Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

«Ξενοδοχείον Λευκάς»


Απόγευμα του Σαββάτου περπατώντας στην προκυμαία της  Πρέβεζας .

 «Υπάρχω.» , λες,   και ύστερα δεν υπάρχεις.»

Το λεωφορείο για  Λευκάδα έχει μόνο έναν επιβάτη   και αυτόν σε κακή κατάσταση.

Ο Οδηγός θέλει κουβέντα .

Απαντώ μονολεκτικά.

Νομίζει ότι είμαι κάποιος περίεργος ταξιδιώτης  κάποιας μακρινής χώρας  που του αρέσουν τα μοναχικά χειμωνιάτικα  ταξίδια.

Δεν πέφτει και πολύ έξω.

«Ξενοδοχείον Λευκάς».

Δωμάτιο 312 με ανατολικό μπαλκόνι , καφετιέρα  στην πρίζα και απαλή μουσική.

Ο νυχτερινός φωτισμένος δρόμος απέναντι στην θάλασσα σαν να περνάει πάνω από το χάος.

Λιγοστεύουν τα αυτοκίνητα.

Λιγοστεύουν οι  παρέες του πάρκου.

Λιγοστεύουν τα  θαλασσοπούλια.

Λιγοστεύουν, λένε, και οι μέρες του χειμώνα.

Μια βάρκα έρχεται να δέσει μέσα στα σκοτάδια. Αναβοσβήνει το κόκκινο φωτάκι της στην πλώρη  αγγέλλοντας το τέλος μιας ακόμα κουραστικής ημέρας.

Ξυπνάω κάθιδρος στις τρείς.

Τυλίγομαι και βγαίνω στο μπαλκόνι να ανασάνω.

Δεν μπορώ να θυμηθώ τι έβλεπα στον ύπνο μου.

Ο δρόμος απέναντι άδειος σαν φωτισμένη σμέρνα  πάνω στην σκοτεινή θάλασσα.

Καπνίζω ένα τσιγάρο και πέφτω ξανά για ύπνο με την ελπίδα ότι , δεν μπορεί, κάποτε θα ξημερώσει.

Με ξυπνάει η πρώτη  αχτίδα του ήλιου.

Ξέχασα να κλείσω τις κουρτίνες αποβραδίς.

Καλύτερα έτσι.

Έχω ραντεβού με  την Ευανθία στις δέκα.

Ταξίδευε όλη νύχτα από το Μιλάνο.

Οι  γλυκές Κεφαλλονίτισσες πήγαν στην «Σκάλα»  για τον «Trovatore».

Την Παρασκευή ήταν η τελευταία παράσταση.

Τραγουδάμε πρωί πρωί … «Chi del  gitano  i giorni abbella»  απέναντι από τον κόλπο του Αγίου Νικολάου και ανοίγει η καρδιά μας.

Τα σφυριά πρέπει να χτυπάνε κόντρα πούντο  στα τέσσερα  τέταρτα. Ένα λα επάνω,  μια παύση τετάρτου και ένα μπάσο  λα με δεύτερη παύση τετάρτου.

Αργότερα  πέρασε η επανάσταση και ο δυνάστης  χρόνος έγινε ξανά πιεστικός.

Ποιος έδινε σημασία σε τέτοια πράματα.

Που να βρεις δύο σφυριά και αμόνι που να βγάζουν  ένα ψηλό και ένα χαμηλό λα.

Η παράσταση έπρεπε να βγει γρήγορα.

Ποιος θα καταλάβαινε την διαφορά και ποιος έδινε σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες.

Ευτυχώς δεν ζει πλέον ο συνθέτης.

Αυτός που ανέβασε στο σανίδι  τις ερωτευμένες πόρνες , τους εξεγερμένους  σκλάβους, τους  αισιόδοξους  μπαρμπέρηδες , τους  ανέμελους τσιγγάνους, και τους  ψαράδες  των ασήμαντων  μικρών λιμανιών.

Καλύτερα έτσι.

Αν ζούσε σήμερα θα τον ακούγαμε στο θεωρείο   να αναφωνεί:  «Che delusione!» .

Απέναντι  η ανοιχτή θάλασσα.

Στο βάθος το πλοίο της γραμμής .

«Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.»

Στο λεωφορείο της επιστροφής είμαι ξανά  μόνος με τον οδηγό.

Θυμάμαι μια χειμερινή  διαδρομή με το τρένο για το Ότραντο.

Ένα μόνο  άδειο βαγόνι γεμάτο γκράφιτι.

«OtrantoStazione Terminale»    μονολογεί ο οδηγός  στο μικρόφωνο.

Απέναντι  οι Αντίπαξοι .

Πόσες  ανίερες πατούσες και πόσα  αγχωμένα βήματα στην κατάλευκη γυάλινη άμμο.

Πόσα «έρημα κορμιά  του χρόνου παιχνιδάκια»  με γυαλιά ηλίου, αλειμμένα με αντηλιακά, ξαπλωμένα μπρούμυτα και ανοήτως σε  αυτό το πανέμορφο δημιούργημα.


Πιο πέρα ο Γάης  ετοιμάζεται για ύπνο,  ο οδηγός με τα καψουροτράγουδα στο στικάκι ,  το τηλέφωνο σε ανοιχτή ακρόαση να ψάχνει για γυαλιστικό αυτοκινήτων και «η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα».

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

8 Μαρτίου

8 Μαρτίου
………………..


Για  κάποιους η  ογδόη Μαρτίου  είναι η ημέρα της αγωνιζόμενης  γυναίκας του συνδικάτου κλωστοϋφαντουργών.

«Ο Καπιταλισμός και όχι οι άνδρες είναι ο εχθρός των γυναικών»   έλεγαν οι πολιτικά καταρτισμένοι.

Για κάποιους η ισότιμη συμμετοχή της γυναίκας στην εργασία  ήταν η  ασφαλέστερη  οδός για την απελευθέρωσή της .

Υπάρχουν (ακόμα) γυναικείες οργανώσεις κομμάτων που πιστεύουν ότι η ημέρα αυτή είναι  κατάλληλη  για εκδηλώσεις συσπείρωσης των γυναικών ενόψει των ευρωεκλογών.

Υπήρξαν και  οργανώσεις που ήθελαν την απελευθέρωση της γυναίκας από τα δεσμά του σουτιέν   του Πρίτι Μπρά  του Στρίγκ  και  του ψηλού τακουνιού.

Εμένα μου έκανε  μεγάλη εντύπωση  μια φράση ενός μεγάλου  διανοητή που διάβασα σε ένα σπουδαίο βιβλίο του.

Έλεγε λοιπόν ότι  «Ένας μελλοντικός υπερπολιτισμός , αν υπάρξει,  θα είναι αταξικός και άφυλος».

Επειδή η κουβέντα είναι βαριά και κάπως αινιγματική θα ήθελα εδώ να  πω ότι  στην διάρκεια της ζωής μου έχω κατηγορηθεί ως Λικβινταριστής , Αριστεριστής, Οπορτουνιστής , Ρεβιζιονιστής , Ιρασιοναλιστής , Σεχταριστής  και πολλά άλλα.

 Ας μην κατηγορηθώ τώρα και ως Πούστης. Δεν θα το αντέξω.

Δεν είμαι σίγουρος αν είναι όντως προφητικές οι κουβέντες του σπουδαίου αυτού ανδρός τον οποίο θαυμάζω για το έργο του.

Τις παραθέτω απλώς  διότι με έβαλαν σε σκέψεις που θα μπορούσαν να βάλουν τον καθένα νομίζω.

Προς το παρόν τάσσομαι ανεπιφύλακτα υπέρ της κυρίας Ελευθερίας την οποία είχα την τιμή να την γνωρίσω και να την ερωτευτώ.

Πριν  από τέσσερα χρόνια, μάλιστα,  είχα γράψει ένα μικρό αναμνησιακό  αφήγημα  για αυτής και το αναδημοσιεύω για όσους και όσες δεν το διάβασαν τότε. Το συνοδεύω δε και με ένα αγαπημένο τραγούδι του Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ  για την  «Σινιόρα Λιμπερτά».




Η κυρία Ελευθερία έμενε στην διπλανή μας αυλή.

Εκείνον τον καιρό τα σπίτια στην Αθήνα είχαν ακόμα αυλές .
Με το ένα μάτι διάβαζα και με το άλλο περίμενα να βγει η κυρία Ελευθερία να απλώσει τα ρούχα της.
Εξαιτίας κάποιας σκοτεινής συνωμοσίας των δυνάμεων της φύσης, ουδέποτε ο άνεμος σήκωνε το φουστάνι της κυρίας Ελευθερίας πέραν ενός κρίσιμου ορίου.

Για κάποιο ανεξήγητο λόγο , επίσης, η μάνα μου, «βρώμα» την ανέβαζε , «του σχοινιού και του παλουκιού» την κατέβαζε.
Κάποια φορά, δε, την αποκάλεσε και «καραπουτανάρα».
Παρά ταύτα ανάμεσα σε μένα και στην κυρία Ελευθερία υπήρχε μια μυστική γλυκιά ροζ ατμόσφαιρα.
Θυμάμαι (ως τώρα να ήτανε) που μια φορά έπεσα ,εκεί που παίζαμε στο δρόμο , σηκώθηκα κλαίγοντας να πάω σπίτι μου και έπεσα πάνω στην κυρία Ελευθερία .
Μου έβγαλε με προσοχή ένα πετραδάκι που είχε σφηνωθεί στο ματωμένο μου γόνατο , μου χάιδεψε το πόδι , μου χαμογέλασε και μου είπε να πάω σπίτι μου να μου βάλει η μάνα μου ιώδιο.
Εν τω μεταξύ εγώ είχα βυθιστεί ανάμεσα στα στήθη της που για έναν επίσης ανεξήγητο λόγο ουδέποτε μπορούσες να δεις πέραν ενός ορισμένου βάθους.

Η κυρία Ελευθερία έμεινε για πάντα κάτι το μυστηριώδες και απλησίαστο.
 Δεν θυμάμαι πλέον το πρόσωπο της .

Τα υπόλοιπα τα θυμάμαι, νομίζω .

http://www.youtube.com/watch?v=aBYzMUgzbT0

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Ο Φωταγωγός


 Το χειρότερο πράγμα που πρέπει να συμβαίνει σε  έναν εξόριστο θα πρέπει να είναι η ομοιογένεια με τους συν-εξόριστους  του.

Δεν αντέχεται.

Στην περίπτωσή μας , ευτυχώς,  ζούμε σε μια κατάσταση εξορίας, μεν, αλλά με  την  φοβερή πολυτέλεια  της βιοποικιλότητας.

Έτσι λοιπόν στην δική μου εξορία  ένας τρόπος για να έρχομαι σε επαφή με τους συνεξόριστους μου είναι και ο φωταγωγός της πολυκατοικίας μας.

Καθώς το λέει και η λέξη , οι φωταγωγοί επινοήθηκαν για να  άγουν το φως  μέσα στα σπίτια.

Στις σημερινές πολυκατοικίες χρησιμεύουν κυρίως για να αερίζονται οι κουζίνες και οι  καμπινέδες.

Στην περίπτωσή μου ο φωταγωγός χρησιμεύει και για να ακούω  (άθελα μου) τα τεκταινόμενα του μικρόκοσμου της πολυκατοικίας.

Δεν υπάρχει απολαυστικότερο χέσιμο από το να ακούς  λαιβ τον χρυσαυγήτη  του τρίτου να «σκοτώνεται» με την γυναίκα του , την κόρη του, την πεθερά του και την εγγονή του  ταυτοχρόνως.

Αισθάνομαι την ανάγκη υπογραμμίσω εδώ  ότι δεν υπάρχει κανένας υπαινιγμός  σε σχέση με το γυναικείο φύλο.
Θα μπορούσε να μου τύχει να έχω μια γειτόνισσα του κουκουέ  μου- λού που να της ρίχνονται ταυτοχρόνως ο άντρας της , ο γιός της , ο εγγονός της, και ο πεθερός της.

Ένι  γουέη.

Είναι στιγμές, κυρίως όταν ο χρυσαυγήτης βρίσκεται στο καναβάτσο , ψευδίζει και λέει διάφορα ακατάληπτα,  που νοιώθω μια απέραντη τρυφερότητα για αυτόν.

Ανακατεύω στο φούρνο δυο χταποδάκια  γκιουβέτσι και ακούω συγκινημένος σε συνέχειες να ξετυλίγεται το δράμα μιας οικογένειας που τα μέλη της δεν έχουν απολύτως τίποτα κοινό.

Ο Φωταγωγός μου λειτουργεί σαν ραδιόφωνο του εξήντα με τις  δημοφιλείς και συγκινητικές σαπουνόπερες που τις παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα εκατομμύρια ακροατές.

Εκείνη την εποχή δεν ήταν ακόμη της μοδός η «προσωπική άποψη».

Βλέπεις πολλούς σήμερα να λένε ότι «..κατά την προσωπική μου γνώμη..» και να αισθάνεται λες και την γνώμη του την διαμόρφωσε μόνος στην απεραντοσύνη του διαστήματος  και, όταν επιτέλους, έφτασε στην Γή,   «ένοιωσε την ανάγκη να μας την πει».

Σφίγγεις τα δόντια και τον ακούς υπομονετικά να παπαγαλίζει ακριβώς ότι άκουσε την προηγούμενη βραδιά στις ειδήσεις.

Γέμισε ο κόσμος από «ανεπηρέαστους», «ανεξάρτητους» , «ανένταχτους» και « αυτόνομους» που αναμεταδίδουν την «προσωπική» τους  άποψη.

Είναι της μοδός   να «είσαι  ο εαυτός σου».

Ο καθένας έχει από μια γνώμη και από μια κωλοτρυπίδα καθώς έλεγε και ο  Κλίντ Ήσγουντ.

Ο Φωταγωγός μου σε αντίθεση με το ραδιόφωνο, έχει το μειονέκτημα ότι δεν έχει κουμπί να τόνε κλείσεις.

Θα τα ακούσει όλα θές δε  θές.

Είναι  στιγμές που αισθάνομαι σαν τον Τζόν Αμιέλ στην ταινία «..και ο Θεός έπλασε την θεία Τζούλια».

Ο Πρωταγωνιστής ήταν ένας παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών.
Παρακολουθούσε τις καθημερινές συμπεριφορές και έφτιαχνε ράδιο σαπουνόπερες από αληθινές καθημερινές ιστορίες.

Έφτασε στο σημείο , ο αθεόφοβος,  να κάνει  σίριαλ τον κρυφό  έρωτα ενός νεαρού με την θειά του τη Τζούλια.

Συνήθιζε, δε, να βάζει εμβόλιμα και ατάκες που προσέβαλαν ειδικά τους …Αλβανούς.

Έλεγε , δηλαδή,  σε κάθε ευκαιρία:
- « Είναι νύχτα …βρέχει και κάνει κρύο… ο Τζόν  Μαλευ περνάει από ένα σκοτεινό σοκάκι που είναι γεμάτο σκουπίδια, λάσπες, ποντικούς και Αλβανούς».

Στην Νέα Ορλεάνη του πενήντα κανείς δεν ήξερε ούτε κατά που έπεφτε η Αλβανία ούτε καν  ότι υπήρχε μια κοινότητα Αλβανών στην πόλη.

Μόλις κατάλαβε ο ανιψιός ότι η μελοδραματική  σαπουνόπερα αφορούσε το ίδιο και τον κρυφό έρωτα του  με την θεία Τζούλια έγινε έξαλλος εναντίον του.

Σαν να μην έφτανε αυτό έρχονται και οι Αλβανοί και του καίνε το σταθμό.

Δραπετεύει από την πόλη ντυμένος πυροσβέστης απάνω στο πυροσβεστικό που πήγε  να σβήσει τη φωτιά.

-«Καλά γιατί τάβαλες με τους Αλβανούς;» τον ρωτάει ο οδηγός του πυροσβεστικού.


-«Δεν υπάρχει κανένας λόγος ,φίλε μου,  στον προηγούμενο ραδιοφωνικό σταθμό που δούλευα τάχα βάλει με τους Νορβηγούς». 

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Για ένα καλύτερο παρελθόν


 Το περασμένο καλοκαίρι,  ένα μεσημέρι,  καθώς γύριζα  στην πόλη σταμάτησα σε ένα εστιατόριο  κάπου τσι Σινιές  για φαγητό.

Είχε ένα μικρό μπαλκονάκι στο πίσω μέρος . Απέναντί μου η θάλασσα και οι κοντινές ακτές  της νότιας Αλβανίας.

Τώρα που το σκέφτομαι αυτό το «νότιας Αλβανίας» ήταν η αφορμή για να τσακωθώ με έναν  ηλίθιο φανατικό που μου είχε κάνει την παρατήρηση (σε αυστηρό τόνο μάλιστα)  διότι  κακώς χρησιμοποιώ τον όρο αυτό . Κανονικά θα έπρεπε να λέω (σύμφωνα με την επιταγή του ηλιθίου)  «Βόρειος  Ήπειρος».

Του είπα «άντε γαμίσου ρε σκατοφασίστα» και απειλήθηκε σύρραξη.

Μας χώρισαν  ψυχραιμότεροι.

Επανέρχομαι στο μαγικό  μπαλκονάκι  του καλοκαιρινού εστιατορίου .

Ο Σερβιτόρος μου φέρνει  μια μερίδα γεμιστά , μια ντοματοσαλάτα  και μισό  κιλό κρασί  με τα μούτρα μέχρι το πάτωμα.

Σκέφτομαι ότι δεν έχει όρεξη .

Δεν μιλάω.

Γύρευε τι μπορεί να του συμβαίνει του ανθρώπου.

Αφήνει τα πιάτα και μονολογεί.
-«Μας καταστρέψανε οι πούστηδες»
-«Ποιοι;» ερωτώ αφελώς.
-«Αυτοί εδώ απέναντι»  μου λέει και μου δείχνει  τις απέναντι ακτές.
-«Οι Αλβανοί;» ερωτώ αδιάφορα.
-«Μωρέ ποιοι Αλβανοί!  Οι δικοί μας , α θέλει ο Θέος. Καταντήσανε την Κέρκυρα  ερείπιο…. είμαστε οι πρώτοι και γίναμε οι τελευταίοι… Να στείλουνε ένα καράβι οι Άγγλοι να ρίξει δυό κανονιές  να τελειώνουμε.»

«Φορτώνει»  και δεν ρίχνω λάδι στην φωτιά.

Έχουν αρχίσει να πληθαίνουν εκείνοι που θάθελαν έναν πιο πλούσιο προστάτη.

Τα παλιά χρόνια -έχω ακούσει - ψήφιζαν  το πιο πλούσιο για δήμαρχο.

Αν ήταν προβατίνες θα ήθελαν έναν  αυστηρό τσοπάνο με στριφτά μουστάκια και πολλά τσοπανόσκυλα.

Σκέφτομαι ότι μάλλον αδικώ τις προβατίνες.

Πεινάω .

Αν του φέρω αντίρρηση  δεν θα με αφήσει να φάω.

Τον βλέπω να απομακρύνεται και σκέφτομαι ότι τα παλιά χρόνια,  του τουρισμού και της εύκολης ζωής ,  μάλλον θα ήταν  ηγετικό στέλεχος στο μεγαλειώδες και ιστορικό κίνημα των  Γκρίκ Λάβερς.

Εκείνη την εποχή,  της εποποιία της κλοπής των ξένων τουριστών,
αν έμπαινα στο μαγαζί και παράγγελνα θα έκανε ότι μπορούσε για να με διώξει.

Έκτοτε  κύλισε πολύ νερό κάτω από τα γιοφύρια της «ανάπτυξης»  και οι ανέμελοι  και  καυλωμένοι σερβιτόροι  έγιναν  «αγανακτισμένοι πολίτες» .

Και όσο οι αγαναχτισμένοι δεν μπορούν να ονειρευτούν ένα  (ανύπαρκτο)  μέλλον καταφεύγουν ρακένδυτοι στα ερείπια ενός  καλύτερου (και υπαρκτού) παρελθόντος.

Έτσι  βρέθηκα στον παράδεισο της  μαλακίας.

Κάθομαι στο παγκάκι και  αμέτρητοι  τρόφιμοι του παραδείσου μαλακίζονται δημοσίως  στα διπλανά παγκάκια.

Ο Θεός  στέλνει τα χερουβίμ προκειμένου να επαναφέρουν την τάξη .

Ματαίως.

Τώρα θα ακούσω  όλες τις μαλακίες του ανθρώπινου γένους μαζεμένες .

Αν δυσανασχετήσω θα με πουν  οι δικοί μου «σεχταριστή».


Κάνω υπομονή.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Ο Άσωτος


Ο Βαγγέλης ψήφιζε πάντα κουκουέ.

Δεν ήταν ποτέ οργανωμένος σε «κόβα» αλλά μην του πεις τίποτα για το κόμμα…. σε σφάζει.

Μια φορά στην ζωή του μόνον «παρεξέκλινε» από την γραμμή του κόμματος .

Ήταν το βράδυ της μοιραίας Κυριακής του 1981   που βγήκε με ένα φίλο του νυχτιάτικα να πανηγυρίσουν την νίκη του Πασόκ .

Τράκαρε την Άλφα Ρομέο , το καμάρι του, σε μια κολόνα, στα τρία Γεφύρια, και γυρίσανε στα σπίτια τους καταματωμένοι από την ταξική πάλη.

Δεν θέλει να του το θυμίζεις.

Χτες μου μιλούσε συγκινημένος για έναν παλιό του φίλο.
Χρόνια ήταν στο Πασόκ αλλά τώρα… «σκέφτηκε ότι θα τρίζουν τα κόκκαλα του πατέρα του που έκανε και εξορία» και έτσι αποφάσισε να  γυρίσει στην βάση του στο κόμμα.

-«..και πόσω χρονώ είναι ο φίλος σου ρε βαγγέλη;»
-«Εβδομήντα οχτώ.» μου λέει.
-«..και τι θα τονε κάνετε στο κόμμα τώρα , ρε Βαγγέλη; Αυτός δεν θα μπορεί να πάρει τα πόδια του.
Ούτε αφίσες μπορεί να κολλάει, ούτε προκηρύξεις,  ούτε ψηφοδέλτια.
 Αυτός θα πέφτει για ύπνο από τις έξι με την βουλγάρα πάνω από το προσκεφάλι του.
Με τον καθετήρα θάρχεται στις διαδηλώσεις του ΠΑΜΕ ρε Βαγγέλη;
Αν τα καταφέρει να τερματίσει στις περιφερειακές εκλογές, να βρει την τρύπα και να ρίξει το ψηφοδέλτιο στη κάλπη, θα είναι θαύμα.»

Χαμογελάει ο Βαγγέλης. Δεν ήταν ποτέ «οργανωμένος» και , ως εκ τούτου,  μερικές φορές,  αντέχει τα αστεία.

-«Μετάνιωσε για τα σφάλματα του παρελθόντος …να μην τον δεχτούμε …. δεν είναι σωστό.»

-«Κάτσε ρε Βαγγέλη .. έκατσε τόσα χρόνια στο Πασόκ , έκανε την ζωή του τα χρόνια της εξουσίας και τώρα που δεν έμεινε τίποτα όρθιο γύρισε πίσω στο Κουκουέ να τονε ξεσκατίζετε;
..Σαν την Λούλα την Κουτσή που έκανε πιάτσα τσου Άγιους Πατέρες.. και αφού έφαγε δέκα τερτικά  πούτσους  μπήκε , στα γεράματα,  στην εκκλησιά και άρχήνησε  να σταυροκοπιέται μετά μανίας.»

Έτσι που λες αγαπητέ αναγνώστη γιόμισε ο κόσμος άσωτους.. και οι άσωτοι, ως γνωστόν, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να ξαναγυρίσουν. Τι να φοβηθούν; Όλες οι εκκλησίες τους περιμένουν με διάπλατα ανοιχτές τις πόρτες.

Βλέπω υποψηφίους του σχοινιού και του παλουκιού να εμφανίζονται με ύφος  προφεσόρου,  με «όραμα»  και  όρεξη για «δουλειά».

Βλέπω διευθυντές οργανισμών στη σύνταξη να φοράνε τζίν στις διαδηλώσεις.

Ένας από δαύτους με χαιρετάει «θερμά» έξω από το εργατικό κέντρο να τονε δούνε όλοι.

Φοράει παντελόνι και μπουφάν τζίν …ασορτί.

-«Έφερες το νουβέλο;» του λέω.
-«Τι να το κάνω;» ρωτάει απορημένος.
-«Να δεις αν είναι ίσιο το εργατικό κέντρο;» του απαντάω.

Βλέπω υποψηφίους δημάρχους που επί τριάντα χρόνια κάνανε καριέρα να επιστρέφουν «στην βάση τους».

«Είναι η ώρα του αγώνα».

Την προηγούμενη Κυριακή το πρωί νάσου ένας φρέσκος και καμαρωτός  μου χτυπάει την πόρτα στο χωριό.

«Ο τόπος δεν αντέχει άλλο αυτή την κατάσταση!»

«Με ένα σωστό πρόγραμμα και  ένα «τιμ» ικανών συνεργατών-συντρόφων μπορεί να γίνουν πολλά».

Δεν απαντώ.

 -«Θα καθίσεις για φαγητό;»  ρωτάω ευγενικά.

-«Έχεις τίποτα καλό;» ρωτάει με συντροφική οικειότητα.

-«Κόκκορο παστιτσάδο» απαντώ

-«Ααα… Δεν ξέρεις …Το καλύτερο παστιτσάδο γίνεται από μούσκουλο μοσχαρίσιο.»


-«Ώπα ρε μεγάλε! … και το μόσχο τον σιτευτό;.. Στο τέλος θα μας ζητήσεις να σου στήσουμε και άγαλμα στη κοφινέττα με φυσεκλίκια χιαστί».

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Ο Θαυμαστός κόσμος των κατσαρίδων


Λένε αυτοί που ξέρουν ότι οι κατσαρίδες είναι  οι μόνες που θα επιβιώσουν μετά από έναν πυρηνικό πόλεμο.

Κάτι απροσδιόριστο έχουν που τις προστατεύει από τη ραδιενεργή ακτινοβολία.

Είναι δύσκολο, βέβαια, να φαντασθεί κανείς πως μπορεί να επιβιώσει μόνον ένα είδος πάνω στον πλανήτη.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι τα παλιά χρόνια έβλεπες πολλούς ανθρώπους να τριγυρνούν «ασκόπως» μέχρι αργά στους δρόμους και.. που και πού.. έβλεπες και καμιά κατσαρίδα σκαρφαλωμένη σε κανένα σκουπιδοτενεκέ.

Όσο περνούσαν τα χρόνια λιγόστευαν οι άνθρωποι στους δρόμους . 
Λίγοι περπατούσαν «ασκόπως» . 
Έλεγες : «Κλείστηκαν όλοι μέσα από τώρα;».

Ωστόσο οι κατσαρίδες αυξανόταν και τριγυρνούσαν μέρα νύχτα.

Είναι φορές (σαν και σήμερα , ας πούμε) που περνάνε από το μυαλό μου φοβερά πράματα.

Ο Κόσμος , λέει έχει καταστραφεί ολοσχερώς από έναν πυρηνικό πόλεμο και οι ελάχιστοι άνθρωποι που επέζησαν κατέφυγαν στα υπόγεια καταφύγια . Όλο το ζωικό βασίλειο εξαφανίσθηκε και στους δρόμους των άδειων πόλεων κυκλοφορούν  μόνον κατσαρίδες.

Μια ομάδα επιστημόνων (του υπογείου μου) μου αναθέτει την αποστολή να βγω στην επιφάνεια και να φέρω μια κατσαρίδα  προκειμένου να την εξετάσουν στα εργαστήρια για να μάθουν τον λόγο για τον οποίο είναι αδιαπέραστες από την ραδιενέργεια.

Κατηφορίζω την Πολυχρονίου Κωνσταντά προς το Σαρόκο.

Άδειοι δρόμοι , απόλυτη σιγή , παράθυρα που χάσκουν , μισάνοιχτες πόρτες , σκονισμένα αυτοκίνητα και παντού σμήνη κατσαρίδων που πηγαίνουν και έρχονται βιαστικές.

Αισθάνομαι σαν τον Μπρούς Γουίλις  στον «Στρατό των δώδεκα πιθήκων».

Εγώ , αδίστακτος δολοφόνος κατσαρίδων κάνω συνεχείς ελιγμούς μη τυχόν και πατήσω κατά λάθος καμιά και μου ριχτούνε όλες μαζί.

Στον Ανεμόμυλο κάθομαι στο συνηθισμένο τραπέζι .
Τριγύρω μου κατσαρίδες, στα τραπέζια,  στις καρέκλες, παντού.

Κοιτάω προς την θάλασσα .
Είναι το μόνο μέρος που δεν τις βλέπεις.

«Θα πάρετε κάτι;»

Ταράζομαι.  «Έχουν και οι κατσαρίδες σερβιτόρες;»

Είμαι έτοιμος να πω : «Παρακαλώ μια κατσαρίδα σε αποστειρωμένο βάζο.»

Κρατιέμαι… δεν ξέρω πως θα το πάρει.

Ανηφορίζω τον ΝΑΟΚ.

Κοντοστέκομαι στα μουράγια  για ένα τσιγάρο. 
Τα παταράτσα έχουν απόψε την καθιερωμένη συναυλία του Λεβάντε.

Στο πεντοφάναρο συναντάω τον «μάνατζερ» της προηγούμενης ιστορίας μας.

Είναι βιαστικός και το βλέμμα του, ως συνήθως, ανήσυχο.

Μου χαμογελάει από υποχρέωση.

Δεν τον έχω δει μια στιγμή να έχει ελεύθερο χρόνο. Να κάνει βόλτα με την κυρία στην πλατεία. Να πίνει αμέριμνος έναν καφέ.

Σπούδαζε τόσα χρόνια στην Αγγλία «οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων» αλλά δεν μπόρεσε να προβλέψει την οικονομική κρίση.

Ακόμα και τώρα που τον συντρίβει δεν μπορεί να  καταλάβει από πού του ήρθε.

Διασχίζει ματαίως την Ευγενίου Βουλγάρεως προς την Ανουντσιάτα.

Τον βλέπω να απομακρύνεται και μελαγχολώ.

Τα δύο αδέλφια  του μικρού καφενείου παντρεύτηκαν και έφυγαν από την πόλη.

Η Γυναίκα του ενός είχε κληρονομήσει ένα παλιό λουτρουβιό λίγο έξω από το χωριό και σε μικρή απόσταση από την θάλασσα.

Έβαλαν προσωπική εργασία και με λίγα λεφτά το μετέτρεψαν σε έναν πολύ όμορφο κατοικήσιμο χώρο.

Δυο ευρύχωρα διαμερίσματα στις δύο άκρες και στην μέση έναν τεράστιο κοινό χώρο σαν καθιστικό και σαλόνι.


Βρισκόμαστε καμιά φορά τον χειμώνα .

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Ο Κατσαρίδας

Από μικρός είχα σοβαρό πρόβλημα με τις κατσαρίδες.
Δεν με ενοχλούσαν οι  αράχνες , τα φίδια η οι σκορπιοί.
Οι κατσαρίδες  με τρομοκρατούσαν και με αηδίαζαν ταυτοχρόνως.
Δεν μπορώ να το εξηγήσω με την  φτωχή μου λογική.
Τα έντομα αυτά δεν μου έχουν κάνει τίποτα και όμως ένα διάστημα  τα αντιμετώπιζα σαν να ήμουν στέλεχος  στην νεολαία του Χίτλερ.

Τώρα , νομίζω το έχω ξεπεράσει. Τουλάχιστον δεν είμαι πλέον  σήριαλ κίλερ κατσαριδών.

Έβρεχε ως συνήθως προχτές το βράδυ και με φέρανε τα πόδια μου έξω από ένα γνωστό καφέ της μικρής μας πόλης.

Ακουγόταν μέχρι έξω ένα συνεχές ντουπ-ντούπ  που νόμιζες ότι κάποιος έσκαβε στο μπετό.

Έριξα μια ματιά μέσα από τα θολωμένα τζάμια και θυμήθηκα την μικρή (και ασήμαντη) ιστορία  του.

Πριν από χρόνια  με βρήκε ένας φίλος και μου ανακοίνωσε σοβαρά ότι ετοιμάζεται να ανοίξει ένα καφέ.

Μου μιλούσε ώρα και με πάθος για το «όραμα» του.
Ποιοτική μουσική, διακόσμηση ανάλογη, ατμόσφαιρα φιλική, μικρές εκδηλώσεις που και πού , φτηνές τιμές και τα λοιπά.
Ήθελε να  κάνει ένα μικρό πολιτιστικό στέκι που να του δίνει και ένα μικρό μεροκάματο.
Θα επρόκειτο για ένα ζεστό χώρο στρατευμένο στην υπηρεσία του πολιτισμού.

Τα λεφτά θα τα έβαζε αυτός και ο αδελφός του μαζί με την γυναίκα του.

Η ιδέα  δεν ήταν τίποτα πρωτότυπο αλλά μου άρεσε, τον συμπαθούσα και ανέλαβα να κάνω τον διακοσμητή τον σχεδιαστή και τον μάστορα των κατασκευών με κέφι.

Το μαγαζί  άνοιξε επιτέλους και το κοινό ανταποκρίθηκε δεόντως.

Οι πελάτες ήταν καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων, φοιτητές  και λίγοι μαθητές .

Που και που γελιόταν και έμπαινε και κανένας άσχετος και κοίταζε παραξενεμένος τριγύρω.

Παρόλο που οι τιμές του ήταν χαμηλές , τόβγαζε το ψωμάκι του το μαγαζί . Δύσκολα έβρισκες τραπέζι και γρήγορα έγινε τόπος συνάντησης  ψαγμένων παρεών.

Εκεί που όλα φαινόταν να πηγαίνουν καλά  νάσου η κυρία  και ολοένα και συχνότερα έπαιρνε ένα ύφος «σαν κάτι να μην μου αρέσει ».

Η Κατάσταση της  χειροτέρευε μέρα με τη μέρα και είπαμε να  το συζητήσουμε κατ ιδίαν με τον φίλο μας.
Το μυαλό μας πήγαινε στην σεξουαλική ζωή του ζεύγους.
Είναι  γνωστό ότι όταν δεν υπάρχει ικανοποιητική σεξουαλική ζωή σου φταίνε όλα.

Μας διαβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο περί αυτού παρόλο που δεν έπαιρνε και όρκο.

Μετά από λίγο καιρό λύθηκε το μυστήριο.

Η Κυρία μας κουβάλησε έναν ειδικό μάνατζερ που θα μπορούσε να κάνει το μαγαζί να πετάει.

«Τέρμα οι αναχρονισμοί που κρατούν το μαγαζί καθηλωμένο στα ίδια και στα ίδια.»
«Αν δεν βγει η επιχείρηση από την στασιμότητα θα έρθει μοιραία το τέλος.»

Γνωρίσαμε τον «μάνατζερ»  μια Κυριακή πρωί.

Φρεσκοξυρισμένος , κατακάθαρος, λεπτά χέρια ελαφρώς τριχωτά , χρυσή βέρα, σακάκι με μπλουζίτσα από μέσα και ύφος συγκρατημένο.

Χαμογελούσε τυπικά και συμφωνούσε σε όλα.

Μόλις είχε έρθει από την Αγγλία όπου εσπούδασε «οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων».

Έπιασε δουλειά αμέσως και σε άμεση συνεργασία με την κυρία  μετέτρεψε το μαγαζί σε αυτό που είναι σήμερα.

Μουσική -κομπρεσσέρ λόου μπάπ , ατμόσφαιρα υπηρεσιακή, καμαρωτές τριαντάρες, μισοκαραφλοί  τριαντάρηδες  με το ποτήρι στο χέρι και το μάτι άγριο για  γκόμενα και  λίγοι μεσόκοποι  δικηγόροι με τρίχες στα αυτιά  που νομίζουν ότι είναι ακόμα φοιτητές  της νομικής.

Σε λίγο καιρό  ο φίλος μου πούλησε το μερδικό του και αποχώρησε.

Δεν πέρασε ένας χρόνος και η κυρία χώρισε τον αδελφό του.

Της έμεινε το μαγαζί  και ο «μάνατζερ».

Πριν προλάβουμε να ξεχειμωνιάσουμε η «σχέση» της κυρίας με τον «μάνατζερ» επισημοποιήθηκε.

Δεν ξέρω γιατί αλλά όταν δεν βλέπω μπροστά μου κατσαρίδες, όταν απλώς σκέφτομαι το  εγκληματικό μου  παρελθόν,  νοιώθω μια συμπάθεια για τα  έντομα αυτά.

Ίσως είναι που γερνάω.

Ίσως πάλι, σκέφτομαι ότι δεν μας άξιζε  μια τέτοια τύχη.

Ούτε στις κατσαρίδες ούτε σε εμάς.

http://www.youtube.com/watch?v=UOauYxtEORA&list=UUEndHtwq5V1bsGC48O52jmA&feature=c4-overview