Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Η Ιστορία της Λουτσίντα


Ξεκίνησα ένα πρωί να πάω να πληρώσω το τηλέφωνο.
Το είχα αναβάλει αρκετές φορές και δεν πήγαινε άλλο.

Πριν φτάσω στην γωνία άρχισε να βρέχει και  γύρισα να πάρω ομπρέλα.
Πήρα την ομπρέλα και όπως έφευγα βιαστικός βλέπω ένα γατί να σέρνεται προς εμένα νιαουρίζοντας.

Ήταν πατημένο από αυτοκίνητο μάλλον,  στην μέση.
Τα πίσω πόδια και η κοιλιά του  ήταν  σιάδι.

Δεν έβλεπα ελπίδες επιβίωσης .

Ψαχούλεψα τα κόκαλα των πίσω ποδιών και φαινόταν γερά.
Σκέφτηκα ότι αν ήταν γερό και το στομάχι του μπορούσε ,με μπόλικη τύχη, να επιβιώσει.

Το έβαλα σε μια μικρή αποθήκη με γάλα , νερό και στρωσίδια.
Σε δυό εβδομάδες σηκώθηκε στα πόδια του.
Σε ένα μήνα περπατούσε κανονικά.
Σε δύο μήνες σκαρφάλωνε στο κεφάλι μου.

Ήταν παρδαλή και , μιας και όταν γνωριστήκαμε κούτσαινε , την έβγαλα Λουτσίντα.

Λουτσίντα λέγανε μια γυναίκα που σύχναζε στο Λιστόν , κούτσαινε ,  φορούσε παράξενα πολύχρωμα ρούχα , βαφόταν  πολύ έντονα και ζούσε πάντα μόνη.

Οι παλιοί Κερκυραίοι όταν θέλανε να σχολιάσουν κάποια που κουνιόταν υπερβολικά λέγανε  ότι  «αυτή κουνιέται σαν την Λουτσίντα».

Την παρομοίαζαν με ένα καΐκι που το λέγανε «Λουτσίντα»  και  έκανε την γραμμή Κέρκυρα – Παξοί  τα χρόνια εκείνα.
Όταν περνούσε  τ΄Αλεύκι  κουνιόταν πολύ γιατί εκεί  είχε συνήθως κύμα.

Η δική μας η Λουτσίντα κουνιόταν επίσης αρκετά ώστε να ξεμυαλίσει έναν  γκρίζο κεραμιδόγατο και να γκαστρωθεί.

Η κοιλιά της δεν φαινόταν καν.

Κατά μια πολύ σπάνια σύμπτωση  είχε ένα μόνο γατί στην κοιλιά της και αυτό  άρχισε να βγαίνει με τα πόδια προς τα κάτω.

Φρακάρισε και  πέθανε με το ένα ποδαράκι του έξω.

Ώσπου να καταλάβω τι συμβαίνει η Λουτσίντα κινδύνευε από σηψαιμία.

Σήμανα τσι αλάρμες  στην γειτονιά και μαζεύτηκε το ποσόν των εκατό ευρώ  μέσα σε δέκα λεπτά.

Η Λουτσίντα μπήκε σε ιδιωτική κλινική  μικρών ζώων (παρακαλώ)  με όλες τις ανέσεις και έκανε καισαρική τομή.

Ο Γιατρός είπε ότι την προλάβαμε στο παραπέντε.

Από κάποιες απίστευτες και διαβολεμένες συμπτώσεις η Λουτσίντα ζει και βασιλεύει  στην γειτονιά μας και έχει γίνει αξιαγάπητη ειδικά στα μικρά παιδιά που έρχονται ειδικά για να παίξουν μαζί της .

Κατ’ αυτόν τον τρόπο έχω γνωρίσει πολλές αξιόλογες μαμάδες  που κάτω από άλλες περιστάσεις δεν θα μουλέγανε ούτε καλημέρα.

Πάντα αναρωτιόμουν αν όσα μας καθορίζουν είναι ζήτημα  απρόβλεπτων  καταστάσεων η αν  προκύπτουν από πολύ συγκεκριμένες αιτίες.
Επειδή όμως  με βόλευε ανέκαθεν ο Ιστορικός Ντετερμινισμός, η λογική της ιστορίας  και είχα και μια συμπάθεια στον Αϊνστάιν ,  πίστευα  και εγώ ότι είχε δίκιο όταν έλεγε ότι   « Ο Θεός δεν παίζει ζάρια».

Από την άλλη μου άρεσε και η ευφυής απάντηση που του έδωσε ένας συνάδελφος του.
 -«Και ποιος είσαι εσύ βρε ανόητε που θα πεις του Θεού τι να κάνει;»

Με τούτα και με κείνα  άρχισε να με απασχολεί το  περίφημο «πείραμα της Γάτας».

Λένε λοιπόν οι μεγάλοι της κβαντικής μηχανικής:
Αν υποθέσουμε ότι κλείνουμε μια γάτα σε ένα κουτί απολύτως απομονωμένο από  το  περιβάλλον.
Μέσα στο κουτί  υπάρχει μια σανίδα που λειτουργεί με ένα φωτοκύτταρο.
Πάνω στην σανίδα στερεώνουμε ένα μπουκάλι με ένα ισχυρό δηλητήριο.
Αν το μπουκάλι πέσει θα το πιει η γάτα και θα πεθάνει.

Από μια απειροελάχιστη σχισμή στέλνουμε ένα (και μοναδικό) φωτόνιο  προς το φωτοκύτταρο.

Το φωτόνιο επειδή  είναι κύμα και σωματίδιο ταυτοχρόνως και έχει απρόβλεπτη συμπεριφορά δεν μπορούμε να ξέρουμε αν  θα ενεργοποιήσει το φωτοκύτταρο  η όχι.

Εφόσον είμαστε έξω από το κουτί κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν η γάτα είναι ζωντανή η νεκρή  επομένως η γάτα είναι και ζωντανή και νεκρή.

Αν επιχειρήσουμε να δούμε μέσα στο κουτί την πορεία του φωτονίου τότε αυτό θα αλλάξει συμπεριφορά και μόνον που το κοιτάξαμε.

Το απίστευτο είναι ότι όσες φορές και αν το κοιτάξουμε τόσες διαφορετικές συμπεριφορές θα έχει.

Αν , δηλαδή μπορούσαμε να δούμε ριπλέυ την ίδια σκηνή της (μικρής μας) ιστορίας  κάτω από απολύτως τις ίδιες συνθήκες , κάθε φορά θα βλέπαμε και διαφορετική εκδοχή χωρίς να μπορούμε να προβλέψουμε ασφαλώς  καμιά.

Έτσι στην μια περίπτωση που ξαναζούσαμε την ιστορία της Λουτσίντα μπορεί να μην την πάταγε το αυτοκίνητο , να μην ερχόταν σε μένα και να μην την ήξερα καν.
Στην δεύτερη να ερχόταν πατημένη από το αυτοκίνητο αλλά να μην γύριζα εγώ να πάρω ομπρέλα και να την εύρισκα νεκρή στο πεζοδρόμιο και ούτω καθεξής.

Αν  η ιστορία  της Λουτσίντα δεν είναι αποτέλεσμα των αιτιών που την προκάλεσαν τότε αυτό που ονομάζουμε «Ιστορία της Λουτσίντα» δεν είναι πάρα μια από άπειρες εκδοχές  που δεν μπορούν να προβλεφτούν και που εμείς θεωρούμε ότι  αυτή η μια εκδοχή είναι αποτέλεσμα των αιτιών που την προκάλεσαν.

Έτσι αν μπορέσουμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τις (άπειρες)  αιτίες  θα μπορούσαμε να προβλέψουμε ακριβώς και το αποτέλεσμα.

Μου γρατζουνάει το τζάμι.

Της ανοίγω.

Κοντεύουν μεσάνυχτα  της Πέμπτης προς Παρασκευή  και είμαι κουρασμένος.

Με κοιτάει ανήσυχα.


Θα λέει από μέσα της  «Έχει γούστο ο τρελός να μου κάνει το πείραμα της γάτας».

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Αφορεσμένος


 Ανέλαβα κάποια φορά να κατασκευάσω και να τοποθετήσω δεκάδες ράφια.

Ο Πελάτης ήθελε να μετατρέψει το κατώι του σπιτιού του σε αρχείο και βιβλιοθήκη.

Έτσι βρέθηκα να βιδώνω ασταμάτητα ράφια στους τοίχους  ενός μισοσκότεινου δωματίου που τα παλιά χρόνια θα πρέπει να ήταν κουζίνα και καθιστικό.

Στο διάλειμμα ξεφύλλιζα παλιά βιβλία  που ήταν στοιβαγμένα σε κούτες στην μέση του δωματίου.

Λόγω ιδιοσυγκρασίας, την προσοχή μου τράβηξε το βιβλίο ενός Άγγλου περιηγητή.

Βρέθηκα καθισμένος σε ένα τελάρο από μπύρες  να διαβάζω  με μεγάλο ενδιαφέρον ένα κακομεταχειρισμένο βιβλίο  τυπωμένο το 1965 (αν δεν κάνω λάθος).

Ο Τύπος είχε γυρίσει όλη την Ελλάδα στα 1750 και έγραφε με γλαφυρό τρόπο τις  εντυπώσεις του.

Βρέθηκε και στην Κέρκυρα και πήγε να παρακολουθήσει τον «Μέγα Αφορισμό» που θα γινόταν στον  Άγιο Σπυρίδωνα (τον θαυματουργό).

Το πλήθος είχε κατακλύσει την εκκλησιά και του γύρω δρόμους.

Στην κορύφωση του αφορισμού , ο Πρωτόπαπας ( κάτι σαν τον σημερινό δεσπότη) βγήκε με αγριεμένο ύφος στην μεγάλη πύλη κρατώντας ψηλά ένα ευαγγέλιο με τα δυό του χέρια.

Έλεγε διαφορά ακατάληπτα λόγια ( κάτι σαν «άμπρα κατάμπρα») που ήταν η συνομιλία του με τον Θεό σε μια γλώσσα που μόνον οι εκπρόσωποι του Θεού γνώριζαν.

Το πλήθος τότε παραληρούσε .

Μερικές γυναίκες κοιτούσαν με υψωμένα χέρια στον ουρανό και τα μάτια τους είχαν γυρίσει ανάποδα.

Άλλοι  μονολογούσαν ακατάληπτες λέξεις και έβγαζαν αφρούς από το στόμα τους εκστασιασμένοι.

Πίστευαν ότι εκείνη τη στιγμή έτρεμε η Γής και  σκοτείνιαζε ο ουρανός.

«Δεν τόλμησα να τους πω ότι τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβαινε. Υπήρχε κίνδυνος να με λιντσάρουν.» αναφέρει ο Άγγλος περιηγητής.

Την εποχή εκείνη οι αφορισμοί ήταν πολύ συνηθισμένοι . Δεν χρειαζόταν να έχει κάποιος κάποια διαφορά με την εκκλησία. Αρκούσε μόνον να ήθελε αφορίσει κάποιον εχθρό του για οποιοδήποτε λόγο η προσωπική διαφορά.

Εκείνο που κρατούσε σε μια ισορροπία τα πράματα ήταν οι υψηλή τιμή του αφορισμού.

Ο «Μέγας αφορισμός» (που γινόταν στον Άγιο) στοίχιζε μια περιουσία και συνήθως αφορούσε σε διαφορές ανάμεσα σε οικογένειες αριστοκρατών.

Ο Λαός αφοριζόταν στου Κωτσέλα. 
Εκεί ο αφορισμός στοίχιζε λιγότερο αλλά και πάλι δεν μπορούσε  ο καθένας για ψύλλου πήδημα να αφορίζει τον διπλανό του.

Αν ξανάρθει στην μόδα ο αφορισμός θα τελείται πλέον στα Ldl  παρουσία πλήθους  αφιονισμένων καταναλωτών και θα κάνει 3.99 ευρώ.
Ενώ οι εύπορες τάξεις θα τελούν τον αφορισμό τους στου Βασιλόπουλου.

Ένυ γουέη.

Το  έθιμο του αφορισμού  σιγά-σιγά ατόνησε και περιορίστηκε  μόνο στις θρησκευτικές διαφορές.

Κάπου στον μεσοπόλεμο η εκκλησία απείλησε να αφορίσει έναν σπουδαίο λογοτέχνη για κάτι που έγραψε και προσέβαλε την εκκλησία.

Ρώτησε λοιπόν ο άνθρωπος να μάθει τι θα του συμβεί αν τον αφορίσουν και του είπαν ότι, αν αφορισθεί,  το πτώμα του δεν θα λιώσει ποτέ.
Πήγε λοιπόν και αυτός στην εκκλησιά και παρακάλεσε το παπά να του αφορίσει..τα παπούτσια.

Οι εκκλησίες πάντοτε συγκαλυμμένα η απροκάλυπτα αφόριζαν κατά το δοκούν.

Το ανατριχιαστικό είναι ότι οι αναλογίες είναι ίδιες με εκείνη την εποχή.

Πάντα υπάρχει  ο Παπάς θεματοφύλακας και αποκλειστικός συνομιλητής του Θεού σε μια ακατάληπτη γλώσσα.

Μετά έχουμε τους πιστούς που αφρίζουν και γυρίζουν τα μάτια τους ανάποδα.

Ακολουθούν αυτοί που σιωπούν για χάριν της ενότητας της εκκλησίας.

Ανάμεσα τους  νάσου και ο Άγγλος περιηγητής που σκιάζεται να πει ότι «Δεν συμβαίνει τίποτα από όλα αυτά».

Έτσι λοιπόν  (μέρες πούναι) θυμήθηκα ένα (αιρετικό) άρθρο που έστειλα κάποτε σε μια εφημερίδα.

Πολλοί που το διάβασαν είχαν επιφυλάξεις και διαφωνίες με το περιεχόμενό του.

 Επέμενα και δημοσιεύτηκε έτσι όπως το έγραψα.

Μετά από μερικά χρόνια, αποστασιοποιημένος από το κείμενο,  συμπέρανα ότι οι επικριτές μου είχαν δίκιο.

Βάζω μπροστά να το ρετουσάρω , να αφαιρέσω τα λάθη  καθώς και ορισμένα κομμάτια που αναφέρονται στην επικαιρότητα της εποχής εκείνης και να το δημοσιεύσω εκ νέου.


Μόλις το ετοιμάσω θα το  διαβάσετε και τα λέμε.

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Όχι


 Η ζωή των ανθρώπων ξεκινάει πάντα με ένα «Όχι».

Κανένας , εξ όσων γνωρίζω , δεν βγήκε από την κοιλιά της μάνα του χασκογελώντας.

Όλοι κλαίγοντας γοερά ήρθαμε στον κόσμο.

Οι  σταρ της ψυχανάλυσης λένε  ότι έτσι εξηγείται και  η αρνητικότητα των παιδιών .

‘Ώσπου να μεγαλώσουν λένε συνέχεια «όχι».

Μεσήλικες το γυρίζουν στο «ναι μεν αλλά»  και γερνώντας λένε  «ναι» σε όλα.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο λαομίσητες κυβερνήσεις   στηρίζονται  βασικά στην Τρίτη ηλικία.

Η περίπτωση μου είναι  λίγο πιο σύνθετη.

Βγαίνοντας από την κοιλιά της μάνας μου αντιστάθηκα  με κάθε τρόπο.

Γαντζώθηκα στα τοιχώματα  τόσο που  η μαμή  με τράβαγε για ώρα λυσσασμένα από το κεφάλι.

Το αποτέλεσμα ήταν να βγω τελικά  με μια λακκούβα στο κρανίο  από τον αντίχειρα της.

Αυτή η λακκούβα φαίνεται ότι κάτι πείραξε μέσα  στο (μικρό  μου το) μυαλό και ως παιδί έλεγα πάντα «ναι».

Πειράχτηκε κάποιο νεύρο του εγκεφάλου μου και δεν μπορούσα να πω «όχι».

Έφτασα στο σημείο να  τρώω με το ζόρι την πάνα  από το φρέσκο γάλα, που μου βράζε η μάνα μου,  αδιαμαρτύρητα  και με απανωτές τάσεις για εμετό.

Θυμάμαι μια φορά που ήμουν μαθητής  είχα κατέβει στην Σόλωνος  να αγοράσω κάτι εργαλεία σχεδίου.

Είχα ώρα και αποφάσισα να γυρίσω  στα πόδια.
Πέρασα την πύλη του Αδριανού και  έστριψα στην Λεωφόρο Συγγρού.

Στο πρώτο περίπτερο με σταματάει μια γυναίκα που τηλεφωνούσε.
-«Μπορείς να με βοηθήσεις να βάλω μερικές κούτες βιβλία σε ένα ταξί;»
-«Ναι» είπα χωρίς δισταγμό και την ακολούθησα.

Στο δρόμο μου είπε ότι ήταν κόρη ενός αξιωματικού του στρατού και ότι είχε σπουδάσει αγγλική φιλολογία.

Με πήγε σε ένα παλιό ακατοίκητο νεοκλασικό στου Μέτς  με κλειστά παντζούρια, μισοσκότεινο και γεμάτο βιβλία και αράχνες. Με έριξε σε έναν παλιό καναπέ στρωμένο με βιβλία Άγγλων συγγραφέων  , με ξεβράκωσε και με βίασε.

Σα ζάμπα ήτανε αλλά , λίγο που ήμουνα πρωτάρης,  λίγο που δεν θα είχα μούτρα να παρουσιαστώ στην τάξη,  έκανα την ανάγκη φιλότιμο και παραδόθηκα άνευ όρων.

Έτσι,, άλλωστε, εξηγείται και η απέχθεια μου, έκτοτε ,  για την αγγλική λογοτεχνία.

Πέρασαν τα χρόνια και  έγινα πασίγνωστος ως «ο πάντα πρόθυμος».

Ξαφνικά , εκεί που οι συνομήλικοι μου το γύρισαν στο «ναι» , κάτι μπερδεύτηκε μέσα στο μυαλό μου και άρχισα ξαφνικά να λέω «όχι».

Χαϊδεύω το κεφάλι μου στο σημείο που έχει μείνει το βαθούλωμα από το δάχτυλο της μαμής.

Λες;

Με συναντάει ο Μάντζαρος στο δρόμο.
-«Θα πάρεις ένα λαχείο;»
-«όχι» του λέω και φεύγω.
Με κοιτάει αποσβολωμένος.

Με σταματάει ο Γιάννης.
-«Έχεις ένα ευρώ;»
-«Όχι» του λέω.
-«Τι έχεις πάθει ορέ!»
-«θα σου εξηγήσω άλλη ώρα» του λέω και φεύγω.

Περνάνε κάτι  κνίτες.
-«Θα πάρετε τον Ριζοσπάστη;»
-«όχι»

Με συναντάει ένας «παράγοντας του τόπου».
-«θα μπεις στο ψηφοδέλτιο;»
-«όχι».

-«Θέλεις έναν καφέ;»
-«Όχι»

-«Πάμε μια βόλτα;»
-«Όχι».

-«Θάρθεις το βράδυ;»
-«Όχι»

Πίνω το τσιπουράκι μου μόνος σήμερα το πρωί στην Γαρίτσα.

Σταματάει μια γυναίκα με το σκυλάκι της εσχάτως χωρισμένη.

Μου λέει διάφορα αδιάφορα.

Τα μάτια της και τα χείλη της ,όμως, μου λένε: «θέλεις να παρθούμε;»

-«όχι» της λέω.
-«Τι «όχι»;»  μου λέει.
-«Όχι..» της λέω «..και πάλι «όχι».

Απομακρύνεται αμήχανα και γεμάτη ερωτηματικά.

Από ότι φαίνεται περνάω την περίοδο του «όχι».

Αργότερα , ποιος ξέρει, μπορεί να ισορροπήσω και να το γυρίσω στο «ναι μεν αλλά..».


Η καλύτερα στο «Ναι. Αλλά όμως…»

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Απώλειες



Το μαγαζί της Αρετής είναι πάνω από την Παλιοκαστρίτσα ψηλά ,σκαρφαλωμένο στα βράχια.

Είναι ένα παντοπωλείο που δεν το πιάνει το μάτι σου . Στο πίσω μέρος , πάνω από την θάλασσα,  έχει και ένα μικρό μπαλκονάκι και ένα τραπεζάκι με δυό καρέκλες.

Ερχόμαστε καμιά φορά εδώ με τον Παναγιώτη και καθόμαστε.

 Ακριβώς εδώ, στο τραπεζάκι με τις δύο καρέκλες.

Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Μαρέσει αυτό το μπαλκονάκι .

Η Αρετή είναι μια ηλικιωμένη χωριάτισσα κοντή , αδύνατη  και καλοσυνάτη.
Της φιλάω το χέρι . Μοσχοβολάει σαπούνι. Γελάει.
-«Παππάς είμαι;»
-«Έχω και εγώ τους Αγιούς μου» της απαντώ.

Μου φέρνει κρασί «από το δικό της» , Τυράκι «από το δικό της» , και λίγες ελίτσες «από τις δικές της».

Ακουμπάει  με προσοχή το ποτήρι και το πιάτο στο τραπέζι.

Τα χέρια της είναι κουρασμένα από την πολύχρονη δουλειά.

Μαρέσουνε τα χέρια της Αρετής.

Ήταν γειτόνισσα με την Νίνα.

Η Νίνα ήταν η μεγαλύτερη αδελφή της μάνας μου με μεγάλη διαφορά.

Δεν την έχω δει ποτέ . Έφυγε μικρή από το χωριό και παντρεύτηκε με έναν «μόρο, κοντό,  από τσου Λάκωνες» καθώς έλεγαν οι γριές του χωριού.

Ήτανε , λέει,  πεντάμορφη , ψηλή , «αρχόντσα» και έκανε τα μαλλιά της ψιλά ρίτσικα  και  πέφτανε στο φρόντε .

"Φόραγε μπλε ροκέτο που τσι τόφερε η μάνα της από τη χώρα και οι αρσενικοί καρτερούσανε στο φόρο να βγει από το σπίτι".

Η Νίνα κοιμάται εδώ λίγο πιο κάτω από το μαγαζί της Αρετής.

Κοιτάω από το μπαλκονάκι. Δεν φαίνεται από εδώ το νεκροταφείο.

Μια φορά πήγα και έβαλα λίγα λουλούδια στον τάφο της.

Στο γυρισμό γλίστρησα στον ανήφορο και ήμουνα μια βδομάδα με πρησμένο τον αστράγαλο.

Δεξιά μου προς τον βορρά είναι το φοβερό  Αγγελόκαστρο  στην κορφή του βράχου , πάνω από την θάλασσα.

Λένε ότι τόχτησε ο Μιχαήλ ο Κομνηνός στα 1214 περίπου.

Θυμάμαι είχαμε ανεβεί  με τον Παναγιώτη  μια φορά.

Προχωρούσαμε στο στενό μονοπάτι . 
Εγώ πήγαινα μπροστά.  
Κοίταζα τριγύρω .
Από πίσω ο Παναγιώτης  γκρίνιαζε  ως συνήθως.

-« Κοίταγε μπροστά σου γιατί άμα πατήσει καμιά οχιά δεν σε παίρνω στο πλάτη …εδώ θα σ’άφήκω  και θα σε βρούνε σε χίλια χρόνια».

Φτάσαμε στην κορφή αγκομαχώντας.

Πάνω στο βράχο έχει σκαλισμένους δυό τάφους που δεν είναι ούτε ενάμισυ μέτρο.

Οι Ιστορικοί δεν ξέρουν . 
Είπαμε να φτιάξουμε μια δικιά μας Ιστορία.

Έτσι λοιπόν καταλήξαμε ότι οι τάφοι ανήκουν στα  παιδιά  του άρχοντα του κάστρου που πέθαναν από μια φοβερή μεσαιωνική αρρώστια και διέταξε να σκαλίσουν τον βράχο και να τα θάψουν εκεί για να είναι πιο κοντά στον ουρανό.

Πίνω το χωριάτικο κρασί της Αρετής και κοιτάω προς  το   Αγγελόκαστρο.

«Πόσα χρόνια κοιμούνται τα παιδιά του άρχοντα στην κορφή του βράχου;».

«Τι νόημα έχει;».

«Ο Χρόνος είναι για να βασανίζει μόνον εμάς».

Απέναντι  προς το νοτιά  είναι το κάστρο του Γαρδικίου.

Ο Παναγιώτης όρθιος μουδειχνε προς το Γαρδίκι και μούλεγε ότι «έπρεπε να έχουν οπτική επαφή τα δυο κάστρα για να  συνεννοούνται με φωτιές σε περίπτωση εισβολής από την θάλασσα» …«Το ίδιο κάνανε και με όλες τσι  βίγλες  στην Πυλίδα , στον Παντελέμονα και μέχρι πέρα τσι Σινιές».

Ο Παναγιώτης τώρα πάνε τρία χρόνια που κοιμάται κάπου κει κάτω , κοντά στο Γαρδίκι.

Τι νόημα έχουν τα  «τρία χρόνια».

Ο χρόνος άλλωστε υπάρχει για να βασανίζει εμάς.

Βγαίνει λίγος ήλιος ανάμεσα στα σύννεφα .

Είναι ευκαιρία να πάρω λίγη ζέστη πριν ξανακρυφτεί.

Το κρασί κοντεύει να τελειώσει.

Ακουμπάω το χέρι μου στην άδεια καρέκλα δίπλα και κλείνω τα μάτια.


Εκείνο που δεν θέλω είναι αυτό που δεν μου λείπει.

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Ο Βρυχηθμός των Λεόντων

Σταμάτης Κυριάκης 

(δημοσιευθηκε στην εφημεριδα ΠΡΙΝ)

Στην Βενετία «άνοιξαν οι κάλπες» από την προηγούμενη Κυριακή  για ένα δημοψήφισμα με το ερώτημα . «Θέλετε το Βένετο να γίνει μια ανεξάρτητη και κυρίαρχη δημοκρατία;» .
Το δημοψήφισμα γίνεται κατά βάση διαδικτυακά και το   διοργανώνει η οργάνωση «Ανεξάρτητη Βενετία» (Indipendenza Veneta).

Την υποστηρίζουν  οικονομικά επιχειρηματίες της περιοχής και  γίνεται στις πόλεις και τα χωριά της επαρχίας  (Βενετία , Βερόνα, Βιτσέντζα , Πάδοβα , Τρεβίζο κλπ).
Η Οργάνωση κρατάει αποστάσεις από την ακροδεξιά Λέγκα του βορρά  παρόλο που η Λέγκα   παροτρύνει τον κόσμο να πάρει μέρος στο δημοψήφισμα.
Επικαλείται την διαφθορά,  την αναποτελεσματικότητα του κεντρικού κράτους  και τις πολιτισμικές διαφορές με τους υπόλοιπους Ιταλούς.
Απειλεί δε ότι σε περίπτωση που αγνοηθεί το δημοψήφισμα οι κάτοικοι της εν λόγω  περιοχής , καθώς και οι επιχειρηματίες,  θα  αρνηθούν να πληρώνουν τους φόρους τους στο Ιταλικό κράτος και θα τους καταθέτουν στους Δήμους.

Οι διοργανωτές υπολογίζουν σε τρία εκατομμύρια ψήφους τουλάχιστον υπέρ της ανεξαρτησίας . Αν υπολογίσει κανείς ότι στα, σχεδόν,  πέντε εκατομμύρια πληθυσμό αυτής της επαρχίας τα τρία εκατομμύρια ψηφοφόρων αντιστοιχούν σχεδόν στο 90% των ψηφοφόρων,  καταλαβαίνει κανείς  ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να ψηφίσουν υπέρ της ανεξαρτησίας πάνω από το 60-70%.

Ο Τύπος και τα επίσημα Ιταλικά ΜΜΕ  κρατούν αποστάσεις  και προβάλουν συγκρατημένα το θέμα.
Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την εμμονή αυτή σαν μια γραφική συμπεριφορά των Βενετσιάνων  αν δεν είχαμε την Σκωτία (με επίσης ένα δημοψήφισμα να ζητάει την ανεξαρτησία της από την Αγγλία) , την Καταλονία (με νέο δημοψήφισμα στις 25 Νοεμβρίου)  , την Κριμαία κλπ.

Ακόμα και στα …Επτάνησα πληθαίνουν οι φωνές ,οι ανεπίσημες οργανώσεις και οι Ιστοσελίδες που ζητούν την αυτονόμησή τους από την Ελλάδα.
Το BBC , μάλιστα, πρόβαλε προ καιρού, μέσω μιας συνέντευξης ενός Κερκυραίου,  το θέμα της αθέτησης από την μεριά του Ελληνικού κράτους των όρων της συμφωνίας για την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα  ενώ ο Γερμανός ΥΠΕΞ  συνομιλούσε με τον… περιφερειάρχη στην Κέρκυρα «για θέματα Τουρισμού».

Θα έλεγε κανείς ότι η οικονομική κρίση υποδαυλίζει διαρκώς παρόμοιες συμπεριφορές ωστόσο το περίεργο είναι ότι  ενώ παλαιότερα οποιαδήποτε αναφορά σε μια αποσχιστική κίνηση θα αντιμετωπίζονταν από το επίσημο κράτος ως έσχατο παράπτωμα , σήμερα αντιμετωπίζεται μάλλον χλιαρά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα εθνικά κράτη, ως σχετικά αυτονομημένοι μηχανισμοί,  θα παραμείνουν απαθείς θεατές σε αυτή την διαδικασία αποσχίσεων.  Αντιθέτως θα πρέπει να περιμένουμε αντιδράσεις όταν μάλιστα οι αποσχιστικές τάσεις αρχίσουν να  αποκτούν πραγματική υπόσταση.

Ας μην ξεχνάμε ότι  παλαιότερα (Τέλη του ’70 και αρχές του ’80) παραδοσιακά αυτονομιστικά κινήματα με λαϊκή αριστερή ιδεολογική βάση (Βάσκοι, Ιρλανδοί, Κορσικανοί) αντιμετωπίσθηκαν με την ένοπλη βία από την πλευρά των εθνικών κρατών.

Η σχετικά χλιαρή  στάση τους  σήμερα οφείλεται , εκτός των άλλων,  και στο ότι  στις σημερινές αποσχιστικές τάσεις ηγεμονεύουν τμήματα της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης  και παροτρύνονται η γίνονται συνομιλητές με πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες των μεγάλων δυνάμεων.

Προφανώς συμβαίνει να βρισκόμαστε στην αρχή της διαδικασίας  όπου οι κυρίαρχες τάξεις ανέχονται και  σε μερικές περιπτώσεις επιδιώκουν την  μεταβίβαση εξουσιών του εθνικού κράτους (που αντιστοιχούσε σε μια κατώτερη βαθμίδα της οικονομικής εξέλιξης )  σε ένα μεταμοντέρνο  μωσαϊκό κρατιδίων ενταγμένων στις αυτοκρατορίες του  ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Οι Βενετοί , εν προκειμένω, κρύβονται πίσω από έναν μικροαστικό ψευτοπαλληκαρισμό και μια υπεροψία.
Φωνάζουν ότι πληρώνουν φόρους στο κράτος χωρίς καμιά ανταποδοτικότητα  και κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν ότι οι φόροι (όλων) των Ιταλών πηγαίνουν εκεί που τους χρειάζεται το κεφάλαιο και η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτοί οι φόροι, έτσι και αλλιώς , θα εισπραχθούν η από το Ιταλικό κράτος η από το οποιοδήποτε «ανεξάρτητο» κρατίδιο, δια πυρός και σιδήρου.

Το πρόβλημα δεν είναι οι φτωχοί συγγενείς του νότου, η «διαφθορά» και η «αναποτελεσματικότητα της κεντρικής διοίκησης»  αλλά το ότι η αποβιομηχάνιση της βόρειας Ιταλίας είναι προ των πυλών.

Ήδη βρίσκεται υπό κατασκευή εδώ και δέκα χρόνια  ένα δίκτυο σιδηροδρόμων που ενώνει το Κίεβο(!) με την Λισαβόνα, με κάθετες γραμμές προς την βόρεια Ευρώπη και τα βορειοδυτικά της λιμάνια,  με τεράστιες δυνατότητες μεταφοράς εμπορευμάτων.
Το «Τραίνο υψηλών ταχυτήτων»  (TAV - Treno Alta Velocita)  μαγνητικής τροχιάς, ασύγκριτα ανώτερο από τα Γιαπωνέζικα,  θα έχει την δυνατότητα να μεταφέρει χιλιάδες τόνους εμπορευμάτων σε βαγόνια-κοντέινερ με ταχύτητες μεγαλύτερες του αεροπλάνου.
Ήδη το κίνημα «No TAV» στην βόρεια Ιταλία   καταγγέλλει ότι δεκάδες μεγάλες  βιομηχανίες που ασφυκτιούν από το υψηλό εργατικό κόστος , την ακριβή ενέργεια  και την μεγάλη φορολόγηση θα μπορούν πλέον πολύ εύκολα να μεταναστεύσουν σε φτηνές χώρες της ανατολικής Ευρώπης εγκαταλείποντας στην μοίρα τους εκατομμύρια ειδικευμένους εργάτες βιομηχανίας του Ιταλικού βορρά.

Ο κατακερματισμός  των εθνικών κρατών είναι στην ουσία επιδίωξη των κυρίαρχων τάξεων για να εστιάσουν την υπερεκμετάλλευση, να  επανακτήσουν την ανταγωνιστικότητά τους και να αυξήσουν το μέσο ποσοστό κέρδους.

Ο «Λέων»  της πάλαι ποτέ «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας» δεν είναι πλέον πάρα ένα γέρικο, κοκαλιάρικο, ξεδοντιασμένο και βραχνιασμένο λιοντάρι του τσίρκου που βρυχάται βαριεστημένα στα μικρά παιδιά.

Ο Τρομερός Βρυχηθμός που ακούμε είναι ο  βρυχηθμός των Λεόντων του ολοκληρωτικού καπιταλισμού στα βάθη της πιο σκοτεινής ζούγκλας στην Ιστορία της ανθρωπότητας.

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

«Πρότυπον Παρθεναγωγείον Βόλου»


 Ο Δημητράκης , τα χρόνια εκείνα , ήταν  ένας συνεσταλμένος φοιτητής , με πάντα χαμογελαστό πρόσωπο ,σοβαρός και συγκρατημένος  στην συμπεριφορά του.

Το ντύσιμο του και η εν γένει συμπεριφορά του ήταν αρκετή για να τον κατατάξεις στους αφοσιωμένους  και  επιμελείς σπουδαστές.

Είχε εμφάνιση και συμπεριφορά που αν δεν τον ήξερες θα τον κατέτασσες αμέσως στην συντηρητική νεολαία του κυβερνώντος κόμματος.

Τον καιρό εκείνο εδίδετο η μάχη τους ποσοστού του κρατικού προϋπολογισμού για την παιδεία.

Η «Αριστεροσύνη»   μετριόταν με το ποσοστό  που διεκδικούσες.

Εάν ήθελες 15% για την παιδεία ήσουν απλώς «αριστερός».
Εάν ζητούσες 18% ήσουν «αριστεριστής»
Εάν ζητούσες πάνω από 20% . τότε πια , ήσουν «εξτρεμιστής».

Αργότερα  οι φοιτητές γίναν καθηγητές και  συνέχισαν να ζητάνε μεγαλύτερο ποσοστό από την «πίτα» του προϋπολογισμού  για τον μισθό τους.

Έτσι  τώρα το μέγεθος της «αριστεροσύνης» καθοριζόταν από το ποσοστό του προϋπολογισμού που θα διατίθετο  για το «μεροκάματο» το χαμηλά αμειβόμενου εκπαιδευτικού.

Το αστείο είναι  ότι εάν πρόσθετες τα ποσοστά για την παιδεία , την  υγεία και τα υπόλοιπα (που είχαν βάλει στις ανακοινώσεις τους)  σούβγαινε 150%.

Ο Δημητράκης ήταν ο μόνος που  ονειρευόταν   το σύστημα του Δελμούζου και του Πρότυπου Παρθεναγωγείου Βόλου.

Μου μίλαγε, τότε,  με πάθος για την «αποτελεσματικότητα ενός εκπαιδευτικού συστήματος  τελείως διαφορετικού από αυτά που ξέρουμε». Μιας εκπαίδευσης που «δεν θα χωρούσε στον κόσμο μας».

Οι  ατημέλητοι «επαναστάτες» φοιτητές  τον είχαν ήδη κατατάξει στους «ρεφορμιστές».

Πέρασαν τα χρόνια και ο Δημητράκης χάθηκε για ένα μεγάλο διάστημα.

Κάποια φορά τον συνάντησα στον δρόμο.

Φορούσε σκούρο κουστούμι , καλοσιδερωμένο πουκάμισο και γυαλισμένα παπούτσια σε κλασική γραμμή.

Φρεσκοξυρισμένος  και πάντα χαμογελαστός.

Δεν μου έκανε εντύπωση γιατί από μικρός του άρεσε το συμβατικό ντύσιμο.

Ανταλλάξαμε τις βασικές κουβέντες που είναι απαραίτητες για τις πρώτες στιγμές της αμηχανίας μιας συνάντησης κάποιων που είχαν καιρό να συναντηθούν.

-«Πώς είσαι;» τον ρωτάω

Με κοιτάει ίσια στα μάτια όπως πάντα και μου λέει:

-«Συμβιβάστηκα…»

Τον κοιτάω και περιμένω να συνεχίσει.

-«… Δεν πιστεύω πλέον ότι μπορεί να αλλάξει ο κόσμος … το χειρότερο είναι ότι φοβάμαι ότι και αν ακόμα αλλάξει θα είναι χειρότερος από τώρα…. Έτσι λοιπόν αποφάσισα να ζήσω σε αυτόν με όλα του τα στραβά…. Συμβιβάστηκα…. Τέλος».

Χωρίσαμε χωρίς να συνεχίσουμε την κουβέντα στο πως και στο γιατί.

Έχω συναντήσεις στην ζωή μου πολλούς «βαριούς επαναστάτες» που είχαν «ιδεολογικές διαφωνίες» , τα βάζανε με ξεπερασμένες «ιστορικές ηγεσίες» , έβγαζαν  στομφώδεις και ασυνάρτητους λόγους και κατήγγειλαν ανύπαρκτες «καθοδηγήσεις» που τους καταδυνάστευαν.

Κατά βάθος προετοίμαζαν το έδαφος για τον δικό του προαναγγελθέντα συμβιβασμό.

Απευθυνόταν ως παθιασμένοι κατήγοροι σε αίθουσες δικαστηρίων και κοίταζαν προς το ακροατήριο για να μην κοιτάξουν κατάματα τον εαυτό τους.

Έπεισαν τον εαυτό τους ότι ήταν θύματα ενός «μηχανισμού»  που τους κατατρέχει.

Πολύ φασαρία για το τίποτα.

Η Ευθύτητα είναι το δυσκολότερο πράγμα στον κόσμο.

Όχι τόσο όταν απευθύνεσαι στο άλλον όσο όταν αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου.


Αλλιώς γίνεσαι ένας τούβλινος άνθρωπος που προσπαθείς να γκρεμίσεις έναν τούβλινο τοίχο.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

«Ξενοδοχείον Λευκάς»


Απόγευμα του Σαββάτου περπατώντας στην προκυμαία της  Πρέβεζας .

 «Υπάρχω.» , λες,   και ύστερα δεν υπάρχεις.»

Το λεωφορείο για  Λευκάδα έχει μόνο έναν επιβάτη   και αυτόν σε κακή κατάσταση.

Ο Οδηγός θέλει κουβέντα .

Απαντώ μονολεκτικά.

Νομίζει ότι είμαι κάποιος περίεργος ταξιδιώτης  κάποιας μακρινής χώρας  που του αρέσουν τα μοναχικά χειμωνιάτικα  ταξίδια.

Δεν πέφτει και πολύ έξω.

«Ξενοδοχείον Λευκάς».

Δωμάτιο 312 με ανατολικό μπαλκόνι , καφετιέρα  στην πρίζα και απαλή μουσική.

Ο νυχτερινός φωτισμένος δρόμος απέναντι στην θάλασσα σαν να περνάει πάνω από το χάος.

Λιγοστεύουν τα αυτοκίνητα.

Λιγοστεύουν οι  παρέες του πάρκου.

Λιγοστεύουν τα  θαλασσοπούλια.

Λιγοστεύουν, λένε, και οι μέρες του χειμώνα.

Μια βάρκα έρχεται να δέσει μέσα στα σκοτάδια. Αναβοσβήνει το κόκκινο φωτάκι της στην πλώρη  αγγέλλοντας το τέλος μιας ακόμα κουραστικής ημέρας.

Ξυπνάω κάθιδρος στις τρείς.

Τυλίγομαι και βγαίνω στο μπαλκόνι να ανασάνω.

Δεν μπορώ να θυμηθώ τι έβλεπα στον ύπνο μου.

Ο δρόμος απέναντι άδειος σαν φωτισμένη σμέρνα  πάνω στην σκοτεινή θάλασσα.

Καπνίζω ένα τσιγάρο και πέφτω ξανά για ύπνο με την ελπίδα ότι , δεν μπορεί, κάποτε θα ξημερώσει.

Με ξυπνάει η πρώτη  αχτίδα του ήλιου.

Ξέχασα να κλείσω τις κουρτίνες αποβραδίς.

Καλύτερα έτσι.

Έχω ραντεβού με  την Ευανθία στις δέκα.

Ταξίδευε όλη νύχτα από το Μιλάνο.

Οι  γλυκές Κεφαλλονίτισσες πήγαν στην «Σκάλα»  για τον «Trovatore».

Την Παρασκευή ήταν η τελευταία παράσταση.

Τραγουδάμε πρωί πρωί … «Chi del  gitano  i giorni abbella»  απέναντι από τον κόλπο του Αγίου Νικολάου και ανοίγει η καρδιά μας.

Τα σφυριά πρέπει να χτυπάνε κόντρα πούντο  στα τέσσερα  τέταρτα. Ένα λα επάνω,  μια παύση τετάρτου και ένα μπάσο  λα με δεύτερη παύση τετάρτου.

Αργότερα  πέρασε η επανάσταση και ο δυνάστης  χρόνος έγινε ξανά πιεστικός.

Ποιος έδινε σημασία σε τέτοια πράματα.

Που να βρεις δύο σφυριά και αμόνι που να βγάζουν  ένα ψηλό και ένα χαμηλό λα.

Η παράσταση έπρεπε να βγει γρήγορα.

Ποιος θα καταλάβαινε την διαφορά και ποιος έδινε σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες.

Ευτυχώς δεν ζει πλέον ο συνθέτης.

Αυτός που ανέβασε στο σανίδι  τις ερωτευμένες πόρνες , τους εξεγερμένους  σκλάβους, τους  αισιόδοξους  μπαρμπέρηδες , τους  ανέμελους τσιγγάνους, και τους  ψαράδες  των ασήμαντων  μικρών λιμανιών.

Καλύτερα έτσι.

Αν ζούσε σήμερα θα τον ακούγαμε στο θεωρείο   να αναφωνεί:  «Che delusione!» .

Απέναντι  η ανοιχτή θάλασσα.

Στο βάθος το πλοίο της γραμμής .

«Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.»

Στο λεωφορείο της επιστροφής είμαι ξανά  μόνος με τον οδηγό.

Θυμάμαι μια χειμερινή  διαδρομή με το τρένο για το Ότραντο.

Ένα μόνο  άδειο βαγόνι γεμάτο γκράφιτι.

«OtrantoStazione Terminale»    μονολογεί ο οδηγός  στο μικρόφωνο.

Απέναντι  οι Αντίπαξοι .

Πόσες  ανίερες πατούσες και πόσα  αγχωμένα βήματα στην κατάλευκη γυάλινη άμμο.

Πόσα «έρημα κορμιά  του χρόνου παιχνιδάκια»  με γυαλιά ηλίου, αλειμμένα με αντηλιακά, ξαπλωμένα μπρούμυτα και ανοήτως σε  αυτό το πανέμορφο δημιούργημα.


Πιο πέρα ο Γάης  ετοιμάζεται για ύπνο,  ο οδηγός με τα καψουροτράγουδα στο στικάκι ,  το τηλέφωνο σε ανοιχτή ακρόαση να ψάχνει για γυαλιστικό αυτοκινήτων και «η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα».