Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Ο Μάστορας

Με πήρε τηλέφωνο και μου συστήθηκε ως «Μαστρογιώργης».

«Βρήκε το τηλέφωνο μου από κάποιο γνωστό»  είπε.

Τον συνάντησα  αργά ένα μεσημέρι σε ένα μαγέρικο  στον Ταύρο κοντά στο σταθμό.

Μόλις είχε γυρίσει από την εξορία.

Ξανάπιασε δουλειά σε ένα μεγάλο μηχανουργείο στον Πειραιά  σαν τορναδόρος.

Μου μιλούσε για την ανάγκη επανίδρυσης  του σωματείου μεταλλεργατών «Αθηνών –Πειραιώς και περιχώρων».

Είχε σχεδόν άσπρα μαλλιά αλλά δεν φαινόταν κακοζωισμένος για εξόριστος . Μάλλον τον αντίθετο έδειχνε.

Περισσότερο μου έκανε εντύπωση ότι δεν έμοιαζε με το στερεότυπο του βιομηχανικού εργάτη που πρόβαλε η  αριστερά.

Μου άρεσε η φυσιογνωμία του και η διεισδυτική ματιά του.

Με ρώτησε τι θα ήθελα να κάνω σε ένα υπό ίδρυση σωματείο σαν αυτό  και του είπα ότι θάθελα να βγάλουμε μια εφημερίδα και να γράφω σε αυτήν.

«Ωραία!..» μου λέει  «..αναλαμβάνεις αρχισυντάκτης».

Έτσι , εκεί στο μαγέρικο του Ταύρου, ο  Μαστρογιώργης   έγινε Πρόεδρος ενός ανύπαρκτου Σωματείου Μεταλλεργατών  και εγώ  έγινα  αρχισυντάκτης μια ανύπαρκτης εργατικής  εφημερίδας.

Μετρήσαμε ένα-ένα τα κέρματα που είχαμε στην τσέπη μας και πληρώσαμε τον λογαριασμό.

Μου δώσε να διαβάσω και ένα βιβλίο καταταλαιπωρημένο και χωρίς εξώφυλλο.

Υπέθεσα ότι θα ήταν καμιά συλλογή  αποσπασμάτων από το έργο του Λένιν που συνήθιζαν να αποστηθίζουν οι αριστεροί τα χρόνια εκείνα για να  « εξοπλιστούν ιδεολογικά» απέναντι στους «αιρετικούς και στον ταξικό εχθρό».

Στον ηλεκτρικό το ξεφύλλισα . 

Επρόκειτο για ένα θεατρικό έργο.

Ο Μαστρογιώργης ήταν ένας από τους σπουδαιότερους μαστόρους εκείνης της εποχής.
Υπήρχαν και άλλοι . 

Ετούτος μπορούσε να   πάρει ένα άψυχο κομμάτι  ατσάλι και φτιάξει στον τόρνο έναν ατέρμονα κοχλία με την ίδια ευκολία που κάποιος θα έκοβε μια φέτα ψωμί με το κουζινομάχαιρο.
Την άλλη στιγμή μπορούσε να σου αναλύσει  το «Επτά επί Θήβας»  σαν να ήταν καθηγητής Θεατρολογίας .

Σύντομα απέκτησα ταυτότητα σωματείου με αριθμό μητρώου 7.

Είχε βρει και κάποιον άλλο συνεξόριστο του και τον έκαμε ταμία  σε ένα ανύπαρκτο ταμείο καθώς και μερικούς άλλους που τους έχρισε «μέλη του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου».

Σύντομα το  σωματείο απέκτησε χιλιάδες μέλη , το διοικητικό συμβούλιο μετατράπηκε σε ένα ιερατείο κομματικών επιτρόπων , ο Μαστρογιώργης «ξεπερασμένων αντιλήψεων» και εγώ  «Ύποπτος».

Είχα καθιερώσει μια σελίδα με παρουσίαση βιβλίων και μια στήλη με παρουσίαση κινηματογραφικών έργων.

Το Ιερατείο υποχρεώθηκε να διαβάζει τα βιβλία και να πηγαίνουν στο σινεμά για να δουν  τι είναι «εκτός Γραμμής».

Ο Μαστρογιώργης είχε σκάσει στα γέλια και με παρότρυνε να γράφω και για την Επίδαυρο η για τις όπερες της Λυρικής σκηνής.

«Είναι και αυτός ένας τρόπος να μορφωθούν οι ηλίθιοι.» έλεγε.

Οι Μαστόροι σαν τον Μαστρογιώργη εκείνα τα χρόνια ήταν κάτι παραπάνω από χειρώνακτες εργάτες. Ήταν το πιο μορφωμένο κομμάτι της εργατικής τάξης.
Μπορούσαν να μετράνε την διάμετρο ενός  τεράστιου στροφαλοφόρου άξονα μιας ντηζελομηχανής  πλοίου  με ακρίβεια χιλιοστού του χιλιοστού (η ενός «μικρού» όπως το έλεγαν στην γλώσσα τους) , και ταιριάζουν επάνω με απόλυτη ακρίβεια τα κουζινέτα.
Δεν υπήρχε το περιθώριο του παραμικρού λάθους.

Αν ζούσε σήμερα ο Μαστρογιώργης , δεν ξέρω, θα έμενε κατάπληκτος από την μετέπειτα εξέλιξη.
Θα του φαινόταν αδιανόητο να παράγονται εξαρτήματα μηχανών από αυτόματους τόρνους.
Ακόμα περισσότερο θα του φαινόταν αδιανόητο να λειτουργεί ένας τόρνος με εντολές ενός υπολογιστή.
Αυτό όμως που δεν θα μπορούσε να διανοηθεί θα ήταν οι τρισδιάστατοι εκτυπωτές.

Πώς να χωρέσει το μυαλό του ανθρώπου ότι θα ερχόταν μια μέρα (τόσο σύντομα)  που   οι  αστροναύτες στους διαστημικούς  σταθμούς θα «κατεβάζουν» ένα αρχείο στον υπολογιστή και θα εκτυπώνουν ένα ανταλλακτικό έτοιμο να αντικαταστήσει το κατεστραμμένο;

Πώς να χωρέσει το μυαλό ενός ανθρώπου ότι σύντομα θα είναι δυνατόν να εκτυπώσουμε οποιοδήποτε αντικείμενο χρειαζόμαστε στο σπίτι μας όπως μια σελίδα ενός εγγράφου;

Φαντάζομαι ότι θα με κοίταγε με εκείνη την κοφτερή και διεισδυτική ματιά του και θα μου έλεγε;
«Αν  ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος για την παραγωγή ενός προϊόντος πλησιάζει το μηδέν , τότε και η αξία του θα πλησιάζει το μηδέν. Συνεπώς η υπεραξία θα μειώνεται  διαρκώς. Άρα το ποσοστό κέρδους θα μειώνεται και αυτό.  Τότε ο κόσμος μας θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις θεμελιώδεις αντιφάσεις του.»

Ο Μαστρογιώργης συνήθιζε να χρησιμοποιεί την έκφραση «Ο Κόσμος μας» αντί του δεικτικού «Ο Καπιταλισμός (τους)».

Θεωρούσε ότι είμαστε κομμάτι του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε και η αμφισβήτηση του σημαίνει και αμφισβήτηση του εαυτού μας.

Μου λέγε ακόμα ότι αν ο μαθητευόμενος δεν έχει την υπομονή να διδαχθεί από τον μάστορα θα είμαστε ακόμα στην λίθινη εποχή.


Εάν πάλι ο μαθητευόμενος δεν μπορεί να υπερβεί τον μάστορά του , πάλι στην λίθινη εποχή θα είμαστε.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Λουτσία


 Παρακάτω από το σπίτι μου είναι ένα παλιό Βενετσιάνικο χωριάτικο  ερείπιο.

Η συνηθισμένη αρχιτεκτονική της εποχής εκείνης.

Ένα κατώι ,ένας όροφος με μπότζο και εξωτερική πέτρινη σκάλα.

Πριν τον πόλεμο εκεί  κατοικούσε μια οικογένεια νοικοκυραίων με αμπέλια και αρκετές  ελιές.

Ο αφέντης μοίρασε την περιουσία του στα τρία του παιδιά .

Το σπίτι έπρεπε να μοιραστεί σε τρεις οικογένειες .
Μαζί  τα αμπέλια και οι ελιές.

Η εποχή μετά τον πόλεμο ήταν το ίδιο δύσκολη. 
Για μερικούς ήταν ακόμα χειρότερη.

Το σπίτι χωρίστηκε σε τρία κομμάτια  που το καθένα δεν μπορούσε να στεγάσει ούτε έναν σημερινό άνθρωπο.

Ανοίχτηκαν δυό καινούργιες πόρτες και δυό παράθυρα. 
Τα δωμάτια χωρίστηκαν με καλαμένια μοροφίντα και πηλό.

Τα αδέλφια θεωρούσαν όλα ότι αδικήθηκαν στην μοιρασιά.

Δεν μιλούσαν για χρόνια και οι οικογένειες  ζούσαν μεταξύ τους έναν  μακροχρόνιο και αδυσώπητο εμφύλιο πόλεμο.

Οι πρωταγωνιστές αυτού του τρομερού εμφύλιου πέθαναν όλοι .

Τα παιδιά τους  μετανάστευσαν  μέσα στο εξήντα και πλέον δεν ενδιαφέρεται κανείς  (αν υπάρχει κανείς )  για να ξαναμοιράσει το σπίτι στα εννιά.

Οι κυπαρισσένιες κόρδες  της σκεπής δεν άντεξαν και η σκεπή έπεσε.
Αντιστέκονται ακόμα οι πέτρινοι τοίχοι  αλλά, λένε αυτοί που ξέρουν,  ότι κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να  τα βάλει με τον χρόνο.

Κάποια φορά μπήκα μέσα από περιέργεια.  
Μου φαινόταν αδιανόητο ότι έμεναν τόσοι άνθρωποι σε αυτό το σπίτι που όλο μαζί δεν ήταν ούτε πενήντα τετραγωνικά.

Πέρασαν τα χρόνια και στο σπίτι εγκαταστάθηκε  αυθαίρετα η μάνα της Λουτσία.

Εκεί γεννήθηκε η Λουτσία μαζί με τα  πέντε της αδέλφια.

Την ονόμασα έτσι γιατί  ήρθε πεινασμένη και νιαούριζε  έξω από την πόρτα μου μια κρύα νύχτα  του  χειμώνα .

Ήταν τριάντα Δεκεμβρίου και την έβγαλα έτσι γιατί εκείνη την ημέρα τυχαίνει να γιορτάζει μια φίλη  μου που την λένε Λουτσία.

Η Λουτσία ήταν ένα αγρίμι. 
Ήταν αδιανόητο να την πλησιάσεις.  
Τα αδέλφια της ήταν ακόμα χειρότερα.
Το ένα  από αυτά πήγα να το ταΐσω και μου έγδαρε το χέρι.

Είχαν την ατυχία να γεννηθούν σε εποχή κρίσης  και ως γνωστόν η κρίση πλήττει πρώτα από όλα αυτούς που είναι εντελώς ανεύθυνοι και ανυποψίαστοι.

Οι γάτοι της γειτονιάς είναι στα πρόθυρα της λιμοκτονίας.
Οι σκύλοι αντέχουν ακόμα λίγο.

Για κάποιο λόγο  που η επιστήμη δεν μπορεί ακόμα να εξηγήσει επαρκώς , η Λουτσία  ήταν λίγο λιγότερο άγρια από τα αδέλφια της .

Τις δίνω κάτι τις  και , αν δεν απομακρυνθώ,  δεν πλησιάζει να φάει.

Γύρευε πόσες κλωτσιές έφαγε από τους ανθρώπους  πόσες επιθέσεις άντεξε από τους σκύλους του χωριού και πόσες φορές απέφυγε τις ρόδες των διερχομένων  αυτοκινήτων.

Η Επαφή έγινε βήμα-βήμα και  χρειάστηκε πολύ επιμονή.

Η Λουτσία τώρα έρχεται και τρίβεται στα πόδια μου.
Κάθεται στο διπλανό σκαμπό και κοιμάται ήσυχα.
Θα γυρίσει στο πατρικό της αργά το βράδυ.

Ο Νικολάκης από απέναντι με κοιτάζει κατάπληκτος.

«Πως  έγινε και σε πλησίασε αυτό το αγρίμι;»

Ο Νικολάκης   είναι  ένας ήρεμος αγρότης και παλιός  μουσικός.
Μαζί με τον πατέρα μου έπαιζαν στα πανηγύρια.
Ο Νικολάκης ακορντεόν και ο πατέρας μου βιολί.
Θυμάμαι ένα παλιό τραγούδι που έλεγαν στην αυθεντική του μορφή.
Μιλούσε για το φημισμένο πανηγύρι της Υπαπαντής  στους Καστελάνους Μέσης.

«Εγώ παπούτσια δεν έχω Στην Παπαντή  να πάω
Ο Φτύμιος μους νάναι καλά κι’απ’ άλλο χρόνο πάω

Και το κερί που σού ταξα παρθένα Παναγιά μου
Θα σου το φέρω άλλη φορά  για νάχω την υγειά μου

Καλότυχοι καλόμοιροι όπου έχουνε και τρώνε
Και  γω σπέζα δεν έφαγα μέσα από τσου Φωτώνε.

«Δεν ξέρω Νικολάκη  μου … τι να σου πω….  Μερικοί λένε ότι  είναι τα γονίδια …άλλο γεννιέται πιο άγριο και άλλο πιο ήμερο»

«Αυτό λες  νάναι;»

« Και αυτό μπορεί να  είναι.»

«Το κυριότερο όμως είναι ότι  μέσα  μας πολεμάνε δυό λύκοι .

Στο τέλος θα νικήσει εκείνος που ταΐσαμε.»

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Ο Μαρκάντες τσι Βενετιάς

Η Ρένα γύρναγε  τις νύχτες στην πόλη και τραγουδούσε μόνη της.

Την εύρισκες στις τρείς το πρωί να κάθεται μόνη στις άδειες καρέκλες του Ζήσιμου.

Άλλοτε  έπαιρνε το πλεχτό της και πήγαινε και καθότανε στο ταπετσιέρικο του Μιχάλη  να ακούει ιστορίες και καθημερινούς καυγάδες και αστεία.

Μια συνηθισμένη γυναίκα που αν πέρναγε δίπλα σου δεν θα έδινες καμιά σημασία.

Το Θεατράκι «Ρένα Βλαχοπούλου»  βρίσκεται  στην καρδιά ενός δάσους με τεράστια δέντρα και  πυκνή βλάστηση.

Πρόκειται για μια καλοφτιαγμένη ξύλινη κατασκευή πλήρως εναρμονισμένη με το περιβάλλον.

Τριγύρω η θάλασσα και πιο πέρα  η φημισμένη πηγή του Καρδακίου.

Εδώ τα παλιά χρόνια έκαναν τον περίπατό τους αποκλειστικά οι Βασιλείς μας μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των υπηκόων τους.

Πόσες καλοκαιρινές  παραστάσεις στο υπαίθριο θεατράκι και πόσους βορδόνους μετρήσαμε  από τα ανελέητα τσιμπήματα των κουνουπιών!

Απόψε στο θεατράκι της Ρένας έχουν παράσταση τα παιδιά του 6ου Γυμνασίου Κέρκυρας.

 Ανεβάζουν τον «Έμπορο της Βενετίας».

Αποφάσισαν να παίξουν όλους τους ρόλους οι κοπέλες,  σε αντίθεση με ότι συνηθιζόταν από αρχαιοτάτων χρόνων.

Έτσι λοιπόν βρέθηκα ξανά στις ξύλινες εξέδρες να περιμένω να αρχίσει η παράσταση,  να χαζεύω τις ψηλές κορυφές των αιωνόβιων δένδρων και να συλλογίζομαι.

Μαρέσει εδώ .

Αν  αναβληθεί η παράσταση για τεχνικούς λόγους , ας πούμε, ήθελα να μείνω εδώ απόψε. Να μην με δουν οι φύλακες , λέει, και να ξαπλώσω στην ξύλινη κερκίδα να κοιμηθώ.

Μιας και τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει,  ξαναφέρνω στο μυαλό μου την ιστορία του Έμπορου της Βενετίας  στην Κέρκυρα .

Οι «Μαύροι» ήταν οι πρώτοι που μετέφρασαν το έργο του Σαίξπηρ στα Ελληνικά.

 Έτσι λέγανε τότε στην πιάτσα τα μέλη του «Σοσιαλιστικού ομίλου Κέρκυρας» επειδή   συνήθιζαν να φοράνε μαύρα ρούχα και καπέλα.

Ο Ντίνος  Θεοτόκης ,ο Γεράσιμος Σπαταλάς  και άλλοι δούλεψαν σκληρά.

Συνηθισμένοι άνθρωποι που αν πέρναγαν δίπλα σου δεν θα έδινες καμιά σημασία.

Τότε τα βιβλία ήταν πολύ ακριβά για να τα αγοράσει ο οποιοσδήποτε. Πόσο μάλλον οι εργάτες των εργοστασίων της Κέρκυρας που ήταν πάμφτωχοι.

Λένε οι παλαιότεροι ότι τα έσχιζαν σε διάφορα μέρη η και σε σελίδες και τα μοιραζόταν .

Μετά έπρεπε να βρεις αυτόν που είχε την συνέχεια και να σε βρει και αυτός που έψαχνε το δικό σου κομμάτι.

Εκείνη την εποχή  εκτός από τα βιβλία ήταν ακριβά και τα ξυπνητήρια.

Τα εργοστάσια είχανε σειρήνες στις διασταυρώσεις ώστε να ξυπνάνε τον κόσμο να πάει στη δουλειά.

Σκέφτομαι ότι μάλλον εκεί έξω από το 6ο Γυμνάσιο , στο τρίστρατο , θα περιμένανε τα άγρια χαράματα οι «Μαύροι» τους εργάτες που πηγαίνανε στα εργοστάσια του Μαντουκιού η στο Λιμάνι και θα τους μοίραζαν μια-μια, σαν επαναστατικές προκηρύξεις,  τις σελίδες από τον «Έμπορο της Βενετίας».

Πέρασαν τα χρόνια και λίγο πιο πέρα από το τρίστρατο του 6ου Γυμνασίου Κέρκυρας   χτίστηκε το «Ξενοδοχείον Ιόνιο».

Εκεί το 1966  ένας παράξενος θίασος έκανε για μήνες πρόβες τον έμπορο της Βενετίας .

Έγραψε λίγα λόγια ο φίλος μου ο Μάκης Μανέτας , βέρος Μαντουκιώτης , για αυτήν την παράσταση.

Οι Ηθοποιοί ήταν απλοί καθημερινοί άνθρωποι της πόλης που δεν είχαν ασχοληθεί ποτέ με το θέατρο.

Ο Μαυρόπουλος,  O Μάχος Ρούσης , η Μαρία Τσατσοπούλου,  Ο Πίπος Αναγνώστης, Ο Γιώργος Λεβέντης  και άλλοι πολλοί .

Εμπνευστής , σκηνοθέτης, διασκευαστής, στάθηκε ο ανεπανάληπτος  Μάχος  Ρούσης . Απ' εκείνες τις προσωπικότητες  που  αφήκανε αποτύπωμα βαθύ στη γη μας κι όχι με τα γραφτά τους μοναχά.

Συνηθισμένοι άνθρωποι που αν πέρναγαν δίπλα σου δεν θα έδινες καμιά σημασία.

Τους έβλεπε ο Μάκης να μαζεύονται στο «Ξενοδοχείον Ιόνιο».

Αυτός δούλευε, τότες,   εργάτης και μετέφερε με την καρέτα του πατέρα του κολόνες πάγου.

Όπως πέρναγε απ' έξω, τους έβλεπε να κρατάνε όλοι κάτι πράσινα βιβλιαράκια.

Δύσκολα πράματα.

Πώς να σταθεί κάποιος μπροστά στους γνωστούς του , τους φίλους του και τους γείτονές του και να υποδυθεί κάποιον άλλον;

Ο Φοίνικας ήταν γεμάτος από νωρίς και ο κόσμος ενθουσιάστηκε.

Η παράσταση έμεινε στην ιστορία.

Σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί της ιστορικής αυτής παράστασης δεν υπάρχουν πια.

Νάμαστε ξανά, λοιπόν, εν έτει 2014 στις ξύλινες κερκίδες του θεάτρου «Ρένα Βλαχοπούλου» στο Μον Ρεπό.

Κάνω τη βόλτα μου πίσω από την σκηνή και τα παιδιά είναι αναστατωμένα.
Άλλα έχουν τρακ.
Άλλα προσπαθούν να πουν κανένα αστείο για να χαλαρώσει η ένταση.
Δίνει κουράγιο η μια στην άλλη.

Τα κοριτσάκια του 6ου Γυμνασίου Κέρκυρας έτοιμα να αναμετρηθούν με ένα από τα τέρατα του παγκόσμιου θεάτρου που μπορεί με το παραμικρό να μεταμορφωθεί σε δράμα η σε κωμωδία. Σε αντισημιτικό παραλήρημα η σε σφοδρή κριτική στην κοινωνία.

Η Αλίκη, Η Αντριάνα, Η Βίκυ, Η Ισαβέλλα , Η Σταυρούλα, Η Έλενα, Η Ειρήνη, Η Χρυσούλα.

Συνηθισμένα κοριτσάκια που το πρωί περνάνε με την τσάντα τους να πάνε σχολείο και δεν τους δίνεις σημασία.

Δύσκολα πράματα.

Πώς να σταθεί ένα κοριτσάκι μπροστά στους φίλους του , στους  γείτονες του και στους συγγενείς του και να υποδυθεί κάποιον άλλον;

Η παράσταση άρχισε και τα φώτα χαμήλωσαν.

Κοιτάω πίσω μου αφηρημένος.

Ψηλά στις πάνω κερκίδες κάθονται οι «Μαύροι».

Κάτι μουρμουράνε σοβαροί.

Η Ρένα από κάτω γυρνάει θυμωμένη και τους κάνει την παρατήρηση.

-«Θα τσωπάσετε ορέ; ….. Άμα θέλετε κουβέντα να πάτε στη πάνω πλατεία! …Ορίστε μας!»

Πιο πέρα , ανάμεσα στον κόσμο, βλέπω τον Μάχο τον Ρούση και τους άλλους από την παράσταση του φοίνικα.

Κοιτάνε σοβαροί και με βλέμμα κριτικό.

Η παράσταση τελείωσε μέσα σε ασταμάτητα χειροκροτήματα.

Τα παιδιά αγκαλιάζονται και χορεύουν πίσω από την σκηνή.

Η Ελένη , η δασκάλα τους, τα καμαρώνει χαμογελώντας.

Ο κόσμος  παίρνει το μονοπάτι προς την έξοδο.

Τα φώτα σβήνουν.

Ψηλά στις κερκίδες έχουν μείνει οι «Μαύροι»  , η Ρένα , και πιο πέρα ο θρυλικός θίασος του Φοίνικα.

Συζητούν χαμηλόφωνα  και κάνουν μάλλον τις παρατηρήσεις τους επί του έργου.

Αν δεν με δει ο φύλακας  λέω να ξαπλώσω στην ξύλινη κερκίδα και να αποκοιμηθώ.


 Καθώς λεν και οι ποιητές «..μες τα χρώματα του κήπου σου και δίπλα στο νερό».

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Μια μικρή στόρια για την πανσέληνο του Ιουνίου


 Η Αννούλα έβγαινε τα καλοκαίρια στην αυλή  με ένα πλαστικό μικρόφωνο στο χέρι και τραγουδούσε μόνη της παίρνοντας και διάφορες πόζες.

Σεκόντο έκανε ο Μάρκος  , ένα κοκκινοτρίχικο μεγαλόσωμο  σκυλί που αγαπούσε τις Σερενάτες  και μισούσε θανάσιμα τον υπάλληλο της ΔΕΗ που ερχόταν να μετρήσει το  ρεύμα.

Χάρις στον Μάρκο είχαμε δύο χρόνια να πληρώσουμε τη ΔΕΗ.

Η Αννούλα έβλεπε τότε και μια ελληνική σειρά που λεγόταν «Μανταμ Σουσού» και μιμούταν τέλεια τα καμώματα της και την φωνή της.

Όποτε με έβλεπε  με ρωτούσε: «Πως είσαι πτωχούλη;»

Πέρασαν τα χρόνια και η Αννούλα με το ψεύτικο πλαστικό μικρόφωνο και το ψεύτικο καλώδιο που κρεμότανε ματαίως  παντρεύτηκε και έκανε και μια κόρη.

Συνήθως όταν παντρεύεται μια κοπέλα και κάνει και  παιδί  ξεκινάει για αυτήν μια  καινούργια εποχή.

Η  Αννούλα και η μικρή Ραφαέλα βρέθηκαν μπροστά σε έναν απίστευτο Γολγοθά.

Η Ραφαέλα γεννήθηκε με μια πολύ σπάνια ασθένεια  που οι γιατροί όλου του κόσμου θεωρούσαν ότι ήταν μη αντιμετωπίσιμη.

Η Αννούλα πήρε την Ραφαέλα και πήγαν στο Παρίσι όπου  μια ομάδα γιατρών υποσχέθηκε ότι θα έκανε ότι ήταν δυνατόν.

Χρόνια  η μικρή Ραφαέλα έμεινε στο κρεβάτι του νοσοκομείου .

Η Αννούλα έπιασε δουλειά και βρήκε  ένα δωμάτιο κοντά στο νοσοκομείο.

Πως αντέχεται κάτι τέτοιο;
Πώς μπορεί ένα παιδάκι να μεγαλώσει μέσα σε ένα νοσοκομείο;
Πώς μπορεί μια κοπέλα που μέχρι προχτές τραγουδούσε με ένα πλαστικό μικρόφωνο να σηκώσει  ένα τέτοιο βάρος;

Κάποτε έγινε το θαύμα. Η Ραφαέλα έγινε τελείως καλά και γύρισαν πίσω στην Κέρκυρα.

Πριν από δυο τρεις μήνες πήγα στο Θέατρο  που είχε συναυλία η Κερκυραϊκή χορωδία.

Μερικά παιδιά ανάλαβαν να διαβάσουν λίγα λόγια για την ιστορία της χορωδίας.
Όπως είναι φυσικό είχαν τρακ.
Δεν είναι μικρό πράμα να βρεθεί ένα παιδί  μπροστά σε οχτακόσιους ανθρώπους.

Η Ραφαέλα μίλησε χωρίς να κομπιάσει καθόλου.
Τόνιζε εκεί που  έπρεπε .
Έδινε έμφαση εκεί που  έπρεπε.
Η ομιλία της είχε μουσικότητα και τέμπο.
Στο τέλος  πήρε την κιθάρα της και κάθισε δίπλα στα μαντολίνα.

Ξαναείδα την Ραφαέλα προχτές στην πλατεία , στο φεστιβάλ του εναλλακτικού εργαστηρίου.
Κοίταγε με προσοχή μια έκθεση φωτογραφίας.
Πλησίασα και πιάσαμε την κουβέντα.
Μου μιλούσε για την Τζάζ που της αρέσει πολύ και για τα μαθήματα που παρακολουθεί στο τμήμα μουσικών σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου.
Θέλει να σπουδάσει μουσικοθεραπεία.
Είχα μπροστά μου έναν ώριμο άνθρωπο .
Η Αννούλα κατά την διάρκεια της κουβέντας μας με την  Ραφαέλα  είχε  πάει διακριτικά πιο πέρα  .

 Έτσι έπρεπε.

Χτες το βράδυ τα βήματα μου με φέρανε στον  κήπο του παλατιού.

Ένας εβραϊκός σύλλογος  είχε μια συναυλία για τον Κοέν και τον Μουστακί.

Θα τραγουδούσε και η Αννούλα.

Έτσι άκουσα την Αννούλα να τραγουδάει ξανά σε  αυλή μόνον που τώρα το μικρόφωνο ήταν αληθινό  και είχαμε και φωτισμούς  και ηχολήπτες και κάμερες  και πολύ κόσμο.

Μπροστά - μπροστά καθόταν η Ραφαέλα σοβαρή και  δίπλα στα κάγκελα  η Μαρία , η γιαγιά της Ραφαέλας συγκινημένη . Σίγουρα από κάπου ψηλά  παρακολουθούσε και  ο Κώστας  εξίσου σοβαρός και συγκρατημένος.

Μας είπε τραγούδια της  Έντιθ Πιάφ  και κάτωθε μας  φλέγοταν η θάλασσα.

Μας τραγούδησε  και για κάποιον που.. «ποτέ δεν είναι μοναχός  μέσα στην μοναξιά του»  και   βγήκε κατακόκκινο το φεγγάρι δίπλα από το φρούριο.

Έπειτα  ανακοινώθηκε από τα μεγάφωνα η «αφιλοκερδής συμμετοχή  του Γιώργου Νταλάρα στην αποψινή μας εκδήλωση».

Βγήκε ηλιοκαμένος με την κιθάρα του.

Ποιος ήλιος, άραγε, τον  έκαψε;

Πήγα στο  μπουφέ , πήρα μια μποτίλια κρασί  και ένα ποτήρι.
 Πήγα και έκατσα έξω , στα σκαλιά του παλατιού.

Από μακριά  ακουγόταν αγχωμένα ακομπανιαμέντα για κάποιον που «πήρε Ρετιρέ στην Κηφισιά με τραγούδια για την φτώχια και την ξενιτιά».

Όταν τελείωσε η συναυλία είδα τη Αννούλα να έρχεται.

Αγκαλιαστήκαμε.


«Πως είσαι πτωχούλη;»  μου είπε.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Πυγολαμπίδες


Όταν γνώρισα  την οικογένεια της Θεοδώρας , πριν από μερικά χρόνια, ο πατέρας δούλευε σε μια εταιρεία αναψυκτικών . 

Είχε βγάλει επαγγελματικό δίπλωμα  και γύρναγε με ένα φορτηγό σε όλο το νησί.

Η Μάνα της  είχε αναλάβει να φροντίζει μια μοναχική  ηλικιωμένη γυναίκα.

Τότε η Θεοδώρα τελείωνε το δημοτικό.

Τέτοια εποχή ήταν που μας κάλεσαν σπίτι τους  το βράδυ για ένα ποτήρι κρασί.

Καθόμαστε στην αυλή και  η  Μάνα της τηγάνιζε λουκάνικα  στην κουζίνα.

Η Θεοδώρα  με τον μικρότερο αδελφό της  μάζευαν πυγολαμπίδες από τριγύρω και τις έβαζαν σε ένα γυάλινο βάζο.

Εμείς είχαμε σοβαρές συζητήσεις.

Κάποια στιγμή μας διέκοψαν για να μας δείξουν τις πυγολαμπίδες .

«Ζουν  πολύ λίγο πουλάκι μου…. κρίμα είναι …άφησε  το καπάκι ανοιχτό και θα φύγουν μόνες τους»

«Έχουμε και εμείς στο χωριό μας τέτοιες!» είπε και αμέσως σοβάρεψε  απότομα σαν να μετάνιωσε.

Η Θεοδώρα  προσπαθούσε πάντα να αποφύγει οποιαδήποτε κουβέντα  για το χωριό της.

Άλλαξε αμέσως κουβέντα.

Με ρώταγε για το μυστήριο  των πυγολαμπίδων .

 Ήθελε να μάθει πως γίνεται και φωτίζουν την νύχτα.

Που ζουν την ημέρα.

Πότε γεννιούνται και πότε πεθαίνουν.

Της έκανε μεγάλη εντύπωση όταν της έλεγα ορθά κοφτά: «Δεν ξέρω».

Πέρασαν τα χρόνια και χαθήκαμε.

 Η Θεοδώρα έμαθα ότι πήγε στο Πανεπιστήμιο σε κάποια άλλη πόλη.

Προχτές είχε την ετήσια Λιτανεία της Αγίας Δωρεάς.

Είδα πολλούς γείτονες και φίλους καθολικούς  να περιμένουν  στο πεζοδρόμιο.

Πολλοί από αυτούς είναι Μαλτέζοι.

Πάντα ήταν οι παρακατιανοί, οι φτωχοί , οι παραγκωνισμένοι της μικρής μας κοινωνίας.

Οι προγόνοι τους έχτισαν όλη την πόλη αλλά πάντα  έμεναν στα περίχωρα.

Σπουδαίοι  πετράδες και  αγρότες .

Γέμισε με κήπους  η πόλη τριγύρω με λαχανικά και φρούτα.

Πάντα αισθανόταν μειονεκτικά για την ταπεινή τους καταγωγή.

Κάναμε και εμείς ότι μπορούσαμε.

Πηγαίνουν με την πομπή προς τον Ντόμο.

Είδα την Θεοδώρα  στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Παραλίγο να μην την γνωρίσω. Πιασμένη χέρι-χέρι με το αγόρι της περίμενε δίπλα στο περίπτερο.

Είπα να περάσω απέναντι να την χαιρετίσω αλλά η αστυνομία δεν επέτρεπε την διέλευση του δρόμου.

Όταν κάνω την βόλτα μου τα βράδια βλέπω από τον ΝΑΟΚ  τα φώτα της Κονίσπολης ξαπλωμένη αιώνες στην πλαγιά της απέναντι ακτής και θυμάμαι την Θεοδώρα και την οικογένεια της.

Εργατικοί , λιγομίλητοι, συγκρατημένοι και ταπεινόφρονες.

Πάντα ξένοι.

Πολλές φορές ονειρεύομαι μακρινά ταξίδια.

Τέτοιες μέρες όμως θάθελα να βρισκόμουν σε ένα θεϊκό μπαλκονάκι απέναντι στην Κονίσπολη με ένα ποτήρι κρασί.

 Να  δω την Κέρκυρα όπως την βλέπουν οι Κονισπολιάτες εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Να νυχτώνει, λέει,  και να αρχίσουν να φέγγουν οι Πυγολαμπίδες.

Να ρεμβάζω και να περιμένω να πέσει καλά η νύχτα γιατί,  είναι γνωστό,  ότι  όσο βαθύτερο είναι το σκοτάδι τόσο περισσότερο φεγγοβολάνε  οι πυγολαμπίδες.


Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Βάνα


Η Βάνα ήταν μια στρουμπουλή κοπελίτσα που έμενε σε μια μονοκατοικία με κήπο στο Μοσχάτο.

Ο Κήπος είχε κάνα δυό νεραντζιές  , ένα δύο λεμονιές και πολλές τριανταφυλλιές με τριαντάφυλλα διαφόρων χρωμάτων.

Η Βάνα ήταν ασπριδερή  και αφράτη ακόμα και το κατακαλόκαιρο.

Έγραφε και ποιήματα.

Δακρύβρεχτα κοριτσίστικα ποιήματα   γεμάτα ευαισθησία  απελπισία και έρωτα.

Μου χε δώσει και μερικά  γραμμένα σε πολυτελές κίτρινο χαρτί  και στην κορυφή είχε κολλημένο με σελοτέιπ και ένα φυλλαράκι  τριανταφυλλιάς  από τον κήπο της.

Με την Βάνα «τάχαμε»  τον εφιαλτικό   εκείνο καιρό της  δοτικής, των  απαρέμφατων και των τριτόκλιτων .

Χωρίσαμε (ένα δειλινό με δάκρυα στα μάτια) για.. ιδεολογικές διαφορές .

Η Βάνα γράφτηκε στον «Ρήγα φεραίο» (τον Βελεστινλή) και εγώ  (που ήμουν από τότε πολύ  σκληρός) γράφτηκα στην ΠΠΣΠ.

Χάος μας χώριζε πλέον.

Με τι μούτρα να συναντήσω τους μυστακοφόρους μαοϊκούς της  οργάνωσης μου.

Έκρυβα την ανίερη σχέση  μέχρι που  «δεν πήγαινε άλλο».

«Ντρέπεσαι που σ αγαπάω
Πιο πολύ και από τον Μάο»

Έλεγε το άσμα της εποχής και μου υπενθύμιζε διαρκώς τον παράνομο και αντεπαναστατικό  δεσμό μου.

Πέρασαν τα χρόνια και η Βάνα έμεινε μια ασπριδερή και αφράτη ανάμνηση  στο σιδερένιο πορτόνι του μικρού κήπου στο Μοσχάτο.

Και έτσι πρέπει να μείνει  για πάντα.

Αργότερα έπιασα δουλειά στα ναυπηγεία και γνώρισα χιλιάδες  Βάνες.

Βάνες ατμού
Βάνες νερού
Βάνες λαδιού
Βάνες  τεσσάρων ιντσών
Βάνες  εννέα ιντσών
Βάνες χειροκίνητες απλές
Βάνε ηλεκτρομαγνητικές

Ήταν μια εποχή που έβλεπα στον ύπνο μου Βάνες.

Κάποτε έφυγα από την Αθήνα και νόμιζα ότι είχα αφήσει οριστικά πίσω μου τις Βάνες.

Πέρασαν τα χρόνια και ήρθε ο καιρός των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών.

Τότε συναντώ ξανά την Βάνα.

Ας πάρουμε , όμως τα πράματα από την αρχή.

Στο χωριό μου ανακοινώνονται οι υποψηφιότητες για τον πάρεδρο.

Η «Δεξιά» κατεβάζει για υποψήφιο πάρεδρο έναν γιγαντόσωμο και καλόκαρδο  ξυλοκόπο που μοιάζει με τον Πώλ Μπανυάν και  που δεν θα ησυχάσει αν δεν κόψει και την τελευταία ελιά του Κερκυραϊκού ελαιώνα.

Η «Αριστερά» κατεβάζει έναν σκυθρωπό και αγέλαστο δεξιοτέχνη της πρέφας.

Το χωριό χωρίζεται ως συνήθως σε δύο στρατόπεδα σε μια μάχη υπέρ βωμών και εστιών.

Παρακολουθώ από το παράθυρο μου κινήσεις ασυνήθιστες .

Μυστικές συναντήσεις .

Παράξενες  μεταμεσονύκτιες επισκέψεις.

Ανεπαίσθητους εκβιασμούς.

Επιστρατεύονται ακόμα και φοβερές μετεμφυλιακές αναμνήσεις για να πεισθούν  οι ταλαντευόμενοι.

Το δηλητήριο απλώνεται στις φλέβες του μικρού χωριού και κινδυνεύεις  , αν δεν προσέξεις με οποίον μιλάς,  να σε κατατάξουν στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Κανείς δεν ενδιαφέρεται τι γίνεται στον έξω κόσμο.


Τελικά νικάει ο «δεξιός» και καταλαμβάνει τον θρόνο του πάρεδρου στο καφενείο του χωριού.

Σηκώνεται σοβαρός από τον θρόνο του και ακουμπάει τα ροζιασμένα χέρια του στο λιγδιασμένο  ξύλινο  μετεμφυλιακό τραπέζι της πρέφας.

«Θα είναι..» - λέει μεγαλοψύχως - «..Πάρεδρος όλων των χωριανών».

Οι Αρμοδιότητες της «τοπικής αυτοδιοίκησης»  είναι να εξασφαλίζει την ομαλή τροφοδοσία του χωριού με νερό.

Μια νέα εποχή αρχίζει.

Θα ανοιγοκλείνει την Βάνα καλύτερα από ποτέ άλλοτε.

Α! ξέχασα.


Θα  καθαρίσει  και τον δρόμο με το χορτοκοπτικό.