Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Η σκουριασμένη μερσεντές


Η Λισάβετ μένει στον τέταρτο όροφο.
Απέναντί της μένει η παιδική της φίλη η Νικολέτα.
Τις δυό παλιές ξύλινες πόρτες τις χωρίζει ένας στενός διάδρομος.
Υπολογίζω ότι ζουν ογδόντα χρόνια μαζί.
Αν θέλει κάτι η μία χτυπάει την πόρτα της άλλης χωρίς, σχεδόν, να βγει από το σπίτι.
Έπαιζαν μαζί στο ίδιο καντούνι του Καμπιέλου από μικρά παιδιά «Κρουβιτζιάνα» .
Έχουν και οι δύο στο σαλονάκι τους από μια ολόιδια φωτογραφία και με ίδιο κουάδρο από την «αλησμόνητη εκδρομή στο Ύψο»  όταν πήγαιναν στο γυμνάσιο.

Η Λισάβετ φοβάται πολύ.
Θέλει να βάλει σιδεριές στα παράθυρα και κυρίως στο παράθυρο που βλέπει στην κανιζέλα.
Θέλει και δύο καδινάτσους στην ξύλινη εξώπορτα.
Με φώναξε και πήγα να αναλάβω να περιορίσω όσο μπορώ τους φόβους .

«Τι τα θέλεις όλα αυτά τα σίδερα ορή κοπέλα;» Φωνάζει η Νικολέτα από το ανοιχτό παράθυρο;
«Δεν τάμαθες  που βιάσανε μια γριά ογδοήντα χρονώ στ΄Αλεύκι κάτι αρβανοί;»
«Και που το άκουσες εσύ αυτό;»
«Τόπε ο Μάμαλος στην Τελεόραση»
«Δεν ξέρω τι μου λές,  αλλά εγώ αμα είχα τριάντα χρόνια να δώ άντρα θα τα άφηνα όλα λιμπρέτο»
Πέταξε το δηλητήριο της η Νικολέτα αλλά η Λισάβω το άφηκε να πέσει κάτω.
Μοναχές τους έχουνε μείνει. Δεν είναι ώρες τώρα για τσακωμούς.

Η Λισάβω δεν εδούλεψε ποτές . ο Άντρας της ήτανε «αστενόμος» . Έχει και φωτογραφίες του ανάμεσα από αμέτρητα καντήλια και μικρές εικονίτσες αγίων που σε κάνουν να αναρωτιέσαι «Υπάρχουν τόσοι πολλοί άγιοι;»
Έχει ταχτοποιημένα στη σειρά και τα φάρμακα στο κομοδίνο . «Αυτά είναι για το Ζάχαρο».

Η Λισάβω σταυροκοπιέται με το παραμικρό και ξέρει απέξω και ανακατωτά όλα τα φάρμακα που έχει ανακαλύψει η επιστήμη.
Το σπίτι της είναι κάτι ανάμεσα στο φαρμακείο του Πολέντα και στην Παναγία την Αντιβουνιώτησα.
Ο Γιός της είναι «επιχειρηματίας».
Για την κόρη της δεν μου είπε τίποτα.

 Κατεβαίνει να πάει στο Μαρκαντικό . Ένα μικρό μπακάλικο του Καμπιέλου που τα έχει όλα. Από οδοντογλυφίδες και «Δεπόν» μέχρι μπουκάλες υγραερίου και ποντικοφάρμακα.

Μέχρι να κατέβει, να ψωνίσει και να ανέβει βρίσκει την ευκαιρία η Νικολέτα (που είχε στήσει αυτί) να αποκαταστήσει την Ιστορία.
Ο Άντρας τσι Λισάβως δεν ήταν «αστενόμος» αλλά απλός «χωροφύλακας τσι Σινιές».
Επάνω στη σκεπή δεν έχει ποντικούς αλλά η Λισάβω έχει γιομήσει το τόπο με δηλητήρια.
Ο Γιός της δεν είναι «επιχειρηματίας» αλλά ένα ρεμάλι που κοντεύουνε να τονε  κλείσουνε στο ψυχιατρείο.
Η Κόρη της ζει στην Αθήνα χωρισμένη με δύο κεφάλια παιδιά.
Δεν έχει ζάχαρο αλλά παίρνει φάρμακα γιατί είχε ο άντρας της και «φοβάται μην αποχτήσει και αυτή».

Μετά από καμιά ώρα ανέβηκε τα σκαλιά  η Λισάβω ασθμαίνοντας.
Μαζί της ανέβαινε και ο «Επιχειρηματίας». Τον έφερε να δει αν έγινε σωστή δουλειά με τις σιδεριές.
Έριξε μια αδιάφορη ματιά . «Εντάξει είναι ρε μάνα, φτιάξε μου ένα καφέ».

Έτσι, πάνω στον καφέ,  έμαθα άθελα μου και την ιστορία του «επιχειρηματία».

Είχε ένα εστιατόριο στη Δασιά τον καιρό εκείνο που οι Άγγλοι, χορεύανε συρτάκι , πίνανε ούζο με λεμονάδα και πληρώνανε με λίρες.
Παντρεύτηκε μια αγγλίδα και κάνανε ένα γιό.
Η Αγγλίδα τόνε παράτησε, πήρε το γιό και γύρισε πίσω.
Πήγε στην Αγγλία να δεί το γιό του αλλά τσακώθηκε μεθυσμένος σε μια πάμπ και τονε σπάσανε στο ξύλο.

Γύρισε πίσω και τονε βρήκε η κρίση μεσοστρατίς.
Νοικιάζει γκαρσονιέρα τσου Καπουτσίνους και καταθέτει πινακίδες από την Μερσεντές.
Κάποιο πρεζόνι του σπάει το παράθυρο της Μερσεντές και τώρα πάνω στα δερμάτινα καθίσματα κοιμάται ένας κοκκινωπός γάτος ονόματι «Νιοράντες» με την αμορόζα του.

Ο «Επιχειρηματίας» πιστεύει ακράδαντα ότι «μας ψεκάζουν» διότι «τι είναι αυτές οι άσπρες γραμμές που βγάζουν τα αεροπλάνα από πίσω;»
Ο «Επιχειρηματίας» πιστεύει ότι «εμείς οι Έλληνες» είμαστε μια ξεχωριστή και προικισμένη φυλή και η ανθρωπότητα μας χρωστάει τον πολιτισμό της.
Ο Επιχειρηματίας πιστεύει ότι είμαστε θύματα μιας συνωμοσίας Εβραίων που θέλουν να ξεκάνουν «εμάς που φέραμε τον πολιτισμό».
Ο «Επιχειρηματίας» «δεν είναι φασίστας» αλλά όλες οι φυλές του κόσμου είναι «μόγγολα» μπροστά μας.

Τέλειωσε ο καφές της σιόρας Λισάβετ.
Τέλειωσαν και τα τσιγάρα.
Πληρώθηκα για την δοκιμασία στην οποία υποβλήθηκα.

Έριξα και το εικόνισμα της Παναγίας της Κασοπίτρας όπως πήγα να βάλω το μπουφάν μου και κατέβηκα τα σκαλιά φορτωμένος εργαλεία. 

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Ορατότης μηδέν


Το «σινέ Αλίντα»  ήταν ο τόπος των θαυμάτων των παιδικών μου χρόνων.

Δεν ήταν μόνον τα κινηματογραφικά έργα που είδα εκεί .Ήταν και το σουβλάκι που ακολουθούσε στην έξοδο.

Εκεί είδα έντρομος τον Κούρκουλο να παραληρεί κάθιδρος μπροστά στους ανακριτές « Σταματήστε μωρέ! Όχι άλλο κάρβουνο στα καζάνια!»

Τα «καζάνια»  τα πρόλαβα μόνον στο σινεμά.

Οι Θερμαστές εκείνης της εποχής ρίχνανε κάρβουνο στα καζάνια για τις ατμομηχανές των πλοίων.

Λέγανε  ότι ήταν η σκληρότερη δουλειά των ναυτικών.
Οι συνθήκες , ιδιαίτερα στα ζεστά κλίματα, ήταν αφόρητες.
Λίγοι αντέχανε.

Αυτούς τους θερμαστές δεν τους γνώρισα.

Αργότερα , όταν δούλεψα στα  ναυπηγεία ως ηλεκτροσυγκολλητής  γνώρισα πολλούς από τους «απογόνους» τους .
Τους λέγανε  «θερμαστολαδάδες» η σκέτο «λαδάδες».
Είχανε την ευθύνη για την λίπανση κάθε σημείου της μηχανής του πλοίου.
Γνώριζαν και την παραμικρή βάνα και φρόντιζαν για τα ντελαβάλ και τα ντεπόζιτα του λαδιού.

Δύσκολη δουλειά και απαιτούσε καλή γνώση του μηχανοστασίου. Ένα λάθος η μια παράλειψη ήταν ικανή για να «αρπάξουν» τα κουζινέτα και να γίνει μεγάλη ζημιά.

Είχανε το πλοίο στη ράδα για επισκευές η στις δεξαμενές  και μένανε εκεί πολλές φορές για μήνες.

Με την πρώτη ματιά σου δίνανε την εντύπωση ανθρώπων του υποκόσμου.
Κουρασμένες φάτσες , τατουάζ και μερικοί με μακριά μαλλιά.
Αν τους γνώριζες από κοντά όμως , οι περισσότεροι ήταν καλόκαρδοι και μάλλον αγαθιάρηδες.

Έξω από το ναυπηγείο είχε φτιαχτεί ολόκληρος συνοικισμός από βρωμερά εστιατόρια , μπορντέλα και αετονύχηδες που ψάχναμε για ξέμπαρκα θύματα.

Εκεί αγόρασα από έναν θερμαστολαδά ένα πικάπ Κένγουντ με ενισχυτή και ηχεία σε τιμή απίστευτα χαμηλή.

Μου έδωσε επιπλέον δώρο και ένα καλό ρολόι,  και ένα μάτσο έγχρωμα πορνοπεριοδικά.

Μπορούσαν να πετάξουν τα λεφτά τους με μεγάλη ευκολία.

Το πλοίο τους περίμενε και εκεί δεν είχε νοίκι , φως , νερό, τηλέφωνο.
Όλα ήταν εξασφαλισμένα και τα χρήματα χρειαζόταν μόνον στα λιμάνια.

Αγόραζαν συνήθως άχρηστα πράματα και τα φύλαγαν στην καμπίνα τους . Πολλά τα πουλούσαν στο επόμενο λιμάνι «να αδειάσει ο τόπος».

Έκαναν μπίζνες με αετονύχηδες και χάνανε τα λεφτά τους χωρίς να στεναχωριούνται ιδιαίτερα.

Οι περισσότεροι δεν είχαν σκοπό να ξεμπαρκάρουν ποτέ και δεν κάνανε σοβαρά σχέδια για την ζωή τους μακριά από την θάλασσα.

Πάντα μου άρεσαν περισσότερο από όλους οι μικρασιάτες και οι ναυτικοί.

Πέρασαν τα χρόνια , έχασα την επαφή μου με τον κλάδο και τις εξελίξεις σε αυτόν, ώσπου μια των ημερών είδα ένα ντοκιμαντέρ με «θερμαστολαδάδες» των σημερινών πλοίων.

Έμεινα με ανοιχτό το στόμα.

Ο Τύπος μένει σε μια καμπίνα που μοιάζει με δωμάτιο ακριβού ξενοδοχείου.

Παίρνει πρωινό με τηγανιτά αυγά , μπέικον και πορτοκαλάδα (φυσικό χυμό) και κατεβαίνει στη βάρδια.

Ο χώρος εργασίας είναι μια αίθουσα με μια ημικυκλική κονσόλα όπου υπάρχουν ενδείξεις για κάθε σημείο του μηχανοστασίου και της λίπανσης του.

Πίνει τον καφέ του και παίζει στον υπολογιστή.
Όλα δουλεύουν ρολόι.

Αν συμβεί κάποια σοβαρή βλάβη  (σε μια ηλεκτρομαγνητική βάνα,  ας πούμε)  τότε το κέντρο ελέγχου την κλείνει, ανοίγει ένα από τα μπαϊπάς και τον ειδοποιεί για την βλάβη.

Χωρίς να βιάζεται παίρνει δύο γερμανοπολύγωνα  βγάζει την χαλασμένη βάνα και βάζει μια καινούργια.

Μόλις βάλει το φίς  επάνω,  ο υπολογιστής αναγνωρίζει ότι η βλάβη αποκαταστάθηκε, κλείνει το μπαϊπάς και ανοίγει την κανονική βάνα.

Ο «Θερμαστολαδάς» κάθεται ξανά στην θέση του και βλέπει κάποια ταινία συνεχίζοντας τον καφέ του.


Αυτόν τον θερμαστολαδά δεν τον έχω γνωρίσει καλά  ακόμα.

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Εστρανδιώτα



Ο Δημήτριος Μουρίκης ήταν στρατιώτης σε όλη του την ζωή.
Οι πρόγονοί του  ήταν τσοπαναραίοι κοντά στ΄Ανάπλι.
Αυτός από μικρός ήταν στρατιώτης και ως στρατιώτης επέθανε.
Υπερέτησε τον πρίγκιπα Μερκούριο Μπούα μέχρι την τελευταία του πνοή υπό τις διαταγές του στρατηγού Μπαρμπάτη.

Όταν εχάσανε τον πόλεμο στην Πελοπόννησο, μπήκανε στα Ενέτικα καράβια και έτσι ο Δημήτριος Μουρίκης  εβρέθηκε στην Κέρκυρα.
Έφτιαξε μια καλύβα επάνω στη Στρατιά , στα Αναπλιώτικα,  και έζησε για πολλά χρόνια σε αυτόν τον συνοικισμό από καλύβες μαζί με τους «Εστρανδιώτα»  της Πελοποννήσου . Τους τελευταίους υπερασπιστές της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Ήταν καταγόμενοι από το «Άλβανο», καθώς λέγανε εκείνα τα χρόνια την σημερινή κεντρική Αλβανία.

Έγραψε για αυτούς πολλά η Άννα η Κομνηνή στα χρόνια που έζησε φυλακισμένη στο μοναστήρι.

Οι Εστρανδιώτα δεν ήξεραν  τι ήταν τα γράμματα και μιλούσαν μια γλώσσα ακατανόητη για τους κατοίκους της Κέρκυρας.

Οι ευγενείς  αποφάσισαν να τους χρησιμοποιήσουν  ως ένα σώμα κάτι σαν πολιτοφυλακή η σαν αστυνομία.

Έτσι ο Δημήτριος Μουρίκης  έβγαινε κάθε μέρα στην πιάτσα φορώντας τα κουρέλια που του απέμειναν από τον πόλεμο στην Πελοπόννησο  και κρατώντας το μακρύ του κοντάρι πάνω στο οποίο είχε κρεμασμένα τρία κρανία  Τούρκων που είχε σκοτώσει έξω από τα Άνάπλι.

 Στην κορφή είχε ένα μικρό κόκκινο τριγωνικό σημαιάκι με έναν μαύρο δικέφαλο αετό στην μέση.

Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των κατοίκων της πόλης.
Αυτή ήταν η πλέον ήταν η δουλειά του.

Ο Δημήτριος Μουρίκης έμεινε για πάντα ξένος στο νησί.
Ο κόσμος τους φοβόταν και τους μισούσε.

Ξένος έμεινε και ο Μπαρμπάτης.
Ξένος έμεινε και ο πρίγκιπας Μερκούριος Μπούας.
Μπορεί αυτοί να πήραν χτήματα αλλά ποτέ δεν τους δέχτηκαν στα σαλόνια τους οι ευγενείς .
Τους θεωρούσαν άξεστους , αμόρφωτους και ξένους.

Όλοι τους έζησαν στο περιθώριο.
Πλούσιοι και φτωχοί.
Στρατηγοί και στρατιώτες .
Πρίγκιπες και ασήμαντοι.
Ταπεινωμένοι μέχρι να βρουν τους κατώτερους τους.

Ώσπου  επιτέλους τους βρήκαν .

Σε ένα ορεινό χωριό σκαρφαλωμένο στα βράχια πάνω από την θάλασσα ,όπου δεν μπορούσε να πλησιάσει κανείς χωρίς να τονε δούν,  ζούσαν οι τελευταίοι «ειδωλολάτρες».
Είχαν έρθει διωγμένοι πριν από αιώνες από την Λακωνία και ήταν απόγονοι, λέει,  των αρχαίων Σπαρτιατών.
Ύστερα , βέβαια από πέντε αιώνες πολλά είχαν αλλάξεις αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία.

Έβγαλε λοιπόν ανακοίνωση η αστυνομία των Εστρανδιώτα και απαγόρευε  να μπουν στην πόλη και να πουλήσουν τα πράματα τους οι «ειδωλολάτρες» από τσου Λάκωνες.

Όποιος συλλαμβανόταν θα τον σκοτώνανε επιτόπου.

Σε όλη του την ζωή ο Δημήτριος Μουρίκης ήτανε περήφανος που υπηρετούσε τον αφέντη του.
¨Ητανε περήφανος που πολέμησε τους άπιστους Τούρκους που πιστεύανε σε άλλον προφήτη.
Ήτανε περήφανος που είχε αναλάβει να εξοντώσει τους τελευταίους «ειδωλολάτρες».

Τώρα όμως τα πράματα μπερδεύτηκαν.

Ζούσε μέσα στη λάσπη της Στρατιάς . Σε έναν τόπο που τον φοβόντουσαν ,τον μισούσαν και τον περιφρονούσαν.

Ο Δημήτριος Μουρίκης πέθανε πριν προλάβει να ξεμπερδέψει τα «πράματα» .

Πέρασαν αιώνες  και  προχτές κατέβηκα στην πιάτσα να συναντήσω ένα φίλο να πιούμε κάτι.
Έκανε κρύο αλλά προτιμήσαμε να καθίσουμε έξω. Μέσα είχε πολύ κόσμο και φασαρία.

Έτσι γνώρισα τον Παύλο.

Είναι σερβιτόρος και τα πρωινά βοηθάει τον πατέρα του που είναι υδραυλικός.
«Δεν βγαίνει αλλιώς».
Μένει με τους δικούς του.
Για να κάνει οικογένεια ούτε κουβέντα.
«Μας προδώσανε»
«Υπάρχει σκοτεινό σχέδιο να αφανίσουν την Ελλάδα και εμάς τους Έλληνες».
«Μας μισούν γιατί εμείς φέραμε τον πολιτισμό».


Ο Παύλος Μουρίκης  ζει σαν ξένος σε έναν αφιλόξενο τόπο και δυσκολεύεται να ξεμπερδέψει τα «πράματα».