Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Οι οχιές του Μέγα Κάμπο


Το πρωί στην είσοδο η αφίσα για τον θάνατο της κυρίας Ουρανίας.

«Πέθανε από καρκίνο»  λένε.
«Ήρθαν και οι λογαριασμοί της ΔΕΗ»
«Μπήκαν διαρρήκτες στο φαρμακείο»
«Έσπασε ο αγωγός και θα μείνουμε χωρίς νερό»

Σφίγγεις τα δόντια και συνεχίζεις.

«Θα ρίξει κατακλυσμό… θα μας πνίξει»
«Μειώνουν τις συντάξεις»
«Ακόμα να πάρουν τα σκουπίδια… θα βρωμέψουμε»
«Όλοι πουλημένοι είναι»

Αντέχεις ακόμα.

Κάνεις ελιγμούς για να αποφύγεις τι κακοτοπιές και να φτάσεις  στο μεσημέρι.

Το μυαλό σου φεύγει στο Μέγα Κάμπο.

Πολύ παλιά.  Τόσο που τα πάντα έχουν ξεθωριάσει και κανείς δεν είναι πλέον σίγουρος εκεί έζησε για λίγα χρόνια ένας φρουρός Μαδραΐτης που μιλούσε λίγο και ήταν πάντα σοβαρός.

Το έστειλαν  από το Σκριπερό με ένα άλογο φορτωμένο με τα πράματα του.

Αργότερα γνώρισε μια κοπέλα από την Πυλίδα που ο πατέρας της είχε στάνη και παντρεύτηκε.

Φέρανε και παππά από τους Χωροεπισκόπους.

Κάποια μέρα γύρισε στο Κάμπο από το όρος και  τους βρήκε όλους σκοτωμένους . Την γυναίκα του και τους ακρίτες.

Πήρε όσα πράματα μπορούσε και έφυγε.

Τον δεχτήκανε σε ένα μοναστήρι και έζησε εκεί τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του αμίλητος.

Η πλάκα στο νεκροταφείο του μοναστηριού  είναι σχεδόν σβησμένη . Ελάχιστα γράμματα θυμίζουν το πέρασμα του από εδώ.

Αλώστε οι τουρίστες δεν μπαίνουν στα νεκροταφεία και ούτε κανένας ενδιαφέρεται για μια τόσο συνηθισμένη ιστορία.

Τίποτα δεν έχει μείνει από τον Καταυλισμό  στο Μέγα Κάμπο . 
Υποθέτεις μόνο την θέση της βίγλας και το μέρος που θα έπρεπε να είχαν στήσει  τις καλύβες τους.

Το μέρος είναι σε τέτοια θέση που το έκαναν παρατηρητήριο και οι Ενετοί αλλά ούτε από αυτόν τον καταυλισμό έχει μείνει κάποιο σημάδι.

Κανένας δεν ανεβαίνει πλέον στο Μέγα Κάμπο.

Ακόμα και οι τουρίστες περιπατητές περνάνε αδιάφοροι από δίπλα και συνεχίζουν ψηλά για το Σωκράκι.

Τέτοιες μέρες της ανοίξεως ζωντανεύει ξανά το παρατηρητήριο.

Οι οχιές του Μέγα Κάμπο βγαίνουν από  τις φωλιές τους και στέκουν ακίνητες σαν αρχόντισσες στο μπαλκόνι τους.

Αγναντεύουν την θάλασσα.

Ανασαίνουν όλες τις μυρωδιές του κόσμου.

Βλέπουν μακριά μέχρι τους Οθωνούς την Ερείκουσσα και το Μαθράκι.

Αν βάλει μαΐστρο βλέπουν και το μακρινό Ότραντο.

«Άραγε ζει η σινιόρα Λουτσία με τις μυδομακαρονάδες της η έχουνε αναλάβει την Τρατορία οι θυγατέρες της;»

Μπορεί… Αλλά πόσο μπορεί να ενδιαφέρουν τέτοια θέματα μια οχιά του Μέγα Κάμπο;

Άλλωστε, είναι γνωστό,  ότι οι ουδέποτε τους άρεσαν οι μυδομακαρονάδες.

Μεσημεριάζει.


Είναι ώρα να κατέβουν στο «Κρύο νερό» να πιουν και να κουτσομπολέψουν.

Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

Ζορμπάς


Ο Ζορμπάς υπήρχε πάντα.

Κάθε  δρόμος , κάθε χωριό, κάθε γειτονιά είχε πάντοτε έναν Ζορμπά.

Όλα αξίζουν,  και οι Ζορμπάδες υπάρχουν για να μας το υπενθυμίζουν όταν οι δυσκολίες μας δοκιμάζουν.

«Δεν ξέρω τι χρειάζεται αυτό το χαλίκι στην μέση του  δρόμου,  αλλά αν δεν αξίζει… τότε δεν αξίζει τίποτα»

Ο δικός μου Ζορμπάς ονομάστηκε έτσι διότι από μικρός δούλευε σε ένα χορευτικό συγκρότημα που έδινε παραστάσεις στα ξενοδοχεία.

Δεν είχε ανάγκη να δουλέψει. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και μάλλον θα θεωρούσε νεανική τρέλα την καλλιτεχνική αυτή ενασχόληση του νεαρού Ζορμπά.

Ο Ζορμπάς πήγε και φαντάρος αλλά, σε αντίθεση με τους περισσότερους άντρες, δεν μιλάει ποτέ για αυτήν την εποχή.
Αν τον ρωτήσεις θα σου απαντήσει με δύο κουβέντες και με τέτοιο τρόπο που δείχνει να τον ενοχλεί .

Αποφεύγει να συζητάει για το στρατό και για την θητεία του στην Ιταλία όπου εσπούδασε στην Ιατρική σχολή κάποιου πανεπιστημίου.

Τρία χρόνια άντεξε τις σπουδές και αυτά με απανωτές αποδράσεις.
Γύρισε πίσω και ένα διάστημα «έκανε τον ασφαλιστή».

Σουλουπώθηκε και βγήκε στην πιάτσα.

Αν τον πίστευες είχες εξασφαλισμένη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στα καλύτερα νοσοκομεία του κόσμου και μια αστρονομική σύνταξη για τα γηρατειά σου απολύτως εξασφαλισμένη από τον μεγαλύτερο και ακλόνητο ασφαλιστικό κολοσσό.
  
Ούτε και εδώ «του έκανε».

Αγόρασε βάρκα και έγινε ψαράς «για λόγους ελευθερίας».

Γυρνάει τους δρόμους με το φορτηγάκι του και διαλαλεί με το μικρόφωνο το εμπόρευμα που ..δεν έχει.
Φωνάζει, ας πούμε, «Καλαμάριααα!!! Δεν έχω.»,  «Σαφρίδιααα !! δεν έχω» , «Σαργούς!!! Δεν έχω.» «Σουπιές!! Δύο κιλά μου μείνανε!»

Ανάμεσα ρίχνει και υποθετικές ανακοινώσεις κομμάτων «Όλοι απόψε στο παλλαϊκό συλλαλητήριο στο Σαρόκο , θα μιλήσει ο γραμματέας του κόμματος» και συνεχίζει με παλιομοδίτικα συνθήματα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ  το ίδιο συνδικάτο» .

Δεν πάει ποτέ στη Γαρίτσα όταν είναι εκεί ο Αντώνης. «Δεν είναι σωστό να του κάνει κόντρα πόστο.»

Ο ζορμπάς , αν σε έχει σε εκτίμηση σε γράφει στα αρχίδια του.

Όχι μεταφορικώς αλλά στην κυριολεξία.

Ελάχιστοι έχουν την τιμή να είναι γραμμένοι στα αρχίδια του Ζορμπά .

Η τελετή εγγραφής γίνεται στην Κόντρα Φόσα με Μπίκ και  επισήμως,  με την παρουσία των μελών του «Συνδέσμου Ερασιτεχνών Αλιέων».

Ο Ζορμπάς δηλώνει ότι «είναι Άντρας» διότι «παρόλο που δοκίμασε αρκετές φορές με άντρες δεν του άρεσε».

Ο Ζορμπάς δεν ανήκει στην φάρα του συνηθισμένου αμορόζου που «δεν θυμάται  με πόσες έχει πάει».

Όταν ήταν νεαρός είχε «σχέση» με μια παντρεμένη.

«Μεγάλη ιστορία» .

Την θυμάται με νοσταλγία.

«Αν στη γυναίκα σου αρέσουν οι φακές γιατί να της το στερήσεις;»

Σου μιλάει στην γλώσσα των ανθρώπων που αγαπάνε πραγματικά  την ελευθερία και την αναζητούν κάθε στιγμή για το καθένα .

Πολλοί μιλούν για «ελευθερίες και δικαιώματα» και την ίδια στιγμή δυναστεύουν  τον δικαιούχο και τον εαυτό τους .

Οι άνθρωποι της θάλασσας αγαπάνε την ελευθερία γιατί οι ορίζοντες εκεί φαίνονται απέραντοι.

Η Κυρία Ελευθερία όμως είναι ακριβή σαν το κρασί και δωρεάν σαν την θλίψη.

Συνήθως την συναντάς στους σταθμούς των τραίνων .

Φοράει ένα  γκρίζο ταγιέρ.

Κρατάει στο ένα της χέρι την εφημερίδα και στο άλλο τον δολοφόνο της.

Άλλες φορές πάλι κάθετε στην πλώρη αναμαλλιασμένη από όλους τους ανέμους της νύχτας.


Πανέμορφη μέσα στα σύννεφα της αμφιβολίας.