Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

Η Ιστορία μιας λέξης

 


 

Πριν από χρόνια άνοιξα το πρώτο μου έγγραφο word  σε έναν υπολογιστή της ύστερης νεολιθικής εποχής που ήθελες μισό δωμάτιο μόνο για την οθόνη.

Μη έχοντας τι να γράψω άρχισα να γράφω τυχαίες λέξεις  που μου ερχόταν στο μυαλό.

Με μπέρδευαν τα πλήκτρα.

Κάποιος διεστραμμένος νους τα είχε ανακατέψει.

Κάθε λέξη  χρειαζόμουν  πολύ ώρα για να την γράψω.

Χρειάστηκαν χρόνια για να συνηθίσω.

Σήμερα γράφω και δεμένος πισθάγκωνα.

Κατέληξα να γράφω λέξεις από το Κερκυραϊκό λεξιλόγιο  και ύστερα από πέντε χρόνια συνεχούς και επίμονης εργασίας έφτιαξα ένα Κερκυραϊκό λεξικό  καθώς και ένα πόνημα με τίτλο «Η Γλώσσα των Κερκυραίων».

Υπήρχαν λέξεις που τις ξεπέταγα σχετικά γρήγορα.

Υπήρχαν και άλλες που με παίδεψαν.

Έκανα και πολλά λάθη.

Η λέξη που με παίδεψε περισσότερο  ήταν η λέξη «Λαζαρέτο»

Τα Λαζαρέτο είναι ένα μικρό νησάκι  βορειοανατολικά της πόλης σε απόσταση δύο μίλια από το λιμάνι.

Τα βιβλία της ιστορίας της Κέρκυρας  μας διαβεβαιώνουν ότι το νησάκι αυτό  την εποχή των Ενετών  ήταν λοιμοκαθαρτήριο και προέρχεται από ένα νησάκι της Βενετίας επάνω στο οποίο υπήρχε ένα μοναστήρι που λεγόταν « Monastero Santa Maria di Nazareth».

Έτσι , σύμφωνα με τα βιβλία της Ιστορίας, κατά παράφραση της λέξης  «Nazareth» έγινε  «Lazaretto».

Αργότερα με τον σχηματισμός της Ιταλικής γλώσσας έμεινε η λέξη  «Lazaretto» είναι συνώνυμη της λέξης «λοιμοκαθαρτήριο».

Τέτοια  «Λαζαρέτα» υπάρχουν σχεδόν σε όλη την Μεσόγειο .

Στην Ζάκυνθο , στην Μάλτα, στην Ιθάκη , στην Αγκόνα, στο Ντουμπρόβνικ … παντού.

Στην Κέρκυρα  , μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, επιλέχθηκε για την εξόντωση των ηττημένων στρατιωτών  του  Δημοκρατικού Στρατού.

Προφανώς οι νικητές, ακραιφνείς εθνικιστές , τους θεωρούσαν ως μολυσμένους με κάποια λοιμώδη νόσο και , ως εκ τούτου, θα έπρεπε να εκτελεστούν  και να ταφούν σε έναν τέτοιο χώρο ώστε να προστατευτεί το υγιές κοινωνικό σώμα από την «νόσον του αναρχοκομμουνισμού, του εαμοβουλγαρισμού  και ληστοκομμουνιστοσυμμοριτισμού».

Φαινόταν ότι δεν θα  με καθυστερούσε η εν λόγω λέξη.

Όλα φαινόταν να εξηγούνται  επαρκώς.

Κάτι όμως δεν μου άρεσε.

Η τελική , ίσως ,  εξήγηση  δόθηκε σε ένα μπαρ στην Ραβέννα.

Η Ραβέννα είναι μια πόλη της Βόρειας Ιταλίας που έχει γίνει γνωστή παγκοσμίως για τα εξαιρετικής ποιότητας πλακάκια μπάνιου και κουζίνας.

Η παράδοση της πόλης είναι συνδεδεμένη με την κατασκευή ψηφιδωτών.

Οι σπουδαιότεροι τεχνίτες  ψηφιδωτών μαθήτευσαν  σε αυτή την μικρή πόλη.

Ένα βράδυ , ενός χειμώνα,  βρέθηκα στο  «Hotel Mosaico»   της Ραβέννα  αποκλεισμένος από την κακοκαιρία .

Κατέβηκα στο μπαρ για ένα ποτό πριν πέσω για ύπνο.

Γυρόφερνε στο μυαλό μου η λέξη «Λαζαρέτο» και πήρα την απόφαση  να το ψάξω ξανά .

Ζήτησα από τον μπάρμαν το οράριο των τρένων για Βενετία.

Με κοίταξε με απορία.

-«Τι θα πάς να κάνεις στην Βενετία  με αυτή την κακοκαιρία;»

-«Κάτι θέλω να ψάξω στο Ιστορικό αρχείο»

-«Πες μου εμένα. Η Βενετία είναι πλημυρισμένη.»

Άνοιξε τον υπολογιστή και έψαξε στο Ιστορικό αρχείο.

Ήταν σχεδόν τα πάντα ψηφιοποιημένα.

Σε λίγα λεπτά μου είχε εκτυπώσει καμιά δεκαριά σελίδες εγγράφων.

Πήγα επάνω και τα άπλωσα στο κρεβάτι.

Λοιπόν. Έχουμε και λέμε.

Μέχρι το 1100 μχ. Πράγματι σε ένα μικρό νησάκι της Βενετίας υπήρχε ένα μοναστήρι που λεγόταν Σάντα Μαρία ντι Ναζαρέθ.

Τότε κάποιος «Κόντε Λαζάρο» που είχε χάσει δικούς του ανθρώπους από  βαρεία και ανίατη αρρώστια, χρηματοδοτεί το μοναστήρι ώστε να μετατραπεί σε νοσοκομείο λοιμωδών νόσων.

Πενήντα χρόνια αργότερα , το 1150 μχ , στην επέτειο της ίδρυσης του ιδρύματος  το μετονομάζουν σε «Monastero di San Lazzaro» για δύο λόγους . Τόσο εξαιτίας του ότι ο Άγιος Λάζαρος είναι προστάτης των λεπρών όσο και  στην μνήμη του «Conte Lazzaro» που το χρηματοδότησε. 

Θα αναρωτηθεί κανείς  τι νόημα έχουν όλα αυτά.

Η κάθε λέξη ακόμα και της πιο άγνωστης γλώσσας του κόσμου αντικατοπτρίζει με ένα τρόπο την ψυχή αυτών που την χρησιμοποιούν.

Η λησμονιά και η απώλεια της κάθε  λέξης οποιασδήποτε γλώσσας , ακόμα της πιο ασήμαντης φαινομενικά διαλέκτου,   είναι μια απώλεια ενός κομματιού της ψυχής της ανθρωπότητας.

Κάτι τέτοια σκεφτόμουν την προηγούμενη Κυριακή το μεσημέρι καθώς έπινα το  τσιπουράκι μου στην Αγία Αικατερίνη αγναντεύοντας το Λαζαρέτο.

Στο διπλανό τραπέζι  καθόταν  μία ευτραφής  παρέα που έτρωγαν ασταμάτητα χωρίς καν να κοιτάζονται.

Μοιάζουν σαν να μην ξέρουν καν ποιος είναι ο συνδαιτυμόνας τους  ούτε  να τους ενδιαφέρει.

Σίγουρα δεν έχουν κάνει το κόπο ούτε να ρίξουν μια αφηρημένη ματιά στο νησάκι η στην θέα της περιοχής.

Αν τους ρωτήσεις μπορεί να μην ξέρουν ούτε τι τρώνε.

Κυριακή 12 Μαρτίου 2023

Κατάχρησις εξουσίας

 


Η Θεία Ράνια με έγδερνε κάθε Κυριακή πρωί με τα γένια της.

Με σήκωνε ψηλά και με φίλαγε ασταμάτητα.

Ήταν μια από τις παιδικές τραυματικές μου εμπειρίες.

Εκτός από το μουστάκι είχε γένια και σε διάφορες κρεατοελιές εδώ και εκεί.

Μου θύμιζε την Μπουμπουλίνα  με την γαμψή μύτη που με κοίταγε βλοσυρά  στην Δευτέρα δημοτικού .

Η μάνα μου την έλεγε «αλόγα» και την αντιπαθούσε.

Η θεία Ράνια  είχε αναλάβει να προστατεύει και να κουμαντάρει τον θείο Θωμά.

Οποιαδήποτε κίνηση του στο τραπέζι, στο δρόμο και,  φαντάζομαι και στο κρεβάτι, ήταν υπό την άγρυπνη παρατήρηση της θείας Ράνιας.

Ο Θείος Θωμάς  ήταν το ακριβώς αντίθετο .

Πάντα φοβισμένος , πάντα υποχωρητικός , πάντα χαμηλών τόνων , όμορφάντρας , λεπτός ,κομψός , πάντα καλοντυμένος, καλοχτενισμένος με μαλλιά κατάμαυρα κολλημένα με μπριγιόλ που σκεφτόσουν ότι άμα σε ακουμπήσει θα σε γιομίσει λάδια . Φορούσε , δε, και γυαλιά ηλίου.

Μου θύμιζε τον Κούρκουλο στην ταινία «Κατάχρησις εξουσίας» με εκείνο το κούλ ύφος όταν ερχόταν από τον Έβρο με μια Μπεενβέ 316 φορτωμένος με ηρωίνη.

Η διαφορά ήταν ότι ο θείος Θωμάς είχε ένα φολξβάγκεν σκαραβαίο χίλια τρακόσια κυβικά που το έλεγε «Ταρζάν».

Ο Θείος Θωμά και η θεία Ράνια ήταν δύο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί.

Η Θεία Ράνια ήταν δεξιά , νευρική, αγριεμένη αντρογυναίκα που τάβαζε με τους πάντες.

Μια φορά σε μια διασταύρωση κατέβηκε από τον Ταρζάν  (από την θέση του συνοδηγού που καθόταν πάντα ) άνοιξε την πόρτα του απέναντι αυτοκινήτου και έσυρε έξω από τα πέτα  κάποιο δυστυχή οδηγό  που, κατά την εκτίμηση της θείας Ράνιας,  δεν είχε προτεραιότητα.

Ο Θείος Θωμάς ήταν αριστερός που στα νεανικά του χρόνια πέρασε ένα φεγγάρι και από τους Λαμπράκηδες και είχε να το λέει ως  πράξη ανυπέρβλητου ηρωισμού ισάξιου με του Λεωνίδα στην μάχη των Θερμοπυλών.

Κάθε Κυριακή στο τραπέζι η  Θεία Ράνια, εκτός από καθήκοντα προέδρου που ασκούσε , αφηγούταν και διάφορες ιστορίες που περιελάμβαναν καρκίνους , κολικούς του νεφρού, εμφράγματα, αυτοκινητιστικά δυστυχήματα και πτώσεις αεροπλάνων.

Τα πάντα κατάληγαν σε φρικτούς θανάτους  η σε εντατικές νοσοκομείων.

Ο Θείος  Θωμάς παρακολουθούσε αμίλητος ξεροκαταπίνοντας την μπουκιά του.

Στην αρχή νόμιζα ότι αυτή η εμμονή της Θείας Ράνιας με τους  καρκίνους , τις καρδιοπάθειες , τις  κολίτιδες  και τις παθήσεις του παχέως εντέρου  ήταν  μια  προσπάθεια να ξορκίσει τους ενδόμυχους φόβους  που την κατέτρεχαν.

Συν τω χρόνω  κατάλαβα ότι συνέβαινε κάτι βαθύτερο.

Η Θεία Ράνια μέσω μιας δήθεν αθώας συζήτησης ενστάλαζε το δηλητήριο του φόβου στον Θείο Θωμά αργά και μεθοδικά.

Έτσι πίστευε ότι μπορεί να τον κρατά δέσμιο.

Ένοιωθε διαρκώς ανασφαλής   ζώντας δίπλα σε έναν άνδρα που είχε όλα τα προσόντα και θα μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή να της φύγει με κάποιαν άλλη.

Ο Θείος Θωμάς είχε παγιδευτεί και , όχι απλά συνηγορούσε σε όσα έλεγε η Θεία Ράνια , αλλά είχε γίνει και κατά φαντασία ασθενής. 

Τότε δούλευε σε μια αποθήκη κατεψυγμένων στην οδό Αθηνάς.

Του είχε μπει η ιδέα ότι εξαιτίας των κατεψυγμένων είχε αποκτήσει «καρδιά».

Σύμφωνα με την θεωρία του , τα παγωμένα κοτόπουλα του προκαλούσαν συστολή των αρτηριών με αποτέλεσμα να ανεβαίνει η πίεση και η καρδιά του να μπαίνει σε δοκιμασία.

Ματαίως ο γιατρός του έλεγε ότι δεν έχει τίποτα και όλα αυτά τα προκαλεί ο φόβος.

-«Αν ήταν έτσι θα είχαν εξαφανισθεί οι Νορβηγοί» του είπε.

Παρόλα αυτά η Θεία Ράνια του αγόρασε πιεσόμετρο και ανέλαβε να του μετράει την πίεση τρείς φορές την ημέρα.

Κάθε Κυριακή μεσημέρι μαθαίναμε ακριβώς την πίεση του θείου Θωμά για κάθε μέρα της εβδομάδας αναλυτικά , καθώς και πλήρες δελτίο θανάτων της περιοχής.

Εν συνεχεία ρευόμαστε ασταμάτητα  τα γεμιστά της Θείας Ράνιας τα οποία τα έφτιαχνε  σχεδόν με σκέτο κιμά, λάδια φουλ και που και πού έβρισκες μέσα και κανένα σπυρί ρύζι.

Σε κάποια συζήτηση ο θείος Θωμάς ανέφερε  ότι το «Κεφάλαιο μας πίνει το αίμα».

Η Θεία Ράνια αναστατώθηκε και τον  πήγε να κάνει ανάλυση αίματος.

Διαγνώστηκε με χαμηλό αιματοκρίτη  και η θεία Ράνια του ξεκίνησε δίαιτα  με τροφές πλούσιες σε σίδηρο και βιταμίνες Β 12.

 Έτσι κυλούσε η ζωή μας τα μεσημέρια της Κυριακής στο τραπέζι  ώσπου μια Κυριακή  (που ήταν η σειρά μας ) δεν ήρθαν.

Το βράδυ χτυπάει το τηλέφωνο.

Το σηκώνει ο πατέρας μου. Γουρλώνει τα μάτια και λέει:

-«Πέθανε!».

-«Πέθανε ο θείος ο Θωμάς;» ερωτώ.

-«Όχι …πέθανε η θεία Ράνια.»

Αδιανόητο!

Η Θεία Ράνια ήταν ογκόλιθος υγείας. Αν σούδινε φούσκο σε ξάπλωνε κάτω.

Κι όμως η θεία Ράνια πέθανε πριν τον θείο Θωμά.

Δεν περνάει λίγος καιρός  και ξαναχτυπάει το τηλέφωνο.

-«Παντρεύεται!»

-«Ποιος παντρεύεται ρε πατέρα;»

-«Ο Θείος Θωμάς!»

-«Κιόλας!»

-«Ναι . βρήκε στο νεκροταφείο μια χήρα και την ερωτεύτηκε.»

Έτσι , που λέτε,  ο θείος Θωμάς βρέθηκε με δύο διαμερίσματα , ένα εξοχικό και δύο «οικοπεδάκια» στο Ζούμπερι.

Μετά από κανένα εξάμηνο χτυπάει ξανά το τηλέφωνο.

-«Πέθανε!»

-«Ποιος πέθανε ρε πατέρα,  ο θείος Θωμάς;»

-«Όχι! .. η χήρα.»

Άιντε πάλι ξανά στα νεκροταφεία.

Για να μην σας τα πολυλογώ  ο θείος Θωμάς  από νεκροταφείο σε νεκροταφείο απέκτησε μια μικρή αλλά υπολογίσιμη περιουσία.

Την τελευταία φορά τον συνάντησα στο φεριμπότ  από την Ηγουμενίτσα για την Κέρκυρα .

Ερχόταν για διακοπές με κάποια τελευταία χήρα.

Είχα χάσει τον λογαριασμό.

Μούφερε καφέ.

-«Γεράσαμε ανιψιέ» μου λέει με βλέμμα θλιμμένο.

-«Μια χαρά..τι ήθελες ; Να πεθάνεις νέος;» απαντώ.

Συνέχισε  σαν να μην με άκουσε.

-«Τελευταία ακούω κάτι πεταρίσματα.»

-«Τι πεταρίσματα;» ερωτώ αφελώς.

-«Στην καρδιά.» μου λέει χαμηλόφωνα δείχνοντας με την παλάμη του .

-«Η καρδιά είναι από την άλλη μεριά» απαντώ σοβαρά.

Κατέβηκε από το φέριμποτ   με μία  Άλφα Ρομέο Τζουλιέτα καμπριολέ.

Φορούσε γυαλιά ηλίου και ένα φουλάρι μεταξωτό που ανέμιζε.

-«Τα λέμε ανιψιέ.»

Πέρασαν τα χρόνια και ο θείος Θωμάς χάθηκε ωσάν να αναλήφθηκε στους ουρανούς.

Κάποιος μου είπε ότι μετανάστευσε στην Νέα Ζηλανδία  για ένα καλύτερο αύριο.

Τελικά κανείς δεν έμαθε το «αν»  η το «πότε» πέθανε ο Θείος Θωμάς.

«Λεπτομέρειες» θα μου πείτε.  

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

Όλα αρχινήσανε την πρωτοχρονιά του 44


Ο Αντρέας καθότανε κάθε πρωί στο πεζούλι της πλατείας Σαρόκο και παρατηρούσε τους περαστικούς.
Φορούσε ένα φθαρμένο αλλά κατακάθαρο κουστουμάκι , πάντα ένα καπέλο τύπου ρεπούμπλικα και δερμάτινα παπούτσια παντοφλέ καλογυαλισμένα.
Τον χαιρετούσα κάθε που περνούσα και ανταπέδιδε με ένα ελαφρό άγγιγμα του καπέλου.
Μια μέρα κάθισα δίπλα του να πάρω μια ανάσα από τον καθημερινό μου ποδαρόδρομο και πιάσαμε την κουβέντα.
Μου είπε απνευστί όλη την ιστορία της ζωής του.
«Όλα αρχινίσανε την πρωτοχρονιά του 44».
Είχα σκοπό να κάτσω δυο τρία λεπτά και έφυγα μετά από μιάμιση ώρα.
Τον παρακολουθούσα με ανοιχτό το στόμα και κομμένη την ανάσα.
Το χειμώνα του 43 προς 44 ήρθαν οι Γερμανοί στην Κέρκυρα.
Την πρωτοχρονιά του 44 , ένα βράδυ έμειναν ξαφνικά χωρίς τηλέφωνα.
Διαπίστωσαν ότι η βλάβη οφειλόταν στο ότι είχαν εξαφανιστεί τα καλώδια των τηλεφώνων σε όλη την πόλη.
Τα καλώδια λόγω των συνθηκών του πολέμου τα έριχναν πάνω από τα κεραμίδια επειδή δεν υπήρχε χρόνος για μόνιμες εγκαταστάσεις με κολώνες.
Αμέσως σήμαναν συναγερμό και αναζητούσαν την άγνωστη οργάνωση που έκανε αυτό το ανήκουστο σαμποτάζ.
Τι είχε συμβεί.
Ο Αντρέας και η συμμορία του κλέψανε τα καλώδια. Ο ένας έκοβε το καλώδιο με την πένσα και ο άλλος από την άλλη το τύλιγε με ένα αυτοσχέδιο καρούλι.
Όλη νύχτα μάζευαν καλώδια και τα μετέφεραν σε ένα υπόγειο καταστραμμένου κτηρίου στην Οβριακή.
Εκεί έκοβαν τα καλώδια σε κομμάτια των σαράντα εκατοστών και τραβούσαν από μέσα το χάλκινο σύρμα. Απέμενε μόνο το πάνινο περίβλημα.
Έβαζαν στις δύο άκρες δυο τσίγκινα λατάκια από τενεκέ και τα πρεσάριζαν με την πένσα. Τα τύλιγαν σε ζευγάρια και τα έδεναν με σπάγκο.
Το πρωί βγαίνανε στην πιάτσα και τα πουλούσαν ως κορδόνια παπουτσιών.
Λίγο καιρό πριν οι Γερμανοί είχαν βομβαρδίσει και το μοναδικό εργοστάσιο στον Πειραιά με αποτέλεσμα , εκτός των άλλων να έχει μείνει και όλη η Ελλάδα χωρίς κορδόνια.
Λυσσιάξανε οι Γερμανοί να βρουν τους σαμποτέρ του τρίτου ράιχ ώσπου κάποιος παρατηρητικός της Γκεστάπο είδε τα κορδόνια στα παπούτσια των περαστικών.
Ακολουθώντας τα ίχνη φτάνουν στην «Ανδρέας ΕΠΕ» τους συλλαμβάνουν και τους σαπίζουν στο ξύλο για να ομολογήσουν την σχέση τους με την αντίσταση.
Εν συνεχεία τους στέλνουν στα Γιάννενα που ήταν τα «κεντρικά» των Ες-Ες όπου τους ξανασαπίζουν στο ξύλο.
Πάνω που ήταν έτοιμοι να τους εκτελέσουν νάσου και μεσολαβεί η γκόμενα του διοικητή των Γερμανών που ήταν Κερκυραία και γνώριζε το έναν από την συμμορία των κορδονιών.
Τους σαπίζουν για μια τελευταία φορά στο ξύλο και τους ξαναστέλνουν στην Κέρκυρα.
Μετά από λίγο καιρό φεύγουν οι Γερμανοί αλλά η αστυνομία έχει καταγραμμένο τον Ανδρέα ως κλεφτρόνι.
Κάθε που γινόταν κάτι στην πόλη συλλαμβάνονταν οι συνήθεις ύποπτοι μεταξύ των οποίων και ο Ανδρέας.
Τον ξανασάπιζαν στο ξύλο κάθε τόσο χωρίς να ξέρει το γιατί.
Είδε και αποείδε ώσπου ένα βράδυ κλέβει μια βάρκα και βγαίνει στην Αλβανία όπου δηλώνει ένθερμος υποστηρικτής του Ενβέρ Χότζα.
Λέει όλη την ιστορία του αλλά οι Αλβανοί δεν τον πιστεύουν , τον θεωρούν κατάσκοπο των Ιμπεριαλιστών και τον ματαξανασαπίζουν στο ξύλο.
Εν συνεχεία τον καταδικάζουν σε καταναγκαστικά έργα .
Ο Ανδρέας συνεχίζει τον ταραγμένο βίο του κουβαλώντας πέτρες για να χτίσουν τα πολυβολεία απέναντι από το Κασσιόπη.
Μη αντέχοντας άλλο δραπετεύει από τα κάτεργα αλλά τονε πιάκανε στο δρόμο .
Το ξανασαπίζουνε στο ξύλο και τελικά τον ανταλλάσσουν στην Κακαβιά ως αιχμάλωτο πολέμου .
Αναφέρει την ιστορία του στους φύλακες των δημοκρατικών μας ιδεωδών αλλά δεν τον πιστεύουν και τον ξανασαπίζουν στο ξύλο ως κατάσκοπο των κομμουνιστών.
Μετά από πολλά βάσανα επιστρέφει στην Κέρκυρα αλλά έρχεται η χούντα οπότε τον σαπίζουν ξανά στο ξύλο ως κομμουνιστή.
Βίος και πολιτεία.
Ο Αντρέας έτρωγε ξύλο σε κάθε απότομη καμπή της σύγχρονης ιστορίας του τόπου.
«Έφαγα πολύ ξύλο για αυτά τα κορδόνια , Σταμάτη» μου λέει με παράπονο.
Τον Ανδρέα της πλατείας Σαρόκου με το κουστουμάκι , την ρεπούμπλικα και τα γυαλισμένα παντοφλέ παπούτσια έκανα καιρό να τον δώ.
Μου είπαν ότι είναι κατάκοιτος και τον έχει αναλάβει μια βουλγάρα.
Πέρασαν τα χρόνια και στην γωνία την πλατείας , σε ένα ταμπλό είδα τα κηδειόχαρτο του.
Ελπίζω στον παράδεισο να τον πιστέψανε και να τελειώσανε τα βάσανα του.

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2022

Ο Άγιος Σώστης


-------------------
Αυτά που γράφω κατά καιρούς είναι κατά βάση μυθεύματα που μοιάζουν αληθινά .
Αυτός και ο λόγος που διάφοροι φίλοι με ρωτούν αν η τάδε ιστορία μου αφορά σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο.
Κανένα παραμύθι δεν είναι ψέματα. Απλώς ο τρόπο που συντίθενται οι ψηφίδες δημιουργούν μια εικόνα που μπορεί να μην είναι πραγματική , είναι όμως αληθινή.
Ο «Άγιος Σώστης» είναι όμως ντοκιμαντέρ από μια περίοδο της ζωής μου.
Το γράφω σήμερα με την ελπίδα ότι θα το διαβάσουν κάποιοι επόμενοι και ίσως κάτι να τους πει.
Ο Άγιος Σώστης , το λοιπόν, είναι μια πανέμορφη εκκλησία στην Λεωφόρο Συγγρού παρακάτω από την Πάντειο.
Πίσω ακριβώς βρίσκονται οι εργατικές πολυκατοικίες.
Κάπου εκεί έζησα τα μισά χρόνια της ζωής μου.
Κάθε πρωί στις πέντε κατέβαινα τρέχοντας για να πάρω το κίτρινο λεωφορείο των ναυπηγείων.
Για την ακρίβεια ήταν μια κίτρινη νταλίκα που την έσερνε ένας κίτρινος τράκτορας γεμάτη με κοιμισμένους εργάτες που βρώμαγε ανακατεμένα χνώτα διαφόρων οσμών συνθέτοντας μια ατμόσφαιρα που όμοια της δεν συνάντησα ποτέ.
Στην στάση του Άγιου Σώστη γνώρισα τον Δημήτρη.
Τον εύρισκα κάθε πρωί να περιμένει μόνος.
Εγώ ήμουν της βάρδιας 6-2
Ο Δημήτρης ήταν της βάρδιας 2-5
Ο Δημήτρης περίμενε με τα ρούχα της δουλειάς.
Εγώ άλλαζα στα αποδυτήρια των ναυπηγείων.
Ο Δημήτρης στη δουλειά φορούσε συνήθως ένα άσπρο νυφικό διαφανές που «έφεγγε» από παντού.
Εγώ φορούσα μια φόρμα εργασίας κατατρυπημένη από τις σπίθες.
Μερικές φορές εύρισκα τον Δημήτρη ντυμένο μαθήτρια με κοντή καρώ φουστίτσα , φιόγκους, άσπρα σοσόνια και μαθητική τσάντα.
Ανταλλάσσαμε ελάχιστες κουβέντες.
Αυτός σχόλαγε . Εγώ πήγαινα για δουλειά.
Τον θεωρούσα συνάδελφο για δύο λόγους.
Αφενός πουλούσαμε και οι δύο το κορμί μας , αφετέρου παλαιότερα δούλευε και αυτός στα Ναυπηγεία Ελευσίνας , στο βαρύ ελασματουργείο.
Το θέμα μας όμως δεν είναι ο Δημήτρης. Άλλωστε κάπου έχω γράψει για αυτόν πριν από καιρό αλλά δεν θυμάμαι πού.
Το θέμα μας είναι ο Άγιος Σώστης.
Η εκκλησία αυτή είναι βιομηχανία βαφτίσεων , γάμων , θανάτων και αναστάσεων.
Εκεί παντρεύτηκα , τρόπος του λέγειν.
Θα μάθετε παρακάτω γιατί «τρόπος του λέγειν».
Ο γάμος έγινε κανονικά με παππά και με κουμπάρα. Με ρύζια με στέφανα , με βέρες και με φωτογράφο .
Αμέσως μετά την δοκιμασία , ανακουφισμένοι φύγαμε για μήνα του μέλιτος .
Στην διαδρομή αποφασίσαμε να μην ξαναγυρίσουμε πίσω.
Περιπλανηθήκαμε ανά την Ελλάδα και τελικά ριζώσαμε στην Κέρκυρα.
Εδώ χρειάζεται να υποβάλω τον αναγνώστη σε μια μικρή χρονική παρένθεση.
Την ώρα που φεύγαμε από εκκλησία ο παππάς που μας πάντρεψε συνέχισε με τους επόμενους γάμους.
Ενώ βρισκόταν στο ιερό νοιώθει μια αδιαθεσία και πέφτει μπροστά στην Αγία Τράπεζα.
Τρέχει το ασθενοφόρο προς τον Ευαγγελισμό αλλά στην διαδρομή ο παππάς αφήνει την τελευταία του πνοή.
Αμέσως αναλαμβάνει ο επόμενος παππάς να διεκπεραιώσει τους υπόλοιπους γάμους αλλά στην διάρκεια της μεταβίβασης γίνεται κάποιο λάθος και πεντέξι γάμοι συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας δεν καταχωρήθηκαν αμέσως σύμφωνα με το πρωτόκολλο.
Όλα τα προηγούμενα ζευγάρια έσπευσαν να προωθήσουν τα χαρτιά στις αρμόδιες υπηρεσίες .
Εμείς ούτε ξέραμε τι συνέβη πίσω μας ούτε και μας ενδιέφερε.
Μάλιστα , καθοδόν προς την φυγή μας χάσαμε τις βέρες , τα στέφανα καθώς και το άλμπουμ των φωτογραφιών.
Έκτοτε πέρασαν τριάντα χρόνια .
Κάποτε πήγα στην αστυνομία να αλλάξω ταυτότητα.
Η προηγούμενη έγραφε ακόμα «μαθητής» και είχε μια φωτογραφία μου από την πρώτη γυμνασίου.
Ο μπάτσος με κοίταξε ερευνητικά και μου είπε:
«Δεν προκύπτει από πουθενά ότι είστε παντρεμένος».
Ανατρίχιασα.
Ήμασταν ανύπαντροι όλη μας την ζωή χωρίς να το ξέρουμε .
Τελικά μετά από μια γραφειοκρατική Οδύσσεια το θέμα διευθετήθηκε χωρίς να χρειαστεί να ξαναπαντρευτούμε.
Έκτοτε διαμένουμε σε μια (άθλια) πολυκατοικία όπου δια μέσω του φωταγωγού μαθαίνουμε όλα τα τεκταινόμενα άθελά μας.
Οι πάντες είναι τσακωμένοι.
Άλλοι για ερωτικές ατασθαλίες και άλλοι για κτηματικές διαφορές.
Οι πάντες εκτός από εμάς.
Είμαστε το τελευταίο ζευγάρι στην πολυκατοικία που μοιάζουμε να είμαστε από άλλο πλανήτη.
Αν καμιά φορά βρεθώ στην Αθήνα περνάω απαραιτήτως από τον Άγιο Σώστη.
Όχι ότι έχω ανάγκη να ανάψω κερί , όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, αλλά για «κάτι υπόθεσες πνευματικές» που έλεγε και ο Σολωμός.
Ο Άγιος Σώστης συνεχίζει εκεί ατάραχος στην αιωνιότητα του.
Η στάση των λεωφορείων επίσης.
Λείπει ο Δημήτρης.
Λογικό.
Εκτός αν φαντασθούμε ότι περιμένει ακόμα ντυμένος νύφη έξω από την εκκλησιά η ακόμα ότι περιμένει το σχολικό στην στάση ντυμένος μαθήτρια.
Μου αρέσει!
Σχόλιο
Κοινοποίηση

Χιονίζει στην Μουργκάνα


-----------------------------
Ο κανονικός χειμώνας έρχεται μόλις χιονίσει στην Μουργκάνα.
Από τη «σκάλα του Δημάρχου» κόβεις αζιμούθιο ανατολικά προς Σαγιάδα.
Στην ευθεία προς Φιλιάτες βλέπεις την κορυφή της Μουργκάνας.
Όταν την δεις χιονισμένη τελειώσανε τα ψέματα. Έχουμε χειμώνα.
Σε αυτή τη βουνοκορφή έχουν γίνει πολλές γνωστές μάχες (και εξακολουθούν να γίνονται).
Ξεχωρίζω μία σχετικά άγνωστη .
«Το 'μαθες μωρ' δόλια μάνα,
τι έχει γίνει στην Μουργκάνα,
Πολεμούσαν οι Σουλιώτες,
με τους κάτω Δελβινιώτες.»
Μην πάει το μυαλό σας σε κανένα θρησκευτικό η πατριωτικό πόλεμο.
Η σύγκρουση δεν είχε τίποτα το ρομαντικό.
Βασικά σκοτωνόντουσαν (οι Σουλιώτες με του Κάτω Δελβινιώτες) για το ποιος θα αρπάξει του αλλουνού τα υπάρχοντα .
Έτσι οι νικητές …
«..πήρανε φλουριά και γρόσια,
μωρ' γιαλένια, κρουσταλένια.»
Κακά πετσιά οι Σουλιώτες (όχι ότι οι Δελβινιώτες πηγαίνανε πίσω δηλαδή) .
Θα μπορούσε βέβαια να μην με αφορούσε το θέμα και να περιοριζόμουν μόνο στην χιονισμένη βουνοκορφή αλλά και να θέλεις να αγιάσεις δεν σε αφήνουν οι διαόλοι.
Έτσι λοιπόν συνεχίζω.
Κάποτε βρέθηκα φαντάρος στα όρη της Μουργκάνας να φυλάω το έθνος από τους «Κομμουνιστάς».
Ήμουν το κατάλληλο πρόσωπο.
Όλα πήγαινα κατ΄ ευχή στην εξορία ώσπου μας φορτώσανε στα καμιόνια και μας πήγανε στο Σούλι.
Θα γινότανε , λέει η ετήσια αναπαράσταση της ανατίναξης της μονής του Κουγκίου και εμείς (οι ανεπιθύμητοι) θα παίζαμε τον ρόλο των «Τούρκων».
Σύμφωνα με την σκηνοθεσία και το σενάριο της παράστασης, οι θεατές και οι επίσημοι θα καθόντουσαν αναπαυτικά στην εξέδρα κάτω από το Κούγκι , οι «επιθυμητοί» θα ντυνόντουσαν «Σουλιώτες» και θα μένανε στην κορφή στο Κούγκι αμυνόμενοι υπέρ βωμών και εστιών και εμείς οι «Τούρκοι» θα κάναμε την επίθεση.
Ο λοχαγός μας συμβούλεψε «να πέφτει και κανένας νεκρός κατά το «γιουρούσι» ώστε να φαίνεται η σθεναρή αντίσταση των «Ελλήνων» .
Δεν προσδιόρισε όμως ποιοι ακριβώς και πότε θα έπεφταν νεκροί.
Μέγα λάθος.
Στο πρώτο σμπάρο των «Ελλήνων» πέσαμε νεκροί όλοι οι «Τούρκοι».
Ποιος ανέβαινε αρόντα όλη αυτή τη γουλάδα.
Ο μόνος «Τούρκος» που συνέχισε ήταν κάποιος αφελής νεοσύλλεκτος που ανεβαίνοντας πυροβολούσε μόνος του με άσφαιρα ώσπου έφτασε στην κορφή χωρίς τσαρούχια , χωρίς ντουφέκι και γδαρμένος από τα πουρνάρια.
Μόλις τον είδε ο καλόγερος Σαμουήλ (ο σιτιστής) έβαλε φωτιά και ανατίναξε το Κούγκι.
Φάγαμε από είκοσι μέρες φυλακή.
Είχε δίκιο ο Μάρξ.
Η Ιστορία γράφεται ως τραγωδία και επαναλαμβάνεται ως κωμωδία.
Γελάσαμε πολύ.
Μερικοί μέχρι δακρύων.
Ένας γελούσε ξαφνικά και το βράδυ στον ύπνο.
Δεν κρατήθηκε και έβαλε τα γέλια και το πρωί στην αναφορά.
Έφαγε επιπλέον πέντε μέρες φυλακή.
Κακά πετσιά οι Σουλιώτες.
Ήταν οι πρώτοι που ανακάλυψαν τα διόδια πολύ πριν την Εγνατία.
Στήσανε διόδια στο γιοφύρι στο Γλυκύ , απάνω στον Αχέροντα , και πέρνανε το δέκα τις εκατό από το αλεύρι και το αλάτι του Αλή Πασά.
Χωριά πόσα του κλέβανε στην Δωδώνη ως «άγνωστες συμμορίες».
Όταν ήρθαν στην Κέρκυρα ως μετανάστες γίνανε διάσημοι ως κλέφτες κοτετσιών.
Παρόλο που ο Ναύαρχος Ουζακώφ τους έδωσε χτήματα αυτοί αρνούνταν να τα δουλέψουν διότι θεωρούσαν ως το μόνο ευγενές επάγγελμα την εκτροφή αιγοπροβάτων.
Η Μουργκάνα σήμερα είναι το πλέον μακρινό και δυσπρόσιτο βουνό της χώρας.
Τα σύνορα της Ελλάδας με την Αλβανία είναι ακριβώς στην κορυφογραμμή.
Από ένα σημείο και μετά (του μοναδικού δρόμου) δεν ξέρεις αν βρίσκεσαι στην Ελλάδα η στην Αλβανία.
Τα μικρά και σχεδόν ακατοίκητα χωριά που βρίσκονται εκατέρωθεν του όρους χρησιμεύουν μόνο ως σταθμοί και καταφύγια κοντραμπαντιέρηδων.
Πάνε τα αξέχαστα εκείνα χρόνια , την εποχή των «Κομμουνιστών» , όπου φύλαγα μόνος μου την παραμεθόριο όλη νύχτα.
Τώρα αν βρεθείς εκεί σίγουρα θα σε σταματήσει κάποια περίπολος και άντε εσύ να τους πείσεις ότι ανέβηκες εκεί επάνω για να ρεμβάσεις και να δεις την θέα.
Μιάς και τόφερε η κουβέντα, να το ξαναπώ.
Υπάρχει και μια χαμένη όπερα του Giovanni Batista Ferrari με τίτλο «Οι τελευταίες μέρες του Σουλίου» (Ultimi giorni di Suli).
Το 1856 ανέβηκε στο μεγάλο θέατρο «Φοίνικας» της Βενετίας. Μάθαμε ότι ανέβηκε και στην Κέρκυρα στο Σαν Τζιάκομο.
Συγγραφέας του έργου ήταν ο Giovanni Peruzzini (1815-1869).
Το λιμπρέτο και οι παρτιτούρες της όπερας έχουν χαθεί.
Δεν καταφέραμε να βρούμε κάποιο ίχνος.
Αν υπήρχε ένα υπουργείο πολιτισμού σε αυτό το καταραμένο τόπο θα έστελνε έναν άνθρωπο στη Μαδρίτη όπου είναι μαζεμένα σχεδόν όλα τα έργα του Peruzzini να ψάξει να βρει την χαμένη όπερα.
Φαντάζομαι ότι ο Peruzzini θα έχει ωραιοποιήσει το παρελθόν σύμφωνα με τις πληροφορίες που θα είχε αλλά δεν πειράζει.
Έστω και έτσι μπορεί το έργο αυτό να αξίζει.
Στην άγνωστη Μουργκάνα συμβαίνουν ακόμα πολλές μάχες.
Χθες το βράδυ τόσα μπόρεσα να διακρίνω στην χιονισμένη της βουνοκορφή.