Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Το ψωμί είναι κάτω από το χιόνι


 Ξημερώνουν Χριστούγεννα του σωτήριου έτους 2013 (μΧ).

Φοράω τις πυτζάμες που μου πούλησε κοψοχρονιά μια πωλήτρια  σούπερ μάρκετ που με συμπαθεί.
 Ήταν το τελευταίο  ζευγάρι.
 Το πρόβλημα ήταν ότι ήταν διαφορετικό χρώμα και διαφορετικό νούμερο .

Από πάνω είμαι σαν τον Μπάτμαν και από κάτω σαν τον Σαρλώ.

Στέκομαι διστακτικός στην εξώπορτα.
Ψιλοβρέχει .
Προς το Σιδάρι μια ελαφριά  πρωινή πάχνη σκεπάζει τους Αγραφούς .

Έχω δυό επιλογές.
Να πάω στην εκκλησιά να ακούσω και την Χριστουγεννιάτικη χορωδία η να ανηφορίσω προς τον Μέγα Κάμπο να αγναντέψω τα πέρατα.

Επιλέγω εκδρομή στο ψιλόβροχο.

Διασχίζω το χωριό με προσοχή.

Οι χωριανοί μου έχουν την υποψία ότι είμαι από ιδιόρρυθμος  έως σμπερλάδος.

Αν με πάρει κανένα μάτι να ανηφορίζω χριστουγεννιάτικα και βρέχοντας τα  όρη,  η υποψία θα γίνει βεβαιότητα.

Φοράω επώνυμο αδιάβροχο αθλητικό μπουφάν, ποδοσφαιρικές κάλτσες μέχρι το γόνατο, και αθλητική φόρμα.

Μου τα χάρισε ένας παλαίμαχος ποδοσφαιριστής που με συμπαθεί.

Κοιτάω το σπόρ ρολόι μου.
Εννιά η ώρα.

Μου το χάρισε ο αδελφός μου.

Είναι γεμάτο κουμπάκια και χρονόμετρα.

Δεν είναι του γούστου μου αλλά δεν έχω και άλλο.

Τα παπούτσια μου τα χάρισε ένας καταστηματάρχης που με συμπαθεί.

Η φανέλα και το σώβρακο είναι δώρο της γυναίκας μου στην επέτειο του γάμου μας.

Το πορτοφόλι μου το βρήκα στο δρόμο ολοκαίνουργιο.
Έπεσε κάποιου (ναύτη) αράπη που πουλούσε μπιχλιμπίδια.

Το κινητό μου τηλέφωνο μου το έδωσε κάποιος πρεσβύωπας που δεν μπορούσε να το χειριστεί.

Στο σπίτι έχω αφήσει στη μαρινάδα τις αγριόπαπιες που μου έφερε ο Σπύρος που πήγε για κυνήγι στον Έβρο.

Έκανε το λάθος και ανέβασε στο φέις μπούκ τις φωτογραφίες με τις πάπιες στο χέρι και τονε περάσανε από τον κώλο του βελονιού οι οικολόγριες  της κολόνας του Ντούγκλα.

Άμα ανέβαζε φωτογραφίες με χταπόδια δεν θα λέγανε κουβέντα.

Μου άφησε και πέντε κιλά κρασί ο Θανάσης από την Επίσκεψη.
Έχει ένα αμπέλι στο Φουρνί που το βλέπει ό ήλιος όλη μέρα.

Τα γλυκά τάφερε ο Γιώργης που τον έχουμε καλεσμένο στο τραπέζι.

Τελικά, για το τραπέζι, ξόδεψα  μόνο για φρέσκες παπαρδέλες (ζυμωμένες από τα χεράκια της Λουΐζας) και δύο κρεμμύδια άσπρα.

Ο Θεός των ρομαντικών έχει ρυθμίσει το ψιλόβροχο ακριβώς στα ανεκτά , για ρεμβάζοντες περιπατητές,  επίπεδα.

Αγναντεύω από ψηλά . Απέναντι η ομίχλη έχει καλύψει τελείως  τον  Βίστωνα , τους Μακράδες ,απειλεί τους Λάκωνες και κατηφορίζει προς την Παλιοκαστρίτσα.

Η «Αλληλεγγύη» είναι μια λέξη που συνήθως χρησιμοποιούν  πολιτικές οργανώσεις και προσωπικότητες με τεράστιες κεφάλες   που εμφανίζονται ξαφνικά  προς το τέλος του δελτίου ειδήσεων του μέγκα  και χαϊδεύουν  ξυρισμένους καρκινοπαθείς.

Συνήθως έχει την μορφή εφάπαξ βοηθείας σε αναξιοπαθούντες.

Οι καθημερινοί άνθρωποι δεν την ξέρουν .
Τους φαίνεται και ύποπτη συν τοις άλλοις.
Τους μοιάζει με  τις παπαρδέλες του (Αείμνηστου) Ανδρέα Παπανδρέου που έλεγε με εκείνη την αξέχαστη  βαριά και γεμάτη στόμφο φωνή «..Σύμφωνα με την ετεροχρονισμένη δομική αντιπαλότητα..» .

Παίρνω τον κατήφορο της επιστροφής.

Το μόνο πράγμα που μου έλειπε φέτος ήταν ένα ταξιδάκι.

Θα προτιμούσα την ταραγμένη Βόρεια Ιταλία  να γνωρίσω εκ του σύνεγγυς και την εξέγερση των Δικράνων.

Δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα  για κάτι τέτοιο.

 Ξαφνικά μας  κάνει δώρο η κόρη μας δυό εισιτήρια για την Κωνσταντινούπολη.

Αισθάνεται υποχρεωμένη που την εφέραμε στον κόσμο σε μια τόσο ενδιαφέρουσα εποχή.

Δε βαριέσαι.

Δεν μου πολυαρέσουν τα ανατολίτικα παζάρια αλλά θα το αντέξω και αυτό.
 Εφτά μέρες είναι .
Θα περάσουν.

Εκείνο που σκέφτομαι είναι ότι και εκεί έχουν φασαρίες με διεφθαρμένους υπουργούς.

Φαντάσου , λέει , να με περάσουν οι αριστεροί διαδηλωτές για  τον  Τζαφέρ  Τσαγλαγιάν και να με πάρουν στο κυνήγι με σημαίες  με τον Τσε Γκεβάρα.
Να καταφέρω να μπω στην Αγιά  Σοφιά  (..το μέγα μοναστήρι , με τετρακόσια σήμαντρα και εξήντα δυό καμπάνες..) , να οχυρωθώ και να έρθει  το CNN  να μου πάρει συνέντευξη απάνω στο καμπαναριό.
Ο Ομπάμα να πάρει το μέρος των αριστερών διαδηλωτών και ο Ερντογάν να κηρύξει τον πόλεμο Σαμαρά.

Επιστρέφω στο σπίτι και το ψιλόβροχο δυναμώνει . Αύριο θα το γυρίσει σε Σιροκολέβαντο και θα έχουμε καταιγίδες.


Να μην ξεχάσω να βάλω ένα ποτήρι άσπρο κρασί στην κατσαρόλα με τις αγριόπαπιες.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Απλά ερωτήματα


 Η τζαμαρία της τάξης μου  ήταν χωρισμένη σε μικρά τετράγωνα τζαμάκια.
Τότε το ύψος της μου φαινόταν πολύ πάνω από τα θρανία.
Αναρωτιόμουν  γιατί είχε τόσα μικρά τετράγωνα τζάμια  ενώ θα μπορούσε να ήταν ένα μεγάλο μονοκόμματο τζάμι.
Το ερώτημα δεν  έλαβε ποτέ απάντηση.

Το τζαμένιο άνοιγμα ήταν το μόνο μέρος οπτικής επαφής μου με τον έξω κόσμο .
Από το σημείο που καθόμουν έβλεπα ένα μικρό κομμάτι από την κορυφή του καμπαναριού και ένα μεγάλο κομμάτι ουρανού.

Τα σύννεφα ήταν για μένα κάτι ανάλογο με τον σημερινό σινεμά.
Έβλεπα τιτανομαχίες στα σύννεφα,  καβαλάρηδες  να πολεμούν με τέρατα, τεράστιες κεφαλές αλόγων και ολόγυμνες γοργόνες να πλέουν στους ουρανούς.

Κάποια φορά ,θυμάμαι, με διέκοψε η  αυστηρή και νευρική φωνή του κυρίου Αντώνη.
 Με σήκωσε στο μάθημα και με ρώτησε: «Πόσο μας κάνουν  πέντε φορές το μηδέν».

Ο Ξύλινος χάρακας  με τρομοκρατούσε.  Δεν μπορούσα να κατανοήσω το ερώτημα . Είχα παραλύσει. Δεν μπορούσα καν να σκεφθώ οτιδήποτε.

Είχαμε ακούσει διάφορους τρομερούς θρύλους και απίστευτες ιστορίες από παιδιά παλιότερων τάξεων για τον ξύλινο αυτό χάρακα.

Εκείνη την εποχή όλοι ήταν αυστηροί. Ο Δάσκαλος , ο Παππάς, ο Πατέρας, ο Συγγενής, ο Λοχαγός , Ο Μάστορας, Το αφεντικό .

Παντού στον κόσμο επικρατούσε ένας  ασυγκράτητος αυταρχισμός που συνοδευόταν με δημόσιους ξυλοδαρμούς παιδιών και γυναικών κυρίως.

Η επιβολή της υποταγής  ερχόταν «απέξω».
Και σήμερα υπάρχει υποταγή αλλά σαν να βγαίνει από μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας.

Μερικά δευτερόλεπτα κράτησε η σιωπή μου κοιτάζοντας ψηλά.  

-«Πέντε το μηδέν μας κάνει….. Κύριε, κύριε!! … μια μέλισσα !!!!» είπα δείχνοντας προς το ταβάνι.

Η Τάξη ξέσπασε σε γέλια με την αποτυχημένη μου προσπάθεια αντιπερισπασμού και ο δάσκαλος κατακόκκινος από τα νεύρα με σάπισε στο ξύλο.

Έκτοτε μίσησα την τζαμαρία που με  χώριζε από τον  δικό μου, πραγματικό κόσμο.

Ένα βράδυ πήγα στο σχολείο , μάζεψα πέτρες και άρχισα να πετροβολώ την τζαμαρία.

Στην αρχή όλα πηγαίνανε καλά . Όσο , όμως λιγόστευαν τα τζαμάκια τόσο  χρειαζόμουνα και περισσότερες πέτρες , ώσπου μου έμειναν μερικά γερά που δεν μπορούσα να τα πετύχω.

Αναρωτιόμουν γιατί άραγε άλλοι συμμαθητές μου ήταν τόσο εύστοχοι που θα μπορούσαν να πετύχουν ακόμα και μικρότερους στόχους με μια πέτρα.
Τι περισσότερο είχαν αυτοί; 
Τι ακριβώς συμβαίνει  και ο ένας άνθρωπος είναι πιο εύστοχος από τον  άλλο;

Έπειτα αναρωτιόμουν  « Αν πετάξω την πέτρα θα σπάσω το τζαμάκι , αυτό είναι σχεδόν σίγουρο και το ξέρω από πριν ,….αλλά  ποιά ακριβώς θα είναι η γραμμή του ραγίσματος του τζαμιού;…. και σε πόσα κομμάτια ακριβώς θα πέσει κάτω;….  Αυτό γιατί δεν μπορώ να το ξέρω;

Απάντηση δεν ελάβαινα και τα ερωτήματα όσο πέρναγε ο καιρός  γινόταν  ολοένα περισσότερα και δυσκολότερα.

Πέρασαν τα χρόνια και πάντα ονειρευόμουν  να ήμουν λέει δάσκαλος στην ίδια τάξη των παιδικών μου χρόνων .
Οι μαθητές μου να ήταν όλοι αυτοί που τότε μας βασάνιζαν αναιτίως και πολλούς μας καθήλωσαν.

Να  σταθώ πάνω στην έδρα  και να χτυπήσω τον ξύλινο χάρακα  νευρικά .

-«Ησυχία! …. Κάντε ησυχία!»

-«Να σηκωθεί ο Αντώνης»

Να του δείξω βλοσυρός  με τον χάρακα προς την τζαμαρία.

-« Βλέπεις Αντώνη αυτά τα σύννεφα;»
-«Βλέπεις αυτό το σύννεφο που μοιάζει με τον κώλο της μάνας σου;
-« Θέλω να μου ζωγραφίσεις  το σχήμα που θα πάρει αυτό το σύννεφο μετά από πέντε λεπτά και να μας  αναφέρεις όλες τις αιτίες που το ανάγκασαν  να πάρει αυτό το σχήμα.»

Ο Αντώνης τότε θα  τρομοκρατηθεί , θα κοιτάξει προς το ταβάνι (ότι δήθεν σκέφτεται) και ξαφνικά θα πει:

-«Κύριε, κύριε!!!! …. Μια μέλισσα!!!»

-«Εύγε Αντώνη!.... Πολύ σωστά…. Η μέλισσα ήταν η μία αιτία. Ανάφερε τώρα και τις υπόλοιπες.»


Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Δέκα χιλιάδες βήματα


Μερικοί περπατάνε για να φτάσουν.
Άλλοι περπατάνε για να έρθουν.
Κάποιοι περπατάνε γιατί έχουν κάνει μπαϊπάς.
Άλλοι πάλι περπατάνε για να μην κάνουν μπαϊπάς.
Η Ελένη περπατάει σοβαρή πίσω από μια τζαμαρία βαστώντας μια μπάρα και βρίσκεται  διαρκώς στο ίδιο μέρος.
Εγώ, πάλι, περπατώ γιατί μόνο έτσι μπορώ να σκέφτομαι.

Πάντα απορούσα με τους σοφούς που κάθονται σε μια βαριά πολυθρόνα και σκέφτονται βαστώντας  το κεφάλι τους .

Έχω μπει στον πειρασμό να μετράω τα βήματα μου. Άλλοτε σκέφτομαι να μετράω τις πλάκες των πεζοδρομίων.

Φοβάμαι μην καταλήξω σαν τον Τζάκ  Νίκολσον στην «Λάμψη».

Από απέναντι έρχεται ο Γιώργος με τα χέρια στις τσέπες και τους ώμους γυρτούς.
Τσακώθηκε κάποια φορά με τον πατέρα του στο χωριό και από τότε εγκατέλειψε δια παντός την μαγευτική κάτω Παυλιάνα  και  εγκαταστάθηκε μονίμως στα σκαλιά του Μάρκς εντ Σπένσερ.

Μου ζητάει πάντα ένα ευρώ.

Του το έδινα , ώσπου είδα και αποείδα και όποτε τονε συναντάω προλαβαίνω και του ζητάω εγώ ένα ευρώ.

Τον ανέλαβε η Μαρία , η κομμώτρια της γειτονιάς και τον  κούρεψε με την συμφωνία να τονε κουρέψει όπως ήθελε αυτή.

Έτσι ο Γιώργος κυκλοφορεί σαν ινδιάνος Τσερόκυ με βαμμένη κόκκινη την κοφτερή φούντα στην κορυφή του κεφαλιού του.

-«Που πάς;» του λέω σοβαρά.
-«Δεν πάω» μου λέει
-«..Και τι κάνεις;»
-«Έρχομαι.»  μου λέει  και προσπερνάει βιαστικός και σοβαρός πριν του ζητήσω το ευρώ.

Έχει αρχίσει να μυρίζει Γιορτές.

Δεν το «πιάνεις»  στην ατμόσφαιρα  όπως άλλοτε . Το καταλαβαίνεις από τα φωτάκια του Δήμου.  
Μου αρέσει αυτή η ιδέα να ρίχνουν τα φωτάκια απελητά πάνω στα  δέντρα της λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Έχουν αυτό το χαοτικό που δεν ενοχλεί.
Από την άλλη μου αρέσουν και τα φωτάκια στην Ανουντσιάτα που σχηματίζουν εκείνο το αρμονικό σχήμα  μυτερής σκεπής πάνω από την πλατειούλα.

Κάθομαι από κάτω και κοιτάω ψηλά σαν μικρό παιδί.

Περνάει  ο Αντώνης που ψήφιζε πάντα  το κόμμα που ήταν να κυβερνήσει βάσει δημοσκοπήσεων.

Στέκεται δίπλα μου και κοιτάει και αυτός απορημένος.
-«Τι κοιτάς;» μου λέει
-«Τα φωτάκια… ωραία  δεν είναι;»
-«Ποια φωτάκια; Μας καταστρέψανε! Δεν υπάρχει φράγκο!»
-«Μα  και όταν είχες φράγκα πάλι δε σ’άρεσε τίποτα Αντώνη μου!»

Συνεχίζω προς την πλατεία.

Σκέφτομαι ότι πλησιάζουν απειλητικά οι κρίσιμες μέρες των γιορτών  και θα μαζευτούν οι συγγενείς για να τσακωθούν.

Αυτές τις  (άγιες) μέρες άλλοι μελαγχολούν απλώς και άλλοι τσακώνονται.

Το κακό είναι ότι ξοδεύουν και τα τελευταία τους λεφτά για να το κάνουν.

Μάλλον φταίει που μαζεύονται  όλες οι προσδοκίες ευτυχίας και στριμώχνονται μέσα σε ένα δωδεκάωρο.

Νομίζω ότι την καλύτερη πρωτοχρονιά την έκανα εν πλω προς την Αγκόνα.

Διάβαζα στην καμπίνα και ξαφνικά ακούω από τα μεγάφωνα να μας ειδοποιούν για το πρωτοχρονιάτικο πάρτι που θα γίνει στο σαλόνι του πλοίου.

Ξαφνιάστηκα γιατί , όπως ήμουν βυθισμένος στο βιβλίο, είχα ξεχάσει ότι σε λίγα λεπτά θα άλλαζε ο χρόνος.

Ουδέποτε έδινα σημασία σε αλλαγές που είχαν να κάνουν με τον χρόνο με τον οποίο οι σχέσεις μας , άλλωστε, ήταν πάντοτε, τουλάχιστον ψυχρές (θα έλεγα).

Είπα να κάνω μια εξαίρεση και να παρευρεθώ στο πάρτι για την γιορτή του πιο μισητού εχθρού μου.

Έτσι βρέθηκα ανάμεσα σε ένα πολύβουο πλήθος συνταξιδιωτών μου που μέχρι πριν λίγα λεπτά δεν γνωριζόταν και τώρα χόρευαν ασταμάτητα  σαν να ήταν παλιοί συμμαθητές.

Ο  Ηλεκτρολόγος του πλοίου με κέρναγε σαμπάνιες σαν να ήθελε ντε και καλά να με μεθύσει.

Είχε συγκινηθεί που δούλευα παλιά στα ναυπηγεία  και με θεωρούσε σχεδόν άνθρωπο δικό του.

Μου είπε και όλη την ιστορία της ζωής του στο αυτί γιατί είχε πολλή φασαρία.

Τα ξημερώματα τους άφησα να  χορεύουνε  το  «Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο» , σκούπισα  με μια χαρτοπετσέτα το αυτί μου από  τα σάλια  και πήγα για ύπνο.

Ήδη πρέπει νάχω κάνει εννιά χιλιάδες βήματα.

Οι καμπάνες τ’ αγιού χτυπάνε χαρμόσυνα.

Κάποιοι περνάνε με άρτο στα χέρια.

Τα  φώτα στην πλατεία είναι σβηστά για οικονομία.

Στην προηγούμενη κατοχή ήταν σβηστά για να μην τα βλέπουν τα αεροπλάνα.


Να μην ξεχάσω να πάρω μια μποτίλια  κονιάκ .

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Μια Άννα που δεν άξιζε


Ένα από τα πλεονεκτήματα των μικρών πόλεων είναι ότι σχεδόν όλοι είναι επώνυμοι.

Δύσκολα κρατάς την ανωνυμία σου εδώ.

Αυτό για πολλούς που έχουν συνηθίσει στις μεγάλες πόλεις είναι κατάρα.

Μερικές φορές μπορεί να έχουν και δίκιο, παρόλο που δεν χάνουν την ευκαιρία να καταριούνται και την αποξένωση των μεγαλουπόλεων.

Στα μικρά χωριά αυτή η αυτονόητη  καθημερινή επαφή με τους ίδιους ανθρώπους πολλές φορές είναι αβάσταχτη και άλλες, πάλι,  είναι ευλογία.

Όταν πηγαίνω στο χωριό, μάλλον ψάχνω την ησυχία μου σε λάθος μέρος.

Είναι φορές που στο κατώι μου τα βράδια είναι μαζεμένοι διάφοροι γειτόνοι.

Μιλάνε ασταμάτητα.  Ενδιάμεσα θυμούνται τραγούδια. Έχει τύχει να με πάρει ο ύπνος στον καναπέ και να ξυπνήσω τα μαύρα μεσάνυχτα. Έχουν φύγει οι προηγούμενοι και έχουν έρθει άλλοι ,με το κρασί τους και τους και τον μεζέ τους.  Συνεχίζουν αδιαφορώντας πλήρως για την παρουσία της αφεντιάς μου.

Τους υπενθυμίζω να κλείσουν την πόρτα φεύγοντας και πάω για ύπνο.

Στις μικρές πόλεις είναι καλύτερα (η χειρότερα) τα πράγματα . Όλοι γνωριζόμαστε λίγο ως πολύ αλλά δεν ξενυχτάμε και στο σπίτι του άλλου αν δεν μας έχει καλέσει.

Έτσι λοιπόν είπα σήμερα μέρα πούναι να μιλήσω για μια αλλιώτικη Άννα της γειτονιάς.

Θυμάμαι την  Αννούλα από τότε που πήγαινε στο γυμνάσιο. Πέρναγε ζαλωμένη τη τσάντα της κάθε μέρα από μπροστά μου.

Από τότε ήταν ένα κορίτσι ασουλούπωτο. Χοντρούλα με καστανά μαλλιά, «ασύμμετρο» σώμα, αμίλητη και σκυφτή. Σου έδινε την εντύπωση ότι κάτι την απασχολούσε. Ήταν μονίμως βυθισμένη στις σκέψεις της.

Δεν θυμάμαι να με χαιρέτησε ποτέ.

Γνώριζα καλά μια καθηγήτρια της και μου είπε ότι ήταν η χειρότερη μαθήτρια με μεγάλη απόσταση από την αμέσως προηγούμενη.

Η Άννα τέλειωσε το γυμνάσιο με τα χίλια ζόρια.  Έψαξε για δουλειά στην γύρω περιοχή.
Δεν ήταν «εμφανίσιμη» και απέτυχε να προσληφθεί στο κυλοτάδικο , στο κατάστημα ρούχων , καθώς και στο «καφέ» της γειτονιάς.

Έβαψε τα μαλλιά της, έφτιαξε και τα φρύδια της, «τύλιξε» και έναν μεσόκοπο με καθαριστήριο ρούχων και έβγαζε κανένα εικοσάρικο που και πού.
 
Κάποια βραδιά που γύριζα σπίτι την είδα στην γωνιά να φιλιέται με ένα Αλβανόπουλο που έμενε με την οικογένεια του εκεί κοντά.

Βρήκε στο σκουπιδοντενεκέ μια χαλασμένη πλαστική φυσαρμόνικα με χρωματιστά πλήκτρα.

Κάθετε στο μπαλκονάκι ανάμεσα σε τέντες, καλώδια της ΔΕΗ και σαραβαλιασμένα αιρκοντίσιον και προσπαθεί να παίξει.

Η γριά από κάτω φωνάζει: «Σώνει ορη κοπέλα μας πήρες τα αυτιά!»

Έτυχε να γνωρίσω και την μάνα της . Δούλευε τότε στον Δήμο καθαρίστρια.

«Τι να κάνω με αυτήν την κοπέλα; …δεν κάνει για τίποτα. Μας κουβάλησε και ένα σκυλί. Δεν μας φτάνουνε τα βάσανά μας πρέπει να ταΐζουμε και το σκύλο τώρα! Ούτε το στόμα την δεν ανοίγει. Όλη μέρα είναι έτσι όπως τηνε βλέπεις.»

«Δεν το πιστεύω , κυρά Σοφία μου, γατί αν δεν αξίζει η Άννα τότε δεν αξίζει τίποτα.»


Με κοιτάει απορημένη.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Addio Costanzo

 Έφυγε τα ξημερώματα του Σαββάτου ο Κοστάντζο Πρέβε, ένας αγαπημένος φίλος και ένας μεγάλος δάσκαλος.

Αρκετοί τον ξέρουν από τα βιβλία του που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα.
Είχε σπουδάσει αρχαία Ελληνική φιλοσοφία στην Αθήνα  και αγαπούσε την Ελλάδα.

Του άρεσε πολύ η Κέρκυρα και πέρναγε τακτικά από εδώ.

Του άρεσε να μιλάμε περπατώντας.

Ονειρευόταν  σχολεία που τα μαθήματα να γίνονται περπατώντας …σαν εκδρομές.

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το βιβλίο του «Το λυκόφως των κοινωνικών Θεών».

Ήταν μια αναφορά στο μηδενισμό με έναν τρόπο εξαιρετικό.

Ο τίτλος στα Ελληνικά ήταν μια παράφραση του γνωστού βιβλίου του Νίτσε «Το λυκόφως των Θεών».

Του έλεγα ότι ο τίτλος είναι περιοριστικός για το εύρος του βιβλίου.

Συμφωνούσε. Το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει σε όλες τις άλλες γλώσσες με τον τίτλο «Ο Πέτρινος συνδαιτυμόνας (Convitato di Pietra). Ήταν εμπνευσμένος από την Όπερα του Μότσαρτ  «Don Giovanni».

Μιλούσε , εκτός των άλλων, για την περιπέτεια του ανθρώπου που είναι συνδεδεμένη με τον μηδενισμό σε όλη σχεδόν την Ιστορία του και σε όλες τις δραστηριότητές του.

Βγαίνει από όλους τους πόρους του δέρματος του. Τον κατατρέχει παντού. Στην πολιτική, στην φιλοσοφία στα μαθηματικά στην μουσική , στις επιστήμες, στην λογοτεχνία  …παντού.

Κατασκευάζει  παντού ένα ανύπαρκτο «Μηδέν» και ένα εξίσου ανύπαρκτο «Όλον».

Ταυτίζεται με το (άτμητο, άτομο) «Μηδέν»  , το θεοποιεί  και το κάνει κυρίαρχο ενός ανύπαρκτου «Όλου».

Όπως έλεγε ο Έγκελς στο «ΑντιΝτυριγκ» , «.. Η μεγάλη αντίφαση του κόσμου είναι ότι ενώ είναι άπειρος αποτελείται από πεπερασμένες υποστάσεις…» «.. έτσι ο Άνθρωπος αρνείται να συμβιβαστεί  και αντιστρέφει διαρκώς τους όρους της αντίφασης . Θέτει τον (πεπερασμένο) εαυτό του στην θέση του άπειρου –αιώνιου και μετατρέπει τον άπειρο κόσμο  σε πεπερασμένο  Σύμπαν-Όλον».

Στα μαθηματικά κατασκευάζει ένα άτμητο-άτομο «Μηδέν».

Στην φυσική κατασκευάζει ένα «αρχικό»  «Μπίγκ Μπάγκ» ως «αρχή» ενός «Όλου» και , κατά συνέπεια, ενός επικείμενου γενικού τέλους.

Στην μουσική αναζητεί την «Αρμονία του Σύμπαντος κόσμου» κρατώντας για τον εαυτό του (και για τον Θεό του) τον ρόλο του «Μεγάλου  αυλητή».

Στην Θρησκεία κατασκευάζει «καθ εικόνα και ομοίωση» Θεούς  των «Πάντων» και είναι σίγουρος για την προοπτική της ταύτισης του με αυτούς.

Ερμηνεύει τον Μαρξισμό σαν μια θεωρία  που ορίζει την Εργατική τάξη ως Θεότητα που είναι προορισμένη να «αίρει τις αμαρτίες του κόσμου» και να τον οδηγήσει στον παράδεισο του κομμουνισμού.

Ο Μηδενιστικός Αναρχικός ακτιβισμός ορίζει το «Άτομο», δηλαδή το «Μηδέν»,  απαλλαγμένο από την ενοχλητική συλλογική του υπόσταση και υποτάσσει τα πάντα στην παρόρμησή του «ατόμου-μηδενός ».

 Κάναμε πολύωρους περιπάτους με τον Κοστάντζο στην Γαρίτσα στον Ύψο και στην Αχαράβη.

Με είχε εντυπωσιάσει ο εξαιρετικός παραλληλισμός που έκανε  του «Δόν Τζιοβάνι» και του «Πέτρινου συνδαιτυμόνα» με τον Μηδενισμό.

Πίστευε ότι η κριτική στον Νίτσε, ως οιονεί πατέρα του φασισμού,  ήταν πέρα για πέρα λάθος.

Ο Νίτσε , έλεγε, υπήρξε ο μεγαλύτερος πολέμιος του μηδενισμού που,  όπως ο Δον Τζιοβάνι,  κατέληξε τελικά να υποταχθεί σε αυτόν και να συρθεί στην κόλαση του.

Του μιλούσα για τον Λούκατς και την μπροσούρα του «Ο Νίτσε υπό το φως του Μαρξισμού».

Μου έλεγε, γελώντας,  «Ο Λούκατς ήταν σπουδαίος αλλά κανείς δεν ξέρει τι θα έλεγε αν μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα».

Του άρεσε η Κέρκυρα . Του άρεσε το καλό κρασί.  Μιλούσε για τα δυσκολότερα φιλοσοφικά ζητήματα του κόσμου όπως μιλούσε για μια σπασμένη λάμπα του δημοτικού φωτισμού η για μια λακκούβα στο δρόμο .

Κάποια φορά χρησιμοποίησα την λέξη «Αιωνιοποίηση». Γύρισε και με κοίταξε κατάπληκτος.
«Υπάρχει τέτοια λέξη στην Ελληνική γλώσσα;» με ρώτησε.
«Δεν ξέρω..» του λέω αιφνιδιασμένος «..αυτή νομίζω ότι αποδίδει αυτό που σκέφτομαι.».

Ο Κοστάντζο μίλαγε απταίστως Ελληνικά  και του έκανε μεγάλη εντύπωση η δυνατότητα μας να παράγουμε εύκολα νεολογισμούς.

Ήταν ένας τυπικός Ιταλός του βορρά. Κάτω από την επιφανειακή του σοβαρότητα κρυβόταν ένας άνθρωπος με χιούμορ και περιπαικτική διάθεση.
Εξαιτίας των συζητήσεών μας αναζήτησα τον «Δον Τζιοβάνι».

Μάζεψα  τα απαιτούμενα και πήγα να παρακολουθήσω την όπερα στην Θεσσαλονίκη.
Σαν την μύγα μες το γάλα. 
Σε μια άδεια αίθουσα γεμάτη με ακριβά κουστούμια, ακόμα ακριβότερα φορέματα και αρώματα σπουδαίων  εταιρειών.
Δε βαριέσαι!

Πολλοί αμφισβήτησαν αρκετά σημεία από το έργο του Κονστάντζο Πρέβε .
Μπορεί να έχουν δίκιο.
Πάντα παίρνουμε ότι μας ωφελεί .

Εμένα με ωφέλησε και του οφείλω.


Να ναι μαλακό το χώμα του Τορίνο που τον σκεπάζει.
.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

«Πυλίδα» Θεραπευτική κοινότητα απεξάρτησης.


 Είμαι δυό μήνες «καθαρός» και αισθάνομαι πολύ καλά.

Κάνω σχεδόν δέκα χιλιόμετρα την ημέρα (συν την δουλειά).

Έχω χάσει πέντε κιλά και όλα από την μέση-κοιλιά.

Μου πέφτουν τα παντελόνια.

Μαζευόμαστε το απόγευμα . Πιανόμαστε χέρι-χέρι σε κύκλο (που είναι και ποιο κοινοβιακός- δημοκρατικός ως σχήμα)  και ουρλιάζουμε σαν να είμαστε κουφοί: «Με λένε Σταμάτηηηη!...» και οι υπόλοιποι απαντούν: «…και ο Σταμάτης είναι εντάξειειει!».

Πηγαίνω με το ποδήλατο στου Τζάβρου για να πάρω ψωμί. Δέκα και δέκα  μας κάνουν  είκοσι χιλιόμετρα.

Γνώρισα και μια πρώην χρήστρια  ξανθιά με μελαχρινό παρελθόν και καστανά μάτια.

Είναι υποχρεωμένη να φοράει  παντελόνια και φόρμες εργασίας με τιράντες, που θυμίζουν βιομηχανικό εργάτη της χαλυβουργικής,   για να μην με σπρώξει στην ακολασία.

Δεν μπορώ να προχωρήσω την σχέση διότι υπάρχει ρητή απαγόρευση της κοινότητας να μην έχουμε ερωτικές σχέσεις  . Θα χαλάσει, λένε,  το συλλογικό κοινοβιακό κλίμα και θα χωριστούμε σε αλληλοσπαρασσόμενες φράξιες.

Μένουμε μόνο στο «μιλάνε τα μάτια».

Απαγορεύεται να ακούμε τραγούδια που μας  θυμίζουν το αμαρτωλό μας παρελθόν και μπορεί να μας κάνουν να ξανακυλήσουμε στην πρέζα.

Δεν παίρνουμε υποκατάστατα. Το πρόγραμμα της κοινότητας είναι «στεγνό».

Μας υποχρεώνουν να φέρουμε και άλλον έναν χρήστη στην κοινότητα για να δοκιμαστούμε και στο επίπεδο του προσηλυτισμού και να πείσουμε, τοιουτοτρόπως, και τον εαυτό μας.

Το χειρότερο απ’ όλα είναι που μας βάζουν να κυκλοφορούμε ξανά στις «πιάτσες» για να έρθουμε αντιμέτωποι με το παρελθόν μας και να δοκιμαστούμε.

Περνάω μπροστά από ψησταριές και σουβλατζίδικα και με πιάνει στερητικό σύνδρομο.

Τρέμουν τα χέρια μου.

Μπαίνω μέσα , ρίχνω μια ματιά και φεύγω.

Προσπαθώ να πείσω τον Χρήστο να κόψει την πρέζα του κοντοσουβλιού.

Τις παρασκευές  το «Νέον» έχει  γουρουνόπουλο στη σούβλα.

Κάθομαι σε μια καρέκλα και το βλέπω να στάζει αργά και βασανιστικά πάνω στα κάρβουνα.

Μετράω τις σταγόνες της αμαρτίας μια-μια με μουσική υπόκρουση Στράτο Διονυσίου και «..ένας αϊτός χωρίς φτερά απόψε λέει αντίο».

Ο Λευτέρης έχει αρχίσει και με φοβάται.

«Να σου βάλω μια μερίδα να δοκιμάσεις;…»  

«Άσε καλύτερα…» του λέω  «..το χοιρινό.. τον άνθρωπο σκοτώνει».

«..Και τότε αυτός συνήθιζε, γελώντας τρανταχτά, με τόνα χέρι του ψηλά, πολύ να με σηκώνει.» που λεν και οι ποιητές.

Πιστεύω, πλέον, ακράδαντα  ότι είμαι θύμα μιας σκοτεινής και παγκόσμιας συνωμοσίας ψηστών που μου ρίχνουνε επίτηδες την τσίκνα στα μούτρα.

Στην κοινότητα εκτός από τα «σκληρά» , απαγορεύονται και τα «μαλακά» (φέτα , πλήρες γάλα, πλήρες γιαούρτι, καλαμάρια, χταπόδια , μύδια κλπ.)

Τα βράδια τραγουδάμε γύρω από το τζάκι τραγούδια όπως «Θα σου τηγανίζω ψάρια με παντζάρια σκορδαλιά».

Τις Κυριακές παίρνουμε τα βουνά με την κοινότητα και μαζεύουμε αγριολάχανα.

Αυτήν την εποχή έχουμε τρυφερούς Ζεγκούνους , Πρικαλίδα και Μάλαθρα.

Το άλλο μήνα βγαίνουν τα πρώτα μουσκολάχανα και τα σατζίκια.

Αργότερα θα έχουμε την τρυφερή τσουκνίδα και τα πρώτα φύλλα παπαρούνας για να κοιμόμαστε καλύτερα.

Έχω μια κατσαρόλα τσιγαρέλι από την προηγούμενη συγκομιδή.

Το έκανα πικάντικο. Αγριολάχανα, λαδάκι του θεού,  κόκκινη καυτερή πιπεριά ,άγριο μάλαθρο και λίγο ανθότυρο.

Τα μαζέψαμε στην Πυλίδα όπου είναι τα πάντα καθαρά.

Ο Κύπριος Γιατρός μου, Σταύρος Σταύρου, μου λέει ότι αν συνεχίσω έτσι θα πεθάνω υγιέστατος.


Δεν  θέλω να το εκλάβω ως σαρκασμό.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Γκρασέτης Μικέλης του ποτέ Κωσταντή


 Κανείς δεν μίλησε για αυτόν.

Σαν αν μην υπήρξε.

Οι ιστορία  πάντα  φρόντιζε, εκτός των άλλων, να ξοδεύει πολλές ώρες στον καθρέφτη για να σβήνει  τα ενοχλητικά σημάδια στο πρόσωπο  της.

Ίσα που αναφέρεται κάπου το όνομά του.

«Γκρασέτης : Άθεος Κερκυραίος, πιθανότατα Ενετικής καταγωγής, συνεργάτης των άθεων Γάλλων τρομοκρατών στην Κέρκυρα του 1797».

Έτσι λοιπόν , από ανάγκη, γράφω.

Ο Μικέλης σε ηλικία περίπου πέντε χρονών μεταφέρθηκε μισοπεθαμένος από την πείνα στο «Πρεβαντόριο».

Τον βρήκαν στο δρόμο.

Κανείς δεν ήξερε ποιανού ήταν.

Εφτά χρονώ τον υιοθέτησε ένας μάστορας, σπουδαίος καλλιτέχνης,  μαραγκός από την Πόρτα Ρεμούντα.

Λεγόταν Γκρασέτης Κωνσταντής και ήταν παντρεμένος με την Μαριέττα. Δεν κατάφεραν να αποκτήσουν παιδιά.

Όπου βλέπω παλιά έπιπλα που μου αρέσουν σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι έργα του Κωσταντή.

Έτσι, η τύχη του μικρού Μικέλη άλλαξε και βρέθηκε σε σπίτι με φαγητό ρούχα και δάσκαλο.

Μερικές φορές πηγαίνανε και σε ένα γνωστό φιλικό σπίτι που, άλλοτε στον κήπο και άλλοτε στο  σαλόνι  είχανε κρυφά παράσταση όπερας.

Οι δικοί του τον όρκιζαν να μην το πει πουθενά.

Έμαθε τη δουλειά του πατέρα του και ήταν από τους ελάχιστους νέους της εποχής που ήξερε γράμματα.

Γνώρισε την Μαρούσα έξω από το Άγιο Φραγκίσκο. Οι Γάλλοι τον είχαν μετατρέψει στο πρώτο δημόσιο σχολείο με δικαίωμα στην μάθηση και των κοριτσιών. Είχαν και συσσίτιο καθημερινά.

Η Μαρούσα Απαλίρα του Ανδρίολου ήταν από τις ελάχιστες κοπέλες που πήγαν στο σχολείο. Θάταν τότε εικοσιπέντε χρονών. Ήταν τσιγγάνα από το Μαντούκι, μαυριδερή με μεγάλες Βεργέτες στα αυτιά και πολύχρωμο μακρύ φόρεμα. Την λέγανε «μόρα» εξαιτίας του χρώματος της.

Εκείνο τον καιρό ο Μικέλης είχε καταταγεί στο σώμα λαϊκής πολιτοφυλακής , που είχε οργανωθεί από τους Γάλλους Δημοκρατικούς,  σε ηλικία  κοντά στα τριάντα.

Ο Πατέρας της Μαρούσας , Ανδρίολος Απαλίρας του Μπαρτόλου,   ήταν ένας πανύψηλος τσιγγάνος. Οι προγόνοι του είχαν έρθει από την Ισπανία. Σκότωσε έναν Μαντουκιώτη ψαρά για μια παρεξήγηση σε ένα πανηγύρι. Είπαν ότι ο ψαράς, στο χορό, είχε σηκώσει με το πόδι του το φουστάνι της γυναίκας του Ανδρίολου.

Τέτοια ντροπή δεν μπορούσε να μείνει αναπάντητη.

Μετά από αυτό ο Ανδρίολος χάθηκε από προσώπου γης . Είπανε ότι πέρασε με βάρκα από την Μπινίτσα στην Πάργα και δεν τόνε ξανάδε ποτέ κανείς.

Η Μαρούσα έγινε μέλος του δημοτικού συμβουλίου. Ήταν η πρώτη γυναίκα και η πρώτη τσιγγάνα που έγινε μέλος του πρώτου δημοτικού συμβουλίου.

Το δημοτικό συμβούλιο ήταν όλοι βιοτέχνες, μαστόροι , εργάτες και χωριάτες.

Ήταν επίσης και οβραίοι  που οι παπάδες και οι αριστοκράτες δεν θελαν ούτε να τους βλέπουν.

Τότε άρχισε στα σοβαρά ο πόλεμος.

Η αριστοκρατία οργάνωσε δολοφονίες και  δολιοφθορές. Τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου ήταν ο πρώτος στόχος.

Στα 1798  καταργείται το δημοτικό συμβούλιο και στην θέση του ορίζεται επαναστατική επιτροπή με έδρα το Σαν Τζιάκομο , που μέχρι τότε ήταν η Λέσχη των ευγενών, δηλαδή το ιερότερο κτήριο της αριστοκρατίας στην πόλη.

Ο Μικέλης Γκρασέτης του Κωσταντή γίνεται  πρόεδρος του επαναστατικού συμβουλίου.

Με την πρώτη του απόφαση το επαναστατικό συμβούλιο  κατάσχει όλα τα χρεόγραφα και τις υποθήκες σπιτιών και χωραφιών που κατείχαν οι μεγαλύτερες οικογένειες του νησιού και τα καίει δημοσίως στην πλατεία, στην θέση του σημερινού πεντοφάναρου.

Συλλαμβάνονται τα μέλη των πιο μισητών οικογενειών της αριστοκρατίας . Πολλούς τους κρέμασαν κάτω από τα βόλτα,  τσι κάρτε Λάκουες.  Άλλους του έστειλαν στα χωριά σαν εργάτες γης.

Η Λαϊκή πολιτοφυλακή και οι Γάλλοι στρατιώτες  είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν τον στόλο του Ρώσου Ναυάρχου Ουζάκωφ  και των Τούρκων συμμάχων του που έσπευσαν να αποκαταστήσουν την τάξη και να πατάξουν την «αναρχία».

Έξι μήνες τους πολιορκούσαν στο παλιό φρούριο.

Η συμφωνία που υπογράφηκε τελικά , προέβλεπε την διαφυγή των πολιορκημένων με Γαλλικά πλοία.

Στην διάρκεια της πολιορκίας οι άνθρωποι των ευγενών,  δολοφόνησαν τον πατέρα και την μάνα του Μικέλη Γκρασέτη καθώς και πολλούς συγγενείς των πολιορκημένων που δεν μπόρεσαν να διαφύγουν.

Ο Μικέλης και η Μαρούσα έφυγαν . Μάλλον πήγαν σε κάποια πόλη της βόρειας Ιταλίας. Άλλοι λένε ότι  υπάρχουν ίχνη της οικογένειάς τους σε διάφορες πόλεις  των ακτών της Αδριατικής.

Κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν.

ΥΓ. Έγραψα αυτά τα λίγα γνωστά για το Μικέλη Γκρασέτη και την Μαρούσα Απαλίρα  από ανάγκη.
Είχαμε κανονίσει με έναν φίλο να γράψουμε κάτι σε ένα περιοδικό.
Αποχωριστήκαμε ξαφνικά και έμεινε στη μέση η προσπάθεια.
Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει η δική μου γενιά αλλά , νομίζω ότι χρειάζεται να γίνει ένα μνημείο  ονομάτων.
Όχι τίποτα μεγαλειώδες.
Μια μαρμάρινη πλάκα με τα ονόματα αυτών των «φοβερών τρομοκρατών».
Να γράφει: «Μαρούσα Απαλίρα» ,«Μικέλης Γκρασέτης» και να ακολουθούν οι υπόλοιποι.

Να την τοποθετήσουμε στο Πεντοφάναρο.