Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Ο Τιποτένιος



Είχα γνωρίσει παλιά έναν  περίεργο τύπο που έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές .
Δεν ξέρω καν αν ζει.

Τον λέγαμε «ο Λάκης ο ταρατσόβιος» .

Ο ραδιοφωνικός σταθμός του Λάκη του ταρατσόβιου ήταν εγκατεστημένος στο πλυσταριό της ταράτσας .

Τον είχε κατασκευάσει εξολοκλήρου μόνος του με ανταλλακτικά που τα αγόραζε ένα-ένα από το μοναστηράκι.

Για να δεις τον Λάκη έπρεπε να είσαι άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του και να  σε αφήσει να ανέβεις στην Ταράτσα.

Εκεί έτρωγε, εκεί κοιμότανε, εκεί έγραφε τα εμπνευσμένα σχόλια του , εκεί είχε αποθηκευμένη σε ράφια την τεράστια συλλογή δίσκων του.

Ο Λάκης ήταν ένας θρύλος των μεσαίων κυμάτων.

Ένας καλόγερος της ραδιοφωνίας.

Ασύλληπτος από τα ραδιογωνιόμετρα της ασφάλειας .

Αφανής και μυστηριώδης.

Είχε κλέψει και ρεύμα από την κολόνα της ΔΕΗ για τον ιερό του σκοπό.

Τον Λάκη, «αλήτη» τον ανεβάζανε στην γειτονιά «τεμπελχανά» τον κατεβάζανε.

Ο Λάκης μύησε χιλιάδες νέους στην μουσική χωρίς καμιά απολαβή. Ακόμα και να τον έβλεπαν οι θαυμαστές (και οι πάμπολλες θαυμάστριες του) στον δρόμο δεν τον γνώριζαν.

Αν αποκαλύπταμε μυστικά στο αυτί σε κάποιον ότι «αυτός είναι ο Λάκης ο Ταρτσόβιος»  δεν θα μας πίστευε.

Ο Λάκης είχε κατασκευάσει (εκτός των άλλων)  και ένα δίκτυο αφοσιωμένων πληροφοριοδοτών που τον ειδοποιούσαν όταν πλησίαζε το ραδιογωνιόμετρο της ασφάλειας.

Έκλεινε τον σταθμό και τον έχαναν.

Μια του κλέφτη , δυο του κλέφτη, ο Λάκης συνελήφθη.

Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός  στο προάστιο.

Αδιανόητο. Μπορεί να συλληφθεί  ένα φάντασμα;

Ο Λάκης  μαρτύρησε στα μπουντρούμια της ασφάλειας χειρότερα από Νίκο Κούρκουλο στο «κοινωνία ώρα μηδέν» αλλά δεν πρόδωσε κανέναν πληροφοριοδότη του.

Θυμάμαι έναν γείτονα που τον είχε πει «τιποτένιο» .

Ο Λάκης τον κοίταξε ειρωνικά και δεν είπε τίποτα.

Είχα την τύχη να γνωρίσω πολλούς τέτοιους «τιποτένιους» . 

Ένας είχε βαλθεί να φτιάξει μια μηχανή που θα κινούταν αιωνίως χωρίς να σταματάει  ποτέ και χωρίς να καίει καύσιμα.
Ματαίως του λέγαμε ότι αυτό «είναι αδύνατο βάσει των νόμων της φυσικής» .
Δεν άκουγε κουβέντα και τον ενοχλούσαν και οι «νόμοι» της φυσικής.

Ένας άλλος απλώς τεμπέλιαζε γιατί του άρεσε να λιάζεται στο μπαλκόνι αδιαφορώντας για το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Κάποιον που παρέλαβε μια επιχείρηση από τον πατέρα του. Αποτελούνταν από ένα γάιδαρο και ένα κοφίνι με αυγά. Την έκανε σε λίγα χρόνια  «εμπόριο τροφίμων και ποτών η ειλικρίνεια» και μεγάλωσε τρία παιδιά.

Το παιδάκι στο απέναντι πεζοδρόμιο που βαριέται να διαβάσει και ξεκίνησε ένα συγκλονιστικό ταξίδι  επάνω στα  εκατομμύρια νευρά ενός ασήμαντου φύλλου που σήκωσε από κάτω,  χωρίς πρόγραμμα και χωρίς «τελικό» προορισμό .

Τι να σας λέω!

Γνώρισα πολλούς τέτοιους «τιποτένιους» αλλά δεν μιλάω για αυτούς.

Μιλάω για εκείνους που δεν είναι ικανοί για τίποτα .

Για λογοτέχνες που δεν γράφουν ποιήματα .
Για επιχειρηματίες που δεν επιχειρούν.
Για ραδιοφωνικούς παραγωγούς που δεν παράγουν.
Για εφευρέτες που δεν αναζητούν .

Μιλάω για μια κάστα αληθινών τιποτένιων που θέλουν να γίνουν πρίγκιπες των πάντων και είναι ανίκανοι για το παραμικρό.

Μπορούν να τσαλαπατήσουν κάθε «τιποτένιο» που θα βρεθεί μπροστά τους προκειμένου να βρεθούν έγκαιρα στην λαμπρή τελετή όπου θα στεφθούν αυτοκράτορες στο βασίλειο του τίποτα.  


Αυτοί με εντυπωσίαζαν περισσότερο.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Ψευδαισθήσεις



Στο πρώτο διαγώνισμα είχε ξεχάσει και τα λίγα που είχε διαβάσει.
Το μυαλό του ήταν τελείως άδειο και πανικός τον είχε καταβάλλει.
Γύρισε το κεφάλι προς την κόλα του διπλανού του . Εκείνος το κατάλαβε και σήκωσε το χέρι του , τάχα να στηρίξει το κεφάλι του.
Δεν είπε τίποτα. Ήταν ο καλύτερος του φίλος. Αν τον έχανε θα έμενε μόνος.

Έμεινε βαθιά μέσα του ένα μικρό τραύμα που το καταχώνιασε όσο βαθύτερα μπορούσε, τόσο που σχεδόν παραγράφηκε εντελώς .

Αυτά τα μικρά τραύματα μέσα μας παραγράφονται νομίζουμε αλλά δεν επουλώνονται ποτέ.

Αργότερα «τάφτιαξε»  με την Νικολίνα.
Η Νικολίνα ήταν χαμηλών τόνων κοπέλα σε αντίθεση με τις συμμαθήτριές της που σε κάθε ευκαιρία «έβγαζαν τον κώλο τους έξω».
Η σχέση μάλλον δεν είχε το απαιτούμενο πάθος. Το απωθημένο του ήταν η «Αετονύχι» όπως την έλεγαν οι αρσενικοί που ξέραν πολλά .
Την έλεγαν έτσι γιατί η ρώγα της ήταν σαν την ρώγα από το σταφύλι «αετονύχι» , μεγάλη και γυριστή προς τα πάνω.
Άλλοι πιο ευφάνταστοι την έλεγαν «Τζίντζολα».
Τα κατάφερε χωρίς πολύ κόπο , είναι αλήθεια, και στρίμωξε την Τζίντζολα.

Την πήγε στην Ανάληψη με το αυτοκίνητο του πατέρα του.
Παρκάρανε μέσα στα σκοτάδια και στο διπλανό αυτοκίνητο γινόταν ο κακός χαμός .
Την ώρα που η Τζίντζολα του είχε παραδοθεί, καταλάγιαζε και η φασαρία στο διπλανό αυτοκίνητο.
Είδε  την Νικολίνα να βγαίνει και να κουμπώνεται.

Παρέγραψε τα δικά του και κάθισε στο σκαμνί του κατηγορουμένου την Νικολίνα.

Αργότερα πίστεψε ότι ο συνεταίρος του ήταν ο τιμιότερος άνθρωπος που γεννήθηκε ποτέ.
Κατέληξε στα δικαστήρια και κόντεψε να χάσει και τα «πατρικά» του.

Μετά ήταν απολύτως βέβαιος ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν κοιμόταν τις νύχτες από την στεναχώρια του για τα βάσανα του λαού.

Έβαλε στόχο της ζωής του να καρφώσει αφίσες σε κάθε ελιά της Κέρκυρας «για την αλλαγή».
Αγόρασε «καρφωτικό» και  ξεκίνησε από την Λευκίμμη ανεβαίνοντας προς τα πάνω.

Αν του λέγανε ότι «για να έρθει η αλλαγή» θα έπρεπε να κόψει όλες τις ελιές θα αγόραζε αλυσοπρίονο και δεν θα τον έφτανε ούτε ο Πώλ Μπανυάν.

Για καιρό οι ελιές είχαν απάνω στο σώμα τους τα σημάδια της αλλαγής .

Έτσι άλλωστε εξηγείται  και  η τόσο ευρεία διάδοση των ιδεών της στους χωριάτες , στους κυνηγούς, στους κοτσυφούς και στις ξυλόκοτες.

Μετά τα σκάνδαλα άρχισε σιγά σιγά να δηλώνει απογοητευμένος.
Έτσι συμβαίνει με τους γοητευμένους. Κάποια στιγμή απογοητεύονται.

Πέρασαν τα χρόνια και πήγε στο νοσοκομείο για εγχείρηση.
Ήταν τρίτος στην σειρά  αλλά βρέθηκε τέταρτος διότι ο καλύτερος του φίλος έδωσε φακελάκι.

Μετά ήρθε ο ..Τσίπρας.
Άντε πάλι να παρηγορούμε τον απογοητευμένο.

Τα μικρά εσωτερικά τραύματα γινόταν ολοένα και περισσότερα και αν και ήταν κρυμμένα επιμελώς πίσω από αδιάφορα αστειάκια , όταν έβανε όστρια πονούσαν αφόρητα.

Πήγε και στην παρέλαση ενός μεγάλου και σχεδόν ξεχασμένου πολέμου.

Αγόρασε και πλαστικό σημαιάκι από έναν φίλο του πολυμορφικό μικροπωλητή που το Πάσχα πουλάει κεριά , το καλοκαίρι ψένει αστάκια  και στις απόκριες πουλάει μουζέτα.

Στήθηκε συγκινημένος  μπροστά στο σιντριβάνι με το σημαιάκι του. Οι μπάντες παιανίζανε πατριωτικά εμβατήρια και οι παλαιοί πολεμιστές παρήλαυναν επιδεικνύοντας με υπερηφάνεια τα τραύματα τους.

Ποιος ξέρει… μπορεί κάποτε να γίνονται παρελάσεις για τον σημερινό μας πόλεμο. Οι σημαίες να κυματίζουν , οι μπάντες να παιανίζουν και οι παλαιοί πολεμιστές να επιδεικνύουν με υπερηφάνεια τα αόρατα τραύματα τους.

Τελευταία ασχολείται με την  μελισσοκομεία.
Η καταπληκτική κοινωνία των μελισσών τον έχει εντυπωσιάσει.
Τις φροντίζει και παρατηρεί την κάθε τους δραστηριότητα.
Πιστεύει ότι πρόκειται για την τέλεια κοινωνία.
Μας διαβεβαιώνει ότι συμβαίνει κάτι καταπληκτικό, είναι τέτοια η αγάπη του για τα μελίσσια που αυτά το καταλαβαίνουν και δεν τον τσιμπάνε.

Προχτές μας ήρθε πρησμένος.

Έτσι που λες.

Καλύτερα με τους αφελείς, τους προδομένους , τους  γοητευμένους  και τους απογοητευμένους.


Σιχάθηκα τους καπάτσους.