Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Πατέρες και Γιοί.


Ο Πατέρας μπήκε μοναχός του στο «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» όταν ήταν  εικοσιπέντε χρονώ.

Στην πλάτη του είχε ένα μπόγο με ρούχα και τα πολύ βασικά πράματα και στο χέρι κρατούσε  μια πάνινη σάκα (ένα αγροτικό «στραιστο», όπως το λέγανε στο χωριό του)  με φαγητό για δυό τρείς μέρες.

Η μάνα του είχε σφάξει μια κότα για το ταξίδι του γιού της.

Το λιμάνι της Κέρκυρας  στη Σπηλιά ήταν γεμάτο χωριατόπαιδα που μετανάστευαν.

Σε αντίθεση με ότι θα νόμιζε κανείς  στην προκυμαία επικρατούσε ατμόσφαιρα πανηγυριού.

Άφηναν πίσω την αθλιότητα του χωριού , της λάσπες , την φτώχεια, την σκληρή δουλειά και  πάνω απ όλα την καταπίεση του αφέντη - πατέρα τους,   για να πάνε σε ένα καινούργιο κόσμο που θα ζούσαν πλούσια και ανεξάρτητοι .
Οι Κοπέλες και οι νεαροί φλέρταραν στο ξύλινο κατάστρωμα  του πλοίου που αν το βλέπαμε σήμερα μπροστά μας θα ορκιζόμασταν ότι, αυτό το πράμα είναι αδύνατο  να φτάσει στον Πειραιά.

Όταν άρχισαν τα ξερνοβολητά  στο κατάστρωμα σταμάτησαν και τα φλέρτ.

Βγήκαν στον Πειραιά άρρωστοι  μετά από δυό εικοσιτετράωρα.

Ο Πατέρας  βρήκε ένα σπίτι με μικρό κήπο και κεραμίδια που στάζανε στην Άνω Νέα Σμύρνη.

 Έμοιαζε με μέγαρο μπροστά στο σπίτι του στο χωριό που δεν είχε ούτε πόρτα.

Τον βοήθησαν οι συγχωριανοί και οι φίλοι που είχαν πρωτοέρθει  και η  σκληρή πάνινη σάκα μετατράπηκε σε εργαλειοθήκη.

Κάθε πρωί ακολουθούσε τους υπόλοιπους και πηγαίνανε για να βρούνε δουλειά.

Μαστορόπουλο στην οικοδομή. Με σκεπάρνι.  Καθάριζε τάβλες από τις πρόκες και κουβαλούσε λάσπη με ντενεκέ.
Πολύ κούραση.

Το πρώτο Σάββατο, όμως, που πληρώθηκε πήρε περισσότερα λεφτά από όσα του έδωσε ο  Πατέρας του για το ταξίδι.

Δεν το πίστευε.

Το βράδυ πήγαν στο σινεμά με γεμάτη την τσέπη.

Την Κυριακή κατέβηκε με τους  άλλους στο Μοναστηράκι και αγόρασε μεταχειρισμένο  παντελόνι με ρεβέρ,  πουκάμισο ,παπούτσια και μια γκαζιέρα. 

Του έμειναν και λεφτά για να βγάλει άνετα τη βδομάδα.

Σε μερικούς μήνες ήρθε και η γυναίκα του με το παιδί.

Τους είχε κοτόπουλο με πατάτες  στο ταψί, ψημένο στο φούρνο της γειτονιάς.

Η Γυναίκα του απορούσε,  «πως έτρωγαν  συνέχεια κοτόπουλα αφού δεν  υπήρχαν κοτέτσια τριγύρω».

Ο Μικρός σκάλιζε με το δάχτυλο του την άσφαλτο  και τον ρωτούσε «τι είναι αυτό το μαύρο».

Οι δουλειές πήγαιναν καλά  και ο Πατέρας  σε λίγα χρόνια ήταν «εργολάβος» με δικές του σκαλωσιές και άλλα δυό  παιδιά.

Τα καλοκαίρια πηγαίνανε στη θάλασσα για μπάνιο και το βράδυ σινεμά. 

Μερικές φορές  η γυναίκα του έκανε τα μαλλιά της «περμανά»  και πηγαίνανε και σε ταβέρνα στις τζιτζιφιές με ταξί.

Δεν ήθελε ούτε να θυμάται την ταπεινή καταγωγή του ούτε την λασπωμένη κουζίνα του χωριού.

Κάνανε προσπάθεια να ξεχάσουν λέξεις που πρόδιδαν την καταγωγή τους και προσάρμοσαν και την προφορά τους . Μάλιστα κατάργησαν το απρεπές «ορέ» και έμαθαν να λένε το ευγενές «καλέ» .

Ακόμα και όταν πέθαναν οι δικοί τους στο χωριό πήγαν με κρύα καρδιά  στην κηδεία και ξαναγύρισαν άρον- άρον στην Αθήνα.

Ήταν και στην Αριστερά …στην ΕΔΑ της γειτονιάς και στο σωματείο οικοδόμων.

Τότε τα εργατικά χέρια ήταν απολύτως απαραίτητα και η εργατιά παζάρευε αταλάντευτα το μεροκάματό της .

Πέρασαν τα χρόνια και ο Πατέρας  έστειλε τον ένα γιό να σπουδάσει. 

Ήθελε να τονε κάνει «μηχανικώνε» , να γίνει πολύ πλούσιος.

Οι άλλοι του γιοί πιάσανε δουλειά σε μια βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων στη Νέα Σμύρνη με καλό μεροκάματο και προοπτική να γίνουνε προϊστάμενοι.

Από τότε έχουν περάσει  πολλά χρόνια.

Τις προάλλες συνάντησαν τον ένα γιό , το «προιστάμενο»,  στο Nautica.

Τρόμαξα να τονε γνωρίσω.  Παίδευε ένα καπουτσίνο σκυφτός . 
Τουχανε πέσει τα μαλλιά. 

Έχει μείνει ανύπαντρος γιατί «δεν είναι να κάνεις παιδιά σήμερα».

«Η Βιοτεχνία έχει κλείσει προ πολλού» .

«Έκανε διάφορες δουλειές. Δεν έχει συμπληρώσει το «όριο συνταξιοδότησης» και φοβάται ότι στο τέλος θα πάνε και χαμένα τα ένσημα μιας ζωής».

«Γύρισε πίσω γιατί «η Αθήνα είναι αφόρητη».

«Να τον ειδοποιήσω αν ξέρω καμιά δουλειά …οτιδήποτε».

«Για όλα φταίνε αυτοί οι πούστηδες που μας καταντήσανε έτσι».

«Η Μισή Αθήνα είναι αράπηδες ….δεν ακούς Ελληνικά ».

«Έτσι μούρχεται να ψηφίσω χρυσή αυγή».

Περπάτησα προς τα πάνω.

Έκανα μια βόλτα στο παλιό λιμάνι στα πέτσα και κάθισα στο «Ποσειδώνιο» για ένα ουζάκι.


Ακριβώς απέναντί μου είχε δέσει πριν από χρόνια ο «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης».

Δεν υπάρχουν σχόλια: