Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Ο προδομένος


 

Τον γνώρισα φοιτητή με μουστάκι και αμπέχονο έτοιμο για εκστρατεία.

Με κοίταγε καχύποπτα.

Έπρεπε να προσέχω τα λόγια μου.

Η παραμικρή απόκλισή μου  από τα «ιδεώδη του Κομμουνισμού» μπορούσε να αποβεί μοιραία για την σχέση μας.

Αταλάντευτος, Ατάλαντος , Αγράμματος και με «βαθιά γνώση» του Κομμουνισμού.

Κάποτε διορίστηκε όλως τυχαίως σε μια δημόσια υπηρεσία.

Παντρεύτηκε από αγάπη μιαν που είχε διοριστεί όλως τυχαίως και αυτή σε μια άλλη δημόσια υπηρεσία.

Δυό μισθοί και δυο παιδιά.

Έκτοτε πέρασαν τριάντα τόσα χρόνια

Δεν τον θυμόμουν καν.

Δεν ασχολούταν πλέον  με ανόητους και εμμονικούς .

Κατά ένα περίεργο τρόπο ο γιός του διορίζεται σε (άλλη μια) δημόσια υπηρεσία .

Παντρεύεται και η κόρη με κάποιον που αγάπησε και που , όλως τυχαίως δούλευε και αυτός σε μια δημόσια υπηρεσία.

Ανεβαίνει ιεραρχικώς και παίρνει και δάνειο.

Το πορτοφόλι του είναι γεμάτο κάρτες.

Χτίζει σπίτι 350 τετραγωνικών μέτρων «για νάχουν και τα παιδιά ένα κεραμίδι».

Το ισόγειο είναι γκαράζ, αποθήκη και εργαστήριο.

Στον πρώτο το σαλόνι , η κουζίνα, το γραφείο του, και δύο καμπινέδες με λεκάνες και πλακάκια  πανάκριβα.

Στον δεύτερο τρία υπνοδωμάτια , καθιστικό και άλλα δύο μπάνια.

Ακολουθεί η σκάλα που οδηγεί στην ρομαντική σοφίτα με άλλο ένα μπάνιο.

Φαίνεται ότι σε αυτό το σπίτι είχαν όλοι μονίμως διάρροια.

Κάποια μέρα με θυμήθηκε και με κάλεσε «για καφέ».

Καθίσαμε στο σαλόνι.

Το είδα να κοιτάει σκεφτικός και συνοφρυωμένος το πάτωμα .

Νόμιζα ότι τον απασχολούσε ακόμα «η επανάσταση και οι συνθήκες που αργούν να ωριμάσουν».

Τελικά μου αποκάλυψε ότι τον απασχολούσαν οι κακοτεχνίες του «Πλακά».

«Βάλε το χέρι σου εδώ»  μου λέει.

Έπεσα στα γόνατα και χάιδευα τα πλακάκια.

« Μαστόροι! Σου λέει ο άλλος!»

Πέρασαν σαράντα χρόνια και δύο μήνες πριν πάρει σύνταξη κάτι τονε τσίμπησε και αποφάσισε να επαναστατήσει.

«Δεν βαριέσαι! Αλλάζουν οι άνθρωποι.»  μου έλεγαν.

Τώρα γυρνάει στους δρόμους και στα καφενεία και αφηγείται την ιστορία μια ζωής από την οποία απουσιάζουν σαράντα χρόνια.

Από τα είκοσι πηδάει ξαφνικά στα εξήντα.

Έγινε και στέλεχος του κόμματος (του κυβερνώντος βεβαίως).

«Πρέπει να τροποποιηθεί και ο νόμος για την προστασία της πρώτης κατοικίας».

Αυτές τις ώρες είναι σε αναμμένα κάρβουνα.

Να πάει με τους «ρεαλιστές» η να πάει με τους «προδομένους».

Έχει δύο ομιλίες έτοιμες, μία για κάθε περίπτωση.

Νομίζω ότι τελικά θα επιλέξει τους «προδομένους».

Είναι καλύτερα έτσι.

Θα  γυρνάει στις πλατείες και θα δηλώνει προδομένος  και απογοητευμένος (ώστε να μην κινδυνεύει και από με νέα εγχειρήματα».

Θα γράψει και τα απομνημονεύματα του.

Ας ελπίσουμε ότι δεν θα μας αναθέσει να στήσουμε και τον ανδριάντα του στο σταυροδρόμι της Ιστορίας.

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Οι κορδέλες του Παντελεημόνου



Από αρχαιοτάτων χρόνων το όνειρο της Ανθρωπότητας ήταν οι ίσιοι δρόμοι.

Όλα τα έθνη και τα δόγματα επιδίωκαν πάντα να φέρουν τους πιστούς τους και τους υπηκόους τους στον ίσιο δρόμο.

Απ ηθικής πλευράς δεν έχουμε εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Από πλευράς, όμως , έργων οδοποιίας οι αλλαγές είναι μεγάλες .

Υπάρχει μια διαρκής τάση να ισιώσουν οι δρόμοι.

Καταργούνται περιττές στροφές, τρυπάμε βουνά , γεφυρώνουμε χάσματα.

Φαίνεται ότι χρειαζόμαστε τους ίσιους δρόμους για να τρέχουμε γρηγορότερα από την μελαγχολία.

Πλησιάζω στα φανάρια του Τζάβρου με 38 βαθμούς.

Κλείνω το γκάζι και βγάζω φλάς αριστερά.

Παλιά με βάραινε το κράνος αλλά όσο γερνάω το συνηθίζω.

Ίσως φταίει που έχω μεγαλύτερη συναίσθηση του κινδύνου να με γράψει κανένας τροχονόμος.

Στους «γιατρούς» έχει δροσιά όπως πάντα. Για δύο χιλιόμετρα αλλάζει ο καιρός και μπαίνουμε στο Φθινόπωρο.

Νομίζω ότι τώρα είναι ο καιρός να ανεβάσει κάποιος θίασος τον Έμπορο της Βενετίας.

Όχι , όμως αυτόν που παρουσιάζεται σαν το τέρας του Καπιταλισμού η του Σιωνισμού.

Όχι . Δεν μαρέσει έτσι .. και δεν μου λέει και τίποτα.

Θέλω τον άλλον που ωθεί τα πράματα στα άκρα όχι για να εκδικηθεί αλλά γιατί ξέρει πολύ καλά ότι εκεί, στα άκρα, πέφτουν οι βενετσιάνικες μάσκες των «αθώων θυμάτων», αποκαλύπτονται τα τέρατα και έρχονται αντιμέτωποι όλοι με όλους.

Στου Τρουμπέτα στρίβω δεξιά εντελώς αψυχολόγητα και ανεβαίνω την Πυλίδα.

Για κάποιο λόγο μου αρέσουν οι στροφές.

Έτσι συμβαίνει άλλωστε και σε όλους τους Σ.Μ.Ε.Α. ( Σιδηρουργοί Με Ειδικές Ανάγκες) .

Η Πυλίδα είναι έρημη ως συνήθως. Θα είσαι πολύ τυχερός αν συναντήσεις κανένα Σωκρακίτη να περνάει.

Κοιτάω το ρολόι μου. Κοντεύει εξίμησι. Το στόμα μου έχει στεγνώσει από τον καυτό αέρα.

Ώρα για το φρούτο μας.

Σταματάω «στου ερημίτη».

Εδώ ανάμεσα στα πουρνάρια είχε κάμει την κατοικιά του κάποιος ερημίτης γύρω στο ’70.

Πέθανε αργότερα και κανένας δεν ξέρει ούτε πως τον λέγανε.

Είχε φυτέψει διάφορα. Είχε και πηγάδι.

Βρήκα δυο- τρείς αμπουρνέλες κόκκινες και μερικές κοντούλες από την απιδιά του.

Καλά είναι και αυτά.

Θυμάμαι τότε που ανακάλυψα την έρημη κατοικιά.

Είχε φτιάξει ένα κρεβάτι με τούβλα για ποδάρια και είχε βάλει επάνω ένα σανίδωμα με ένα στρώμα από εκείνα τα παλιά με μαλλί η με μπαμπάκι. 
Το είχε βάλει στο κέντρο του μικρού δωματίου, σαν βωμό. 
Μπροστά το παράθυρο με θέα προς την ρεματιά.

Είχε κάνει και καμπινέ λίγο πιο πέρα.

Για χαρτί υγείας είχε κάνει μια πατέντα με ένα περιοδικό κρεμασμένο με ένα σκουριασμένο σύρμα.

Στο εξώφυλλο της «Βεντέτα» χαμογελούσε η Ζωζώ Σαπουντζάκη στα νιάτα της, ντυμένη μπεμπέκα και με εκείνο το στόμα που έμοιαζε με τσι γράβες του Σκριπερού.

Το περιοδικό ήταν σκισμένο μέχρι την σελίδα 28.

Αμέσως μετά ακολουθούσαν τα ζώδια.

Μια χοντρούλα αστρολόγος χαμογελούσε με νόημα στην μικρή φωτογραφία και μας πληροφορούσε ότι «..ανοίγονται μεγάλες ευκαιρίες για μια λαμπρή επαγγελματική καριέρα στους κριούς».

Αυτό το χαρμόσυνο νέο δεν πρόλαβε να το διαβάσει ο ερημίτης.

Φαίνεται ότι απεβίωσε μόλις σκούπισε τον κώλο του με την σελίδα 27.

Πίνω νεράκι φρέσκο στην Βρύση της Επίσκεψης μαζί με ένα τσούρμο κεντρίνες και νάσου μπροστά μου οι φοβερές «Κορδέλες του Παντελεημόνου».

Έτσι τις έλεγε η Νόνα μου η Βανθία και στο παιδικό μου μυαλό είχα κάποιο ατελείωτο κατακόρυφο και γυμνό βουνό που στο πλάι του είχε σκαλισμένο ένα δρόμο όπου μετά βίας περνούσε ένα κάρο και οι άνθρωποι κινδύνευαν να τους καταπιεί η άβυσσος.

Κατά τις εφτάμιση φτάνω στον Απραό.

Ο Κώστας έχει σχολάσει και το μπαράκι της παραλίας το έχει αναλάβει η Τάμυ.

Πλήρης άπνοια και ερημιά.

Ξαπλώνω ανάσκελα στο νερό και ετοιμάζομαι για τον διαλογισμό μου .

Απέναντι οι Άγιοι Σαράντα.

Η , έστω, όσοι απέμειναν από δαύτους.

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Μακαρόνια με κιμά



Χτές έφτιαξα μακαρόνια με κιμά.

Φρέσκια ντομάτα από τσου Αγραφούς .

Κρέας μοσχαρίσιο από Βελονάδες.

Παπαρδέλες φρέσκες της Τζόρτζιας της Ιταλίδας  ζυμωμένες με φρέσκα αυγά από τον Αι Θανάση.

Ποίημα.

Στην πρώτη πιρουνιά χτυπάει το τηλέφωνο.

Θεωρώ ιερές στιγμές την πρώτη ρουφηξιά του καφέ το πρωί  και την πρώτη πιρουνιά από τα μακαρόνια.

Οι στιγμές όμως είναι κρίσιμες και σηκώνω το τηλέφωνο.

Είναι η Σοφία.

Δεν μπόρεσε να έρθει στην συγκέντρωση εξαιτίας σοβαρού  οικογενειακού προβλήματος .

Θα  ασκώσει όμως «μπαντιέρα στο μπαλκόνι της την Ελληνική σημαία με ένα όχι στην μέση».

Στην Μνήμη του  στρατηγού Γεωργίου Σαλβάνου από την Περίθεια και του λοχαγού Σπύρου Θύμη από τη χωρά.

Η Ελλάδα είχε συνθηκολογήσει το ’41 και ο Σαλβάνος αρνήθηκε να παραδώσει τα οχυρά στους Γερμανούς.

Τους επιτέθηκαν με χιλιάδες αεροπλάνα και τανκς .

Έδωσε όπλα μέχρι στις νοσοκόμες και πολέμησε μέχρι την τελευταία σφαίρα.

Τον καταδίκασε το Ελληνικό  στρατοδικείο για την ανυπακοή του αυτή.

Όταν τον ρώταγες  για τον πόλεμο, δεν σου έδειχνε τα παράσημα του αλλά την καταδικαστική απόφαση του στρατοδικείου.

«Μέχρι και η τελευταία πουτάνα του κόντε θεοτόκη έχει δρόμο στην Κέρκυρα και τον Σαλβάνο δεν τον ξέρει κανείς»

Ανακατεύω αμήχανα τα μακαρόνια στο πιάτο.

Μούρχεται στο μυαλό ο φίλος μου ο Σταμάτης Μεσημέρης από το Βαλανειό.

Έγραφε  ποιήματα και τα τραγουδούσε. Είχε γράψει «Όχι σε όλα που μου δένουν κόμπο την αλήθεια, όχι σε όλα στα παλιά και νέα παραμύθια».

Ελάχιστοι τον ήξεραν.

Ερχόταν στο κατώι μου και μου τραγουδούσε με την παλιοκιθάρα μου.

Ξεκουρδιζόταν διαρκώς η Μι Μπάσσο και εκνευριζόταν.

Γελούσα και τουλεγα ότι κάποια στιγμή θα την αλλάξω.

Η Γερμανία δεν είναι μόνον ο Σόιμπλε και η Μέρκελ και η Κέρκυρα δεν είναι μόνο ο Ρουβάς και η Άτζελα.

Με τούτα και με κείνα μου κρυώσανε τα μακαρόνια.

Το βραδάκι ανεβαίνω πάνω από τον Πέλεκα.

Δεν αντέχω την φασαρία.

Κάθομαι σε μια κολόμπα στην άκρη.

Στο βάθος το λιβάδι του Ρόπα.

Ο Ήλιος κατεβαίνει ανεπαίσθητα.

Κάθεται απαλά πάνω από τσου Γιανάδες.

Σαν να σκιάζεται μην ταράξει την στιγμή.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Αργούν να μας προδώσουν



Κάνει ζέστη το απόγευμα στην Γαρίτσα.

Οι περιπατητές ιδροκοπάμε.

Ζέστη και υγρασία.

Συνηθισμένα πράματα.

Ανήσυχα βλέμματα και νευρικά βήματα.

Σίγουρα θα μας προδώσουν…. είναι προκαθορισμένο… ξέρουν «αυτοί».

Θα διώξουν ετούτον και θα βάλουν τον άλλον.

Γυρνάει ο καιρός μέσα σε μερικά λεπτά.

Ο Λεβάντες σαρώνει την Θάλασσα.

Μυρίζει βροχή.

Σφίγγεται το κεφάλι μου.

Δεν θέλω κουβέντες  δεν θέλω ένταση.

Στην πλατεία μοιράζουν προκηρύξεις που γράφουν «όχι».

Αρχίζει να βρέχει.

Μαζεύουν τις καρέκλες.

Αύριο, λογικά,  θα μας προδώσουν.

Έτσι, άλλωστε, γίνεται πάντοτε.

Ο  Ιούδας , ο Εφιάλτης , Ο Πήλιος Γούσης , η Κερκόπορτα, η Βάρκιζα.

Γιατί αργούν;

Να γυρίσουμε επιτέλους στο σπίτι. Να βάλουμε κάτι να φάμε. Να ξαπλώσουμε  ήσυχοί.

Εμείς είμαστε απλοί άνθρωποι.

Απλοί αγωνιστές .

Αθώοι υπηρέτες που κάναμε το χρέος μας.

Ξαφνικά μας πρόδωσαν.

Αλλά σήμερα αργούν.

Νύχτωσε και οι προδότες δεν ήρθαν ακόμη.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς προδότες.

«Αυτοί οι άνθρωποι ήσαν μια κάποια λύσις».

Στο Σαρόκο κόβει ο Λεβάντες και βγαίνει ξαφνικά η πανσέληνος του Ιουλίου πάνω από την λεωφόρο Αλεξάνδρας.


Εντελώς ανέλπιστα.