Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

Σιόρα Λισάβετ




Ο Καιρός ουδέποτε είναι καλός για την Σιόρα Λισάβετ.

Δεν εννοώ τις τελευταίες μέρες του Μάρτη που διανύουμε.

Εννοώ τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Η μέρα της ξεκινάει πάντα με σχόλια για τον καιρό του τύπου:
«Ψύχρα!»
«Μας θέρισε!»
«Καήκαμε!»
«Μας έπνιξε!»
«Πόντα Μαλίνια!»

Μια φορά έκανα το λάθος να της πω ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια σύμφωνα με τις στατιστικές της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας αυτήν την μέρα κάνει συνήθως το ίδιο καιρό.

Με κοίταξε λες και ήμουνα  μάρτυρας του Ιεχωβά που προσπαθεί να την προσηλυτίσει.

Τα σχόλια της σιόρα Λισάβετ που ακολουθούν αμέσως μετά αφορούν σε:
 Θανάτους γειτονισσών,
καρκίνους του πνεύμονα,
οικονομικές καταρρεύσεις,
σκληρύνσεις κατά πλάκας,
μειώσεις συντάξεων,
θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων και
πυρηνικών πολέμων.

Η Σιόρα Λισάβετ δεν βλέπει τίποτα καλό σε αυτόν τον κόσμο.

Για σένα δεν λέει τίποτα κακό . Μάλιστα σου ρίχνει καθημερινά  και ριπές από ευμενή σχόλια και αυτοσχέδιες ευχές.

Είσαι ο δέκτης της και σε χρειάζεται.

Για όλους τους άλλους όμως δεν υπάρχει μια καλή κουβέντα.

Ξεκινάει από τους βουλευτές και τους δημάρχους.
Συνεχίζει  στα δημόσια πρόσωπα της πόλης μας.
Περνάει αμέσως στους γειτόνους  έναν έναν.
Αφήνει τελευταίο το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο.

Τα περιστέρια που τις κουτσουλάνε την μπουγάδα.
Οι Γάτοι «που κακοχρόνο νάχουνε».
Οι Σκύλοι «που γαυγίζουνε και έχουνε καταχέσει τσου δρόμους».

Τελευταία την ενοχλούν και τα πρώτα πετροχελίδονα «που  δεν θα μας αφήκουνε να κοιμηθούμε όλο το καλοκαίρι».

Παλιά είχα μια φιλενάδα που αντί να βλέπει την πανσέληνο έβλεπε τα καλώδια της ΔΕΗ που περνάγανε από μπροστά.

Και τα καλώδια να μην υπήρχαν κάτι άλλο θα έβρισκε  για να μην δει το φεγγάρι.

Άσχημη αρρώστια.

Θα μου πείτε: «Πάντοτε υπήρχε» .

Σύμφωνοι. Σήμερα όμως έχει γίνει επιδημία.

Σπάνια θα βρεις κάποιον που να τραγουδάει με την καρδιά του χωρίς να είναι μεθυσμένος.

Έχω την φοβερή υποψία ότι ακόμα και οι χορωδοί σφίγγονται για να τραγουδήσουν. Σαν από υποχρέωση η σαν μια  απέλπιδα προσπάθεια μην ξεχάσουν να τραγουδούν.

Προχτές κοίταγα αφηρημένος μια βιτρίνα και σιγοτραγουδούσα. Βγήκε η πωλήτρια και με κοίταξε τρομαγμένη.

Στις πολιτικές συζητήσεις της γειτονιάς γίνεται πλειοδοσία καταστροφής.
Αν τολμήσεις  να αμφιβάλεις στο ελάχιστο για την επικείμενη καταστροφή θα σε κοιτάξουν τουλάχιστον με καχυποψία.

Κινδυνεύεις να κατηγορηθείς ότι κάνεις πλάτες στον Δήμαρχο, στον βουλευτή , στον ηγούμενο, στον προηγούμενο, στο λαμόγιο, στον Αμερικάνο , στον Τούρκο, στον Νορβηγό.

Η παραμικρή σου απροσεξία μπορεί να σε κατατάξει στους σεξιστές , στους ρατσιστές, στους λικβινταριστές, στους αριστεριστές η στους συμβιβασμένους.

Είναι οι μέρες που νοιώθεις σαν να περπατάς μέσα σε ναρκοπέδιο.

Δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις.

Πρέπει να λες ότι σου πηγαίνουν όλα στραβά.
Να μην σου φτάνουν τα λεφτά.
Ο Λαός να πεινάει.
Να φοράς τα ίδια παπούτσια είκοσι χρόνια.
Να  σε έχουν κλέψει.
Να είσαι βλοσυρός.
Να σε έχουν προδώσει.

Προπάντων άμα δεις την σιόρα  Λισάβετ μην κάνεις το λάθος να πεις: «Μα τι ωραίος  καιρός σήμερα!»

-----

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

Τα Τζαντζαμίνια της Ζακύνθου




Υπήρχε πριν από χρόνια ένα καραβάκι που έκανε την διαδρομή Κέρκυρα-Παξοί-Πάργα-Πρέβεζα-Λευκάδα-Κεφαλονιά-Πάτρα-Ζάκυνθος και ξανά πίσω.

Λόγω μεγέθους ταξίδευε κόστα-κόστα και μετέφερε επιβάτες και εμπορεύματα.

Γύρευε πόσο καιρό έκανε το κάθε ταξίδι.

Το λέγανε «Λουτσίντα».

Οι παλιοί Κερκυραίοι όταν θέλανε να σχολιάσουν κάποια που κουνιόταν έλεγαν: «Αυτή κουνιέται σαν την Λουτσίντα».

Πράγματι,  λένε ότι το καραβάκι σου έβγαζε τα άντερα ειδικά όταν πέρναγε από την Λευκίμμη στους Παξούς.

Λίγο πριν και λίγο μετά τον πόλεμο η Λουτσίντα ήταν το μόνο μέσο επικοινωνίας των Επτανησίων.

Μετά καταργήθηκε και αυτό με αποτέλεσμα οι Επτανήσιοι να μην συναντώνται σχεδόν καθόλου.

Μολονότι έχουμε τον ίδιο προαιώνιο πολιτισμό. Τρώμε τα ίδια φαγητά. Μιλάμε την ίδια γλώσσα. Τραγουδάμε τα ίδια τραγούδια και ζούμε λίγα μίλια ο ένας από τον άλλο δεν γνωριζόμαστε καν.

Όταν οι άλλοι ήταν 400 χρόνια υπό τον «Τούρκικο ζυγό» , εμείς οι Επτανήσιοι ήμασταν 400 χρόνια “sotto controllo Veneziano “ .
Φυσικό είναι να έχουμε άλλες επιρροές που ακόμα είναι ζωντανές .

Τον Μάιο , λένε, θα ζωντανέψει ξανά η «Λουτσίντα» .
Ένα νέο πλοίο θα συνεχίσει το έργο της.
Λέω να είμαι από τους πρώτους επιβάτες του.
Θα χουνε μπει και οι ζέστες και την ώρα που οι άλλοι θα ψήνονται εγώ θα είμαι ξάπλα στο κατάστρωμα με απλωμένα χέρια και πόδια σαν τον «Κεφάλα» στην Κανιζέλα.

Η Αύρα θα χαϊδεύει το ηλιοκαμένο και ταλαιπωρημένο κορμάκι  μου και η  αισθησιακή φωνή της τριτοετούς φοιτήτριας του τμήματος  Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου που κάνει εκπομπή στον τοπικό ραδιοφωνικό  σταθμό θα με σαγηνεύει.

Θεός!

Είχα την ατυχία να συναντήσω την εν λόγω φοιτήτρια μια μέρα που βρέθηκα στον ραδιοφωνικό σταθμό για δουλειά .

Λέω την «ατυχία» διότι ακούγοντας την στο ραδιόφωνο φανταζόμουν άλλα.
Τελικά  δεν ήταν παρά μια νευρικιά , δύστροπη, παχουλή και ατημέλητη κοπέλα με σπυριά  που την έσερνε ένας μαντρόσκυλος .

Κρατούσε πάντα στο χέρι της μια νάιλον σακούλα για να μαζεύει τα σκατά του μαντρόσκυλου.

Έσκυβε με χάρη. Τα τύλιγε προσεκτικά και τα  έριχνε στον πρώτο σκουπιδοτενεκέ.

Καλύτερα ήταν τότε που γνώριζα μόνο την φωνούλα της να κάνει σχόλια για την κίνηση και τον καιρό ανάμεσα σε έντεχνα ανατολίτικα τραγουδάκια.

Τι να κάνουμε; Έτσι είναι ο κόσμος.

Μια φορά είχα γνωρίσει μια σεμνότυφη νοικοκυρά με αρχές που έγραφε μυθιστορήματα γεμάτα πάθος στα όρια του πορνό.

Ξαναγυρνάμε άρον-άρον στο κατάστρωμα του πλοίου της γραμμής.

Ενώ, λοιπόν, θα απολαμβάνω το ταξίδι προς Τζάντε το μυαλό μου που και πού θα φεύγει προς την Λουτσίντα.

Τη Γάτα μου την βρήκα νήπιο πατημένη από την κοιλιά και πίσω από κάποιο μηχανάκι μάλλον.

Μου πόνεσε έτσι που με κοίταγε παρακλητικά στα μάτια και την έβαλα στο αποθηκάκι με γάλα νερό και στρωσίδια.

Ο Γιατρός απεφάνθη ότι «εάν ενεργηθεί εντός δύο ημερών μάλλον την έχει σκαπουλάρει».

Μέσα σε δύο εβδομάδες  το γατί ανέβαινε από το παντελόνι μου στον ώμο και κοίταγε με περιέργεια τις δουλείες που έκανα στο εργαστήριο μου.

Μόλις ξεθάρρεψε ανέβαινε στο κεφάλι μου και έπαιρνε και το σουρούπι της.

Την έβγαλα Λουτσίντα  γιατί  όταν την βρήκα κούτσαινε σαν την Λουτσίντα της πλατείας.

Αργότερα βρήκε και γκόμενο.

Ο «Κεφάλας» είναι ένας βρωμερός γάτος της γειτονιάς που την γλυκοκοιτάζει.

Έχει χοντρό λαιμό , μεγάλο κεφάλι και κοιμάται ανάσκελα στην Κανιζέλα τα καλοκαίρια με απλωμένα τα χέρια και τα πόδια αδιαφορώντας προκλητικά για  την κατάσταση της οικονομίας .

Με αυτά τα ιντερέσα στο μυαλό μου, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου , θα κατηφορίζω το Ιόνιο.

Ώσπου θα με ξυπνήσουν οι ευωδιές από τα Τζαντζαμίνια της Ζακύνθου.

Δεν πιστεύω να ζητάω πολλά;
..

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Το εικονοστάσι


Έχω φτιάξει πολλά εικονοστάσια .
Τα βλέπω στις άκρες του δρόμου καθώς περνάω.
Τα εικονοστάσια με ταξιδεύουν στο πρόσφατο εργασιακό μου παρελθόν καθώς οδηγώ.
Θυμάμαι μια γριούλα από τσου Σγουράδες.
Ήθελε ένα εικονοστάσι να το βάλει στην άκρη του δρόμου σε μια στροφή που είχε σκοτωθεί ο άντρα της.
Είχε πέσει με το τρίκυκλο σε ένα γκρεμό.
Το εικονοστάσι έκανε είκοσι χιλιάρικα (δραχμές).
Την Παρασκευή ήρθε. Άνοιξε με αργές τελετουργικές κινήσεις το φάκελο με τη σύνταξη και μου μέτρησε τα μισά λεφτά.
«Θα με πληρώσεις όταν το φέρω στο χωριό» της είπα.
Την άλλη Κυριακή πήγα στην στροφή που μου είπε και το έβαλα .
Ευτυχώς δεν έκανα λάθος στην στροφή.
Έφυγα χωρίς τα λεφτά.
Η Γριούλα με έψαχνε για καιρό να με πληρώσει.
Τελικά πληρώθηκα με το ζόρι με ένα ντενεκέ λάδι και ένα μποτιλιόνι κρασί.
Μέχρι τότε νόμιζα ότι τα εικονοστάσια είναι τάματα στους Θεούς για την ψυχή των σκοτωμένων στις αμέτρητες στροφές της ζωής.
Κάποτε έμαθα ότι τοποθετούνται και ως ευχαριστήριο στους Θεούς του καθενός που τον προστάτευαν από ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα.
Για κάποιο λόγο οι Θεοί άλλους τους παίρνουν στον παράδεισο τους και άλλους τους αφήνουν να ζήσουν λίγο ακόμα .
Τα κριτήρια για την απόφαση των Θεών την κρίσιμη στιγμή παραμένουν ανεξιχνίαστα.
Λογικά θα πρέπει να παρακαλάς να σκοτωθείς στην επόμενη στροφή και να πάς στον παράδεισο της αιώνιας ευδαιμονίας.
Αντί αυτού τους ευχαριστείς που σε άφησαν εδώ κάτω να κυλίεσαι στο βούρκο.
Κανονικά θα έπρεπε κάθε που οι Θεοί παίρνουν κάποιον στον Παράδεισο να κάνει το χωριό πανηγύρι και κάθε που γλυτώνεις από τροχαίο να κερνάς ποτό με κόλλυβα στα μπαράκια το βράδυ.
Κάτι τέτοια σκεφτόμουν τις προάλλες στο εικονοστάσι του Βίκου.
Εκεί ανάμεσα στα φοβερά γκρεμνά σε ένα μονοπάτι που χωράνε με το ζόρι οι δυο πατούσες σου , σε μια στροφή, υπάρχει ένα πέτρινο Εικονοστάσι.
Προφανώς κάποιος πήρε ανοιχτά τη στροφή.
Κοίταξα κάτω.
Αν έπεσε στον Βοϊδομάτη μάλλον θα βρήκαν το πτώμα του στην Ηγουμενίτσα σκέφτηκα .
Τυχερός. Δωρεάν ράφτινγκ στον Βοϊδομάτη και δωρεάν αιώνια διαμονή στον παράδεισο.
Χτές ήρθε και με βρήκε μια παλιά συντρόφισσα της εποχής του (ενός και μοναδικού) ΚΚΕ.
Ήθελε «τιμές» για ένα εικονοστάσι.
Κινδύνεψε σε τροχαίο να βρεθεί στον παράδεισο και φαίνεται ότι οι Θεοί την προστάτεψαν.
« Δεν κάνω πια εικονοστάσια» της είπα.
«Θα σε πληρώσω» μου είπε.
«Πουλάνε έτοιμα εικονοστάσια στο LDL” της απάντησα.
«Αλήθεια!» με ρώτησε έκπληκτη.
«Βεβαίως!.... Μάλιστα, οι πιο πιστοί κομμουνιστές παίρνουν καμιά δεκαριά στο πόρτ μπαγκάζ και κάθε που αποφεύγουν έναν κίνδυνο βγαίνουν από το αυτοκίνητο με την βαριοπούλα στο χέρι και καρφώνουν και ένα εικονοστάσι στην άκρη του δρόμου.
Την θυμάμαι πάντα σίγουρη αλλά αυτή τη φορά είδα στα μάτια της την αμφιβολία.

Κάτι είναι και αυτό.

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Η Επανάσταση των γαιδάρων



Ο Θοδωρής γεννήθηκε στην Κέρκυρα από μάνα Κερκυραία και πατέρα Ηπειρώτη.


Έτσι συμβαίνει συνήθως.


Σπάνια θα δεις Κερκυραίο να παντρεύεται Ηπειρώτισσα.


Συνήθως ο φιλότιμος , υπομονετικός και εργατικός Ηπειρώτης μπλέκεται στα δίχτυα μιας τσαχπίνας και λουσάτης Κερκυραίας με ελάχιστες αντιστάσεις στους πειρασμούς.


Ο Πατέρας του Θοδωρή ήρθε στην Κέρκυρα σε νεαρή ηλικία και δούλεψε σκληρά ως αχθοφόρος στου μακαρίτη του Περικλή επί σαράντα συναπτά έτη χωρίς ένσημα.


Τα χρόνια εκείνα οι γάιδαροι δεν κολλούσαν ένσημα με αποτέλεσμα μια ολόκληρη γενιά γαιδάρων να λιμοκτονεί στα γεράματά της.


Ο Θοδωρής στην αρχή κουβάλαγε σακιά με ελιές και ξύλα και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς.


Μια φορά κουβάλησε και ένα φορτίο αυγά από τ΄ Αγύρου στον Ύψο.


Αργότερα που ήρθαν οι καμιονέτες του βάλανε σαμάρι και κουβάλαγε Ξερακιανές Αγγλίδες τουρίστριες.


Ακολούθησαν οι πιο μαύρες μέρες της επαγγελματικής του καριέρας όπου κοψομεσιάστηκε κουβαλώντας Γερμανίδες τουρίστριες με κυτταρίτιδα.


Λίγο που οι καμιονέτες κυριάρχησαν στην αγροτική ζωή του τόπου, λίγο που οι γάιδαροι γίνανε τουριστικά très banal έμεινε ο Θοδωρής άνεργος στα γεράματα.


Μετά τον θάνατο του Περικλέους ο γιός του ο Ηρακλής ανέλαβε αφεντικό του ανέργου Θοδωρή.


Ο Ηρακλής , μαζί με την τεράστια περιουσία του Περικλή κληρονόμησε και έναν άνεργο γάιδαρο.


Η μοίρα του Θοδωρή φαινόταν προδιαγεγραμμένη ώσπου ο Ηρακλής ανακάλυψε τα ΕΣΠΑ.


Ας πάρουμε όμως τα πράματα από την αρχή.


Οι Γερμανίδες τουρίστριες που τις κουβαλούσε ο Θοδωρής στη πλάτη του είχανε εντωμεταξύ γίνει ευρωβουλευτίνες των Πρασίνων και μάθανε ότι κινδυνεύει να χαθεί το είδος (των γαιδάρων).


Ανασύρθηκαν μνήμες από τα νεανικά τους χρόνια και τις διακοπές τους στα Ελληνικά νησιά και βάλανε βέτο στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.


Σκιάχτηκαν οι Βρυξέλες και για να γλυτώσουν από τις "οικολόγριες" κάνανε ένα νόμο για την σωτηρία των γαιδάρων.


Ο Νόμος ευχόταν να διασωθεί το είδος (των γαιδάρων) διά μέσω της χρησιμοποίησής τους ως παραγωγών γάλακτος έτσι ώστε και το οικονομικό κίνητρο να υπάρχει και να μην διαταραχτεί η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.


Διέδωσαν δε μέσω επιστημόνων ότι το γάλα της γαϊδάρας είναι πιο ωφέλιμο για τα παιδιά από το γάλα της μάνας τους και τοιουτοτρόπως απενοχοποίησαν και τις μαμάδες ψηφοφόρους τους που δεν θηλάζουν τα παιδιά τους για λόγους αισθητικής.


Το πρόβλημα όμως ήταν ότι και έτσι το μοντέλο «έμπαζε» .


Οι Γαϊδάρες δεν είναι αγελάδες ούτε κατσίκες.


Κάνουν λίγο γάλα και αυτό το δίνουν στα γαϊδουράκια τους.


Έτσι το γάλα της γαϊδάρας θα ήταν πανάκριβο στην αγορά, χώρια που ο παραγωγός που έπαιρνε το γάλα της γαϊδάρας θα ήταν υποχρεωμένος να ταΐζει τα γαϊδουράκια με Νουτρίτσια.


Αυτό όλο το παρασκήνιο δεν τόξερε ο Ηρακλής.
Διάβασε μόνο τις επικεφαλίδες και αποφάσισε να κάνει επιχείρηση εκτροφής γαιδάρων επιδοτούμενη από τα ΕΣΠΑ για την «σωτηρία του είδους» και αυτού του ιδίου.


Οι «εγκαταστάσεις της επιχείρησης» του Ηρακλή έγιναν έξω από το χωριό σε ένα χτήμα που κληρονόμησε από τον πατέρα του τον Περικλή.


Σύντομα το κοπάδι των γαιδάρων έφτασε τα 20 κεφάλια.


Η αυστηρή οδηγία προέβλεπε ότι οι Γάιδαροι θα έπρεπε να έχουν δωρεάν στέγη, τροφή, καθαριότητα και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.


Έτσι ο Ηρακλής έγινε το αφεντικό 20 γαιδάρων.


Τα πράγματα όρχησαν να περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν ο Περικλής ανακάλυψε ότι «αλλιώς του τάχανε πεί» .


Δεν έφτανε που επιδότηση άκουγε και επιδότηση δεν έβλεπε άρχισε και το δούλεμα στο καφενείου του χωριού όπου ετέθησαν πλέον τα βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα του προβλήματος.


«Κατά ποίαν έννοιαν ο Ηρακλής ήταν το αφεντικό και κατά ποίαν ο Θοδωρής υπηρέτης».


Μήπως θα έπρεπε να αναθεωρηθούν οι έννοιες;


Το δούλεμα προς τον Ηρακλή είχε βάση διότι οι γάιδαροι άρχισαν να συνηθίζουν στην νέα κατάσταση και τα νέα γαϊδουράκια άκουγαν τρομακτικές ιστορίες με σαμάρια από τους γονείς τους για να τρώνε το φαί τους αλλά δεν γνώριζαν τι «παραπεί σαμάρι».


Ο Ηρακλής βρέθηκε παγιδευμένος.


Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τους γαιδάρους διότι  ο νόμος για την προστασία των ζώων ήταν αυστηρός αλλά και δεν ημπορούσε να δηλώνει αφεντικό από την στιγμή που είχε μετατραπεί σε υπηρέτη γαιδάρων.


Ώσπου κάποια μέρα ξέσπασε η ιστορικής σημασίας «Επανάσταση των γαιδάρων» στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης.


Για την ακρίβεια δεν επρόκειτο για καμιά αιματηρή εξέγερση αλλά μάλλον για έναν καυγά λόγω ερωτικής αντιζηλίας.


Το θέμα είναι ότι γκρέμισαν τον φράχτη της επιχείρησης.


Ο δυστυχής Ηρακλής αναθάρρεψε διότι σου λέει: «αν τα αφεντικά το εκμεταλλευτούν και φύγουν θα γλυτώσω και εγώ γιατί τι υπηρέτης θα είμαι χωρίς αφεντικά;»


Οι νεότεροι γάιδαροι είναι αλήθεια ότι βγήκαν από το φράχτη από περιέργεια και έκαναν την βόλτα τους αλλά ποιός αφήνει τα σίγουρα για να γυρνάει τσου λόγγους σαν την άδικη κατάρα;


Έτσι που λες αγαπητέ αναγνώστη.


O Ηρακλής συνεχίζει μέχρι σήμερα να καθαρίζει και να εμπορεύεται την «Κόπρο του Αυγείου» που, εδώ που τα λέμε, είναι και το μόνο έσοδο της επιχείρησης και οι γάιδαροι ζουν μέσα στην ρουτίνα αναζητώντας κάποια δημιουργική απασχόληση.


Κάποιος σκέφτηκε να αναθέσουν του Ηρακλή καμιά δεκαριά άθλους να δούνε αν θα τα καταφέρει.


Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

Ένας ανεπαίσθητος θάνατος στην καρδιά του χειμώνα



Η Μάγδα  πέθανε πριν λίγες μέρες.

Το έμαθα από την κυρία Ειρήνη χτές το πρωί στη λαϊκή.

Την άκουσα να το λέει σε εκείνη την Αλευκιμιώτισσα με την μαντήλα που πουλάει αγριολάχανα.

Πέρασα  να δώ και το κηδειόχαρτο για να βεβαιωθώ.

Ήταν κολλημένο στον τοίχο του ξενοδοχείου «Ερμής» πίσω από εκείνον τον χωριάτη με το καροτσάκι που πουλάει αγουρέλαιο, κρασί, αυγά και σκόρδα.

Είχα γνωρίσει την Μάγδα όταν έκανε χρέη διαχειρίστριας στην πολυκατοικία της «Μητροπολίτου Μεθοδίου».

Ο Μητροπολίτης Μεθόδιος έγινε διάσημος διότι κατά την διάρκεια της κατοχής έβαλε το χεράκι του για να ξεπαστρέψουν οι Ναζί τους Εβραίους.

Έλαβε ως αμοιβή τόπια υφάσματος από μαγαζιά Εβραίων.

Τα χρωματιστά πουλήθηκαν για την ενίσχυση της εκκλησίας.

Τα μαύρα χρησιμοποιήθηκαν για την ραφή ράσων της χριστιανοσύνης.

Η Μάγδα , αντιθέτως,  δεν έγινε διάσημη ούτε και κανένας δρόμος πήρε το όνομα της.

Το μεγαλύτερο αξίωμα που απέκτησε στην ζωή της ήταν «Διαχειρίστρια πολυκατοικίας».

Στην γενική συνέλευση των ιδιοκτητών κανείς δεν φαινόταν διατεθειμένος να αναλάβει την διαχείριση της πολυκατοικίας της οδού Μητροπολίτου Μεθοδίου και έτσι ανέλαβε η Μάγδα.

Εκτός από διαχειρίστρια ήταν και καθαρίστρια και απεντομωτής και θυρωρός και φαρμακείο και σταθμός πρώτων βοηθειών και συγγραφέας ανακοινώσεων και οικιακή βοηθός  και μπέιμπι σίτερ.

Η Μάγδα ήταν η ψυχή της πολυκατοικίας.

Έμενε σε μια γκαρσονιέρα στον δεύτερο που είχε μετατρέψει σε δυάρι όσο ζούσε με τον άντρα της και την κόρη της.

Ο άντρας της  "ήταν γεννημένος για μεγάλα πράματα" και  έφυγε «να φτιάξει τη ζωή του επειδή δεν άντεχε άλλο την μιζέρια της πολυκατοικίας της Μητροπολίτου Μεθοδίου».

Η κόρη της πήγε στην Αθήνα για «σπουδές» και κατέληξε σε θεραπευτική κοινότητα  απεξάρτησης τοξικομανών.

Η Μάγδα έμεινε μόνη της να διαχειρίζεται τις τύχες ολάκερης πολυκατοικίας.

Με φώναξε να αλλάξω τους σάπιους σωλήνες σε ένα πλημμυρισμένο μηχανοστάσιο – κόλαση.

Έβαλε γαλότσες και ανέλαβε βοηθός μου.

Έφερνε και τυρόπιτες με φυσικό χυμό  για μαρέντα .

Είχε βάλει δυο τρία τελάρα στο στενό διάδρομο του μηχανοστασίου και τον είχε μετατρέψει σε τραπεζαρία.

Μέχρι τραπεζομάντηλο έφερε.

Αν δεν την σταματούσα ήταν ικανή να βάλει και κεριά.

Ωραίος τύπος η Μάγδα.

Έξυπνη γυναίκα και δραστήρια.

Καθάριζε καμιά δεκαριά πολυκατοικίες στην ευρύτερη περιοχή και έβγαζε «τα προς το ζείν» όπως έλεγε.

Απέκτησε και «ειδικό» κινητό με κουμπιά και μεγάλα νούμερα για να τα βλέπει.

Δεν τα μπορούσε «αυτά  της αφής».

Έριξε και το μοροφίντο και έκανε το δυάρι μεγάλη γκαρσονιέρα .

«Ποιος να ρθεί»

Θυμάμαι όταν μαζεύαμε ρούχα και τρόφιμα για τους πρόσφυγες έβγαλε ανακοίνωση στην πολυκατοικία .

Δεν περίμενε κάποια ιδιαίτερη ανταπόκριση.

Την άλλη μέρα η είσοδος γέμισε με χαρτοκιβώτια.

Βοηθήσανε μερικές κοπέλες και τα φορτώσανε σε φορτηγό.

Αργότερα την είδα να πρωτοστατεί σε μια συναυλία.

Το εγγονάκι μιας φίλης της χρειαζόταν χρήματα για να μεταφερθεί στο εξωτερικό για νοσηλεία.

Η Μάγδα ήταν πάντα βιαστική στο δρόμο.

Πάντα είχε κάποια δουλειά.

Σπάνια δική της.

Όταν πέθανε, ούτε εγώ δεν πήγα στην κηδεία.

Δικαιολογήθηκα μέσα μου .. το έμαθα μερικές μέρες αργότερα..τι να γίνει; .

Αποφεύγω να κοιτάω κηδειόχαρτα… Δεν ξέρω…. Σαν αν μην με αφορούν η σαν να μην θέλω να χαλάσω τον απογευματινό μου περίπατο.

Μεγάλη καρδιά η Μάγδα, αλλά με πρόβλημα στο αριστερό μυοκάρδιο.

Σπάνιο για γυναίκα.

Στην καρδιολογική κλινική οι περισσότεροι ήταν άντρες.

Ελάχιστοι επισκέπτες. Κυρίως για να βγάλουν την υποχρέωση.

Θα μου πείτε:

«Δεν ανακάλυψε και  την πενικιλίνη!»

Σύμφωνοι. Η Μάγδα μπορεί να μην ανακάλυψε την πενικιλίνη αλλά πάνω στην πλάτη της πατήσανε όλες οι πρωτοπορίες.

Σκέφτομαι ότι μάλλον έτσι έπρεπε να γίνει. 
Φαίνεται ότι  μας ταιριάζει ακόμα αυτός ο ανεπαίσθητος θάνατος της Μάγδας.
Ίσως να μην μας αξίζει ακόμα να την θυμόμαστε.

Άρχισε πάλι να βρέχει.

Όπου νάναι θα λειώσει και το κηδειόχαρτο στον τοίχο του ξενοδοχείου «Ερμής».
...

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Η Κικηκόπιτα



Ήτανε μια εποχή που η Κικηκόπιτα ήταν ιδανικό.
Ένα όνειρο  του κάθε στερημένου.
Αντικείμενο του πόθου.
Αιτία για να βρεθείς φυλακισμένος στην απομόνωση σε ένα υγρό   και σκοτεινό   καταγώγιο .

Μπορούσε να ανταγωνιστεί επαξίως την εικόνα μιας γυναίκας με μπουρνούζι που μόλις είχε βγει από την κατάλευκη και αχνίζουσα μπανιέρα.

Ας πάρουμε τα πράματα όμως από την αρχή.

Η Κικηκόπιτα έχει ως βάση μια στρώση τηγανισμένες πατάτες σε ροδέλες.
Από πάνω ακολουθεί μια στρώση από πιπεριές διαφόρων χρωμάτων.
Στην συνέχεια χτυπιούνται ανηλεώς τα αυγά μαζί με καυτερό μπούκοβο και διάσπαρτα κομματάκια χωριάτικο τυρί.
Το εκρηκτικό μείγμα περιχύνεται εντέχνως πάνω στις τηγανισμένες πατάτες και τις πιπεριές και το ταψί εισάγεται τελετουργικώς στον μαντεμένιο φούρνο με τα ξύλα να σιγοκαίνε.

Πρέπει να υπάρχει κάποιο επιπλέον μυστικό διότι κανείς δεν μπορούσε να την πετύχει όπως η κυρία Κική.

Η Κυρία Κική ήταν μια μαυροφορεμένη ηπειρώτισσα που κανείς δεν εγνώριζε την αιτία του πένθους της και κανείς δεν την έμαθε ποτές.

Έγιναν άπειρες εικασίες για το πένθος της Κυρίας Κικής.

Ο Άντρας της ζούσε . Τα αδέλφια της επίσης . Τα παιδιά της είχαν μετακομίσει στα Γιάννενα αλλά αυτός δεν θα μπορούσε να ήταν λόγος για να βάλει μαύρα.

Οι πιο ευφάνταστοι υπέθεσαν ότι ένας επαρκής λόγος θα μπορούσε να ήταν ένας μεγάλος και ανικανοποίητος έρωτας των νεανικών της χρόνων .

Κατόπιν προτάσεώς μου συμφωνήσαμε σιωπηρώς στο συμπέρασμα   ότι η Κυρία Κική  πενθούσε γενικώς κατά τον τρόπο και τα έθιμα των Ηπειρωτών που δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για να πενθεί κανείς.

Η Πενθούσα (και συμπαθεστάτη)  Κική μετέτρεψε ένα  σταύλο που κλερονόμησε  σε ταβέρνα απέναντι από το στρατόπεδο.

Στην αρχή η ταβέρνα  είχε τα πάντα.

Τελικά η «αγορά»  την υποχρέωσε να κάνει μοναχά Κικηκόπιτες , πατάτες τηγανιτές και τυρί χωριάτικο με λάδι  ρίγανη και πιπέρι μαύρο.

Ο κόσμος του στρατοπέδου ήταν χωρισμένος ταξικά ως εξής.

Οι εξαθλιωμένοι δεν μπορούσαν ούτε να πατήσουν το ποδάρι τους «στης Κικής».

Οι φτωχοί τρώγανε μία πατάτες.

Η μεσαία Τάξη έπαιρνε και τυρί .

Η «Πλουτοκρατία»   έτρωγε από μια Κικηκόπιτα και πάνω με τυρί χώρια και κρασί χωριάτικο.

Οι σημαντικότεροι οραματιστές της Κικηκόπιτας κατοικούσαν στο ακριβώς απέναντι μου κρεβάτι.

Επάνω κοιμότανε ο Πατρινός  και από κάτω ένας μυστήριος τύπος από  την Καρδίτσα που ότι του ζητούσες το βρίσκε.

Ο Πατρινός ήταν τελείως απείθαρχος και ακατάστατος .

Ο Καρδιτσιώτης ήταν σχολαστικός  νοικοκυρεμένος  και πειθαρχημένος.

Ήταν σχεδόν αδύνατο να τους δεις χώρια . Όπου έβλεπες τον  ένα,  σίγουρα σε πολύ μικρή απόσταση, θα έβρισκες και τον άλλον.

Ήταν συνέχεια τσακωμένοι και συνέχεια μαζί. Σαν να τους έτρεφαν οι καυγάδες τους .
Το μοναδικό κοινό τους σημείο ήταν η Κικηκόπιτα . Σε όλα τα άλλα διαφωνούσαν. Παρόλα αυτά ήταν το πιο αχώριστο ζευγάρι του στρατοπέδου.
Τα βράδια ο Καρδιτσιώτης  αφηγούνταν όνειρα με Κικηκόπιτες  και έκανε διάφορες υποθέσεις για την πολυτάραχη ιστορία της κυρίας Κικής.

Ο Πατρινός  δεν έλεγε πολλά αλλά μετά το «σιωπητήριο» πήγαινε δήθεν για κατούρημα και τον χάναμε.

Είχε ανοίξει μια τρύπα με πένσα στο συρματόπλεγμα του στρατοπέδου , λάδωνε και τον φρουρό με κανένα τσιγάρο και κατέληγε στην Κικηκόπιτα.
Τονε φέρνανε τα «Καρακόλια» αλλά μπρατσάντε και το πρωί στην αναφορά ο διοικητής τον έστελνε  στο πειθαρχείο.

Διέσχιζε το προαύλιο συνοδευόμενος από τον επιλοχία ευθυτενής , αγέρωχος, περήφανος και σοβαρός σαν τον Στήβ Μακ Κουήν στην Μεγάλη απόδραση.

Έλεγε ότι δεν τον ενδιέφερε η άδεια. Του αρκούσε μια δίωρη. Ίσα για να πεταχτεί απέναντι στης Κικής.

Η Πάτρα «ήταν μακριά»  και το χειρότερο,  έπρεπε μετά το κουραστικό ταξίδι να περάσει και απέναντι με το φέρυ μπώτ που τονε «χάλαγε» και έφτανε τελικά στο σπίτι του ξερνοβολώντας Κικηκόπιτες.

Το  δεύτερο όραμα του μετά την Κικηκόπιτα ήταν να γίνει μια γέφυρα Ρίο - Αντίριο.

Τον κοίταγαν όλοι και κουνούσαν το κεφάλι τους.

«Γίνονται τέτοια πράματα;»

Ο Μόνος που τον καταλάβαινε κάπως ήταν ο Καρδιτσιώτης.
«Μην είσαστε μαλάκες ρε … Θα γίνει κάποτε αλλά δεν θα γίνει επειδή  το θέλουνε οι Πατρινοί. Θα γίνει όταν μπορεί να γίνει»

Προχτές είπα να δοκιμάσω ξανά.

Πήρα όλα τα υλικά και ξεκίνησα να φτιάξω μια Κικηκόπιτα.

Όσο την ετοίμαζα ήμουν σίγουρος ότι επιτέλους τώρα θα τα καταφέρω.

Τίποτα.

Ξανά η απογοήτευση.

Η Κικηκόπιτα μπορεί να  είχε κάποιο μυστικό που το πήρε μαζί της η Κική.
Μπορεί πάλι τα σημερινά υλικά να είναι άχρηστα.
Υπάρχει και η περίπτωση να πεινάγαμε πολύ τότε.

Μπορεί να συμβαίνουν και όλα μαζί.