Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Για ένα κουτάκι καραμέλες μέντα «Τικ Τακ»



Πρίν από τέσσερις μέρες , όπως κάθε πρωί, η Σινιόρα Άντζελα πάει για τα καθημερινά της ψώνια.

Η Σινιόρα Άτζελα είναι μια τυπική Ιταλίδα συνταξιούχος 76 ετών.

Μένει στο Μιλάνο και από πολλά χρόνια κάνει την ίδια διαδρομή κάθε πρωί.

Βγαίνει στην οδό Αρχιμήδη και ακολουθεί το δεξί πεζοδρόμιο κοιτάζοντας τις βιτρίνες.  Φτάνει στο σούπερ μάρκετ «PAM».

Διασχίζει τους απέραντους και γεμάτους κάθε είδους προϊόντα διαδρόμους και κοντοστέκεται στα αλλαντικά.

Βάζει τα γυαλιά της και βλέπει τις τιμές.

Συνεχίζει παρακάτω και κοντοστέκεται στο ψυγείο με τα  τυριά. Παίρνει διστακτικά ένα κομμάτι τυρί που της φαίνεται μικρότερο από τα άλλα. Το βάζει στο καλάθι της αλλά μετά από μερικά βήματα το σκέφτεται καλύτερα. Γυρνάει πίσω και το βάζει στην θέση του.

Τελικά βάζει στο καλάθι μια κονσέρβα τόνο και το ψωμί της ημέρας.

Σε μια γωνιά ενός ψυγείου βλέπει παρατημένο ένα κουτάκι καραμέλες μέντα «τικ-τακ».
Δεν ξέρει ότι οι κάμερες ασφαλείας παρακολουθούν κάθε βήμα της και βάζει το κουτάκι με τις καραμέλες στην τσάντα της.

Στον επόμενο διάδρομο την περιμένει ο διευθυντής του σούπερ μάρκετ με έναν σεκιουριτά.
Της ζητά να ανοίξει την τσάντα της. 
Η κυρία Άτζελα κοκκινίζει και λέει:
-«Συγνώμη …δεν είμαι κλέφτρα… δουλεύω όλη μου την ζωή για να μεγαλώσω τα παιδιά μου».

Ο Διευθυντής που ονομάζεται Valerio  , καθώς προβλέπει ο κανονισμός για ανάλογες περιπτώσεις,  ειδοποιεί την αστυνομία.
Καταφθάνει το περιπολικό με δύο αστυνομικούς που ονομάζονται Arturo Scongiu και Francesco Console..

Ξέρεται, υπάρχουν ακόμα χώρες που οι αστυνομικοί έχουν ονοματεπώνυμο.

Εξετάζουν της σινιόρα Άτζελα που τρέμει σαν το φύλλο.

Εν τω μεταξύ έχει μαζευτεί πλήθος κόσμου που παρακολουθεί έκπληκτος την σκηνή.

Τελικά ο Arturo Scongiu δίνει  στον διευθυντή τα 0,75 λεπτά που κάνουν οι καραμέλες. Οι συγκεντρωθέντες χειροκροτούν και ένας από αυτούς αναλαμβάνει να πληρώσει και το ψωμί με τον τόνο.

Το θέμα ανεβαίνει στο διαδίκτυο με συνέντευξη του αστυνομικού και η Σινιόρα Άντζελα γίνεται σύμβολο.

Χιλιάδες γράμματα και σχόλια από κάθε γωνιά της χώρας μέχρι που το φαινόμενο δημοσιεύεται στις μεγαλύτερες εφημερίδες.

Ο Αστυνομικός λέει σε μια από αυτές : «Έτρεμε σαν το φύλλο… παίρνει 360 ευρώ σύνταξη… αν θέλει το κράτος ας με μεταθέσει αλλού … δεν μπορώ να συλλάβω την γιαγιά μου για 75 λεπτά» 

Γράφει στην Corriere della Sera μια αναγνώστρια:
«Αγάπητή Αγγελική
Να ντρέπονται αυτοί που μας έφεραν σε αυτήν την οικονομική κατάσταση και όχι εσείς. Μας εξοργίζει η χειρονομία του διευθυντή όχι η δική σου.
Μια μεγάλη αγκαλιά για σένα.
Είμαστε αξιοπρεπείς , αυτοί όχι».

Μου ήρθε στο μυαλό η Αννούλα, μια ταμίας ενός σούπερ μάρκετ της Κέρκυρας.
Έχει δύο μικρά παιδιά να μεγαλώσει και ο άντρας της την εγκατέλειψε όταν είδε τα σκούρα.

Φοβάται για την δουλειά της αλλά «κάνει τα στραβά μάτια» στην γριούλα που πέρασε από το ταμείο με ένα κομμάτι τυρί στην τσέπη.

Εκατομμύρια μικροί καθημερινοί ηρωισμοί ανωνύμων που διακινδυνεύουν τα πάντα, σίγουροι ότι κανείς δεν θα τους το αναγνωρίσει.

Κλίνω το γόνυ.


Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Η εξαφάνιση του Σκούτζικα



Τον Σκούτζικα τον  έφερε στην Κέρκυρα κάποιος Εγγλέζος αξιωματικός  από τις μακρινές Ινδίες.
 Έτσι λένε οι σοβαροί Ιστορικοί που ασχολούνται με την Ιστορία του Σκούτζικα.

Οι Ινδοί  έπεισαν τον  Άγγλο ότι καταβροχθίζει μετά μανίας ποντικούς.

Η παράξενη άκακη  και τερατόμορφη σαύρα τρεφόταν όμως με μικρά έντομα και βλαστάρια φυτών.

Ο Σκούτζικας βρέθηκε ξαφνικά  παγιδευμένος σε ένα υγρό  και κρύο κλίμα περικυκλωμένος  από παράξενα , τεράστια τέρατα που περπατούσαν  στα δύο πόδια και για κάποιο ανεξήγητο λόγο τον μισούσαν θανάσιμα.

Έλεγαν, δε,  ότι είναι δηλητηριώδης και  μάλιστα εκτοξεύει  το δηλητήριο του σε απόσταση.

Έτσι , λοιπόν, αναγκάστηκε να ζει     κρυμμένος  ανάμεσα στις τεράστιες  πελεκητές πέτρες της κόντρα φόσα.

Όταν δεν είχε τέρατα τριγύρω , έβγαινε μέχρι το Μποσκέτο και σκαρφάλωνε στα δέντρα για να λιαστεί.

Την ίδια εποχή οι Άγγλοι έφεραν στην Κέρκυρα και τους Μαλτέζους.

Οι Μαλτέζοι ήταν οι πιο φημισμένοι τεχνίτες πέτρας της Μεσογείου. Δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι έχτισαν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης μας.

 Κάθε πέτρα  που βλέπουμε έχει λαξευτεί στο χέρι από τους Μαλτέζους τεχνίτες.

Παρόλα αυτά έμεναν πάντα στις άκρες της πόλης, στις πιο υποβαθμισμένες συνοικίες ,μέσα σε τρώγλες.

Ο συνοικισμός του Κωτσέλα  πήρε το όνομά του από ένα από τα νησάκια που συναπαρτίζουν  την Μάλτα και λέγεται Gozo.

Όταν τελείωσε το χτίσιμο της  πόλης , οι Μαλτέζοι μας αποκάλυψαν και άλλο ένα ταλέντο τους. Ήταν επίσης σπουδαίοι αγρότες. Οι κήποι γύρω από την πόλη που έφτιαξαν προμήθευαν την πόλη με κάθε λογής  φρέσκα λαχανικά και φρούτα.

Οι Αρχόντισσες  της Πόρτα Ρεμούντα  αισθανόταν πάντα  αποτροπιασμό και ντροπή για την συμβίωση τους με τους Σκούτζικες και με τους Μαλτέζους.

Αυτοί που δεν μπορούσαν να καρφώσουν ένα καρφί στον τοίχο για να κρεμάσουν το κουάδρο τους , περιφρονούσαν αυτούς που έφτιαξαν και έθρεψαν την πόλη.

Κάποια φορά ένας αντιδήμαρχος «της πιάτσας» απεφάνθη ότι για την «μείωση της εισροής τουριστικού συναλλάγματος» φταίνε οι Σκούτζικες. Διότι, έλεγε, δεν μπορεί να βλέπουν αυτά τα «τριτοκοσμικά αίσχη»  οι  υψηλοί επισκέπτες μας.

Έβαλε λοιπόν ως σκοπό της ζωής του την εξαφάνιση του Σκούτζικα. 

Αφού δεν κατάφερε να τους ξετρυπώσει  τάβαλε με τους αδέσποτους  σκύλους που λιαζόταν ανυποψίαστοι στην πάνω πλατεία και στο λιμάνι.

Εν συνεχεία ρίχτηκε μετά μανίας στους ψαράδες που είχαν στήσει τις παράγκες στην Κόντρα φόσα.
Ούτε και  τότε κατάφερε να μας σώσει από την τριτοκοσμική μας μοίρα.

Μία των ημερών, εξαφανίστηκε ο  Αντιδήμαρχος  για να εμφανισθεί κάποιος άλλος  «διώκτης  τεράτων».

Γιαυτό  φίλε μου, όταν περπατάς στους δρόμους της πόλης να κοιτάς χαμηλά . Οι παλιές πέτρινες πλάκες των δρόμων είναι πελεκημένες μια- μια, στο χέρι.

Όταν ακουμπάς στους πέτρινους τοίχους για να ξαποστάσεις να ξέρεις ότι αυτές οι πέτρες έχουν μέσα τους πολύ πόνο και πολύ μόχθο.

Αν  κοιτάξεις  ανάμεσα στις πέτρες , στην σκοτεινή σχισμή, θα δεις  μέσα στο σκοτάδι να σε κοιτάζουν δύο μικρά τρομαγμένα μάτια.

Τότε, να ξέρεις… αυτή είναι η αρχή .

Πού ξέρεις , Ίσως κάποια μέρα να μπορέσουμε να αποδείξουμε  στους Σκούτζικες ότι , όπως και αυτοί,  έτσι και εμείς , δεν είμαστε τέρατα.

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

"Οι Μαύροι"



Ένα από τα ατελείωτα βροχερά απογεύματα της χειμωνιάτικης Κέρκυρας  βρέθηκα στο σπίτι ενός καλού φίλου.
Πίναμε το ποτό μας δίπλα στην φωτιά και  ψήναμε κάστανα. Συζητούσαμε διάφορα της καθημερινότητας μας.

Σε μια στιγμή μου λέει: «Περίμενε να σου φέρω κάτι  που θα σε ενδιαφέρει».

Έριξε στο τραπεζάκι  μερικές φωτοτυπίες. Προσπαθούσα να διαβάσω . Επρόκειτο για τα πρακτικά μιας συνεδρίασης του Σοσιαλιστικού ομίλου Κέρκυρας  στις αρχές του εικοστού αιώνα. Δυσκολευόμουν να διαβάσω τα καλλιγραφικά γράμματα. Δυσκολευόμουν με αρκετές λέξεις . Περισσότερο, όμως ,  δυσκολευόμουν να καταλάβω  τα θέματα της δικής τους καθημερινότητας.

«Άστα αυτά και διάβασε εδώ.» μου λέει ο φίλος μου και γυρίζει στις τελευταίες σελίδες.

Το τελευταίο θέμα αφορούσε την πρόσληψη δύο νέων μελών στον Σοσιαλιστικό όμιλο.
Υποψήφιοι ήταν ο Πρόεδρος του πανίσχυρου σωματείου λιμενεργατών Κέρκυρας  με δυόμιση χιλιάδες μέλη και ένας νεαρός χωριάτης από τα Σφακερά που έγραφε ποιήματα και λεγόταν Σπύρος Νικοκάβουρας.

Η συζήτηση πρέπει να ήταν έντονη.
Πολλοί εκ των ομιλητών δεν ήθελαν να γίνει μέλος ο Λιμενεργάτης διότι δεν είχε να επιδείξει κάποιο πνευματικό έργο.
Άλλοι πάλι ήθελαν να γίνει μέλος διότι ήταν ένας πρωτοπόρος αγωνιστής της «εργατικής τάξεως».

Με διέκοψε ο φίλος μου και μου λέει: «Εσύ τι θα ψήφιζες αν ήσουν εκεί εκείνο το βράδυ;»

Ξαφνιάστηκα.

«Μου δίνεις μια στιγμή  να το σκεφτώ;» του λέω.

Πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει κάτι για  φαγητό και με άφησε μόνο μου.

Σκέφτομαι  ότι η «στιγμή» είναι μια εξαιρετική λέξη.
Αναφέρεται στον χρόνο κατά κάποιο τρόπο , αλλά χωρίς προσδιορισμό. Μπορεί να είναι ένα λεπτό μπορεί και η αιωνιότητα.

Βρίσκομαι ξάφνου να περπατάω την  Γεωργίου Θεοτόκη  ένα βροχερό απόγευμα του 1910 . Διασχίζω  την Ευγενίου Βουλγάρεως  και στο Πεντοφάναρο στρίβω  αριστερά στο Λιστόν.

Εκεί που τώρα είναι το «καφέ Ευρώπη» , τότε ήταν η λέσχη του Σοσιαλιστικού Ομίλου.

Κάθομαι σε μια άκρη και παραγγέλνω ένα ζεστό τσάι.
Η συζήτηση έχει ήδη αρχίσει.
Προεδρεύει ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης.
Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω και πολλά.
Τα θέματα και η  επικαιρότητα με κουράζουν.
Παρατηρώ την διακόσμηση της αίθουσας .
Πανέμορφη σε σχέση με την σημερινή.

Τους Σοσιαλιστές τους  έλεγαν «Μαύρους» γιατί συνήθιζαν να φορούν μαύρα ρούχα. Μαύρο μακρύ παλτό και μαύρο παντελόνι .
Η Λέσχη τους ήταν καφενείο για τις καθημερινές συναντήσεις και συζητήσεις, αναγνωστήριο αλλά και  αίθουσα συνελεύσεων.
 Ο Όμιλος ήταν  το σύνολο της σημερινής αριστεράς.
 Ήταν,  και πριβέ λέσχη διανοουμένων,   και μάχιμο κόμμα επαναστατών,   και εναλλακτικός χώρος.

Εκείνες τις μέρες είχαν ιδρύσει τον «Σύνδεσμο Εργατικής Αλληλοβοήθειας» κάτι σαν το σημερινό ΙΚΑ.

Πιο πριν είχαν ιδρύσει τον  «Ψυχαγωγικό σύνδεσμο» με σκοπό την «ψυχαγωγίαν της Εργατικής τάξεως».  Ένα πρότυπο ωδείο όπου   έδιναν δωρεάν μουσικά όργανα στα παιδιά των εργατικών οικογενειών, καθημερινό γεύμα και  δεχόταν στα μαθήματα για πρώτη φορά και τα κορίτσια.

Έχει αρχίσει η ψηφοφορία για το τελευταίο θέμα .
Σκέφτομαι να αποφύγω το αγκάθι και να ψηφίσω και τους δύο υποψήφιους. 
Είναι μια καλή σκέψη . Αποφεύγω να τοποθετηθώ στην ουσία  του ερωτήματος και δεν μπορεί να μου πει και κανείς τίποτα.

Θα ήθελα υποψήφιο έναν λιμενεργάτη  που να έγραφε και ποιήματα αλλά η πραγματικότητα θέτει τα ερωτήματα όπως εκείνη νομίζει.

«Εσύ συνέταιρε τι ψηφίζεις;»  Ακούω την δυνατή φωνή του Κωνσταντίνου Θεοτόκη από το προεδρείο.

«Θα ψηφίσω τον  Σπύρο Νικοκάβουρα …..αλλά ..» λέω  διστακτικά.

«Δεν έχει «αλλά»  …ψηφίζεις η δεν ψηφίζεις;» μου λέει εκνευρισμένος.

«Ψηφίζω  το Σπύρο Νικοκάβουρα.»  απαντώ .

Ένα συνηθισμένο μελαγχολικό μεσημέρι



 Το διπλανό μας διαμέρισμα ήταν πάντα κλειστό . Κανείς δεν ήξερε σε ποιόν ανήκει .

Μια ηλικιωμένη γειτόνισσα  έλεγε ότι  κάποιος έχει πεθάνει μέσα γιατί κάποτε κάτι μύριζε άσχημα και μετά από καιρό σταμάτησε η μυρωδιά.
Δεν της δώσαμε σημασία.

Κάποια φορά ενδιαφέρθηκε ο διαχειριστής για να πάρει τα κοινόχρηστα πολλών χρόνων .
Ανακάλυψε τον αδελφό του ιδιοκτήτη.  Ήρθε και άνοιξε . Μέσα ήταν παλιά έπιπλα της δεκαετίας του εξήντα σκεπασμένα με σεντόνια .
Μας μίλησε και για τον αδελφό του.

Έφυγε πριν από χρόνια για την Αμερική  να βρει την τύχη του.
Δούλεψε σε διάφορες δουλειές του ποδαριού  ώσπου τον πήραν εργάτη στα ναυπηγεία του Χάλιφαξ.
Παντρεύτηκε και έκανε δύο παιδιά.
Δεν ξανάρθε ποτέ στην  Κέρκυρα.
Η κόρη του πέθανε από υπερβολική χρήση ναρκωτικών και  ο γιός του ζει σε ένα ίδρυμα για άτομα με ειδικές ανάγκες.
Η γυναίκα του μάλλον ζει σε  κάποια άλλη πόλη αλλά κανείς  δεν ξέρει περισσότερα.
Ο άγνωστος γείτονας είναι θαμμένος σε κάποιο νεκροταφείο στην  μακρινή αυτή πόλη.

Το σπίτι  παραμένει κλειστό για να μας τον θυμίζει.

Αποφεύγω να κοιτάω την κλειστή πόρτα.

Καλύτερα να μην είχα μάθει την  ιστορία.

Πέρασαν τα χρόνια σάπισαν τα ξύλινα πορτοπαράθυρα μπήκαν οι ποντικοί  από μια τρύπα και έκαναν φωλιά.
Με ορμητήριο το μυστηριώδες διαμέρισμα έκαναν κατά διαστήματα εφόδους  στο σπίτι μας.

Αργότερα ήρθε και εγκαταστάθηκε στο κλειστό σπίτι η Ρόζα.
Η Ρόζα έμενε σε έναν διπλανό  κήπο. Είχε δικό της ξύλινο σπιτάκι  και έτρωγε  τα καλύτερα φαγητά. Το κυριότερο είναι που  ζούσε σε ένα ασφαλές χώρο.  Ήταν η πιο καλοστεκούμενη και περήφανη γατούλα της γειτονιάς.
Όταν πέθανε η  γριά αφεντικίνα της   έφυγε και αυτή από τον κήπο. Γκαστρώθηκε και γέννησε μέσα στο εγκαταλελειμμένο διαμέρισμα.

Σύντομα η  μικρή αυλή και η κανιζέλα γέμισαν γατιά που έτρεχαν εδώ και κει.
 Σκαρφάλωναν στους τοίχους και έπαιζαν όλη μέρα.
Ζωντάνεψε η  μικρή αυλή.
Αν τα πλησίαζες τρέχανε και τρυπώνανε από την σάπια ξύλινη πόρτα  στο σπίτι του άγνωστου γείτονα.

Κάποια μέρα εξαφανίστηκε η Ρόζα με τα γατιά .

Λένε ότι την είδαν να κυκλοφορεί  στο φοιτητικό εστιατόριο  και να μπαινοβγαίνει στο Πανεπιστήμιο . Τα γατάκια τα πήραν  οι φοιτήτριες.
Ανέθεσα στην Λουτσίντα  ,την γατούλα μας,  καθήκοντα φύλαξης από τους ποντικούς .
Δεν έχουμε παράπονο δουλεύει ευσυνείδητα και  μας κουβαλάει κάθε τόσο και από έναν στην πόρτα για να μην νομίζουμε ότι τεμπελιάζει.

Είναι ξαπλωμένη πάνω στην εφημερίδα μου και νομίζεις ότι κοιμάται .

Όλες οι αισθήσεις της είναι σε εγρήγορση.

Θα επιτεθεί όταν είναι η κατάλληλη στιγμή.

Τράβηξα απαλά την εφημερίδα  από κάτω της για να μην  την ξυπνήσω και διαβάζω  ότι κάποιος απογοητεύτηκε  που το Κομμουνιστικό κόμμα  Γαλλίας  κατάργησε το σφυροδρέπανο από την σημαία του και το αντικατέστησε με ένα πεντάκτινο αστέρι.

Μού ήρθε στο μυαλό μια παλιά κινέζικη παροιμία που την  έλεγε συχνά  ο «μεγάλος τιμονιέρης».

«Δεν μας ενδιαφέρει τι χρώμα έχει η γάτα,  αρκεί να πιάνει ποντικούς.»


Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

«Και απ’ το Θεό βροχάμενος , και από τα κεραμίδια.»




Είπα να κάνω μια εξαίρεση και να πάω για κυνήγι το Σαββάτο το απόγευμα.

Πήρα το ντουφέκι και τα τελευταία είκοσι φυσίγγια που είχα σπίτι.

Σκεφτόμουν ότι  θα φέρω τουλάχιστον δέκα κοτσυφούς.
Θα τους κάνω στα κάρβουνα λαδορίγανη, θα ψήσω και δύο τρείς φέτες ψωμί , θα πιώ και δύο ποτήρια κρασί , θα περάσει το βράδυ.

Πέρασα το γεφύρι στον Ορθόλιθο και ανηφόρησα προς το Ζυγό. Ακολούθησα τον λασπωμένο χωματόδρομο μέχρι που πήρα τον ανήφορο για το πόστο μου κοντά στους λόγγους.

Κάθισα σε μια πέτρα κάτω από  μιαν ελιά και περίμενα το «Ανέβασμα» των πουλιών.

Στρίβω τσιγάρο και την ώρα που το ανάβω πέφτει μια χοντρή σταγόνα ακριβώς επάνω και μου το σβήνει.
Δοκιμάζω να το ανάψω ξανά και μου τελειώνει ο αναπτήρας.
Αμέσως  μετά αρχίζει να βρέχει καταρρακτωδώς.
Το νερό γίνεται χαλάζι.
Τρέχω και χώνομαι ανάμεσα στα κυπαρίσσια.

Βάζω το ντουφέκι μέσα από το  μπουφάν να μην βραχεί.
Η κάννη είναι κάτω από το σαγόνι μου.
-«Είναι ώρα να γίνει ένα λάθος  και να αυτοπυροβοληθώ.»  σκέφτομαι.
Αδειάζω το όπλο και κατηφορίζω την πλαγιά  ανάμεσα σε αστραπόβροντα.

Το  ποτάμι έχει φουσκώσει και τα νερά είναι είκοσι πόντους πάνω  από το γεφύρι.
Δεν έχω επιλογή και περνάω με προσοχή.
Τα νερά  φτάνουν στο γόνατο και νυχτώνει.
-«Ώρα είναι να γλιστρήσω , να με πάρει το ποτάμι και να με βρούνε τουμπανιασμένο στο Σιδάρι σε καμιά δεκαριά μέρες.» Σκέφτομαι.

Φτάνω στο χωριό μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο.

Η Ολυμπία  χουζουρεύει στη φωτιά διαβάζοντας.
Με κοιτάει χωρίς να μιλήσει.
Είναι έτοιμη να βάλει τα γέλια η μου φαίνεται;
Το τρίτο πρόγραμμα  έχει ένα απόσπασμα από την Appassionata. Ανεβαίνω τα σκαλιά και έχω την αίσθηση ότι με περιγελά και αυτή.

Την  Κυριακή το απόγευμα πάω στο γήπεδο να συμπαρασταθώ σε φίλους. Ο ΑΟ Κέρκυρα παίζει με την ΑΕΚ και  αν χάσουμε πέφτουμε σίγουρα στην Β’ Εθνική.
Δεν βρίσκω θέση και κάθομαι στο  κρύο πεζούλι. Δεν προλαβαίνω  να κάτσω και παίρνει πέναλτι η ΑΕΚ . Τρώμε το γκολ και σερνόμαστε μέχρι το τελευταίο λεπτό.

Σηκώνομαι  και με  πονάει  η κοιλιά μου. Κρύωσα και έχω διάρροια .

Την Δευτέρα το πρωί πάω για δουλειά.
Ευτυχώς υπάρχει ένα μεροκάματο.
Τυχαίνουν μερικές αναποδιές.  Δεν βγάζω  το μεροκάματο και με  πιάνει και η μέση μου.
 Ήτανε ένα παράθυρο ανοιχτό  πίσω από την πλάτη μου και με θέρισε.

Το βράδυ κάθομαι στον καναπέ αλειμμένος με θερμαντικές αλοιφές  .

Η Μαρία Χούκλη  λέει ότι  ο υφυπουργός εργασίας δήλωσε ότι «οι μισθοί στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλοί».

Αμέσως μετά ένας ηλικιωμένος  παρουσιαστής του καιρού με ειδοποιεί ότι έρχονται καταιγίδες  και επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα χωρίς να μπορεί να κρύψει την χαρά του.

Λίγα λεπτά αργότερα παθαίνει αποπληξία  ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής.

Κάνω να πάρω το τηλεχειριστήριο από το τραπεζάκι αλλά η μέση μου δεν με αφήνει.

Σκέφτομαι να γυρίσω λίγο στο πλάι , να γλιστρήσω από τον καναπέ στο πάτωμα και να συρθώ μέχρι  την κρεβατοκάμαρα.

Υπάρχει κίνδυνος να μείνω  για πάντα στον καναπέ  απέναντι  από τη Μαρία Χούκλη.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Η Τζία μου η «Μπεμπούλα»



Θυμάμαι που όταν με πήγαινε ο πατέρας μου στο Μαντούκι για να δούμε τη θειά την Μπεμπούλα την προηγούμενη νύχτα  δεν κοιμόμουν.

Το ταξίδι εκείνα τα χρόνια από το χωριό στην πόλη ήταν  σαν να  ταξίδευες στην άκρη του κόσμου.
Αγωνιούσα για τη μαγεία του ταξιδιού αλλά αγωνιούσα και για το μεσημεριανό γεύμα της Κυριακής στο σπίτι της Θειάς μου της Σοφίας . Για κάποιο λόγο η Νόννα μου η Βανθία την έλεγε «Μπεμπούλα» και της έμεινε .

Μας έβραζε μακαρόνια από του Ζαφειρόπουλου , πεντανόστιμα με σάλτσα φρέσκιας ντομάτας.
Στο εργοστάσιο του Ζαφειρόπουλου δούλευαν τότε πολλοί εργάτες από το Μαντούκι  και σχεδόν όλοι προμηθευόταν μακαρόνια από εκεί  φτηνά η και δωρεάν, δευτέρας διαλογής.

Έβαζε η Τζία  μια τεράστια μαυρισμένη  κατσαρόλα  στη στιά και μαγείρευε στο μικρό κηπάριο έξω από το σπίτι με ξύλα. Εκεί ζέσταινε και νερό για να πλυθούν. Νομίζω υπήρχε και μια βρύση με μια πέτρινη γούρνα.

Το σπίτι της θειάς μου στο Μαντούκι ήταν ένα μικρό δωμάτιο χωρίς παράθυρο που χώραγε ίσα- ίσα  ένα διπλό κρεβάτι και ένα τραπέζι μπροστά στο κρεβάτι .  Άλλοι καθόταν στο κρεβάτι και  οι υπόλοιποι γύρω- γύρω.

Εκεί μέσα μεγάλωσε τέσσερα παιδιά σε συνθήκες ανείπωτης φτώχειας .  Τα μάλωνε , τα κυνηγούσε  τα έβαζε να πλυθούνε με το ζόρι σε μια  τσίγκινη λεκάνη. Είχε ταχτεί στα καθήκοντα του σπιτιού ολοκληρωτικά.

Μου φαινόταν πολύ άθλιο σε σχέση με το σπίτι μας στο χωριό αλλά μου αρέσανε πολύ  τα μακαρόνια με την κόκκινη σάλτσα.

Μου άρεσε ακόμα που όλο το πρωί παίζαμε  έξω με τον Σταμάτη, την Κασσιανή, τον Ιωσήφ,  τον Σπύρο και τα παιδιά της γειτονιάς.

Όταν κατηφορίζαμε  τρέχοντας προς την Ξενοφώντος Στρατηγού ήταν σαν να είχαμε κάνει μια μεγάλη απόδραση με  σοβαρές συνέπειες.

Ο Θείος μου ο Νίκος ήταν ένας  οικοδόμος ψηλός, αδύνατος, πολύ μελαχρινός (μαυριδερός) και απόμακρος .

Ο Πάππους μου ο Σταμάτης  τον έλεγε «Μόρο» (Moro = Μαυριδερός)  και έλεγε ότι όλοι οι Μαντουκιώτες είναι μαυριδεροί γιατί  ήταν  πειρατές και τσιγγάνοι  που ήρθαν από την Ισπανία.
 Στα παλιά πανηγύρια του Μαντουκιού , έλεγε ο Πάππους , οι άντρες φορούσαν χρυσές μποκολέτες στα αυτιά.

Η Νόννα μου με απειλούσε λέγοντας ότι άμα  δεν φάω το φαί μου θα φωνάξει τον «Μόρο».

Τότε έβλεπα  εφιάλτες τα βράδια με «μόρους»  που φορούσαν  μποκολέτες στα αυτιά να χορεύουν σαν τους  διαόλους γύρω από τις φωτιές και εγώ τρομοκρατημένος να τρώω «μανέστρα κολομπίμπιρη» με το ζόρι.

Τα χρόνια εκείνα η ανέχεια στο σπίτι συνοδευόταν από γενική έλλειψη στην αγορά . Έλλειψη ρούχων , έλλειψη παπουτσιών , έλλειψη τροφίμων.

Και σήμερα υπάρχει  ανέχεια αλλά συνοδεύεται από αφθονία στην αγορά. Ετούτο είναι χειρότερο νομίζω.  Δυσκολεύεσαι να δικαιολογήσεις την φτώχεια .

Πέρασαν τα χρόνια . Φύγαμε από την Κέρκυρα και  το σπίτι της  Τζίας  τσι Μπεμπούλας  έμεινε μια θολή ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων.

Τα παιδιά μεγαλώσανε και κάνανε οικογένειες. Ο Θείος ο Νίκος εγκατέλειψε την Μπεμπούλα .

Δεν το βαλε κάτω ακόμα και τότε . Έφτιαξε την παρέα της  με τους συνομηλίκους της  και λίγο με την μικρή της σύνταξη , λίγο με την βοήθεια των παιδιών της, άρχισε τα ταξίδια.

Γυρίσανε όλη την Ευρώπη.

Όταν την έβλεπα να έρχεται από το κομμωτήριο της φιλούσα το χέρι.
«Παππάς είμαι και μου φιλάς το χέρι;» μου έλεγε γελώντας.
«Τζία μου …  δεν φιλάω το χέρι σε παπάδες . » της έλεγα.

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

«ΠΑΠΑΝΤΗ»


Ο κύριος Κώστας δεν κοιμάται καλά τα βράδια.
Αγωνιά για την  γυναίκα του που είναι άρρωστη.
Αγωνιά για την σύνταξη του που διαρκώς μειώνεται.
Αγωνιά για τα φάρμακα.
Αγωνιά για πολλά ο κύριος Κώστας και αισθάνεται αδύναμος.
Νοιώθει ότι πλησιάζει το τέλος της ζωής του.
Αγωνιά ακόμα και για την «Παπαντή».

Ο Κώστας γεννήθηκε στους Καστελάνους μέσης .
Τα παλιά χρόνια το σπουδαιότερο γεγονός του χρόνου για τους κατοίκους αυτού του χωριού ήταν  το πανηγύρι της Υπαπαντής.
Την ημέρα εκείνη ερχόταν επισκέπτες από όλη την Κέρκυρα στο χωριό. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα πανηγύρια.
Ξεκίναγαν παρέες με τα πόδια  η με τα κάρα από παντού για να πάνε στους Καστελάνους Μέσης.
Για να πάει τότε κάποιος στο πανηγύρι θα έπρεπε να περπατάει όλη μέρα, να  βρει τρόπο να κοιμηθεί το βράδυ και να γυρίσει   πίσω την επομένη.

Πολύς κόπος.

Ο  κύριος Κώστας στεναχωριέται γιατί το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι  «Παπαντή»  έχει παραποιηθεί.
Πρόσθεσαν άλλους στίχους .
Το αλλοίωσαν και το έκαναν να φαίνεται αστείο.
Δεν έχει άδικο. Μερικές φορές είναι να ντρέπεσαι για την κατάντια των τραγουδιών μας.
Μου τα λέει όλα αυτά ο κύριος Κώστας και βουρκώνουν τα μάτια του.

Του υποσχέθηκα να αποκαταστήσω την «Παπαντή» .

Να μην θρηνήσουμε δύο θανάτους.

Τα λόγια του τραγουδιού είναι τα παρακάτω.
Το βιντεάκι  είναι  ένα απόσπασμα του τραγουδιού από  μια παρέα  του Βαλανειού πριν από χρόνια.


Εγώ παπούτσια δεν έχω
Στην Παπαντή να πάω
Ο Φτύμιος* μου νάναι καλά
Κι’ απ’ άλλο χρόνο  πάω.

Και το κερί που σού  ταξα
Παρθένα Παναγιά μου
Θα σου το φέρω άλλη φορά
Για να χω την υγειά μου.

Με το πλυμένο του βρακί
Και  ξούρισμα στην τρίχα
Ο Φτύμιος μου θα τραγουδά
Με μια φιοράδα τρίτσα*.

Καλότυχοι καλόμοιροι
Όπου έχουνε και τρώνε
Και  γω  σπέζα* δεν έφαγα
Μέσα από τσου Φωτώνε*.


Φτύμιος = Ευθύμιος
Φιοράδα Τρίτσα = Ψάθινο καπέλο  στολισμένο με λουλούδι.
Σπέζα (Spesa) = Ψώνια . Τρόφιμα που δεν παρήγαγε μια οικογένεια και έπρεπε να τα αγοράσει.
Φωτώνε =  Τα φώτα. Η Εορτή των φώτων.

                              

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Η Μάμα



Όσο θυμάμαι την μάνα μου έπλενε ακατάπαυστα. Έπλενε και τραγουδούσε. Τραγουδούσε ακόμα και στην Αθήνα μολονότι  όσο πέρναγε ο καιρός τραγούδαγε όλο και λιγότερο.

Θυμάμαι που την άκουγα με μεγάλο θαυμασμό γιατί, όπως όλες οι γυναίκες του χωριού μας, είχε εξαιρετική φωνή.

Το πλύσιμο ήταν η βασική της απασχόληση. Έπλενε στον παλιοχόρτη , έπλενε στα βρυσούδια, έπλενε στον Αι Νικόλα, έπλενε στην Αθήνα , έπλενε στα ποτάμια και στις βρύσες, στα πλυσταριά και τέλος, προς μεγάλη της ανακούφιση, άρχισε να πλένει και σε πλυντήριο.

Η βασική παρατήρησή της και απειλή  ήταν «Πλυθείτε, θα βγάλουμε σκουλήκια!».

Στην Αθήνα μας υποχρέωνε να περπατάμε πάνω  σε πατάκια για να μην λερώνουμε το πάτωμα.

Άσε τα «σεμεδάκια». Ο Εφιάλτης μας ! Είχε γεμίσει τον κόσμο καλοσιδερωμένα και φρεσκοπλυμένα σεμεδάκια.

Σεμεδάκια στην τηλεόραση, σεμεδάκια στο ραδιόφωνο σεμεδάκια σε όλα τα τραπέζια και τραπεζάκια,  σεμεδάκια ακόμα και στο πλυντήριο .

Πήγαινες να πάρεις τηλέφωνο (εκείνο με το καντράν) και στο τελευταίο νούμερο σου έφευγε το τηλέφωνο μαζί με το σεμεδάκι. Κόλαση!

Ναι! Πίστευα ακράδαντα τότε ότι η κόλαση θα ήταν γεμάτη σεμεδάκια.

Έπλενε μετά μανίας . Σου έδινε την εντύπωση ότι είχε βαλθεί να ξεπλύνει όλες τις αμαρτίες του κόσμου.

Τα χρόνια εκείνα οι γυναίκες έπρεπε βασικά να πλένουν και μετά όλα τα άλλα. Προσπάθησα πολλές φορές να φαντασθώ πόσες δουλειές έπρεπε να κάνει μια γυναίκα από το πρωί μέχρι βαθείας νυκτός. Μου φαινόταν αδιανόητο το πως τα κατάφερνε.

Κυρίως δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι έπρεπε να κουβαλήσουν τα ρούχα στην βρύση …να τα πλύνουν στο χέρι με πράσινο σαπούνι  …να τα στύψουν …να τα απλώσουν …να τα σιδερώσουν και ξανά από την αρχή ….και όλα αυτά για μια , συνήθως πολυμελή, οικογένεια που κυλιόταν στην κυριολεξία στις λάσπες ….και αυτή να είναι απλώς μια από τις δουλειές!  Τρέλα!

Και όμως αυτή ήταν μια απολύτως φυσιολογική εργασία για μια νέα γυναίκα εκείνης της εποχής. Κάτι συνηθισμένο.

Στην Παβία, μια πόλη της βόρειας Ιταλίας , δίπλα στο ποτάμι έχουν στήσει το μπρούτζινο άγαλμα μιας Ιταλίδας πλύστρας . Για να μην ξεχνούν.

Εμείς έχουμε γεμίσει τις πλατείες με αγάλματα από παλιοτόμαρα.

Όλοι ξέρουν ότι δεν πιστεύω στην ύπαρξη των θεών (συγχώραμε Παπασταμάτη).
 Ελπίζω να κάνω λάθος και να υπάρχει τουλάχιστον ένας από τους παραδείσους των θρησκειών και των μύθων.

Σίγουρα, τότε, θα είναι εκεί και η μάνα μου.

Ετοίμασα το παρακάτω βιντεάκι  με ένα τραγούδι που μου αρέσει και που σίγουρα θα της αρέσει. Να το ακούει στις άπειρες ελεύθερες ώρες της.


Το τραγούδι λέγεται Amor dammi quell fazzolettino (Αγάπη μου δώσε μου εκείνο το μαντηλάκι). Είναι ένα πολύ παλιό τραγούδι ερωτικό λαϊκό  της βόρειας Ιταλίας που μοιάζει τόσο με τα δικά μας χωριάτικα τραγούδια. Οι εικόνες είναι από πίνακες γνωστών ζωγράφων  και την μετάφραση έχω κάνει εγώ.





     

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Η Συναλλαγή



Με  επισκέφτηκε και  μου είπε σοβαρά :
-«Θέλω να μου φτιάξεις  ένα κλειδί»
-« Δεν είμαι κλειδαράς…» του λέω «….τι σούρθε;»
-«Δεν πρόκειται για συνηθισμένο κλειδί» μου απάντησε.

Με πήγε στο ατελιέ του.
Είχε βρει μια παλιά πόρτα αποθήκης μέσα στα ερείπια της Οβριακής .
Η κλειδαριά ήταν τεράστια.
Το κλειδί που ήθελε να του φτιάξω  θα έπρεπε να ήταν  σχεδόν μισό μέτρο.
Σκόπευε να βάλει την πόρτα πάνω σε δύο τρίποδα και να την κάνει τραπέζι.
Ήθελε , λέει,  να έχει και το κλειδί επάνω.

Ο Κώστας είναι ζωγράφος . Ζωγραφίζει με ένα τρόπο που θυμίζει αγιογραφίες.
Συχνάζει στις άκρες  της πόλης.
Στις άκρες των πλατειών.
Στις άκρες  των μεγάλων γεγονότων .
Στις  σκοτεινές άκρες των μπαρ της πόλης.
Έτσι συνέβαινε σχεδόν πάντα με το  σινάφι του.

-«Μου ζητάς να σου φτιάξω ένα κλειδί  που, εκτός του ότι είναι πολύ δύσκολο , είναι για μια πόρτα που δεν οδηγεί πουθενά» του λέω σκεπτικός  «κάτι τέτοιο εκτός  του ότι μου φαίνεται μηδενιστικό  και  μάταιο , δεν συνάδει και με τις πεποιθήσεις μου.»  συνεχίζω περιπαιχτικά.

-«Άστα αυτά!  Μου το φτιάχνεις  ναι η όχι.»
-« Πες ότι στο φτιάχνω ….πως θα με πληρώσεις;»
-«Σε είδος….» μου λέει «….Θα σου φτιάξω έναν πίνακα».
-«Και άμα δε μου αρέσει  τι γίνεται;» Ερωτώ αφελώς.

Το σκέφτηκα και του ζήτησα να μου ζωγραφίσει μια γυναικεία μορφή.
«Σύμφωνοι..» μου λέει «..πες ότι έγινε.»
«Όχι έτσι…»  του λέω «..γιατί εσύ μπορεί να μου ζωγραφίσεις την Βούλα Τουρλουμούση Κοτοπούλη.»

Είδα την ανησυχία στο βλέμμα του. Το πράγμα γινόταν περίπλοκο.
Είπα να βοηθήσω.
Tου είπα να του δώσω πέντε λέξεις για τον πίνακα.
Πήρα ένα κομμάτι χαρτί και έγραψα.

«Αξιοπρέπεια»
«Υπερηφάνεια»
«Μελαγχολία»
«Σεμνότητα»
«Εντιμότητα»

Του έδωσα το χαρτί και περίμενα ανήσυχος .
Το διάβασε και μαλάκωσε . Μου χαμογέλασε.
«Κατάλαβα» μου λέει.
Ησύχασα και εγώ . Ήξερα ότι θα τα καταφέρει.
Βρήκε μέσα στα ερείπια ένα κομμάτι  ξύλο. Το καθάρισε και το ζωγράφισε.
Βρεθήκαμε μετά από δύο βδομάδες.
 Έγινε η συναλλαγή με την συμφωνία να μπορώ να πηγαίνω να πίνω το τσάι μου στο ατελιέ του  πάνω στην πόρτα  και να έρχεται και αυτός στο σπίτι μου να πίνει το κρασί του όποτε ήθελε. 

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Το Πάχτο



Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα ορεινό χωριό ένας πολύ πλούσιος  άρχοντας με χιλιάδες ρίζες ελιές στην ιδιοκτησία του.

Όλα πήγαιναν καλά στην κοινωνία του ορεινού χωριού .

Ο άρχοντας στεκόταν όρθιος μπροστά στο παράθυρο του και αγνάντευε τα κτήματα του.
Τα μπουλούκια των γυναικών μάζευαν τις ελιές.
Ο χωροφύλακας  έκανε την καθιερωμένη  και βαρετή του περιπολία.
Ο  δικαστής  εκδίκαζε συνηθισμένες μικρό υποθέσεις.
Οι Πρετεντέρηδες  κουτσομπόλευαν στα καφενεία  πικάντικα  και φαιδρά θέματα.
Το «Κόμμα των φτωχών» διακήρυττε την έλευση της Δευτέρας  Παρουσίας.

Όλα πήγαιναν καλά στην μικρή κοινωνία τους ορεινού μας χωριού , ώσπου ήρθε να μείνει ένας σπουδαίος  επαναστάτης που έλειπε χρόνια στα ξένα και  τα μάτια του είχανε δει πολλά . Ακόμα περισσότερα, όμως,  είχανε ακούσει τα αυτιά του.
Οι χωριανοί του πρότειναν να γίνει Δήμαρχος μιας και ήταν πολύ μορφωμένος και πολύ δίκαιος.
Ο  «Κύριος Σπύρος» ήθελε να ξεκουραστεί αλλά ,πάλι,  σκεφτόταν ότι  για να φτάσεις  στο ξημέρωμα  ο μόνος δρόμος είναι η νύχτα.
Έτσι λοιπόν έβαλε υποψηφιότητα και εκλέχτηκε Δήμαρχος.

Επί των ημερών του έγιναν σπουδαία πράγματα στο χωριό.
Έφτιαξε παιδικό σταθμό για να αφήνουν οι γυναίκες τα παιδιά τους όταν πηγαίνουν για στις ελιές, σε μια εποχή που κανένας , ούτε καν στην πόλη,  δεν  ήξερε τι είναι αυτό το πράγμα.
Έφερε μόνιμο γιατρό που  ήταν  πολυτέλεια ακόμα και για τους κατοίκους της πόλης.
Οργάνωσε συσσίτιο στο σχολείο  με έξοδα της κοινότητας.
Έκανε σπουδαίες πολιτιστικές εκδηλώσεις .

Ο Άρχοντας κοίταγε ανήσυχος πίσω από τις κουρτίνες του παραθύρου του. Όσο ο κύριος  Σπύρος μάθαινε τους χωριάτες να μοιράζονται την φτώχεια ήταν απλώς ενοχλητικός και ίσως , εν δυνάμει, επικίνδυνος.

Ώσπου μια μέρα το Δημαρχείο  ανακοίνωσε μια σημαντική απόφαση . «Όσοι είχαν κάτω από εκατό ρίζες ελιές θα απαλλάσσονταν από την δημοτική φορολογία. Όσοι είχαν μέχρι χίλιες θα συνέχιζαν να πληρώνουν τον ίδιο φόρο  και όσοι είχαν πάνω από χίλιες ρίζες ελιές θα πλήρωναν  διπλάσιο φόρο».
Οι σύντροφοι του Δημάρχου έπεισαν επίσης τα μπουλούκια των γυναικών να ζητήσουν μεγαλύτερη αμοιβή από τον άρχοντα  για το μάζεμα της ελιάς.
Το σπουδαιότερο όμως  ήταν που έπεισε όσους έπαιρναν «πάχτο»  τις ελιές του άρχοντα να ζητήσουν το μισό λάδι  από κάθε σοδειά.

Ο Κύριος Σπύρος  δοκίμασε να περάσει την αόρατη κόκκινη γραμμή γύρω από τον άρχοντα.
Δεν του αρκούσε το μοίρασμα της φτώχειας  και ξεκίνησε να μοιράσει τον πλούτο.

Και ενώ όλα πήγαιναν καλά στην μικρή κοινωνία του ορεινού χωριού, ο άρχοντας σήμανε συναγερμό.

Οι Πρετεντέρηδες άρχισαν να διαδίδουν ψέματα και συκοφαντίες στα καφενεία.
Ο Χωροφύλακας άρχισε νευρικές περιπολίες  και συλλήψεις υπόπτων.
Το στρατιωτικό φυλάκιο «ετέθει σε επιφυλακή  για την περίπτωση πιθανής εισβολής  αιμοβόρων εχθρών» .
Ο Δικαστής ανέλαβε να βγάλει  «αντισυνταγματικές» τις αποφάσεις του Δημάρχου.
Ακόμα και το «Κόμμα των φτωχών» ,  μικροαστό τυχοδιώκτη  τον ανέβαζε , αντεπαναστάτη ρεβιζιονιστή τον κατέβαζε.

Μετά από την περίοδο των διώξεων επανήρθε η κανονικότητα.
Ο άρχοντας στεκόταν πάλι όρθιος μπροστά στο παράθυρο του και αγνάντευε τα κτήματα του.
Τα μπουλούκια των γυναικών μάζευαν πάλι τις ελιές.
Ο χωροφύλακας  έκανε πάλι την καθιερωμένη  και βαρετή του περιπολία.
Ο  δικαστής  εκδίκαζε πάλι τις συνηθισμένες μικρό υποθέσεις.
Οι Πρετεντέρηδες  κουτσομπόλευαν ξανά στα καφενεία  πικάντικα  και φαιδρά θέματα  και
το «Κόμμα των φτωχών» συνέχιζε να διακηρύττει  την έλευση της Δευτέρας  Παρουσίας.

Πέρασαν τα χρόνια  και η ύπαρξη της αόρατης κόκκινης γραμμής γύρω από το αρχοντικό παρέμενε για όλους ένα επτασφράγιστο μυστικό.

Πέθανε ο κύριος Σπύρος και πήγα και εγώ στην κηδεία του .

Έριξα λίγο χώμα στον τάφο παρόλο που πάντοτε σιχαινόμουνα να πιάνω τα χώματα των νεκροταφείων.

Με πέρασε  και από τον κώλο του βελονιού ο κομματικός επίτροπος του «Κόμματος των φτωχών» :   «Τι δουλειά έχεις εσύ στην κηδεία αυτού του αναρχοτροτσκιστικού αποβράσματος;».


Ω!

Αυτά που λες φίλε!

Για να  φτάσεις στο ξημέρωμα ο μόνος δρόμος είναι η νύχτα.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Κοντσέρτο για Παταράτσα*


Τα βράδια που φυσάει έχουν συναυλία τα παταράτσα   στο καρνάγιο.

Προτιμώ να παρακολουθώ την συναυλία από μιαν απόσταση. Έχω μια γενικότερη ακουστική εικόνα.

Οι βιαστικοί οδηγοί   πιστεύουν ότι πρόκειται για έναν χαοτικό  ήχο χωρίς κανένα ενδιαφέρον που παράγουν τα συρματόσχοινα καθώς κουνιούνται από τις  απρόβλεπτες ριπές του αέρα.

Υπάρχουν και άλλοι  , στις γειτονικές καφετέριες ,  που ενοχλούνται από το ακατάσχετο και συνεχές «γκλίν-γκλάν».

Αυτό συνέβαινε (σχεδόν)  πάντα.

Λέω «σχεδόν πάντα» διότι από τότε που γίναμε «πολιτισμένοι» ξεχωρίσαμε την έννοια της  «καλής»  αρμονίας  από το «κακό» χάος  και αποφασίσαμε «να βάλουμε τα πράγματα σε μια τάξη».

 Όσο περισσότερο  , όμως,   διακηρύσσαμε  την πίστη  μας  στην «τάξη» τόσο περισσότερο επιβάλλαμε  την αταξία μας.

Το χάος και η αρμονία , το προβλέψιμο και το απρόβλεπτο,  στην φύση  είναι, από μόνα τους,   ανύπαρκτες καταστάσεις .Γεννιούνται και ζουν  μόνον στο φαντασιακό μας.

Πρώτα ήμασταν όλοι «μουσικοί» μιμούμενοι τους ήχους της φύσης .

 Μετά μάθαμε να μιλάμε  μουσικά.

Αργότερα εγκαταλείψαμε τις  προσωδιακές  γλώσσες μας και γίναμε μονοτονικοί .

 Για να τραγουδήσουμε, πλέον,   χρειαζόταν να πιούμε δύο μποτολιόνια κρασί .

Αν ακούσεις ένα αηδόνι με «αυστηρά κριτήρια», το κελάηδημα του είναι  «χαοτικό».

Αν ακούσεις έναν Γκιώνη (με το ασταμάτητα επαναλαμβανόμενο ήχο του σε ίσους χρόνους )  με «αυστηρά κριτήρια», το κελάηδημα του είναι  «αρμονικό». 

Η συμφωνική μουσική είναι απείρως ποιο «χαοτική» από ένα κομμάτι Χιπ Χοπ (το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί  «με αυστηρά κριτήρια» ως αποθέωση της  αρμονίας)  .
Κατά τον ίδιο τρόπο που η συμφωνική μουσική περιφρονεί  το  Χιπ Χόπ , κατά τον ίδιο τρόπο περιφρονεί και το Χιπ Χοπ την συμφωνική μουσική.

Δεν είναι ζήτημα γούστου.

Δεν είναι ζήτημα «επιπέδου».

Δεν είναι ζήτημα ηλικίας και ψυχοσύνθεσης .

Διαχωριστήκαμε και βαλθήκαμε να διαχωρίσουμε τα πάντα.

Παραγίναμε «πολιτισμένοι» .

Χρειαζόμαστε διαρκώς  να διαχωρίζουμε τον Γκιώνη από το αηδόνι και αυτό μας βασανίζει.

Το καλοκαίρι είχαμε μια συναυλία τζαζ στο χωριό.
 Έπαιζαν σπουδαίοι μουσικοί.
 Ήρθαν όλοι οι χωριανοί και πολλοί  άλλοι.
Πρόσεξα μια γριούλα του χωριού που παρακολουθούσε  μαγεμένη. 
Χειροκροτούσε ασταμάτητα.  Την  άκουσα να λέει  «Άγιε μου Σπυρίδωνα!   Τι μουζικάντηδες είναι ετούτοι!

Περιμένω την άνοιξη να κάθομαι τα βράδια στον μπότζο και να ακούω  τον Γκιώνη με τις ώρες  και άλλες φορές να πηγαίνω στο  Κρύο νερό  το δειλινό για να ακούσω τη συναυλία των αηδονιών.

Απόψε , όμως, έχει όστρια και θα  έχουν κοντσέρτο τα Παταράτσα στο Καρνάγιο.


Patarazza  (Ενετική διάλεκτος) = σχοινιά που ισοσταθμίζουν τον ιστό του καραβιού  

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Η ποταμίσια μαρίδα του Απραού



Η ποταμίσια μαρίδα θεωρείτε από  του  ιχθυολόγους  είδος υπό εξαφάνιση.

Άλλοι , πάλι ,  συνάδελφοι τους ισχυρίζονται ότι έχει ήδη εξαφανισθεί και η συντήρηση του μύθου «δεν αφορά , πλέον,  την επιστημονική κοινότητα».

Η αλήθεια είναι ότι η ποταμίσια μαρίδα  πάντα λίγη ήταν , απλώς  παλαιότερα  δεν είχε ανακαλυφθεί ο όρος «είδος  υπό εξαφάνιση».

Αντίθετα η μαρίδα της θάλασσας ήταν πάντα άφθονη.

Ζει σε μεγάλα κοπάδια  που κινούνται νευρικά σαν να τις  χτυπά ηλεκτρικό ρεύμα.

Βασανίζονται αιώνια από τον φόβο αμέτρητων εχθρών.

Σχεδόν όλα τα ψάρια είναι μεγαλύτερά τους και τα περισσότερα τις κυνηγούν.

Τα αόρατα δίχτυα αποτελούν τον μόνιμο εφιάλτη τους.

Οι δολοφονικές ανεμότρατες  εξοντώνουν τα πάντα στο πέρασμα τους .

Ακόμα και τις νύχτες που ησυχάζει ο κόσμος του βυθού , τεράστια πλοία που διασχίζουν το στενό ανάμεσα στον Απραό και τους Άγιους Σαράντα  αναστατώνουν τον ύπνο τους και  τις τρέπουν σε  ξαφνική  και ασθμαίνουσα φυγή.

Λένε (αυτοί που ξέρουν)  ότι ,πλέον,  η θαλασσινή μαρίδα δεν μπορεί να ζήσει αλλιώς . Έχει εθισθεί στην αδρεναλίνη. «Αυτή είναι η φύση της».
Μπορεί να  καταριέται την μοίρα της- λένε- αλλά αν εκλείψουν  αυτές οι συνθήκες ζωής  της θα βυθισθεί σε μια ψυχολογική άβυσσο και θα πολλαπλασιασθούν τα φαινόμενα μαζικών αυτοκτονιών  θαλασσινής μαρίδας  δια της εισπνοής  ατμοσφαιρικού αέρα.

Παρόλα αυτά μερικές θαλασσινές μαρίδες μαζεύονται κοντά στις εκβολές του μικρού και ανώνυμου ποταμιού του Απραού και  μαθαίνουν να ζουν στο υφάλμυρο νερό τους.
Γεννούν τα  αυγά τους εκεί και μαθαίνουν τα μικρά να ζουν σε αυτές τις συνθήκες.
Από γενιά σε γενιά προσαρμόζονται και εισχωρούν μέσα στο ποτάμι . 
Φτιάχνουν καινούριες κοινότητες μέσα στους καλαμιώνες.

Δεν είναι πολλές,  είναι αλήθεια,  αλλά οι ποταμίσιες μαρίδες πάντα λίγες ήταν.

Η ζωή στους καλαμιώνες του ποταμιού δεν ήταν, βέβαια, ένας επίγειος παράδεισος.
Έχω ακούσει αφηγήσεις για τις  εποχές του μεγάλου λιμού,  που οι άνθρωποι των γύρω χωριών  ψάρευαν τις μικροσκοπικές μαρίδες για να επιβιώσουν.
Έκλειναν τα ποτάμια σε ένα σημείο με πέτρες και έριχναν ασβέστη.
Ύστερα ανακάτευαν το νερό με τσαπιά ώσπου να γίνει  άσπρο σαν το γάλα.
Οι μαρίδες και τα χέλια του ποταμιού τυφλωνόταν και ανέβαιναν στην επιφάνεια.

Έκτοτε  οι νυχτερινοί μου εφιάλτες, μερικές φορές, συνοδεύονται με τυφλά ψάρια που  σπαρταρούν σε μια κατάλευκη επιφάνεια.

Πολλοί είπαν ότι οι  ποταμίσιες μαρίδες έχουν πλέον εκλείψει.

Άλλοι πάλι λένε ότι απλώς δεν υπήρξαν ποτέ και ότι πρόκειται για έναν ακόμα λαϊκό θρύλο.

  Αν , όμως,  καθίσεις στο ξύλινο γεφυράκι στο ποταμάκι του Απραού και έχεις υπομονή θα τις δεις να σε κοιτάζουν περίεργα ανάμεσα από τα καλάμια.

Πρέπει να χαλαρώσεις .

Σε αισθάνονται.

Τότε θα αρχίσουν να βγαίνουν  δειλά και να πλησιάζουν το πόδι σου μέσα στο νερό. Θα σου γαργαλήσουν τις πατούσες απαλά και θα σε κάνουν να χαμογελάσεις.

Μετά  θα βγάλουν το κεφάλι τους μία-μία από το νερό .

Στην αρχή θα νομίσεις ότι κάνουν μπουρμπουλήθρες με το ανοιχτό τους  στόμα  για να σε κοροϊδέψουν .

Ξάπλωσε στο ξύλινο γεφύρι .

 Χαλάρωσε,  κλείσε τα μάτια σου και διώξε τις σκέψεις που σε βασανίζουν.

Άφησε το σώμα σου να αιωρείται στο  άπειρο.

Αν τα καταφέρεις θα τις ακούσεις να τραγουδούν.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Η Λοκάντα


Το ταπεινό μας σπίτι μας στο χωριό έχουν επισκεφθεί κατά καιρούς  μεγάλοι τραγουδιστές, δεξιοτέχνες  σοβατζήδες , διάσημοι μουσουργοί , φημισμένοι γυψοσανιδάδες, ερασιτέχνες  ψυχαναλυτές,  σπουδαίοι φιλόσοφοι και  μεγάλοι επαναστάτες.

Είναι κάτι  μεταξύ πολιτιστικής λέσχης , κέντρου φιλοσοφικών ερευνών, οινομαγειρείου,  σταθμού ΚΤΕΛ και δημοσίων ουρητηρίων.

Φέτος μαζευτήκαμε ένα τσούρμο που θύμιζε έντονα την  ταινία του ’70 «Βαβυλωνία».
Καλύτερα, θα έλεγα, ότι έμοιαζε με πρόβες από μια «Βαβυλωνία Νο2».

Ενώ η πρώτη Βαβυλωνία αναφέρεται στο σοκ από την συγκόλληση διαφόρων ιδιαιτέρων συλλογικοτήτων σε ένα αστικό εθνικό κράτος , η δεύτερη θα πρέπει, μάλλον , να αναφέρεται στην  αμηχανία  μπροστά στην ολοκλήρωση αυτής  της αποστολής του.

Το να εξηγήσεις στους  φιλοξενούμενους σου ποιος ήταν ο «Σχουλεμβούργος» η ο  «Ντούγκλας» είναι μάλλον εύκολο. Όταν όμως η συζήτηση επικεντρωθεί (για παράδειγμα) στα αγριολάχανα, τότε τα πράγματα μπερδεύονται.

Οι Μυτιληνιοί έχουν μια πολύ ζωντανή σχέση με το δάσος και τα άγρια χόρτα , με τα ψάρια με τα  πουλιά και με τα ζώα. Γυρνάνε στα βουνά και μαζεύουν μετά μανίας μυκάνους. Έχουν μέχρι και …(άκουσον άκουσον)….σύλλογο μανιταρόφιλων.

Περπατούσαμε και μας έκοβαν χόρτα που τρώγονται ευχάριστα ακόμα και ωμά. Οι ονομασίες τους όμως δεν έμοιαζαν με τις αντίστοιχες δικές μας.

Ξέρουν να διαλέγουν τα μανιτάρια και έχουν μια ονομασία για το καθένα. Παράξενα και πρωτάκουστα ονόματα. Αν δεν τα ξέρεις μπορεί να βρεθείς στα καλά καθούμενα (στην καλύτερη περίπτωση) στο νοσοκομείο.

Τρώγαμε και εμείς τους μυκάνους αλλά , από όσο θυμάμαι, ξέραμε μόνο ποιοι  ήταν βρώσιμοι και ποιοι δηλητηριώδεις. Ετούτοι  τους ξέρουν προσωπικά έναν - έναν.

Στις  φιλοσοφικές συζητήσεις τα καταφέρναμε καλά .
Ο «Ιρασιοναλισμός» είναι κοινός σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.
 Όπου και να πας έτσι τόνε λένε.

Τα «μουσκολάχανα» όμως , αλλιώς τα λένε στην Μυτιλήνη και αλλιώς στην Κέρκυρα.
Αν δεν έχεις ένα μουσκολάχανο στο χέρι να του το δείξεις δεν μπορείς να συνεννοηθείς. Εάν , δε , το μουσκολάχανο βγαίνει την άνοιξη  τότε δεν μπορεί να περιμένει ο άλλος τρεις μήνες για να του το δείξεις.

Είπαμε να τους φτιάξουμε μπουρδέτο.
Προέκυψε το ερώτημα «τι είναι το μπουρδέτο».
Λες:  «ένα φαγητό που το φτιάχνουμε με Παστανάκα».
Προκύπτει το ερώτημα «τι είναι η Παστανάκα;».
Λες: «ένα είδος σαλαχιού»
Προκύπτει το ερώτημα «ποιο από τα εκατοντάδες είδη σαλαχιών;»
Πώς να το περιγράψεις με νοήματα;
Απελπισία!

Λες να προτείνεις «να φτιάξουμε μια βόγγολη για το ούζο». Κρατιέσαι όμως.   Άντε να εξηγήσει από ποια οστρακοειδή και με ποιο τρόπο φτιάχνουμε την βόγγολη.

Λες: « ανοίξτε τη φανέστρα να πάρουμε αέρα»
Πρέπει να εξηγήσεις ποια είναι η φανέστρα.

Λές: «Μην τραβάς  την κορτίνα θα ρίξεις τη Μποναγράτσια.»
Πρέπει να εξηγήσεις  πάλι.

Εκεί που η βραδιά κυλούσε καλά , ξαφνικά σβήνουν τα φώτα και βυθιζόμαστε στο σκοτάδι. Σκέφτομαι: «Η Μας έκοψε το απλήρωτο ρεύμα η ΔΕΗ  η κάποιος έκλεισε με την πλάτη του κατά λάθος τον διακόπτη».
Οπότε θέτω ευθέως το ερώτημα: «Αυτό, τώρα, ήταν ένα κάζο πενσάτο η ένα κάζο ατσιτέντε;»

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Ο Φάρος


Πάντα με ενοχλούσε η αγέρωχη αλαζονεία των φάρων.

Όταν ανέλαβα να φτιάξω εκ νέου τα κάγκελα του φάρου των Οθωνών περισσότερο με ένοιαζε η εμπειρία παρά η αμοιβή .

Ξεκίνησα με ένα ταχύπλοο από ένα έρημο  λιμανάκι της βόρειας Κέρκυρας φορτωμένος εργαλεία.

Είχε  βάλει μαΐστρο και έφτασα στο νησάκι  τρέμοντας από το κρύο και βρεγμένος.

Στο λιμανάκι με περίμενε ένας  αμίλητος, αξούριστος και παράξενος  μεταφορέας με μια  σαραβαλιασμένη καμιονέτα χωρίς πινακίδες.

Μπήκα σε ένα παντοπωλείο  που  πουλούσε πράγματι  τα πάντα.

Ζήτησα ψωμί .  Ο μαγαζάτορας μου έκανε μια ακαθόριστη χειρονομία που θα μπορούσε να ερμηνευτεί περίπου ως  «Τι μας λες τώρα!» .

Αργότερα έμαθα ότι , το χειμώνα, έρχεται το καΐκι με το ψωμί μια φορά την εβδομάδα.

Διασχίσαμε το  έρημο νησί.

Προσπάθησα να  μιλήσω  με τον οδηγό αλλά δεν φαινόταν να έχει όρεξη για κουβέντες.

Μετά  από μια στροφή , στην βορειοανατολική πλευρά,  νάσου μπροστά μου  ολομόναχος ο θρυλικός φάρος των Οθωνών.

Ξεφόρτωσα και έμεινα μόνος με τον φαροφύλακα στη μέση του πουθενά.

Όσο έμεινα εκεί  οι λέξεις που ανταλλάξαμε  μετριόταν στα δάκτυλα του ενός χεριού.

Είχα διαρκώς  την αίσθηση  πως  ότι  είχε να πει το είχε πει κάπου αλλού ,  η πως είχε ξεχάσει να μιλάει.

Όταν τελείωνα τη δουλειά  , δανειζόμουν την καραμπίνα του, έδενα σε δύο πουρνάρια  έναν  άχρηστο μουσαμά , έκανα μικρούς κύκλους με έναν μαρκαδόρο στην τύχη  και  καθισμένος  σε μια καρέκλα απέναντι  έκανα εξάσκηση σκοποβολής.

Όλοι οι φάροι θεωρούν τον εαυτό τους αδιαμφισβήτητο σηματοδότη της πορείας μας.

Μόλις περάσεις τον φάρο των Οθωνών, αν βάλεις την πλώρη στις 250 μοίρες , σε λίγα μίλια θα αρχίσεις να βλέπεις τον φάρο του Ότραντο.

Στη μέση της θάλασσας μοιάζουν σαν  απόκοσμοι πολεμιστές που διασταυρώνουν τα  φωτισμένα ξίφη τους  στο σκοτάδι , και άλλες φορές σαν γειτόνισσες που κουτσομπολεύουν σε μια ακατανόητη διάλεκτο.

Γνώρισα πολλούς φάρους στην ζωή μου.

Είναι αδιανόητο να τους αμφισβητήσεις .

Πάντα με ενοχλούσε η  ακλόνητη βεβαιότητα τους (η μήπως ζήλευα;).

Μου αρέσει καλύτερα όταν τους περιβάλλει η θαλασσινή πάχνη της αμφιβολίας.


Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Πέθανε η Λίζα.


Προχτές πέθανε η Λίζα.

Είχε έρθει στο χωριό κουλούκι και πέρασε μαζί μας όλη της την ζωή.

Την αγαπούσε όλο το χωριό, μικροί και μεγάλοι.

Την εύρισκες πάντα έξω από την ταβέρνα του Αλέκου. Κοιμόταν σε μια αποθήκη  του «προέδρου».

Ακολουθούσε την χορωδία που γύρναγε  τσι  ρούγες και έλεγε τα κάλαντα.

Ο Θοδωρής έλεγε να τηνε μάθουμε να κάνει σιγόντο που είχαμε έλλειψη.

Φέτος δεν τα πρόλαβε.

Η χορωδία μας συνηθίζει να λέει τα κάλαντα , αργά τη νύχτα της παραμονής, και στο νεκροταφείο του χωριού.

Βαραίνουμε όλοι  εκείνη την ώρα.

Φέτος  είχαμε και άλλη απώλεια.

Προχτές πέθανε η Λίζα.

Στην πόλη έχω έναν γείτονα  που περνάει κάθε μέρα με το  σκύλο του δεμένο  κάθε πρωί.
Το βγάζει δεμένο μια μικρή βόλτα.
Τον ταΐζει δεμένο .
Τον βάζει να παίζει με τα άλλα σκυλιά δεμένο.
Τον  αφήνει στην αυλή να κοιμηθεί δεμένο.

Πίστευα ότι τελικά ο σκύλος θα πεθάνει δεμένος  κάποιο βράδυ στην αυλή του γείτονα.

Προχτές μου είπε ότι δεν μπορεί να πληρώσει τα τέλη κυκλοφορίας του τέρατος.
«Ξενοικιάστηκε και το εστιατόριο» που του άφησε κληρονομιά ο πατέρας του.
 «Έχει  να πληρώσει και φόρους για τα τρία διαμερίσματα του».
Ο Αγέρωχος γείτονας με το τερατώδες τζιπ ,που τον εμπόδιζαν οι καθρέφτες από τα «παλιαυτοκίνητά μας», θα κάνει περικοπές.

Σκέφτεται να πάει ένα βράδυ και να αμολάρει το σκύλο έξω από το Λούνα ντ' Aρτζέντο.

«Κάποιος θα του ρίξει κανένα κόκκαλο».

Του λέω ότι  η ταβέρνα υπολειτουργεί και γύρω έχουν εγκαταλειφθεί πολλά σκυλιά από αργόσχολους  «ζωόφιλους  του  «τένις»  με δυόμιση χιλιάδες κυβικά».

Δεν ακούει . Πρέπει , πρωτίστως να σώσει το τομάρι  του.

Προχτές πέθανε η Λίζα.

Το χειμώνα , τα σαββατόβραδα , πηγαίναμε στο ταβερνάκι του χωριού, παίρναμε το μεζέ μας και το κρασί στο χέρι και  βγαίναμε έξω στο κρύο.

Κανένας δεν το παραδεχόταν αλλά , κατά βάθος, δεν θέλαμε να αφήσουμε μόνη της την Λίζα.

Μοιραζόμαστε το μεζεδάκι μαζί της.

Χτες  έβρεχε στο χωριό.

Είδα τον «πρόεδρο»  να κάθεται μόνος έξω από την ταβέρνα με το κρασί του.

Γύρισα σπίτι.

Έξω από την πόρτα ήταν ακουμπισμένο ένα μπουκάλι κρασί.

Δεν ξέρω ποιόν να ευχαριστήσω.

Μάλλον δεν έχει νόημα.


Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

….και άλλες Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες.



 Η Πυτζάμα δεν είναι η μόνη  Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Αγόρασα και ένα πακέτο σλιπάκια «από γύφτο».
Πέντε ευρώ τα δέκα.
Σε συσκευασία σελοφάν.

Σκέφτηκα…. ότι και νάναι … και δυο τρεις φορές να τα φορούσα, πάλι κερδισμένος θα ήμουν.

Το προηγούμενο Σάββατο μετά το μπάνιο φόρεσα το πρώτο.

Καλό φαινόταν.

Στο δρόμο , όμως, κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Το αισθανόμουν να με «τραβάει» κατά την αριστερή πλευρά.

Ώσπου να φτάσω  στο Σαρόκο είχε πάει όλο από την μία μεριά.

Δεν θέλω να γίνω περισσότερο περιγραφικός γιατί μας διαβάζουν και μικρές ηλικίες αλλά …πώς να το πω…. Τα πάντα  πλέον, μπρός και πίσω ,  ήταν εκτός σλιπ.

Γύρισα σπίτι να λύσω το μυστήριο.

Το μέτρησα από δω,  το μέτρησα από κει.

 Ήταν  στραβοκομμένα από το εργοστάσιο. Τάχανε πετάξει ,τα πήρε ο γύφτος και τα πουλούσε.

Μονολογώντας και καθυβρίζοντας ,τον συμπαθή κατά τα άλλα, μικροαπατεώνα πήγα στον  κάδο να τα πετάξω.

Με άκουσε ο Κώστας από το μπαλκόνι του πρώτου (συνταξιούχος ναυτικός)και με ρωτάει:
-«Τι έγινε ρε  φίλε;»
-«Το και το» του εξηγώ.
-«Αυτό δεν είναι τίποτα . Μια φορά πηγαίναμε με ένα γκαζάδικο στον περσικό κόλπο. Στην διώρυγα του Σουέζ ανέβηκαν πάνω στο καράβι μικροπωλητές  Αιγύπτιοι και πουλούσαν φανέλες σε πακέτα. Αγοράσαμε όλοι γιατί παρακάτω που έκανε πενήντα βαθμούς ζέστη  αλλάζαμε φανέλες κάθε μια ώρα.
Πήρα πενήντα  φανέλες  με πέντε δολάρια.

-«..και τι έγινε …ήταν στραβοκομμένες;»
-«Ακόμα χειρότερα… Μόλις άνοιξα το σελοφάν και έβγαλα την πρώτη …τι να δω  Δεν είχε πίσω μέρος. Ήταν μόνο το μπροστά».

Θυμήθηκα το πάθημα μου με τις πατάτες.
Είχα αγοράσει  «από γύφτο» ένα σακί πατάτες. Φαινόντουσαν καλές. «Εδώ είπα δεν μπορεί να με κοροϊδέψει …φαίνονται   εντάξει.
Πάω σπίτι και ανοίγω το σακί.
Γύρω-γύρω είχε μεγάλες και στην μέση μικρές.
Έσπαγα το κεφάλι μου να φαντασθώ   πώς κατάφερε να βάλει εξωτερικά τις μεγάλες και στην μέση τις μικρές.

Μου το εξήγησε ο Κώστας που ήτανε «παθός».

Γυρνάνε ένα χαρτόνι κυλινδρικά και το κολλάνε με ταινία.
Τον χαρτονένιο κύλινδρο τόνε βάζουνε στο άδειο σακί.
Γύρω από τον χαρτονένιο κύλινδρο βάζουνε μεγάλες πατάτες και στην μέση του κυλίνδρου βάζουν τις μικρές.
Τραβάνε το χαρτόνι και έτοιμο το σακί για ράψιμο .

Είναι μπροστά οι άνθρωποι!