Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Η Μάμα



Όσο θυμάμαι την μάνα μου έπλενε ακατάπαυστα. Έπλενε και τραγουδούσε. Τραγουδούσε ακόμα και στην Αθήνα μολονότι  όσο πέρναγε ο καιρός τραγούδαγε όλο και λιγότερο.

Θυμάμαι που την άκουγα με μεγάλο θαυμασμό γιατί, όπως όλες οι γυναίκες του χωριού μας, είχε εξαιρετική φωνή.

Το πλύσιμο ήταν η βασική της απασχόληση. Έπλενε στον παλιοχόρτη , έπλενε στα βρυσούδια, έπλενε στον Αι Νικόλα, έπλενε στην Αθήνα , έπλενε στα ποτάμια και στις βρύσες, στα πλυσταριά και τέλος, προς μεγάλη της ανακούφιση, άρχισε να πλένει και σε πλυντήριο.

Η βασική παρατήρησή της και απειλή  ήταν «Πλυθείτε, θα βγάλουμε σκουλήκια!».

Στην Αθήνα μας υποχρέωνε να περπατάμε πάνω  σε πατάκια για να μην λερώνουμε το πάτωμα.

Άσε τα «σεμεδάκια». Ο Εφιάλτης μας ! Είχε γεμίσει τον κόσμο καλοσιδερωμένα και φρεσκοπλυμένα σεμεδάκια.

Σεμεδάκια στην τηλεόραση, σεμεδάκια στο ραδιόφωνο σεμεδάκια σε όλα τα τραπέζια και τραπεζάκια,  σεμεδάκια ακόμα και στο πλυντήριο .

Πήγαινες να πάρεις τηλέφωνο (εκείνο με το καντράν) και στο τελευταίο νούμερο σου έφευγε το τηλέφωνο μαζί με το σεμεδάκι. Κόλαση!

Ναι! Πίστευα ακράδαντα τότε ότι η κόλαση θα ήταν γεμάτη σεμεδάκια.

Έπλενε μετά μανίας . Σου έδινε την εντύπωση ότι είχε βαλθεί να ξεπλύνει όλες τις αμαρτίες του κόσμου.

Τα χρόνια εκείνα οι γυναίκες έπρεπε βασικά να πλένουν και μετά όλα τα άλλα. Προσπάθησα πολλές φορές να φαντασθώ πόσες δουλειές έπρεπε να κάνει μια γυναίκα από το πρωί μέχρι βαθείας νυκτός. Μου φαινόταν αδιανόητο το πως τα κατάφερνε.

Κυρίως δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι έπρεπε να κουβαλήσουν τα ρούχα στην βρύση …να τα πλύνουν στο χέρι με πράσινο σαπούνι  …να τα στύψουν …να τα απλώσουν …να τα σιδερώσουν και ξανά από την αρχή ….και όλα αυτά για μια , συνήθως πολυμελή, οικογένεια που κυλιόταν στην κυριολεξία στις λάσπες ….και αυτή να είναι απλώς μια από τις δουλειές!  Τρέλα!

Και όμως αυτή ήταν μια απολύτως φυσιολογική εργασία για μια νέα γυναίκα εκείνης της εποχής. Κάτι συνηθισμένο.

Στην Παβία, μια πόλη της βόρειας Ιταλίας , δίπλα στο ποτάμι έχουν στήσει το μπρούτζινο άγαλμα μιας Ιταλίδας πλύστρας . Για να μην ξεχνούν.

Εμείς έχουμε γεμίσει τις πλατείες με αγάλματα από παλιοτόμαρα.

Όλοι ξέρουν ότι δεν πιστεύω στην ύπαρξη των θεών (συγχώραμε Παπασταμάτη).
 Ελπίζω να κάνω λάθος και να υπάρχει τουλάχιστον ένας από τους παραδείσους των θρησκειών και των μύθων.

Σίγουρα, τότε, θα είναι εκεί και η μάνα μου.

Ετοίμασα το παρακάτω βιντεάκι  με ένα τραγούδι που μου αρέσει και που σίγουρα θα της αρέσει. Να το ακούει στις άπειρες ελεύθερες ώρες της.


Το τραγούδι λέγεται Amor dammi quell fazzolettino (Αγάπη μου δώσε μου εκείνο το μαντηλάκι). Είναι ένα πολύ παλιό τραγούδι ερωτικό λαϊκό  της βόρειας Ιταλίας που μοιάζει τόσο με τα δικά μας χωριάτικα τραγούδια. Οι εικόνες είναι από πίνακες γνωστών ζωγράφων  και την μετάφραση έχω κάνει εγώ.





     

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Η Συναλλαγή



Με  επισκέφτηκε και  μου είπε σοβαρά :
-«Θέλω να μου φτιάξεις  ένα κλειδί»
-« Δεν είμαι κλειδαράς…» του λέω «….τι σούρθε;»
-«Δεν πρόκειται για συνηθισμένο κλειδί» μου απάντησε.

Με πήγε στο ατελιέ του.
Είχε βρει μια παλιά πόρτα αποθήκης μέσα στα ερείπια της Οβριακής .
Η κλειδαριά ήταν τεράστια.
Το κλειδί που ήθελε να του φτιάξω  θα έπρεπε να ήταν  σχεδόν μισό μέτρο.
Σκόπευε να βάλει την πόρτα πάνω σε δύο τρίποδα και να την κάνει τραπέζι.
Ήθελε , λέει,  να έχει και το κλειδί επάνω.

Ο Κώστας είναι ζωγράφος . Ζωγραφίζει με ένα τρόπο που θυμίζει αγιογραφίες.
Συχνάζει στις άκρες  της πόλης.
Στις άκρες των πλατειών.
Στις άκρες  των μεγάλων γεγονότων .
Στις  σκοτεινές άκρες των μπαρ της πόλης.
Έτσι συνέβαινε σχεδόν πάντα με το  σινάφι του.

-«Μου ζητάς να σου φτιάξω ένα κλειδί  που, εκτός του ότι είναι πολύ δύσκολο , είναι για μια πόρτα που δεν οδηγεί πουθενά» του λέω σκεπτικός  «κάτι τέτοιο εκτός  του ότι μου φαίνεται μηδενιστικό  και  μάταιο , δεν συνάδει και με τις πεποιθήσεις μου.»  συνεχίζω περιπαιχτικά.

-«Άστα αυτά!  Μου το φτιάχνεις  ναι η όχι.»
-« Πες ότι στο φτιάχνω ….πως θα με πληρώσεις;»
-«Σε είδος….» μου λέει «….Θα σου φτιάξω έναν πίνακα».
-«Και άμα δε μου αρέσει  τι γίνεται;» Ερωτώ αφελώς.

Το σκέφτηκα και του ζήτησα να μου ζωγραφίσει μια γυναικεία μορφή.
«Σύμφωνοι..» μου λέει «..πες ότι έγινε.»
«Όχι έτσι…»  του λέω «..γιατί εσύ μπορεί να μου ζωγραφίσεις την Βούλα Τουρλουμούση Κοτοπούλη.»

Είδα την ανησυχία στο βλέμμα του. Το πράγμα γινόταν περίπλοκο.
Είπα να βοηθήσω.
Tου είπα να του δώσω πέντε λέξεις για τον πίνακα.
Πήρα ένα κομμάτι χαρτί και έγραψα.

«Αξιοπρέπεια»
«Υπερηφάνεια»
«Μελαγχολία»
«Σεμνότητα»
«Εντιμότητα»

Του έδωσα το χαρτί και περίμενα ανήσυχος .
Το διάβασε και μαλάκωσε . Μου χαμογέλασε.
«Κατάλαβα» μου λέει.
Ησύχασα και εγώ . Ήξερα ότι θα τα καταφέρει.
Βρήκε μέσα στα ερείπια ένα κομμάτι  ξύλο. Το καθάρισε και το ζωγράφισε.
Βρεθήκαμε μετά από δύο βδομάδες.
 Έγινε η συναλλαγή με την συμφωνία να μπορώ να πηγαίνω να πίνω το τσάι μου στο ατελιέ του  πάνω στην πόρτα  και να έρχεται και αυτός στο σπίτι μου να πίνει το κρασί του όποτε ήθελε. 

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Το Πάχτο



Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα ορεινό χωριό ένας πολύ πλούσιος  άρχοντας με χιλιάδες ρίζες ελιές στην ιδιοκτησία του.

Όλα πήγαιναν καλά στην κοινωνία του ορεινού χωριού .

Ο άρχοντας στεκόταν όρθιος μπροστά στο παράθυρο του και αγνάντευε τα κτήματα του.
Τα μπουλούκια των γυναικών μάζευαν τις ελιές.
Ο χωροφύλακας  έκανε την καθιερωμένη  και βαρετή του περιπολία.
Ο  δικαστής  εκδίκαζε συνηθισμένες μικρό υποθέσεις.
Οι Πρετεντέρηδες  κουτσομπόλευαν στα καφενεία  πικάντικα  και φαιδρά θέματα.
Το «Κόμμα των φτωχών» διακήρυττε την έλευση της Δευτέρας  Παρουσίας.

Όλα πήγαιναν καλά στην μικρή κοινωνία τους ορεινού μας χωριού , ώσπου ήρθε να μείνει ένας σπουδαίος  επαναστάτης που έλειπε χρόνια στα ξένα και  τα μάτια του είχανε δει πολλά . Ακόμα περισσότερα, όμως,  είχανε ακούσει τα αυτιά του.
Οι χωριανοί του πρότειναν να γίνει Δήμαρχος μιας και ήταν πολύ μορφωμένος και πολύ δίκαιος.
Ο  «Κύριος Σπύρος» ήθελε να ξεκουραστεί αλλά ,πάλι,  σκεφτόταν ότι  για να φτάσεις  στο ξημέρωμα  ο μόνος δρόμος είναι η νύχτα.
Έτσι λοιπόν έβαλε υποψηφιότητα και εκλέχτηκε Δήμαρχος.

Επί των ημερών του έγιναν σπουδαία πράγματα στο χωριό.
Έφτιαξε παιδικό σταθμό για να αφήνουν οι γυναίκες τα παιδιά τους όταν πηγαίνουν για στις ελιές, σε μια εποχή που κανένας , ούτε καν στην πόλη,  δεν  ήξερε τι είναι αυτό το πράγμα.
Έφερε μόνιμο γιατρό που  ήταν  πολυτέλεια ακόμα και για τους κατοίκους της πόλης.
Οργάνωσε συσσίτιο στο σχολείο  με έξοδα της κοινότητας.
Έκανε σπουδαίες πολιτιστικές εκδηλώσεις .

Ο Άρχοντας κοίταγε ανήσυχος πίσω από τις κουρτίνες του παραθύρου του. Όσο ο κύριος  Σπύρος μάθαινε τους χωριάτες να μοιράζονται την φτώχεια ήταν απλώς ενοχλητικός και ίσως , εν δυνάμει, επικίνδυνος.

Ώσπου μια μέρα το Δημαρχείο  ανακοίνωσε μια σημαντική απόφαση . «Όσοι είχαν κάτω από εκατό ρίζες ελιές θα απαλλάσσονταν από την δημοτική φορολογία. Όσοι είχαν μέχρι χίλιες θα συνέχιζαν να πληρώνουν τον ίδιο φόρο  και όσοι είχαν πάνω από χίλιες ρίζες ελιές θα πλήρωναν  διπλάσιο φόρο».
Οι σύντροφοι του Δημάρχου έπεισαν επίσης τα μπουλούκια των γυναικών να ζητήσουν μεγαλύτερη αμοιβή από τον άρχοντα  για το μάζεμα της ελιάς.
Το σπουδαιότερο όμως  ήταν που έπεισε όσους έπαιρναν «πάχτο»  τις ελιές του άρχοντα να ζητήσουν το μισό λάδι  από κάθε σοδειά.

Ο Κύριος Σπύρος  δοκίμασε να περάσει την αόρατη κόκκινη γραμμή γύρω από τον άρχοντα.
Δεν του αρκούσε το μοίρασμα της φτώχειας  και ξεκίνησε να μοιράσει τον πλούτο.

Και ενώ όλα πήγαιναν καλά στην μικρή κοινωνία του ορεινού χωριού, ο άρχοντας σήμανε συναγερμό.

Οι Πρετεντέρηδες άρχισαν να διαδίδουν ψέματα και συκοφαντίες στα καφενεία.
Ο Χωροφύλακας άρχισε νευρικές περιπολίες  και συλλήψεις υπόπτων.
Το στρατιωτικό φυλάκιο «ετέθει σε επιφυλακή  για την περίπτωση πιθανής εισβολής  αιμοβόρων εχθρών» .
Ο Δικαστής ανέλαβε να βγάλει  «αντισυνταγματικές» τις αποφάσεις του Δημάρχου.
Ακόμα και το «Κόμμα των φτωχών» ,  μικροαστό τυχοδιώκτη  τον ανέβαζε , αντεπαναστάτη ρεβιζιονιστή τον κατέβαζε.

Μετά από την περίοδο των διώξεων επανήρθε η κανονικότητα.
Ο άρχοντας στεκόταν πάλι όρθιος μπροστά στο παράθυρο του και αγνάντευε τα κτήματα του.
Τα μπουλούκια των γυναικών μάζευαν πάλι τις ελιές.
Ο χωροφύλακας  έκανε πάλι την καθιερωμένη  και βαρετή του περιπολία.
Ο  δικαστής  εκδίκαζε πάλι τις συνηθισμένες μικρό υποθέσεις.
Οι Πρετεντέρηδες  κουτσομπόλευαν ξανά στα καφενεία  πικάντικα  και φαιδρά θέματα  και
το «Κόμμα των φτωχών» συνέχιζε να διακηρύττει  την έλευση της Δευτέρας  Παρουσίας.

Πέρασαν τα χρόνια  και η ύπαρξη της αόρατης κόκκινης γραμμής γύρω από το αρχοντικό παρέμενε για όλους ένα επτασφράγιστο μυστικό.

Πέθανε ο κύριος Σπύρος και πήγα και εγώ στην κηδεία του .

Έριξα λίγο χώμα στον τάφο παρόλο που πάντοτε σιχαινόμουνα να πιάνω τα χώματα των νεκροταφείων.

Με πέρασε  και από τον κώλο του βελονιού ο κομματικός επίτροπος του «Κόμματος των φτωχών» :   «Τι δουλειά έχεις εσύ στην κηδεία αυτού του αναρχοτροτσκιστικού αποβράσματος;».


Ω!

Αυτά που λες φίλε!

Για να  φτάσεις στο ξημέρωμα ο μόνος δρόμος είναι η νύχτα.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Κοντσέρτο για Παταράτσα*


Τα βράδια που φυσάει έχουν συναυλία τα παταράτσα   στο καρνάγιο.

Προτιμώ να παρακολουθώ την συναυλία από μιαν απόσταση. Έχω μια γενικότερη ακουστική εικόνα.

Οι βιαστικοί οδηγοί   πιστεύουν ότι πρόκειται για έναν χαοτικό  ήχο χωρίς κανένα ενδιαφέρον που παράγουν τα συρματόσχοινα καθώς κουνιούνται από τις  απρόβλεπτες ριπές του αέρα.

Υπάρχουν και άλλοι  , στις γειτονικές καφετέριες ,  που ενοχλούνται από το ακατάσχετο και συνεχές «γκλίν-γκλάν».

Αυτό συνέβαινε (σχεδόν)  πάντα.

Λέω «σχεδόν πάντα» διότι από τότε που γίναμε «πολιτισμένοι» ξεχωρίσαμε την έννοια της  «καλής»  αρμονίας  από το «κακό» χάος  και αποφασίσαμε «να βάλουμε τα πράγματα σε μια τάξη».

 Όσο περισσότερο  , όμως,   διακηρύσσαμε  την πίστη  μας  στην «τάξη» τόσο περισσότερο επιβάλλαμε  την αταξία μας.

Το χάος και η αρμονία , το προβλέψιμο και το απρόβλεπτο,  στην φύση  είναι, από μόνα τους,   ανύπαρκτες καταστάσεις .Γεννιούνται και ζουν  μόνον στο φαντασιακό μας.

Πρώτα ήμασταν όλοι «μουσικοί» μιμούμενοι τους ήχους της φύσης .

 Μετά μάθαμε να μιλάμε  μουσικά.

Αργότερα εγκαταλείψαμε τις  προσωδιακές  γλώσσες μας και γίναμε μονοτονικοί .

 Για να τραγουδήσουμε, πλέον,   χρειαζόταν να πιούμε δύο μποτολιόνια κρασί .

Αν ακούσεις ένα αηδόνι με «αυστηρά κριτήρια», το κελάηδημα του είναι  «χαοτικό».

Αν ακούσεις έναν Γκιώνη (με το ασταμάτητα επαναλαμβανόμενο ήχο του σε ίσους χρόνους )  με «αυστηρά κριτήρια», το κελάηδημα του είναι  «αρμονικό». 

Η συμφωνική μουσική είναι απείρως ποιο «χαοτική» από ένα κομμάτι Χιπ Χοπ (το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί  «με αυστηρά κριτήρια» ως αποθέωση της  αρμονίας)  .
Κατά τον ίδιο τρόπο που η συμφωνική μουσική περιφρονεί  το  Χιπ Χόπ , κατά τον ίδιο τρόπο περιφρονεί και το Χιπ Χοπ την συμφωνική μουσική.

Δεν είναι ζήτημα γούστου.

Δεν είναι ζήτημα «επιπέδου».

Δεν είναι ζήτημα ηλικίας και ψυχοσύνθεσης .

Διαχωριστήκαμε και βαλθήκαμε να διαχωρίσουμε τα πάντα.

Παραγίναμε «πολιτισμένοι» .

Χρειαζόμαστε διαρκώς  να διαχωρίζουμε τον Γκιώνη από το αηδόνι και αυτό μας βασανίζει.

Το καλοκαίρι είχαμε μια συναυλία τζαζ στο χωριό.
 Έπαιζαν σπουδαίοι μουσικοί.
 Ήρθαν όλοι οι χωριανοί και πολλοί  άλλοι.
Πρόσεξα μια γριούλα του χωριού που παρακολουθούσε  μαγεμένη. 
Χειροκροτούσε ασταμάτητα.  Την  άκουσα να λέει  «Άγιε μου Σπυρίδωνα!   Τι μουζικάντηδες είναι ετούτοι!

Περιμένω την άνοιξη να κάθομαι τα βράδια στον μπότζο και να ακούω  τον Γκιώνη με τις ώρες  και άλλες φορές να πηγαίνω στο  Κρύο νερό  το δειλινό για να ακούσω τη συναυλία των αηδονιών.

Απόψε , όμως, έχει όστρια και θα  έχουν κοντσέρτο τα Παταράτσα στο Καρνάγιο.


Patarazza  (Ενετική διάλεκτος) = σχοινιά που ισοσταθμίζουν τον ιστό του καραβιού  

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Η ποταμίσια μαρίδα του Απραού



Η ποταμίσια μαρίδα θεωρείτε από  του  ιχθυολόγους  είδος υπό εξαφάνιση.

Άλλοι , πάλι ,  συνάδελφοι τους ισχυρίζονται ότι έχει ήδη εξαφανισθεί και η συντήρηση του μύθου «δεν αφορά , πλέον,  την επιστημονική κοινότητα».

Η αλήθεια είναι ότι η ποταμίσια μαρίδα  πάντα λίγη ήταν , απλώς  παλαιότερα  δεν είχε ανακαλυφθεί ο όρος «είδος  υπό εξαφάνιση».

Αντίθετα η μαρίδα της θάλασσας ήταν πάντα άφθονη.

Ζει σε μεγάλα κοπάδια  που κινούνται νευρικά σαν να τις  χτυπά ηλεκτρικό ρεύμα.

Βασανίζονται αιώνια από τον φόβο αμέτρητων εχθρών.

Σχεδόν όλα τα ψάρια είναι μεγαλύτερά τους και τα περισσότερα τις κυνηγούν.

Τα αόρατα δίχτυα αποτελούν τον μόνιμο εφιάλτη τους.

Οι δολοφονικές ανεμότρατες  εξοντώνουν τα πάντα στο πέρασμα τους .

Ακόμα και τις νύχτες που ησυχάζει ο κόσμος του βυθού , τεράστια πλοία που διασχίζουν το στενό ανάμεσα στον Απραό και τους Άγιους Σαράντα  αναστατώνουν τον ύπνο τους και  τις τρέπουν σε  ξαφνική  και ασθμαίνουσα φυγή.

Λένε (αυτοί που ξέρουν)  ότι ,πλέον,  η θαλασσινή μαρίδα δεν μπορεί να ζήσει αλλιώς . Έχει εθισθεί στην αδρεναλίνη. «Αυτή είναι η φύση της».
Μπορεί να  καταριέται την μοίρα της- λένε- αλλά αν εκλείψουν  αυτές οι συνθήκες ζωής  της θα βυθισθεί σε μια ψυχολογική άβυσσο και θα πολλαπλασιασθούν τα φαινόμενα μαζικών αυτοκτονιών  θαλασσινής μαρίδας  δια της εισπνοής  ατμοσφαιρικού αέρα.

Παρόλα αυτά μερικές θαλασσινές μαρίδες μαζεύονται κοντά στις εκβολές του μικρού και ανώνυμου ποταμιού του Απραού και  μαθαίνουν να ζουν στο υφάλμυρο νερό τους.
Γεννούν τα  αυγά τους εκεί και μαθαίνουν τα μικρά να ζουν σε αυτές τις συνθήκες.
Από γενιά σε γενιά προσαρμόζονται και εισχωρούν μέσα στο ποτάμι . 
Φτιάχνουν καινούριες κοινότητες μέσα στους καλαμιώνες.

Δεν είναι πολλές,  είναι αλήθεια,  αλλά οι ποταμίσιες μαρίδες πάντα λίγες ήταν.

Η ζωή στους καλαμιώνες του ποταμιού δεν ήταν, βέβαια, ένας επίγειος παράδεισος.
Έχω ακούσει αφηγήσεις για τις  εποχές του μεγάλου λιμού,  που οι άνθρωποι των γύρω χωριών  ψάρευαν τις μικροσκοπικές μαρίδες για να επιβιώσουν.
Έκλειναν τα ποτάμια σε ένα σημείο με πέτρες και έριχναν ασβέστη.
Ύστερα ανακάτευαν το νερό με τσαπιά ώσπου να γίνει  άσπρο σαν το γάλα.
Οι μαρίδες και τα χέλια του ποταμιού τυφλωνόταν και ανέβαιναν στην επιφάνεια.

Έκτοτε  οι νυχτερινοί μου εφιάλτες, μερικές φορές, συνοδεύονται με τυφλά ψάρια που  σπαρταρούν σε μια κατάλευκη επιφάνεια.

Πολλοί είπαν ότι οι  ποταμίσιες μαρίδες έχουν πλέον εκλείψει.

Άλλοι πάλι λένε ότι απλώς δεν υπήρξαν ποτέ και ότι πρόκειται για έναν ακόμα λαϊκό θρύλο.

  Αν , όμως,  καθίσεις στο ξύλινο γεφυράκι στο ποταμάκι του Απραού και έχεις υπομονή θα τις δεις να σε κοιτάζουν περίεργα ανάμεσα από τα καλάμια.

Πρέπει να χαλαρώσεις .

Σε αισθάνονται.

Τότε θα αρχίσουν να βγαίνουν  δειλά και να πλησιάζουν το πόδι σου μέσα στο νερό. Θα σου γαργαλήσουν τις πατούσες απαλά και θα σε κάνουν να χαμογελάσεις.

Μετά  θα βγάλουν το κεφάλι τους μία-μία από το νερό .

Στην αρχή θα νομίσεις ότι κάνουν μπουρμπουλήθρες με το ανοιχτό τους  στόμα  για να σε κοροϊδέψουν .

Ξάπλωσε στο ξύλινο γεφύρι .

 Χαλάρωσε,  κλείσε τα μάτια σου και διώξε τις σκέψεις που σε βασανίζουν.

Άφησε το σώμα σου να αιωρείται στο  άπειρο.

Αν τα καταφέρεις θα τις ακούσεις να τραγουδούν.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Η Λοκάντα


Το ταπεινό μας σπίτι μας στο χωριό έχουν επισκεφθεί κατά καιρούς  μεγάλοι τραγουδιστές, δεξιοτέχνες  σοβατζήδες , διάσημοι μουσουργοί , φημισμένοι γυψοσανιδάδες, ερασιτέχνες  ψυχαναλυτές,  σπουδαίοι φιλόσοφοι και  μεγάλοι επαναστάτες.

Είναι κάτι  μεταξύ πολιτιστικής λέσχης , κέντρου φιλοσοφικών ερευνών, οινομαγειρείου,  σταθμού ΚΤΕΛ και δημοσίων ουρητηρίων.

Φέτος μαζευτήκαμε ένα τσούρμο που θύμιζε έντονα την  ταινία του ’70 «Βαβυλωνία».
Καλύτερα, θα έλεγα, ότι έμοιαζε με πρόβες από μια «Βαβυλωνία Νο2».

Ενώ η πρώτη Βαβυλωνία αναφέρεται στο σοκ από την συγκόλληση διαφόρων ιδιαιτέρων συλλογικοτήτων σε ένα αστικό εθνικό κράτος , η δεύτερη θα πρέπει, μάλλον , να αναφέρεται στην  αμηχανία  μπροστά στην ολοκλήρωση αυτής  της αποστολής του.

Το να εξηγήσεις στους  φιλοξενούμενους σου ποιος ήταν ο «Σχουλεμβούργος» η ο  «Ντούγκλας» είναι μάλλον εύκολο. Όταν όμως η συζήτηση επικεντρωθεί (για παράδειγμα) στα αγριολάχανα, τότε τα πράγματα μπερδεύονται.

Οι Μυτιληνιοί έχουν μια πολύ ζωντανή σχέση με το δάσος και τα άγρια χόρτα , με τα ψάρια με τα  πουλιά και με τα ζώα. Γυρνάνε στα βουνά και μαζεύουν μετά μανίας μυκάνους. Έχουν μέχρι και …(άκουσον άκουσον)….σύλλογο μανιταρόφιλων.

Περπατούσαμε και μας έκοβαν χόρτα που τρώγονται ευχάριστα ακόμα και ωμά. Οι ονομασίες τους όμως δεν έμοιαζαν με τις αντίστοιχες δικές μας.

Ξέρουν να διαλέγουν τα μανιτάρια και έχουν μια ονομασία για το καθένα. Παράξενα και πρωτάκουστα ονόματα. Αν δεν τα ξέρεις μπορεί να βρεθείς στα καλά καθούμενα (στην καλύτερη περίπτωση) στο νοσοκομείο.

Τρώγαμε και εμείς τους μυκάνους αλλά , από όσο θυμάμαι, ξέραμε μόνο ποιοι  ήταν βρώσιμοι και ποιοι δηλητηριώδεις. Ετούτοι  τους ξέρουν προσωπικά έναν - έναν.

Στις  φιλοσοφικές συζητήσεις τα καταφέρναμε καλά .
Ο «Ιρασιοναλισμός» είναι κοινός σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.
 Όπου και να πας έτσι τόνε λένε.

Τα «μουσκολάχανα» όμως , αλλιώς τα λένε στην Μυτιλήνη και αλλιώς στην Κέρκυρα.
Αν δεν έχεις ένα μουσκολάχανο στο χέρι να του το δείξεις δεν μπορείς να συνεννοηθείς. Εάν , δε , το μουσκολάχανο βγαίνει την άνοιξη  τότε δεν μπορεί να περιμένει ο άλλος τρεις μήνες για να του το δείξεις.

Είπαμε να τους φτιάξουμε μπουρδέτο.
Προέκυψε το ερώτημα «τι είναι το μπουρδέτο».
Λες:  «ένα φαγητό που το φτιάχνουμε με Παστανάκα».
Προκύπτει το ερώτημα «τι είναι η Παστανάκα;».
Λες: «ένα είδος σαλαχιού»
Προκύπτει το ερώτημα «ποιο από τα εκατοντάδες είδη σαλαχιών;»
Πώς να το περιγράψεις με νοήματα;
Απελπισία!

Λες να προτείνεις «να φτιάξουμε μια βόγγολη για το ούζο». Κρατιέσαι όμως.   Άντε να εξηγήσει από ποια οστρακοειδή και με ποιο τρόπο φτιάχνουμε την βόγγολη.

Λες: « ανοίξτε τη φανέστρα να πάρουμε αέρα»
Πρέπει να εξηγήσεις ποια είναι η φανέστρα.

Λές: «Μην τραβάς  την κορτίνα θα ρίξεις τη Μποναγράτσια.»
Πρέπει να εξηγήσεις  πάλι.

Εκεί που η βραδιά κυλούσε καλά , ξαφνικά σβήνουν τα φώτα και βυθιζόμαστε στο σκοτάδι. Σκέφτομαι: «Η Μας έκοψε το απλήρωτο ρεύμα η ΔΕΗ  η κάποιος έκλεισε με την πλάτη του κατά λάθος τον διακόπτη».
Οπότε θέτω ευθέως το ερώτημα: «Αυτό, τώρα, ήταν ένα κάζο πενσάτο η ένα κάζο ατσιτέντε;»

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Ο Φάρος


Πάντα με ενοχλούσε η αγέρωχη αλαζονεία των φάρων.

Όταν ανέλαβα να φτιάξω εκ νέου τα κάγκελα του φάρου των Οθωνών περισσότερο με ένοιαζε η εμπειρία παρά η αμοιβή .

Ξεκίνησα με ένα ταχύπλοο από ένα έρημο  λιμανάκι της βόρειας Κέρκυρας φορτωμένος εργαλεία.

Είχε  βάλει μαΐστρο και έφτασα στο νησάκι  τρέμοντας από το κρύο και βρεγμένος.

Στο λιμανάκι με περίμενε ένας  αμίλητος, αξούριστος και παράξενος  μεταφορέας με μια  σαραβαλιασμένη καμιονέτα χωρίς πινακίδες.

Μπήκα σε ένα παντοπωλείο  που  πουλούσε πράγματι  τα πάντα.

Ζήτησα ψωμί .  Ο μαγαζάτορας μου έκανε μια ακαθόριστη χειρονομία που θα μπορούσε να ερμηνευτεί περίπου ως  «Τι μας λες τώρα!» .

Αργότερα έμαθα ότι , το χειμώνα, έρχεται το καΐκι με το ψωμί μια φορά την εβδομάδα.

Διασχίσαμε το  έρημο νησί.

Προσπάθησα να  μιλήσω  με τον οδηγό αλλά δεν φαινόταν να έχει όρεξη για κουβέντες.

Μετά  από μια στροφή , στην βορειοανατολική πλευρά,  νάσου μπροστά μου  ολομόναχος ο θρυλικός φάρος των Οθωνών.

Ξεφόρτωσα και έμεινα μόνος με τον φαροφύλακα στη μέση του πουθενά.

Όσο έμεινα εκεί  οι λέξεις που ανταλλάξαμε  μετριόταν στα δάκτυλα του ενός χεριού.

Είχα διαρκώς  την αίσθηση  πως  ότι  είχε να πει το είχε πει κάπου αλλού ,  η πως είχε ξεχάσει να μιλάει.

Όταν τελείωνα τη δουλειά  , δανειζόμουν την καραμπίνα του, έδενα σε δύο πουρνάρια  έναν  άχρηστο μουσαμά , έκανα μικρούς κύκλους με έναν μαρκαδόρο στην τύχη  και  καθισμένος  σε μια καρέκλα απέναντι  έκανα εξάσκηση σκοποβολής.

Όλοι οι φάροι θεωρούν τον εαυτό τους αδιαμφισβήτητο σηματοδότη της πορείας μας.

Μόλις περάσεις τον φάρο των Οθωνών, αν βάλεις την πλώρη στις 250 μοίρες , σε λίγα μίλια θα αρχίσεις να βλέπεις τον φάρο του Ότραντο.

Στη μέση της θάλασσας μοιάζουν σαν  απόκοσμοι πολεμιστές που διασταυρώνουν τα  φωτισμένα ξίφη τους  στο σκοτάδι , και άλλες φορές σαν γειτόνισσες που κουτσομπολεύουν σε μια ακατανόητη διάλεκτο.

Γνώρισα πολλούς φάρους στην ζωή μου.

Είναι αδιανόητο να τους αμφισβητήσεις .

Πάντα με ενοχλούσε η  ακλόνητη βεβαιότητα τους (η μήπως ζήλευα;).

Μου αρέσει καλύτερα όταν τους περιβάλλει η θαλασσινή πάχνη της αμφιβολίας.


Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Πέθανε η Λίζα.


Προχτές πέθανε η Λίζα.

Είχε έρθει στο χωριό κουλούκι και πέρασε μαζί μας όλη της την ζωή.

Την αγαπούσε όλο το χωριό, μικροί και μεγάλοι.

Την εύρισκες πάντα έξω από την ταβέρνα του Αλέκου. Κοιμόταν σε μια αποθήκη  του «προέδρου».

Ακολουθούσε την χορωδία που γύρναγε  τσι  ρούγες και έλεγε τα κάλαντα.

Ο Θοδωρής έλεγε να τηνε μάθουμε να κάνει σιγόντο που είχαμε έλλειψη.

Φέτος δεν τα πρόλαβε.

Η χορωδία μας συνηθίζει να λέει τα κάλαντα , αργά τη νύχτα της παραμονής, και στο νεκροταφείο του χωριού.

Βαραίνουμε όλοι  εκείνη την ώρα.

Φέτος  είχαμε και άλλη απώλεια.

Προχτές πέθανε η Λίζα.

Στην πόλη έχω έναν γείτονα  που περνάει κάθε μέρα με το  σκύλο του δεμένο  κάθε πρωί.
Το βγάζει δεμένο μια μικρή βόλτα.
Τον ταΐζει δεμένο .
Τον βάζει να παίζει με τα άλλα σκυλιά δεμένο.
Τον  αφήνει στην αυλή να κοιμηθεί δεμένο.

Πίστευα ότι τελικά ο σκύλος θα πεθάνει δεμένος  κάποιο βράδυ στην αυλή του γείτονα.

Προχτές μου είπε ότι δεν μπορεί να πληρώσει τα τέλη κυκλοφορίας του τέρατος.
«Ξενοικιάστηκε και το εστιατόριο» που του άφησε κληρονομιά ο πατέρας του.
 «Έχει  να πληρώσει και φόρους για τα τρία διαμερίσματα του».
Ο Αγέρωχος γείτονας με το τερατώδες τζιπ ,που τον εμπόδιζαν οι καθρέφτες από τα «παλιαυτοκίνητά μας», θα κάνει περικοπές.

Σκέφτεται να πάει ένα βράδυ και να αμολάρει το σκύλο έξω από το Λούνα ντ' Aρτζέντο.

«Κάποιος θα του ρίξει κανένα κόκκαλο».

Του λέω ότι  η ταβέρνα υπολειτουργεί και γύρω έχουν εγκαταλειφθεί πολλά σκυλιά από αργόσχολους  «ζωόφιλους  του  «τένις»  με δυόμιση χιλιάδες κυβικά».

Δεν ακούει . Πρέπει , πρωτίστως να σώσει το τομάρι  του.

Προχτές πέθανε η Λίζα.

Το χειμώνα , τα σαββατόβραδα , πηγαίναμε στο ταβερνάκι του χωριού, παίρναμε το μεζέ μας και το κρασί στο χέρι και  βγαίναμε έξω στο κρύο.

Κανένας δεν το παραδεχόταν αλλά , κατά βάθος, δεν θέλαμε να αφήσουμε μόνη της την Λίζα.

Μοιραζόμαστε το μεζεδάκι μαζί της.

Χτες  έβρεχε στο χωριό.

Είδα τον «πρόεδρο»  να κάθεται μόνος έξω από την ταβέρνα με το κρασί του.

Γύρισα σπίτι.

Έξω από την πόρτα ήταν ακουμπισμένο ένα μπουκάλι κρασί.

Δεν ξέρω ποιόν να ευχαριστήσω.

Μάλλον δεν έχει νόημα.


Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

….και άλλες Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες.



 Η Πυτζάμα δεν είναι η μόνη  Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Αγόρασα και ένα πακέτο σλιπάκια «από γύφτο».
Πέντε ευρώ τα δέκα.
Σε συσκευασία σελοφάν.

Σκέφτηκα…. ότι και νάναι … και δυο τρεις φορές να τα φορούσα, πάλι κερδισμένος θα ήμουν.

Το προηγούμενο Σάββατο μετά το μπάνιο φόρεσα το πρώτο.

Καλό φαινόταν.

Στο δρόμο , όμως, κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Το αισθανόμουν να με «τραβάει» κατά την αριστερή πλευρά.

Ώσπου να φτάσω  στο Σαρόκο είχε πάει όλο από την μία μεριά.

Δεν θέλω να γίνω περισσότερο περιγραφικός γιατί μας διαβάζουν και μικρές ηλικίες αλλά …πώς να το πω…. Τα πάντα  πλέον, μπρός και πίσω ,  ήταν εκτός σλιπ.

Γύρισα σπίτι να λύσω το μυστήριο.

Το μέτρησα από δω,  το μέτρησα από κει.

 Ήταν  στραβοκομμένα από το εργοστάσιο. Τάχανε πετάξει ,τα πήρε ο γύφτος και τα πουλούσε.

Μονολογώντας και καθυβρίζοντας ,τον συμπαθή κατά τα άλλα, μικροαπατεώνα πήγα στον  κάδο να τα πετάξω.

Με άκουσε ο Κώστας από το μπαλκόνι του πρώτου (συνταξιούχος ναυτικός)και με ρωτάει:
-«Τι έγινε ρε  φίλε;»
-«Το και το» του εξηγώ.
-«Αυτό δεν είναι τίποτα . Μια φορά πηγαίναμε με ένα γκαζάδικο στον περσικό κόλπο. Στην διώρυγα του Σουέζ ανέβηκαν πάνω στο καράβι μικροπωλητές  Αιγύπτιοι και πουλούσαν φανέλες σε πακέτα. Αγοράσαμε όλοι γιατί παρακάτω που έκανε πενήντα βαθμούς ζέστη  αλλάζαμε φανέλες κάθε μια ώρα.
Πήρα πενήντα  φανέλες  με πέντε δολάρια.

-«..και τι έγινε …ήταν στραβοκομμένες;»
-«Ακόμα χειρότερα… Μόλις άνοιξα το σελοφάν και έβγαλα την πρώτη …τι να δω  Δεν είχε πίσω μέρος. Ήταν μόνο το μπροστά».

Θυμήθηκα το πάθημα μου με τις πατάτες.
Είχα αγοράσει  «από γύφτο» ένα σακί πατάτες. Φαινόντουσαν καλές. «Εδώ είπα δεν μπορεί να με κοροϊδέψει …φαίνονται   εντάξει.
Πάω σπίτι και ανοίγω το σακί.
Γύρω-γύρω είχε μεγάλες και στην μέση μικρές.
Έσπαγα το κεφάλι μου να φαντασθώ   πώς κατάφερε να βάλει εξωτερικά τις μεγάλες και στην μέση τις μικρές.

Μου το εξήγησε ο Κώστας που ήτανε «παθός».

Γυρνάνε ένα χαρτόνι κυλινδρικά και το κολλάνε με ταινία.
Τον χαρτονένιο κύλινδρο τόνε βάζουνε στο άδειο σακί.
Γύρω από τον χαρτονένιο κύλινδρο βάζουνε μεγάλες πατάτες και στην μέση του κυλίνδρου βάζουν τις μικρές.
Τραβάνε το χαρτόνι και έτοιμο το σακί για ράψιμο .

Είναι μπροστά οι άνθρωποι!

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Η Πυτζάμα των Χριστουγέννων



Είπα να πάω και εγώ για ψώνια μέρες που είναι.

Περπατάω στους δρόμους της πόλης. Τα φώτα είναι στη θέση τους.
Πίστεψα για μια στιγμή ότι, λόγω κρίσης,  δεν θα στολίζανε τα δέντρα της  Γεωργίου Θεοτόκη.
Δεν θα το άντεχα . Τα έχω συνηθίσει.
Τα έριξαν απελητά την τελευταία στιγμή.

Μου ζητάει ο Γιάννης ένα ευρώ.
Είναι ντυμένος κάτι μεταξύ τάρανδου με κόκκινα κέρατα και αϊ Βασίλη.
Στο πέτο έχει καρφιτσωμένη μια τεράστια κόκκινη καρδιά με παραμάνα.
Πρόκειται μάλλον για μαξιλαράκι σαλονιού σε σχήμα καρδιάς .
Την 21 Απριλίου ντύνεται χουντικός.
Στις 25 Μαρτίου τσολιάς.
Στις 28 Οκτωβρίου ανθυπολοχαγός του αλβανικού μετώπου.
Το καλοκαίρι  τουρίστας.

Μου εύχεται  «να χαίρομαι την οικογένεια μου».
Λίγο παρακάτω δίνει το ευρώ που του έδωσα σε μια γυναίκα που ζητιανεύει έξω από το Σούπερ Μάρκετ.

Από το βάθος έρχεται η Μπαντίνα του Μάντζαρου μαζί με ένα τεράστιο πλήθος πιτσιρίκια. Μοιάζουν με  πορεία διαμαρτυρίας.  Κόκκινα καπελάκια.  Παίζουν τα κάλαντα.

Η Κυρία Λισάβετ ψάχνει για χωριάτικα αυγά. Αύριο θα φτιάξει αυγολέμονο. Τα αυγά του Σούπερ Μάρκετ της μυρίζουν ψαρίλας.

Ο Σπύρος ο πιτσικαμόρτης περνάει αγχωμένος με ένα αρνί στην πλάτη.

Ο Θόδωρος μοιράζει λαχνούς του εμπορικού συλλόγου έξω από του «Γερμανού» ντυμένος άι Βασίλης. Τρόμαξα να τον γνωρίσω.

Χαιρετώ  γνωστούς και φίλους.

Ελάχιστα ψώνια.

Σκυθρωπά πρόσωπα.

Μπαίνω στο Σούπερ Μάρκετ.

Στο  ράφι με τα ρούχα έχει μείνει μόνο ένα ζευγάρι πυτζάμες .
Είναι διαφορετικού χρώματος .
Έχουν περισσέψει.

Ρωτάω την ταμία πόσο θα μου τις αφήσει.
-« Τρία ευρώ … αλλά είστε σίγουρος ότι την θέλετε ;»
-«Στο σπίτι θα την φοράω ποιος θα  ασχοληθεί με την διαφορά του χρώματος;» απαντώ.
-«Δεν καταλάβατε – μου λέει- δεν έχουν μόνο διαφορετικό χρώμα ….  Είναι και διαφορετικού μεγέθους.»

Τις πήρα.

Αυτή τη στιγμή που σας μιλάω τις έχω φορέσει.

Από πάνω είμαι σαν τον Μπάτμαν και από κάτω σαν τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Το τσαπί…



…αυτή είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη όλων των εποχών.
Ουδέποτε , μέχρι τώρα υπήρξε μια ανακάλυψη που να πλησιάζει έστω και κατ’ ελάχιστον  την ανακάλυψη του τσαπιού.
Ματαίως  θα γίνουν οι συγκρίσεις με την ανάγνωση του DNA, με το ταξίδι στην σελήνη η με τις ανακαλύψεις στην βιοτεχνολογία.

Η ανακάλυψη του τσαπιού άλλαξε άρδην  την  φύση  του ανθρώπου.

Δεκάδες τάφοι γυναικών της νεολιθικής εποχής ανακαλύφθηκαν στην κοιλάδα του Ιορδάνη και στην Μεσοποταμία. Όλοι είχαν μέσα και τα γεωργικά εργαλεία τους.

Τότε, λοιπόν,   έγινε και το μεγαλύτερο πραξικόπημα όλων των εποχών.

Μέχρι τότε ο κόσμος ήταν τελείως διαφορετικός από ότι φανταζόμαστε η μάλλον, θέλουν να μας κάνουν να φανταζόμαστε.

 Οι ουτοπίες των αρχαίων μύθων και των θρησκειών , της Περσικής Paraidaezza, του χριστιανικού Παράδεισου, των λιβαδιών του μεγάλου Μανιτού, του κήπου των Εσπερίδων, της χώρας των Υπερβορείων, των νησιών των Μακάρων,  ίσως να μην είναι “ένας κόσμος όπως θα τον θέλαμε”, αλλά να είναι η συλλογική νοσταλγία και ανάμνηση από έναν κόσμο ο οποίος υπήρξε.

Όπως αναφέρει στο βιβλίο του «Η Πατριαρχία» ο Ernest Borneman  “Δεν ήταν ένας  ευτυχισμένος κόσμος  γιατί η ευτυχία μπορεί να νοηθεί μόνο ως αντίθεση της δυστυχίας, και η δυστυχία δεν είχε  διεισδύσει ακόμα στη συνείδηση αυτής της  σχεδόν ολότελα αδιαφοροποίητης κοινότητας. Γι’ αυτό δεν υπήρχε ούτε εξουσία ούτε αρχομανία, ούτε τάξη, ούτε υποταγή, ούτε διαταγές, ούτε υπακοή.
Ήταν ένας αδιαίρετος κόσμος, χωρίς φτωχούς και πλούσιους, πιστωτές και οφειλέτες, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευομένους. Ένας κόσμος που δεν γνώριζε την τσιγκουνιά, αλλά ούτε και την σπατάλη, όπου δεν υπήρχε ούτε δίνω ούτε παίρνω, όπου δεν υπήρχε φθόνος αλλά ούτε λόγος να φθονεί κανείς .”

Η ανακάλυψη από την γυναίκα της γεωργίας και η δημιουργία των πρώτων αποθεμάτων τροφής.

Η συνειδητοποίηση από την κοινότητα  της συμβολής του αρσενικού στην γονιμοποίηση του θηλυκού και η εμφάνισης, ως εκ τούτου, του πατέρα (που η έννοια του ως τότε ήταν άγνωστη).

Η διεκδίκηση από τον πατέρα της αναγνώρισης της θέσης του και των δικαιωμάτων του επί των αποθεμάτων και των παιδιών.

Ακόμα και η ανακάλυψη από τον άνδρα της συζυγικής αγάπης, της αγάπης δηλαδή που συνδέεται αυτοδικαίως με τη σεξουαλική πράξη, δεν ήταν τίποτα περισσότερο παρά ένα από τα μέσα που χρησιμοποίησε ο άνδρας για να εισχωρήσει στο “βασίλειο” της γυναίκας και να γίνει ο αποκλειστικός και “νόμιμος   συνέταιρος-συνιδιοκτήτης».

Η ζήλια εμφανίζεται και εισχωρεί στην ζωή της οικογένειας όχι ως ένα ανεξήγητο και μυστηριώδες  “ανθρώπινο” συναίσθημα αλλά ως αποτέλεσμα της κοινωνίας της ατομικής ιδιοκτησίας όπου ακόμα και ο ένας πλέον ανήκει του άλλου.

Η  Ιστορία  δεν είναι μόνον «η Ιστορία της πάλης των τάξεων» .
Η Ιστορία είναι «Η Ιστορία της πάλης των τάξεων και  της πάλης των φύλων».

-Γιατί η γυναίκες (κατά κανόνα) οδηγούν με το τιμόνι αγκαλιά;

-Γιατί οι γυναίκες (κατά κανόνα) δεν μπορούν να προσανατολισθούν;

-Γιατί οι γυναίκες (κατά κανόνα) κουτσομπολεύουν και δολοπλοκούν;

 «Η Πατριαρχία» του   Ernest  Borneman  (Έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης) είναι ένα έργο που απαντάει σε ερωτήματα αναπάντητα και μυστηριώδη μέχρι σήμερα.
Ο Έγκελς στο βιβλίο του «Η Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» έκανε ένα πρώτο και σημαντικό βήμα. Παρόλο που δεν είχε την  δυνατότητα της επιστημονικής τεκμηρίωσης που υπάρχει σήμερα , δεν έπεσε έξω. Για λόγους σκοπιμότητας, όμως, φαντάζομαι,  έβαλε τον τόνο μόνον στην μια πλευρά.

«Η Πατριαρχία» , νομίζω ότι είναι η  πιο ολοκληρωμένη συνέχεια.

Είναι αρκετά μεγάλο βιβλίο αλλά διαβάζεται εύκολα.

Οι πιο απαιτητικοί μπορούν να διαβάσουν παράλληλα και το βιβλίο του  Jacque Cauvin «Η Γέννηση των Θεοτήτων. Η Γέννηση της Γεωργίας  και η Επανάσταση των Συμβόλων  στην νεολιθική εποχή».

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Το βράδυ της 21/12/2012



 Τρείς μήνες πριν.

Ο  Il Τrovatore , ένας  ιστορικός  ερευνητής και σεσημασμένος μυθομανής  τα πίνει με έναν παράξενο γέροντα  σε ένα καπηλειό στην Καζαμπλάνκα.
Ο γέρος του παραδίδει το κώδικα για την ανάγνωση ενός εξαιρετικά σημαντικού   εγγράφου των Μάγια.
Αμέσως μετά  πέφτει ο σιδερένιος ανεμιστήρας της οροφής και αποκεφαλίζει τον γέροντα.
 Είχανε να τον αλλάξουνε από την εποχή του Χάμφρευ Μπόγκαρτ.

Ο Τροβατόρε φεύγει από την Καζαμπλάνκα με ένα παλιό δικινητήριο αεροπλάνο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου με κατεύθυνση την Δρέσδη της Γερμανίας.

Στην βιβλιοθήκη της Δρέσδης, μέσα στα σκονισμένα ράφια φυλάσσεται το έγγραφο των Μάγια.

Σε  μια μπυραρία της Δρέσδη γνωρίζει μια όμορφη γκαρσόνα ντυμένη κουνέλι. Είναι βιβλιοθηκάριος στην δημοτική βιβλιοθήκη αλλά κάνει και δεύτερη δουλειά για να τα βγάλει πέρα.

Κουβέντα στην κουβέντα μαθαίνει ότι η γκαρσόνα-βιβλιοθηκάριος είναι η τελευταία απόγονος του Τσαλάμ Μπαλάμ , του μάγου των Μάγια και συγγραφέα του εν λόγω εγγράφου.
Μόλις κλείνει η μπυραρία πάνε κρυφά στην βιβλιοθήκη και  διαβάζουν το μυστηριώδες έγγραφο.
Σύμφωνα με τον Τσαλάμ Μπαλάμ , η καταστροφή του κόσμου θα συμβεί  το βράδυ στις 21/12/2012.
Εκείνο το βράδυ θα ευθυγραμμιστεί πλήρως  ο Σαμαράς με την Μαύρη Τρύπα στο κέντρο της Γερμανικής οικονομικής  πολιτικής ( που ως γνωστόν ρουφάει τα πάντα).
  
Η Ελλάδα θα πτωχεύσει επισήμως και θα συμπαρασύρει τον νότο, την Ευρώπη, την Κίνα, την Αμερική, τον Άλφα του Κενταύρου και την Ανδρομέδα.

Ο  Στουρνάρας ,σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποτρέψει την καταστροφή του κόσμου,  συγκροτεί άγημα της Υπηρεσίας Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος και  γυρνάει τις νύχτες με πυρσούς από πολυκατοικία σε πολυκατοικία .

Εισβάλει στα σπίτια των συνταξιούχων και τους παίρνει από το κομοδίνο τα τρακόσια ευρώ δώρο,  ως προκαταβολή για το χαράτσι της ΔΕΗ.
Ξαπλώνει  τον συνταξιούχο σε ένα πτυσσόμενο φορμάικα τραπεζάκι , του κάνει μια επώδυνη τομή με ένα πέτρινο μαχαίρι  των Μάγια και ξεριζώνει με τα χέρια του τον διογκωμένο προστάτη.


Εγκαταλείπει απροστάτευτο τον συνταξιούχο και συνεχίζει στο επόμενο διαμέρισμα.

Εν τω μεταξύ ο Κατσιδιάρης ,με ένα παλούκι στο χέρι,  καταδιώκει τον Παπαδημούλη γύρω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο της πλατείας συντάγματος

  Η Νύχτα απόψε θα είναι πολύ μεγάλη.

Ο Τροβατόρε διαβάζει και ένα ρίγος τον διαπερνά.
Η δισέγγονη του Τσαλάμ Μπαλάμ έχει ακουμπήσει το λεμονάτο στήθος της στον ώμο του.
Την φιλάει με πάθος.
Γδύνονται και κάνουν έρωτα πάνω στον πάγκο της Δημοτικής βιβλιοθήκης της Δρέσδης.

Ακούει τα βογγητά τους ο φύλακας και  ξυπνάει.

Με προσωπική εντολή της Μέρκελ ξεκινάει μια άγρια καταδίωξη του Τροβατόρε.

Φτάνει , καταδιωκόμενος μέσα από τα δάση , στα σύνορα Γερμανίας Γαλλίας……..

Την συνέχεια θα την δείτε στο βιντεάκι που ετοίμασα.

Μην το χάσετε. 


Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Το ταξίδι της Ροντινέλα


Η Ροντινέλα έμεινε για πάντα στην Τυνησία.

 Ένοιωθε ότι δεν θα προλάβαινε να κάνει ένα τέτοιο ταξίδι.

Έτσι συμβαίνει με τα χελιδόνια εδώ και εκατομμύρια χρόνια.

Ήρθε όμως η θυγατέρα της μαζί με  έναν ανεπρόκοπο νεαρό που πετούσε άτσαλα  όλο το καλοκαίρι και κινδυνεύαμε να μας βγάλει τα μάτια.

Ευτυχώς, για κάποιο λόγο , χτίσανε τη φωλιά τους στον  απέναντι  μπότζο και γλύτωσα από τις κουτσουλιές.

Προσπάθησα να της πιάσω την κουβέντα. Της είπα ότι όταν ήταν μικρή και έκανε την πρώτη απόπειρα να πετάξει, έπεσε και την γλύτωσα την τελευταία στιγμή  από του γάτου τα δόντια.

Δεν είχε την ευγένεια της μάνας της.

Μου είπε απότομα : «..και τι θέλεις τώρα, να σούχουμε υποχρέωση;»

Έκανα πως δεν άκουσα και συνέχισα.

Την ρώτησα για το ταξίδι .

Μου έλεγε ότι περάσανε απέναντι στο Σαλέντο και κατέβηκαν άκρη- άκρη τις ακτές μέχρι τον  Ασπρομόντε .
 Δεν πήγαν προς τα βουνά  της Καλαβρίας γιατί κάνει κρύο το φθινόπωρο και  είναι  κουραστικό να ανέβουν σε τέτοιο υψόμετρο.

 Έμειναν μερικές μέρες στον Βούα  να πάρουν δυνάμεις και συνέχισαν  μέχρι την  Σικελία όπου έμειναν λίγες μέρες , άλλοι στην Άβολα και άλλοι στο  Λίντο ντι Νότο.

Μου είπε ότι από την Μάλτα και μετά ,που ήτανε τα δύσκολα,  την κουβαλούσανε στην πλάτη. Είχε χαμηλό αιματοκρίτη και κουραζότανε εύκολα.

Την άκουγα με ενδιαφέρον.

«Φαντάζομαι  ότι  θα είναι  πολύ ωραίο ένα τέτοιο ταξίδι .»  της είπα.

«Δεν ταξιδεύουμε για λόγους αναψυχής…. αν μείνουμε εδώ το χειμώνα με τους κοτσυφούς θα μας θερίσει το κρύο…. για μας το ταξίδι είναι μια μεγάλη δοκιμασία και πρέπει να ακολουθήσουμε μια  αυστηρά καθορισμένη τακτική για να φτάσουμε ζωντανοί  στον προορισμό μας ..» μου είπε εκνευρισμένη και συνέχισε «… το ξέρεις ότι στη Μάλτα μείναμε είκοσι μέρες μέχρι να γυρίσει σιροκολέβαντο για να περάσουμε απέναντι ;».

Την άκουγα σιωπηλός.

Όταν ζεστάθηκε κάπως η ατμόσφαιρα με ρώτησε:
-«Εσείς  που ταξιδεύετε όταν χειμωνιάσει;»

-«Πουθενά δεν πάμε. Μένουμε εδώ και καίμε ξύλα για να ζεσταθούμε.» της λέω.

-«Και γιατί έτσι;» ερωτά η αφελής και εκνευρισμένη  χελιδόνα.

-«Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε..» απαντώ

-«Δηλαδή;»  μου λέει απορημένη.

-«Να… άλλοι λένε ότι ο προορισμός δεν έχει σημασία, σημασία έχει το ταξίδι.
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ,ακόμα και αν ξεκινήσουμε,  να μην ξέρουμε που πάμε.
‘Άλλοι πάλι  λένε ότι δεν έχει σημασία το ταξίδι αλλά ο προορισμός.
 Αυτό πάλι έχει σαν αποτέλεσμα να μην ξεκινάμε ποτέ.»

Με ακούει με ανοιχτό το στόμα.

-«Δηλαδή , είχε δίκιο η μάνα μου!» μου λέει έκπληκτη.

-«Τι σου λέγε  η μάνα σου;» ρωτάω

-«Απορούσε και έλεγε: «Μας πως καταφέρανε αυτοί οι μαλάκες και γίνανε τα αφεντικά του πλανήτη;».


Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

ΨΙΛΟΒΡΕΧΕΙ ΣΤΗ ΛΕΜΟΝΙΑ


Κάνει κρύο και ψιλοβρέχει τη νύχτα στη Λεμονιά.

Δεν υπάρχει ψυχή στην μικρή πλατεία.
Ερημιά.
Στέκομαι στη μέση .

Απέναντι θα πρέπει να ήταν  οι «ρετσίνες του Θύμη» και από πάνω το Μπορντέλο της Πολυξένης.
Δίπλα , το γραφείο κηδειών του Μακροπόδη  «η μετανάστευσις» και από πάνω το Μπορντέλο της Βαγγελιώς της Κουλοχέρως .
Στη γωνία το καφενείο της κυρίας Κούλας  και δίπλα το τσαγκάρικο του κυρ Βασίλη.
Απέναντι η Παναγία η ευαγγελίστρια και πιο δίπλα η ταβέρνα του «Μαύρου».

Υπήρχε τότε άλλο ένα Μπορντέλο …  κοντά στους Άγιους Πατέρες … της Σταμάτως.

Φαίνεται ότι η χωροταξία δεν ήταν τυχαία. Ο  τόπος της αμαρτίας , ο τόπος της λησμονιάς , ο τόπος της εξιλέωσης και αμέσως μετά ο «Μακροπόδης» με το «ταξιδιωτικό του γραφείο».

Κάνει κρύο και ψιλοβρέχει τη νύχτα στη Λεμονιά.

Θυμάμαι  τον κύριο Πατούνη. Μου μίλαγε  με υπερηφάνεια για τον φίλο του  Νίκο Καββαδία. Συναντιόταν εδώ , σε αυτήν την μικρή , αόρατη και κακόφημη πλατειούλα όταν το καράβι του ποιητή έδενε στην Κέρκυρα.
Ακολουθούσε μια δαιδαλώδη διαδρομή για να φτάσει στην πλατεία .
 Ο Κύριος Πατούνης ήταν ένας  αξιοσέβαστος  αστός  και  ιδιοκτήτης  του γνωστού εργοστασίου παραδοσιακού σαπουνιού.
Δεν έπρεπε να τον σχολιάσουν βλέποντάς τον να κατευθύνεται στην κακόφημη πλατειούλα.
Με ρωτούσε τι να σημαίνει «Νερό καλάρει το  Fore Peak, νερό και τα πανιόλα».

Κάνει κρύο και ψιλοβρέχει τη νύχτα στη Λεμονιά.

Δίπλα στον Άγιο Φραγκίσκο , εκεί πουν τώρα είναι το Πέμπτο δημοτικό, ήταν  το Αρσάκειο. 
Λίγοι ξέρουν ότι εκεί ,στον Άγιο Φραγκίσκο , λειτούργησε  το  1798 το πρώτο δημόσιο και δωρεάν σχολείο των Βαλκανίων . 
Το έφτιαξαν οι Γάλλοι Δημοκρατικοί με χρήματα  από την δημευμένη εκκλησιαστική περιουσία.
«Άθεους»  τους  ανέβαζαν, «άθεους»  τους κατέβαζαν  οι αρχόντοι και  οι παπάδες.
Για πρώτη φορά τα παιδιά των φτωχών μπορούσαν να μαθαίνουν  γράμματα και επί πλέον να τρώνε  πρωί και μεσημέρι στο συσσίτιο του σχολείου.
Ανήκουστα πράματα!

Κάνει κρύο και ψιλοβρέχει τη νύχτα στη Λεμονιά.

Δεξιά μου θα πρέπει να ήταν ο φούρνος του Μαρτζούκου  και πιο κάτω οι τζιτζιμπίρες του Σαγιαδινού.
Αριστερά μου η ταβέρνα του κυρ Αλέκου του Κουτσού  και παρακάτω οι «κατουρίστρες του  Σγούμπου».

Αυτή η πλατειούλα έβγαλε μεγάλα  και ιστορικά ονόματα του ποδοσφαίρου μας . Εδώ πρωτόπαιξαν ο Μιχάλης Ψάιλας , ο Βίκυς ο Παργινός και ο Σπύρος ο Μπόρτζ.

Προσπαθώ να μαντέψω που θα είχαν βάλει τα «τέρματα»  οι  πιτσιρικάδες που έπαιζαν μπάλα στην πιατσέτα της Λεμονιάς.

Όταν ερχόταν οι  Αμερικάνοι ναύτες  και ψάχνανε τα Μπορντέλα ,  οι πιτσιρικάδες τους έστελναν στα σπίτια των πιο μισητών γειτόνων . 
Περιμένανε οι ναύτες στη σειρά στη σκάλα και χτυπούσαν την πόρτα.

Κάνει κρύο και  ψιλοβρέχει τη νύχτα στη Λεμονιά.

Θα θελα , λέει, να μπορούσα να ταξιδέψω  ένα βράδυ με μια χρονομηχανή  και να κοιτάξω μέσα από τα θολά τζάμια  της ταβέρνας του «Μαύρου» , να μπω στο μπακάλικο του Πολυχρόνη, και να μου κάνει ένα ζεστό τσάι η Βαγγελιώ η Κουλοχέρω.

Θα θελα να περιπλανηθώ στην «άλλη»  Κέρκυρα. Πίσω  «..από τους λερούς και ασήμαντους δρόμους , με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους .» 

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Οι τελευταίες ημέρες του Σουλίου.



 Υπάρχει μια μικρή μαρμάρινη εντοιχισμένη επιγραφή στον τοίχο του «Μαύρου Γάτου»  στο παλιό λιμάνι της Κέρκυρας που λίγοι  έχουν προσέξει.
Γράφει:  «Ενταύθα εδολοφονήθη υπό Τουρκαλβανών ο Φώτιος Τζαβέλλας και εξέπνευσε εις τας χείρας  του Νότη Μπότσαρη μετά του οποίου συνεκάθητο. Ο τάφος αυτού ευρίσκεται εις την ενταύθα μονήν της  Πλατυτέρας.»

Δεν  είναι ώρα τώρα να αναφερθώ στις  μυστικές και φανερές διαβουλεύσεις που γινόταν τα χρόνια εκείνα  ανάμεσα στις Σουλιώτικες φάρες   και στους  Ρώσους του Ουζάκωφ, τους Γάλλους αυτοκρατορικούς και τους Άγγλους αργότερα.  Βαριέμαι να τσακώνομαι με  ανορθόγραφους πατριδολάγνους.

Υπάρχει και μια χαμένη όπερα του Giovanni Batista Ferrari  με τίτλο «Οι τελευταίες μέρες του Σουλίου»  (Ultimi giorni di Suli).
Το 1856 ανέβηκε στο μεγάλο θέατρο «Φοίνικας» της Βενετίας. Μάθαμε ότι ανέβηκε και στην Κέρκυρα στο Σαν Τζιάκομο.
Συγγραφέας του έργου ήταν ο Giovanni Peruzzini (1815-1869).
Το λιμπρέτο και οι παρτιτούρες της όπερας έχουν χαθεί.
Δεν καταφέραμε να βρούμε κάποιο ίχνος.

Όλα αυτά μου έφεραν στο μυαλό την ετήσια αναπαράσταση της μάχης του Σουλίου.

Έλαβα μέρος ως Τούρκος.

Μας πήραν , φαντάρους,  με καμιόνια από τα Γιάννενα και μας ανέβασαν στο Σούλι.
Εκεί στα ερείπια της μονής του Κιουγκίου θα γινόταν η αναπαράσταση.
Μας χώρισαν σε «Τούρκους» και «Σουλιώτες». Μας έντυσαν ανάλογα και άρχισε το σώου.

Σύμφωνα με το σενάριο που μας ανέπτυξε ο λοχαγός, εμείς οι «Τούρκοι»  θα ανεβαίναμε τρέχοντας προς το Κούγκι έναν κακοτράχαλο ανήφορο τριακοσίων μέτρων ουρλιάζοντας και πυροβολώντας με άσφαιρα πυρά.
Από πάνω οι «Σουλιώτες» θα ανταπέδιδαν τα «πυρά» και θα προέβαλλαν σθεναρή αντίσταση.
Μερικοί από εμάς θα  έπεφταν  στο δρόμο για να φαίνεται η ηρωική αντίσταση των «Σουλιωτών».
Όταν εμείς (οι Τούρκοι) θα φτάναμε επάνω, ο Σαμουήλ (ο σιτιστής του λόχου) θα ανατίναζε το Κούγκι.
Από κάτω θα παρακολουθούσαν έκθαμβοι και με ρίγη εθνικής συγκίνησης οι χωριάτες από τα γύρω χωριά.

Δόθηκε το σύνθημα και ξεκίνησε η μεγαλειώδης μάχη.

Στα πρώτα μέτρα και με τον πρώτο πυροβολισμό που έπεσε από το Κούγκι, πέσαμε όλοι νεκροί.
Ποιος ανέβαινε όλο αυτό τον ανήφορο;
Συνέχισε μονάχα ένας «Τούρκος» νεοσύλλεκτος που δεν είχε πιάσει ακόμα το νόημα της ζωής.
Ανέβαινε τρέχοντας και ουρλιάζοντας υπό τα πυκνά «πυρά»  των Σουλιωτών.
Στο δρόμο τούπεσε το ντουφέκι, έχασε το κόκκινο σκούφο και τούφυγε και το παπούτσι με τη φούντα.
Γδαρμένος από τα πουρνάρια έφτασε μπροστά στο Κούγκι.
Μόλις είδε μπροστά του τον «Τούρκο»  ο σιτιστής Σαμουήλ  ανατίναξε το Κούγκι με μία στρακαστρούκα που του είχαν δώσει.

Φάγαμε είκοσι μέρες φυλακή ο κάθε νεκρός.

Στην επιστροφή γελάγαμε μέσα στα καμιόνια μετά δακρύων.

Ένας Πρεβεζιάνος που υποδυόταν τέλεια την «αδελφή» (η ήταν …δεν έχει σημασία)  σκέφτηκε να κάνουμε και την αναπαράσταση του χορού του Ζαλόγγου.

 Να είμαστε, λέει, ντυμένοι Σουλιωτοπούλες στην άκρη του γκρεμού. Από κάτω να περιμένουν οι χωριάτες με κομμένη την ανάσα να μας δουν να πέφτουμε και τη στιγμή που φτάσουν οι Τούρκοι να πέσουμε στην αγκαλιά τους, να τους «δοθούμε» και να μην τους «σηκώνεται».