχαία στο αεροδρόμιο της βάσης  έτοιμο για απογείωση.

Τον κυνηγάνε  τρισάθλιοι κινέζοι με πρωτόγονα τζιπάκια αλλά προλαβαίνει και απογειώνεται.

Καθώς πετάει ήρεμα πάνω από τον ωκεανό βλέπει το νησί  της εξωτικής καλλονής με το στρίγκ.

Η σκηνή γίνεται έντονη . Οι αναμνήσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Η μουσική μέσω ενός ασυγκράτητου ατσελεράντο μας προετοιμάζει για μια δραματική κορύφωση.

Ξαφνικά πατάει το κουμπί και το κάθισμα εκτοξεύεται.

Το αλεξίπτωτο  κατεβαίνει αργά .

Τα πάντα γαληνεύουν.

Ο ήλιος ανατέλλει στο βάθος του ωκεανού. 

Τίτλοι τέλους.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ  διαφωνεί.

Η ταινία για να πάει στις κάνες χρειάζεται κάποιες τροποποιήσεις λόγω των εκτάκτων παγκόσμιων συνθηκών.

Την κρίσιμη στιγμή ο υπερπιλότος βάζει πάνω από την αντικαθεστωτική καλλονή το συμφέρον της Πατρίδος  και συνεχίζει την πτήση.

Στο αεροδρόμιο της βάσης  του τον περιμένει ο διοικητής που τον μισούσε και τον υποτιμούσε και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του.

Κατεβαίνει αργά από το αεροπλάνο και περνάει μπροστά τους .

Ο Διοικητής δίνει  παράγγελμα «προσοχή» .

Χαιρετούν στρατιωτικά ενώ ο υπερπιλότος περνάει από μπροστά τους με το σακίδιο στην πλάτη και σέρνοντας το τραυματισμένο του ποδάρι.