Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Το μπαράκι των Κοτσυφών


Έχω την εντύπωση ότι μετά την Γαλλική επανάσταση επανακαθορίστηκαν και οι ταξικοί διαχωρισμοί στο βασίλειο των Κοτσυφών.

Δεν εξηγείτε αλλιώς.

Υπάρχουν Κοτσυφοί που μένουν μόνιμα στο δάσος, στους πιο σκοτεινούς λόγγους και κοντά  σε ποτάμια.

Τρώνε τα πάντα και σου δίνουν την εντύπωση ότι είναι μονίμως τρομαγμένοι.

Άλλοι πάλι, στις βόρειες χώρες, ζουν μέσα στις πόλεις , φτιάχνουν τις φωλιές τους  στον κήπο των σπιτιών και κάθε που έρχονται τα κρύα  μεταναστεύουν σε πιο ζεστά μέρη.

Μάλλον πρέπει να έχουν και κοινά ενδιαφέροντα διότι τέτοιες μέρες συναντιούνται τα βράδια  και  τα πίνουν στο «Πλοίο της Αγάπης».

Το «Πλοίο της Αγάπης» είναι ένα μπαράκι για Κοτσυφούς όπου εκεί μέσα , καθώς φαίνεται,  καταλύονται οι ταξικοί διαχωρισμοί και οι κοτσυφοί , αστοί και χωριάτες, γίνονται ένα και δεν μπορεί να τους ξεχωρίσει ούτε το πιο έμπειρο μάτι.

Ας πάρουμε όμως τα πράματα από την αρχή.

Το «πλοίο της Αγάπης» ναυπηγήθηκε  γύρω στο εξήντα από έναν δαιμόνιο Κερκυραίο σιδερά που ίδρυσε μια ..βιομηχανία αυτοκινούμενων τεθωρακισμένων τετράτροχων που έμοιαζαν  με τετράγωνα κινούμενα λαμαρινένια ντεπόζιτα.

Όταν όλοι έφευγαν για να βρουν την τύχη τους στην Γερμανία αυτός ίδρυσε δική του αυτοκινητοβιομηχανία στην Κέρκυρα.

Η «Βιομηχανία» πήγαινε καλά. Έβλεπες παντού να κυκλοφορούν αγέρωχα,  αυτοκίνητα που ήταν κάτι ανάμεσα σε τραχτέρ σε ντεπόζιτα πετρελαίου και σε άρματα μάχης του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου.

Το «Πλοίο της Αγάπης» κουβαλούσε μόνο πλαστικά.

Πλαστικές λεκάνες , πλαστικά πιάτα, πλαστικά καθρεφτάκια ξυρίσματος, πλαστικά μπιτόνια, πλαστικούς κουβάδες, πλαστικές μπάλες.

Ήταν η εποχή της ταχύτατης διάδοσης του πλαστικού που έμελλε να απαλλάξει την ανθρωπότητα από τον αναχρονιστικό εφιάλτη  του ξύλινου, του  γυάλινου, του πήλινου, του πάνινου του πέτρινου και του χάλκινου.

Όταν έμπαινε το «Πλοίο της αγάπης» στα χωριά ερχόταν η πρόοδος και ο πολιτισμός.

Ο Καπετάνιος του πλοίου της αγάπης ήταν μικροκαμωμένος, αδύνατος, νευρικός και φορούσε ένα ζευγάρι θολά ματογυάλια δεμένα με σύρματα , σπάγγους και κολλημένα με ζελοτέιπ.

Ήταν ικανός , στην κορφή του Παντοκρατόρου,  να αλλάξει φλάτζα κεφαλής, να τρίψει βαλβίδες, να ρεγουλάρει πλατίνες και να το ξαναβάλει μπροστά.

Το πλοίο της Αγάπης γύρναγε όλο το νησί απ άκρου σε άκρο.

Γνώριζε και τον παραμικρό κατσικόδρομο στο τελευταίο χωριό και την τελευταία κατοικιά.

Όταν γύρναγε τα βράδια  έφερνε πάντα κάτι. Μισή λίτρα κρέας, δυό «χαρτιά» μακαρόνια, λίγο ταμπάκο η ένα μποτιλιόνι κρασί «από τ’ Αλεύκι».

Ουδέποτε το πλοίο της αγάπης γύρισε με άδεια χέρια.

Πέρασαν πολλά χρόνια για να αποκαλυφθεί ότι όσοι μετανάστευσαν τελικά έμειναν κλεισμένοι σε  ένα σπίτι για τριάντα χρόνια προκειμένου να γυρίσουν πίσω και να χτίσουν άλλο ένα σπίτι και να ξανακλειστούν μέσα  «για τα γηρατειά».

Το πλοίο της αγάπης μπορεί να μην ανέβηκε ποτέ σε φέριμποτ αλλά δεν κλείστηκε και ποτέ μέσα.

Είδαν τα μάτια του πολλά.

Τώρα δεν κουβαλάει άλλο πλαστικά. Ούτε κινδυνεύει να του κοπεί ημιαξόνιο στις κορδέλες του Παντελεημόνου.

Άλλαξε επάγγελμα.

Αν κατεβαίνεις στα ποδάρια από το Σωκράκι θα το δεις μέσα στα βράχλα κοντά στο νεκροταφείο του Αί Νικόλα.

Εκεί του άρεσε. 

Για να είναι κοντά στον καπετάνιο.

Ποτέ δεν χωρίσανε.

Αν έχεις και υπομονή περίμενε ακίνητος και κράτα την ανάσα σου.

Τέντωσε τα αυτιά σου και θα ακούσεις από μέσα το κουβεντολόι των κοτσυφών.


Σταματάνε εκεί το δειλινό πριν γυρίσουν την φωλιά τους και , πιστέψτε με , ποτέ δεν γυρνάνε «με άδεια χέρια».